Γιάννης Ποδιναράς, Μόρφου 2001

Δημήτρης Παπαδημητρίου & Γιάννης Γιαβάρας, Άγγελος του νόστου
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Στης ψυχής το παρακάτω (2001))

[Μέρος Γ’]

Μόρφου 2001

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Ορέστης Αλεξάκης, [Είμαι στον τόπο και στο χρόνο…]

Δημήτρης Παπαδημητρίου & Γιάννης Γιαβάρας, Άγγελος του νόστου
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Στης ψυχής το παρακάτω (2001))

[Ενότητα Α. Τα δύο πρόσωπα]

Είμαι
στον τόπο και στο χρόνο

δίχως τον τόπο και το χρόνο
να γνωρίζω

και μάταια στο βυθό μου αναζητώ
το πρώτο φως
τη ρίζα μου
το στίγμα

Σαν ερημίτης σε βαθιά σπηλιά
λαθρεπιβάτης σε
κλεισμένο αμπάρι

θαρρώ πως κάποιος σκάβει
στο πηγάδι

κάποιος απλώνει επάνω
τα πανιά

Από τη συλλογή Βυθός (1985) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Νίκος Γρηγοριάδης, Νόστος

Δημήτρης Παπαδημητρίου & Γιάννης Γιαβάρας, Άγγελος του νόστου
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Στης ψυχής το παρακάτω (2001))

Νόστος

Κι έστησα το κονάκι σου του Πόντου
στην Κορυφή Κιλκίς
και σ’ έκλεισα μέσα, όπως σε παλάτι μνήμης,
ώσπου.

Και λίγο πιο πέρα
οι φούστες των κοριτσιών γεμάτες ψιθυρίσματα
κι αφουγκραζόμουν κρυφά τον μυστικό ρυθμό τους,
επειδή και κατείχα ακόμη μέσα μου
κάποιες χορδές κιθάρας
ή πλήκτρα από λεία βότσαλα ασίγαστου πόθου.
Και τα μάτια τους,
τρυφερές νύχτες μες στις ατέλειωτες αγρύπνιες μου,
άνοιγαν
μ’ ένα μονάχα βλέμμα τους
ρωγμές στον ουρανό,
όπου γράφανε με χρυσή μελάνη
τους στίχους της καρδιάς
αποκρυπτογραφώντας κρυφά
πάνω στο σταρί της σάρκας τους
τα όνειρα τα μυστικά της εφηβείας.

Και λάμπαν τα σκεβρά θρανία
και σαλεύαν τα φύλλα των βιβλίων
σαν των αγγέλων τις φτερούγες.
Κι επειδή νήστευα όλο το χρόνο το κορμί τους,
κάθε πρωί μεταλάβαινα την ομορφιά
μ’ ένα αντίδωρο του πόθου μου
και τ’ άμετρο ερωτικό κρασί.

Καμιά νύχτα δεν κλέβει το όνειρο,
το ψιχαλίζει από ψηλά στη διψασμένη μας ψυχή.
Σκάει κι ανοίγει το στέρνο
τρίζοντας και συντονίζοντας τον ήχο του
με τους ασίγαστους πόθους.
Έτσι μεθυσμένο μ’ ανεβάζανε οι άγγελοι
στους κήπους τους πρωτόγνωρους του παραδείσου.

Ανεμισμένες οι κόμες στο στροβίλισμα του χορού
και τα χέρια ξαναμμένα
γύρω απ’ τις λιανές μεσούλες.
Ανάσες καυτές να καίνε τα χνουδάτα μάγουλα.

Πού πας
με την έξαψή σου να κρέμεται
στις φλεγόμενες φούστες
κι αρχίζεις να παραληρείς
στο Α κεφαλαίο του κορμιού της
με τα χρυσά των δώδεκα και κάτι Ιουλίων
κι ανεβαίνεις όπως τα νερά
όλες τις αποχρώσεις του πράσινου:
το λαχανί του πρώτου σκιρτήματος,
το χλωρό πράσινο της ελπίδας,
το κυανοπράσινο του βραχνού πόθου
που μυρίζει θάλασσα,
και λάμπεις διάφανος βυθός
γλιστρώντας πάνω στους χρησμούς
των δίδυμων λοφίσκων των μαστών της;
Κάθιδρος και ο ύπνος να σαλεύει πλήρης φτερών,
σαν ένας Άγγελος
που ισορροπεί μετέωρος στο παράθυρό σου
και να τρικλίζεις πάνω στα μυστήρια
συλλαβίζοντας τα άνθη
ως τον πυρήνα του καρπού τους.

Από τη συλλογή Ανάβαση (2002) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης