Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι (Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης)

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης, Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι

Ποίηση: Brendan Behan (Μπρένταν Μπίαν) (για το θεατρικό του έργο An Giall | The Hostage | Ένας όμηρος (1958))
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Ένας όμηρος (1966)

Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι
όταν άδειασαν οι πάγκοι
κι έπαψε η βουή του κόσμου
πήγαν τα παιδιά για τσάι.
Άσε μας, Θεέ, ψηλά
να θυμόμαστε τ’ απλά
τώρα πο’ ’χουν πια πεθάνει
όλοι που μας αγαπάνε,
λοχαγοί και βασιλιάδες.

Πέρα στην παλιά μας Κύπρο
και στην Κένυα την καημένη
όλοι εκεί βασανισμένοι
μαύροι κι άσπροι από τους άσπρους,
και στα ξωτικά τα μέρη
κι όπου ρίξομε το μάτι
το κουδούνι του σχολείου
στο μισό Μπελφάστ σημαίνει
κι αχ, η Αγγλία μας η καημένη,
λοχαγοί και βασιλιάδες.

Σκόνταψα σ’ ένα βραχνά μου
και στο πάρκο εκεί του Ουίνδσορ
τι θαρρείτε κει πως ηύρα
περπατώντας στο σκοτάδι;
Μισοδαγκωμένο μήλο
και το πιο αστείο απ’ όλα
χαραγμένα πέντε δόντια
πέντε δόντια από παιδάκι,
λοχαγοί και βασιλιάδες.

Πληροφορίες:

Όμηρος στη λογοκρισία

Το θεατρικό έργο Ένας όμηρος παρουσιάστηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν τέσσερα τραγούδια με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Όταν λίγο αργότερα θέλησαν να κυκλοφορήσουν ολόκληρο τον κύκλο των τραγουδιών, σκόνταψαν στη λογοκρισία, η οποία απέρριψε τον στίχο … Από τους μπάσταρδους τους ξένους… για ευνόητους λόγους. Η εταιρεία πρότεινε στο συνθέτη να τον παραλείψουν, όμως ο Θεοδωράκης δεν το δέχτηκε. Έτσι αποφάσισε να κυκλοφορήσει το έργο έξω από το κανάλι της δισκογραφίας που ελεγχόταν από τη λογοκρισία, ώστε να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Αποτέλεσμα υπήρξε η [παρούσα] φωνοληψία που έγινε με μοναδικό ερμηνευτή τον συνθέτη (φωνή-πιάνο) και που κυκλοφόρησε μέσω της εφημερίδας Αυγή. Εκεί ο καθένας μπορούσε να αφήσει μια άδεια μαγνητοταινία και να πάρει μια γραμμένη.

Αργότερα ο Αλέκος Πατσιφάς της εταιρείας Lyra κατόρθωσε να πάρει την έγκριση της λογοκρισίας και έτσι ηχογραφήθηκε ο πρώτος δίσκος με πλήρη ορχήστρα και ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη. Ακολούθησε το 1966 ο δίσκος με τη Μαρία Φαραντούρη, ο οποίος λόγω της Δικτατορίας έμελλε να κυκλοφορήσει 7 χρόνια αργότερα.

Ένας όμηρος: το έργο

Ένας νεαρός Άγγλος στρατιώτης κρατείται όμηρος σ’ ένα πορνείο του Δουβλίνου για αντίποινα ενός φυλακισμένου του IRA που θα απαγχονιστεί σε μια φυλακή του Μπέλφαστ. Ο όμηρος ερωτεύεται μια Ιρλανδέζα υπηρέτρια του πορνείου, αλλά ο θάνατός του θα βάλει τέλος στην πορεία, στον έρωτα, στη ζωή…

Έργο που -σύμφωνα με το μεταφραστή του στα ελληνικά Βασίλη Ρώτα- παρουσιάζει το μαχητικό προοδευτικό πνεύμα, καθώς μπερδεύεται μέσα στα εγκατεστημένα δίχτυα της αντίδρασης και θυσιάζεται και στιγματίζει την εθνικιστική παραφροσύνη και τον θρησκευτικό φανατισμό που απαιτούν στο βωμό τους ένα αθώο θύμα. Ο όμηρος ζει, ερωτεύεται και πεθαίνει σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν βωμολοχίες, υπόκωφοι ύμνοι, άγρια γέλια και απελπισία. Μεγαλοψυχία και συμπόνια έχουν θέση μόνο στα μέλη ενός περιπλανώμενου music hall, που αναμιγνύονται στη δράση… Οι μπρεχτικές επιδράσεις είναι φανερές στη δομή του έργου, στη δράση του, ακόμα και στις προσφωνήσεις του προς το κοινό, τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας…

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Εκεί πρωτακούστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Τρία χρόνια μετά με τους ίδιους συντελεστές και με διαφορετική διανομή (Τίτος Βανδής, Γιώργος Τζώρτζης, Τάνια Σαββοπούλου, Μάκης Ρευματάς, κ.ά.) ανέβηκε στο θέατρο Μετάλλιο

Ένα βράδυ με τον Brendan Behan

… Κάποτε, όταν ήταν φυλακισμένος, δινόταν βράδυ η πρεμιέρα του έργου του στο Λονδίνο. Ζήτησε να παρευρεθεί και η αστυνομία έδωσε την άδεια υπό τον όρο να συνοδεύεται στην αίθουσα από δύο αστυνομικούς. Έτσι παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα ανάμεσα στους δυο Άγγλους που τον φρουρούσαν με τα περίστροφά τους. Όταν το κοινό τον φώναξε στη σκηνή μετά την παράσταση για να τον χειροκροτήσει, παρουσιάστηκε μαζί με τους αστυνομικούς, στη μέση. Φρουρούμενος και απευθυνόμενος στο κοινό είπε: Κυρίες και κύριοι, είμαι πολύ ευτυχής διότι βρίσκομαι στην εξαιρετική και σπάνια θέση ενός συγγραφέως να προστατεύεται από τους στρατιώτες της Α.Μ. της Βασιλίσσης εναντίον τυχόν αποδοκιμασιών του πλήθους…
Μίνως Αργυράκης
Από το πρόγραμμα της παράστασης στο Θέατρο Μετάλλιο

Brendan Behan: βιογραφικό σημείωμα

(Δουβλίνο 1923-1964)
Ιρλανδός επαναστάτης κατά της αγγλικής κυριαρχίας και συγγραφέας, ο οποίος με την ωμή σάτιρά του και τη δύναμη των πολιτικών του σχολίων συνέβαλε σημαντικά στο θέατρο του Παραλόγου.
Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, το 1937, έμαθε το οικογενειακό επάγγελμα του ζωγράφου, ενώ παράλληλα συμμετείχε στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό ως αγγελιοφόρος. Ενώ βρισκόταν στην Αγγλία σε αποστολή σαμποτάζ, συνελήφθη και καταδικάστηκε (1940) σε τρία χρόνια κράτηση σε αναμορφωτήριο, όπου έγραψε Το παιδί του αναμορφωτηρίου. Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένοπλη επίθεση και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Στη φυλακή τελειοποίησε τα Ιρλανδικά του, τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στην εξαιρετικά λεπτή και ευαίσθητη ποίησή του. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις, είτε για επαναστατικές δραστηριότητες είτε για αλκοολισμό.
Το πρώτο του θεατρικό έργο Ο αλλόκοτος τύπος (1954) ανέβηκε στο μικρό Pike Theatre του Λονδίνου και είχε άμεση επιτυχία. Το δεύτερο, Ένας όμηρος (1958), θεωρείται το αριστούργημά του.
Έγραψε διηγήματα και σενάρια για την Ιρλανδική Ραδιοφωνία. Τα τελευταία του έργα, τα οποία ηχογράφησε ο ίδιος σε μαγνητοταινία, είναι Το νησί του Brendan Behan, The Scarperer, Η Νέα Υόρκη του Brendan Behan και Εκμυστηρεύσεις ενός Ιρλανδού επαναστάτη.

[Πηγή των κειμένων και των φωτογραφιών στα βίντεο: ένθετο στο έργο Ένας όμηρος που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011
Φωτογράφος: Τάκης Πανανίδης
Το σκίτσο του Brendan Behan είναι του Μίνωα Αργυράκη]

Το έργο είναι έξοχο από κάθε άποψη. Θαυμάσια η ποίηση του Μπρένταν Μπίαν, όπως και η απόδοσή της στα Ελληνικά από τον Βασίλη Ρώτα, θαυμάσια η μελοποίησή της από τον Μίκη Θεοδωράκη, θαυμάσια η ερμηνεία του Κώστα Παπαδόπουλου, του Λάκη Καρνέζη και της Μαρίας Φαραντούρη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των μουσικών. Παντού αναφέρεται μόνο η φράση «Συμμετέχει λαϊκή ορχήστρα». Στις φωτογραφίες βλέπω τον Γιάννη Διδίλη (πιάνο), τον Βαγγέλη Παπαγγελίδη (μπάσο) και τον Εύανδρο Παπαδόπουλο (κρουστά), αλλά δεν φαίνεται πουθενά ο κιθαρίστας, που μάλιστα παίζει σημαντικότατο ρόλο στα τραγούδια, και δεν τον θυμάται ούτε ο Κώστας Παπαδόπουλος. Θα ήταν, λοιπόν, απρέπεια να αναφέρω όλους τους υπόλοιπους μουσικούς (πλην των Παπαδόπουλου & Καρνέζη) χωρίς τον κιθαρίστα. Τι κρίμα! Στην Ελλάδα του 2011 τα συγγραφικά και τα συγγενικά δικαιώματα συνεχίζουν να χάνονται στο μαύρο σκοτάδι της αφάνειας και μάλιστα σε εκδόσεις σημαντικών εφημερίδων μας (όπου, συν τοις άλλοις, υπάρχουν αρκετά σοβαρά ορθογραφικά λάθη).

Ας αρκεστούμε, ωστόσο, στην ποίηση και τη μουσική του έργου Ένας όμηρος, γιατί αυτές έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας αποζημιώνουν πλήρως για κάθε άλλο κακώς κείμενο εν Ελλάδι. Μέρες που είναι, αξίζει να (ξαν)ακούσουμε τον επαναστάτη Ιρλανδό να υμνεί την ελευθερία, τη ζωή και τον έρωτα. Καλή μας ακρόαση!

Advertisements

Άνοιξε το παράθυρο (Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης)

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε (λίγο) το παράθυρο

Ποίηση: Brendan Behan (Μπρένταν Μπίαν) (για το θεατρικό του έργο An Giall | The Hostage | Ένας όμηρος (1958))
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Ένας όμηρος (1966)

Άνοιξε σιγά την πόρτα
κλείσ’ τη για να μην τραβάει
όλη τη ζωή μου χύνω δάκρυα, δάκρυα
το στόμα μου δεν ξέρει να γελάει.

Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό.
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό.

Μόν’ μια φορά σαν έπεσε η εικόνα
κι άφησε τη γριά τη βάβω μου ξερή
κει που ’λεγε παλιό ιρλανδέζικο τραγούδι
πώς πούλησαν προδότες τον οδηγητή.

Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό.
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό.

Από τους μπάσταρδους τους ξένους
κρύψε, καλή μου, το χάλι σου
εμείς λιοντάρι και λυκόρνιο
και ρόδο στο κεφάλι σου.

Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό.
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό.

Πληροφορίες:

Όμηρος στη λογοκρισία

Το θεατρικό έργο Ένας όμηρος παρουσιάστηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν τέσσερα τραγούδια με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Όταν λίγο αργότερα θέλησαν να κυκλοφορήσουν ολόκληρο τον κύκλο των τραγουδιών, σκόνταψαν στη λογοκρισία, η οποία απέρριψε τον στίχο … Από τους μπάσταρδους τους ξένους… για ευνόητους λόγους. Η εταιρεία πρότεινε στο συνθέτη να τον παραλείψουν, όμως ο Θεοδωράκης δεν το δέχτηκε. Έτσι αποφάσισε να κυκλοφορήσει το έργο έξω από το κανάλι της δισκογραφίας που ελεγχόταν από τη λογοκρισία, ώστε να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Αποτέλεσμα υπήρξε η [παρούσα] φωνοληψία που έγινε με μοναδικό ερμηνευτή τον συνθέτη (φωνή-πιάνο) και που κυκλοφόρησε μέσω της εφημερίδας Αυγή. Εκεί ο καθένας μπορούσε να αφήσει μια άδεια μαγνητοταινία και να πάρει μια γραμμένη.

Αργότερα ο Αλέκος Πατσιφάς της εταιρείας Lyra κατόρθωσε να πάρει την έγκριση της λογοκρισίας και έτσι ηχογραφήθηκε ο πρώτος δίσκος με πλήρη ορχήστρα και ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη. Ακολούθησε το 1966 ο δίσκος με τη Μαρία Φαραντούρη, ο οποίος λόγω της Δικτατορίας έμελλε να κυκλοφορήσει 7 χρόνια αργότερα.

Ένας όμηρος: το έργο

Ένας νεαρός Άγγλος στρατιώτης κρατείται όμηρος σ’ ένα πορνείο του Δουβλίνου για αντίποινα ενός φυλακισμένου του IRA που θα απαγχονιστεί σε μια φυλακή του Μπέλφαστ. Ο όμηρος ερωτεύεται μια Ιρλανδέζα υπηρέτρια του πορνείου, αλλά ο θάνατός του θα βάλει τέλος στην πορεία, στον έρωτα, στη ζωή…

Έργο που -σύμφωνα με το μεταφραστή του στα ελληνικά Βασίλη Ρώτα- παρουσιάζει το μαχητικό προοδευτικό πνεύμα, καθώς μπερδεύεται μέσα στα εγκατεστημένα δίχτυα της αντίδρασης και θυσιάζεται και στιγματίζει την εθνικιστική παραφροσύνη και τον θρησκευτικό φανατισμό που απαιτούν στο βωμό τους ένα αθώο θύμα. Ο όμηρος ζει, ερωτεύεται και πεθαίνει σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν βωμολοχίες, υπόκωφοι ύμνοι, άγρια γέλια και απελπισία. Μεγαλοψυχία και συμπόνια έχουν θέση μόνο στα μέλη ενός περιπλανώμενου music hall, που αναμιγνύονται στη δράση… Οι μπρεχτικές επιδράσεις είναι φανερές στη δομή του έργου, στη δράση του, ακόμα και στις προσφωνήσεις του προς το κοινό, τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας…

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Εκεί πρωτακούστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Τρία χρόνια μετά με τους ίδιους συντελεστές και με διαφορετική διανομή (Τίτος Βανδής, Γιώργος Τζώρτζης, Τάνια Σαββοπούλου, Μάκης Ρευματάς, κ.ά.) ανέβηκε στο θέατρο Μετάλλιο

Ένα βράδυ με τον Brendan Behan

… Κάποτε, όταν ήταν φυλακισμένος, δινόταν βράδυ η πρεμιέρα του έργου του στο Λονδίνο. Ζήτησε να παρευρεθεί και η αστυνομία έδωσε την άδεια υπό τον όρο να συνοδεύεται στην αίθουσα από δύο αστυνομικούς. Έτσι παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα ανάμεσα στους δυο Άγγλους που τον φρουρούσαν με τα περίστροφά τους. Όταν το κοινό τον φώναξε στη σκηνή μετά την παράσταση για να τον χειροκροτήσει, παρουσιάστηκε μαζί με τους αστυνομικούς, στη μέση. Φρουρούμενος και απευθυνόμενος στο κοινό είπε: Κυρίες και κύριοι, είμαι πολύ ευτυχής διότι βρίσκομαι στην εξαιρετική και σπάνια θέση ενός συγγραφέως να προστατεύεται από τους στρατιώτες της Α.Μ. της Βασιλίσσης εναντίον τυχόν αποδοκιμασιών του πλήθους…
Μίνως Αργυράκης
Από το πρόγραμμα της παράστασης στο Θέατρο Μετάλλιο

Brendan Behan: βιογραφικό σημείωμα

(Δουβλίνο 1923-1964)
Ιρλανδός επαναστάτης κατά της αγγλικής κυριαρχίας και συγγραφέας, ο οποίος με την ωμή σάτιρά του και τη δύναμη των πολιτικών του σχολίων συνέβαλε σημαντικά στο θέατρο του Παραλόγου.
Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, το 1937, έμαθε το οικογενειακό επάγγελμα του ζωγράφου, ενώ παράλληλα συμμετείχε στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό ως αγγελιοφόρος. Ενώ βρισκόταν στην Αγγλία σε αποστολή σαμποτάζ, συνελήφθη και καταδικάστηκε (1940) σε τρία χρόνια κράτηση σε αναμορφωτήριο, όπου έγραψε Το παιδί του αναμορφωτηρίου. Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένοπλη επίθεση και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Στη φυλακή τελειοποίησε τα Ιρλανδικά του, τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στην εξαιρετικά λεπτή και ευαίσθητη ποίησή του. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις, είτε για επαναστατικές δραστηριότητες είτε για αλκοολισμό.
Το πρώτο του θεατρικό έργο Ο αλλόκοτος τύπος (1954) ανέβηκε στο μικρό Pike Theatre του Λονδίνου και είχε άμεση επιτυχία. Το δεύτερο, Ένας όμηρος (1958), θεωρείται το αριστούργημά του.
Έγραψε διηγήματα και σενάρια για την Ιρλανδική Ραδιοφωνία. Τα τελευταία του έργα, τα οποία ηχογράφησε ο ίδιος σε μαγνητοταινία, είναι Το νησί του Brendan Behan, The Scarperer, Η Νέα Υόρκη του Brendan Behan και Εκμυστηρεύσεις ενός Ιρλανδού επαναστάτη.

[Πηγή των κειμένων και των φωτογραφιών στα βίντεο: ένθετο στο έργο Ένας όμηρος που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011
Φωτογράφος: Τάκης Πανανίδης
Το σκίτσο του Brendan Behan είναι του Μίνωα Αργυράκη]

Το έργο είναι έξοχο από κάθε άποψη. Θαυμάσια η ποίηση του Μπρένταν Μπίαν, όπως και η απόδοσή της στα Ελληνικά από τον Βασίλη Ρώτα, θαυμάσια η μελοποίησή της από τον Μίκη Θεοδωράκη, θαυμάσια η ερμηνεία του Κώστα Παπαδόπουλου, του Λάκη Καρνέζη και της Μαρίας Φαραντούρη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των μουσικών. Παντού αναφέρεται μόνο η φράση «Συμμετέχει λαϊκή ορχήστρα». Στις φωτογραφίες βλέπω τον Γιάννη Διδίλη (πιάνο), τον Βαγγέλη Παπαγγελίδη (μπάσο) και τον Εύανδρο Παπαδόπουλο (κρουστά), αλλά δεν φαίνεται πουθενά ο κιθαρίστας, που μάλιστα παίζει σημαντικότατο ρόλο στα τραγούδια, και δεν τον θυμάται ούτε ο Κώστας Παπαδόπουλος. Θα ήταν, λοιπόν, απρέπεια να αναφέρω όλους τους υπόλοιπους μουσικούς (πλην των Παπαδόπουλου & Καρνέζη) χωρίς τον κιθαρίστα. Τι κρίμα! Στην Ελλάδα του 2011 τα συγγραφικά και τα συγγενικά δικαιώματα συνεχίζουν να χάνονται στο μαύρο σκοτάδι της αφάνειας και μάλιστα σε εκδόσεις σημαντικών εφημερίδων μας (όπου, συν τοις άλλοις, υπάρχουν αρκετά σοβαρά ορθογραφικά λάθη).

Ας αρκεστούμε, ωστόσο, στην ποίηση και τη μουσική του έργου Ένας όμηρος, γιατί αυτές έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας αποζημιώνουν πλήρως για κάθε άλλο κακώς κείμενο εν Ελλάδι. Μέρες που είναι, αξίζει να (ξαν)ακούσουμε τον επαναστάτη Ιρλανδό να υμνεί την ελευθερία, τη ζωή και τον έρωτα. Καλή μας ακρόαση!

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Τ’ όνειρο καπνός

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Τ’ όνειρο καπνός (από τον Κύκλο Φαραντούρη)

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Έσπειρα στον κήπο σου χορτάρι
να ’ρχονται το βράδυ τα πουλιά
τώρα ποιο φεγγάρι σ’ έχει πάρει
κι άδειασε του κόσμου η αγκαλιά

Στης νύχτας το μπαλκόνι
παγώνει ο ουρανός
είν’ η αγάπη σκόνη
και τ’ όνειρο καπνός

Κύλησαν τα νιάτα στο ποτάμι
κι έγινε ο καιρός ανηφοριά
Ήμουνα στον άνεμο καλάμι
ήσουνα στην μπόρα λυγαριά

Στης νύχτας το μπαλκόνι
παγώνει ο ουρανός
είν’ η αγάπη σκόνη
και τ’ όνειρο καπνός

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το εκκρεμές

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το εκκρεμές (από τον Κύκλο Φαραντούρη)

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Ήρθα σαν το γλάρο
στην ακρογιαλιά
ήρθα να σε πάρω
μ’ εκατό φιλιά

Είν’ η ζωή με τ’ όνειρο δεμένη
Έλα κι εσύ, χαρά μάς περιμένει

Στ’ όμορφο ταξίδι
και τ’ αλαργινό
έχω για στολίδι
τον Αυγερινό

Είν’ η ζωή με τ’ όνειρο δεμένη
Έλα κι εσύ, χαρά μάς περιμένει

Τα φτερά μου ανοίγω
βόηθα με κι εσύ
φτάνουμε σε λίγο
στ’ άσπρο μας νησί

Είν’ η ζωή με τ’ όνειρο δεμένη
Έλα κι εσύ, χαρά μάς περιμένει

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Στου κόσμου την ανηφοριά

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Στου κόσμου την ανηφοριά (από τον Κύκλο Φαραντούρη)

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Μες στη ζωή περπάτησα
κι είχα τον ήλιο προίκα
μόνο που φως δεν κράτησα
παρηγοριά δεν βρήκα

Στου κόσμου την ανηφοριά
μου στήσανε καρτέρι
κι ήταν ο φίλος πυρκαγιά
ο αδερφός μαχαίρι

Πήρα δροσιά και πότισα
τα μαραμένα στήθη
μόνο η καρδιά που ρώτησα
ποτέ δε μ’ αποκρίθη

Στου κόσμου την ανηφοριά
μου στήσανε καρτέρι
κι ήταν ο φίλος πυρκαγιά
ο αδερφός μαχαίρι

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Πήρα τους δρόμους του ουρανού (Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης)

Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Πήρα τους δρόμους του ουρανού (από τον Κύκλο Φαραντούρη)

Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Να ’χα δυο χέρια δυο σπαθιά
να σε σκεπάσω, αγάπη μου
να μη σ’ αγγίζει ο πόνος
Να ’μουν αϊτός να ’χα φτερά
για να σε πάρω μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος

Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει

Πήρα τους δρόμους του ουρανού
τα σύννεφα κυνήγησα
μίλησα με τ’ αστέρια
Έψαξα νότο και βοριά
για να σου φέρω τη χαρά
μα έμεινα μ’ άδεια χέρια

Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Ο ίσκιος έπεσε βαρύς (Μίκης Θεοδωράκης & Γεράσιμος Σταύρου)

Μίκης Θεοδωράκης & Γεράσιμος Σταύρου, Ο ίσκιος έπεσε βαρύς (από τον Κύκλο Φαραντούρη)

Στίχοι: Γεράσιμος Σταύρου
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

O ίσκιος έπεσε βαρύς
στο κάθε μας δρομάκι
να τραγουδήσεις δε μπορείς
σε πνίγει το μεράκι

Κλειστά τα σπίτια σκοτεινά
οι τοίχοι ραγισμένοι
μα η καρδιά που αγρυπνά
χωρίς χαρά δε μένει

Μαράθηκε το γιασεμί
και στέρεψε η βρύση
πικρό για όλους το ψωμί
κι ο ήλιος πάει να σβήσει

Κλειστά τα σπίτια σκοτεινά
οι τοίχοι ραγισμένοι
μα η καρδιά που αγρυπνά
χωρίς χαρά δε μένει

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Κουράστηκα να σε κρατώ (Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου)

Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου, Κουράστηκα να σε κρατώ (από τον Κύκλο Φαραντούρη)

Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Κουράστηκα να σε κρατώ, πόνε, από το χέρι
το δρόμο να βαδίζουμε μαζί χωρίς χαρά
να ’χουμε για παρηγοριά ένα θλιμμένο αγέρι
πουλιά που τα ’δειρ’ η βροχή και χάσαν τα φτερά

Κάνε, φωνή μου, υπομονή
τραγούδι μου, κρατήσου
ξέχασε την παλιά πληγή
και παίξε την ψυχή σου

Βαρέθηκα τον πόνο μου να μου μιλάει για πόνο
δεν την αντέχω τη φωνή να λέει για την πληγή
να μου μιλάει για συμφορά και για τον πόνο μόνο
για τη μεγάλη ώρα μας που θα μας πάρει η γη

Κάνε, φωνή μου, υπομονή
τραγούδι μου, κρατήσου
ξέχασε την παλιά πληγή
και παίξε την ψυχή σου

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Όταν τελειώσει ο πόλεμος (Ιάκωβος Καμπανέλλης & Μίκης Θεοδωράκης)

Ιάκωβος Καμπανέλλης & Μίκης Θεοδωράκης, Όταν τελειώσει ο πόλεμος (από την Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν)

Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις

Χαρά του κόσμου, έλα στην πύλη
να φιληθούμε μες στο δρόμο
ν’ αγκαλιαστούμε στην πλατεία

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις

Στο λατομείο ν’ αγαπηθούμε
στις κάμαρες των αερίων
στη σκάλα στα πολυβολεία

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις

Έρωτα μες στο μεσημέρι
σ’ όλα τα μέρη του θανάτου
ώσπου ν’ αφανιστεί η σκιά του

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Ο δραπέτης (Ιάκωβος Καμπανέλλης & Μίκης Θεοδωράκης)

Ιάκωβος Καμπανέλλης & Μίκης Θεοδωράκης, Ο δραπέτης (από την Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν)

Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Ο Γιάνος Μπερ απ’ το βοριά
το σύρμα δεν αντέχει
κάνει καρδιά, κάνει φτερά
μες στα χωριά του κάμπου τρέχει

«Δώσε, κυρά, λίγο ψωμί
και ρούχα για ν’ αλλάξω
δρόμο να κάνω έχω μακρύ
πάν’ από λίμνες να πετάξω»

Όπου διαβεί κι όπου σταθεί
φόβος και τρόμος πέφτει
και μια φωνή, φριχτή φωνή
«Κρυφτείτε απ’ το δραπέτη!»

«Φονιάς δεν είμαι, χριστιανοί
θεριό για να σας φάω
έφυγα από τη φυλακή
στο σπίτι μου να πάω»

Α, τι θανάσιμη ερημιά
στου Μπέρτολτ Μπρεχτ τη χώρα!
Δίνουν τον Γιάνος στους Ες Ες
για σκότωμα τον πάνε τώρα

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν την Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Ο Αντώνης (Ιάκωβος Καμπανέλλης & Μίκης Θεοδωράκης)

Ιάκωβος Καμπανέλλης & Μίκης Θεοδωράκης, Ο Αντώνης (από την Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν)

Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Κιθάρα: Κώστας Παπαδόπουλος
Μπουζούκι: Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βινεργκράμπεν το βαθύ
στο λατομείο των θρήνων
Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
«Ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν’ ανέβω τη σκάλα!»
Μα εκεί στη σκάλα την πλατιά
και στων δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια ’σπλαχνιά είν’ κατάρα

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
«Κι εσύ, λεβέντη μου, έλα δω
βράχο διπλό κουβάλα»
Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι, αν είσαι άντρας, έλα δω
στο μαρμαρένιο αλώνι

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Άσμα ασμάτων (Ιάκωβος Καμπανέλλης & Μίκης Θεοδωράκης)

Ιάκωβος Καμπανέλλης & Μίκης Θεοδωράκης, Άσμα ασμάτων (από την Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν)

Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία

Κοπέλες του Άουσβιτς
του Νταχάου κοπέλες
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι
δεν είχε πια το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν
κοπέλες του Μπέλσεν
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι
με κίτρινο άστρο στην καρδιά

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]

Δοξαστικό (Μίκης Θεοδωράκης)

Μίκης Θεοδωράκης, Δοξαστικό (Ενωθείτε)

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Κιθάρα: Σταύρος Πλέσσας
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & χορωδία
Δίσκος: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού (1962)

Ενωθείτε, βράχια βράχια
Ενωθείτε, χέρια χέρια
Τα βουνά και τα λαγκάδια, πιάστε το τραγούδι
Πολιτείες και λιμάνια, μπείτε στο χορό

Σήμερα παντρεύουμε τον Ήλιο
τον Ήλιο με τη νύφη τη μονάκριβη
την Πασχαλιά

Πασχαλιά μας, κοπελιά μας
κάμποι, θάλασσες, βουνά μας
μάνες, κόρες, σκοτωμένα αδέλφια, πατεράδες
ένα δέντρο με μια ρίζα, μια πηγή, μια βρύση

Σήμερα παντρεύουμε τον Ήλιο
τον Ήλιο με τη νύφη τη μονάκριβη
την Πασχαλιά

Πολυχρόνιος ημέρα
τη Υπερμάχω, τη Υπερμάχω

Ακούμε έναν κύκλο τραγουδιών από ομότιτλη θεατρική παράσταση. Τους στίχους στα 8 από τα 9 τραγούδια υπογράφει ο Μίκης Θεοδωράκης και στο άλλο 1 ο Κώστας Βίρβος. Η παράσταση ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1962 στο Θέατρο Καλουτά από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, με κείμενο-στίχους Μίκη Θεοδωράκη, σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη, σκηνικά Νίκου Νικολάου (που σχεδίασε και το εξώφυλλο του δίσκου) και χορογραφίες Ζουζούς Νικολούδη (η οποία ερμήνευε και τον ρόλο της μάνας). Πρωταγωνιστές ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μπέττυ Αρβανίτη, η Μαρία Κωνσταντάρου και ο Θόδωρος Έξαρχος. Τραγουδούσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για Το τραγούδι του νεκρού αδελφού:

[…] Έτσι το έδαφος ήταν έτοιμο για να γραφούν τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» όπως τα αποκαλώ, δηλαδή το Ένα δειλινό, Τον Παύλο και τον Νικολιό, Το όνειρο, Τα περβόλια και το Ενωθείτε. Πώς να μνημονεύσω και πώς να τιμήσω καλύτερα το λαϊκό χορό των χορών, τον ζεϊμπέκικο, από το να τον παντρέψω με τη θεματολογία των πρόσφατων παθών του ελληνικού λαού; Ο ζεϊμπέκικος για τον πολύ κόσμο σημαίνει ταβέρνα, σπάσιμο πιάτων, διασκέδαση. Για μένα όμως είχαν περάσει μόλις δέκα χρόνια απ’ τον καιρό που τον χορεύαμε στις σκηνές στο Μακρονήσι με τη σκέψη γεμάτη με άλλου είδους προσδοκίες και όνειρα. Εξ άλλου η δεκαετία του ’60 ήταν για πολύ κόσμο και προ παντός για τους νέους ένα καινούργιο ξεκίνημα. Τι καλύτερο δώρο λοιπόν να τους προσφέρω; Καλά τα ωραία τραγούδια. Όμως πιο ωραία τα καλά. Που σήμαινε τότε -και πάντα- να μην αφήσεις ποτέ να σβήσει η «μνήμη του λαού» που λέει κι ο ποιητής. […]
[…] Η θεματολογία, παρμένη από τη μυθολογία του Εμφύλιου, ήταν μοιραίο να με οδηγήσει σε σκέψεις. Ποιος ήταν ο Παύλος και ποιος ο Νικολός; Πότε έζησαν και πώς; Πότε σκοτώθηκαν και πώς; Μήπως ήρθε ο καιρός για μια ευρύτερη σύνθεση που να στηρίζεται σε μια ολοκληρωμένη ιστορία σαν κι αυτές που είχαμε ζήσει λίγο πιο πριν; Μήπως προβάλλοντας το Κακό της Εμφύλιας διαίρεσης στις πιο ακραίες του μορφές μπορούσαμε να το ξορκίσουμε ντύνοντάς το με τα ρούχα της ποίησης και της μουσικής; Να χτίσουμε πέτρα-πέτρα το δρόμο και ν’ αφήσουμε τα γεγονότα να διαδραματίσουν το ρόλο της Μοίρας που οδηγεί τις συγκρούσεις στην ύστατη συνέπεια: την προδοσία, το μίσος, το θάνατο, ώστε να μην υπάρξει άλλη λύση εξόν απ’ την Κάθαρση; Την παλλαϊκή, πανεθνική Ενότητα; […]
[…] Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Νικολάου ήσαν υπέροχα. Το ίδιο και η δουλειά του Πέλου Κατσέλη (σκηνοθεσία) και της Ζουζούς Νικολούδη (χορογραφία). Ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μαρία Κωνσταντάρου, ο Θόδωρος Έξαρχος, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη δημιούργησαν υπέροχους ρόλους. Ενώ απ’ την άλλη μεριά ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μαζί με τον Κώστα Παπαδόπουλο και τον Λάκη Καρνέζη έδιναν μια νέα διάσταση σ’ ένα πρωτοφανές για την ελληνική θεατρική παράδοση ελληνικό θεατρικό έργο. Τα λαϊκά όργανα είχαν μετουσιωθεί σε ιερά εξαπτέρυγα της νέας ελληνικής θρησκείας και το παλκοσένικο με τις κρεμασμένες μάσκες, τους Τραγουδιστές και τους Μουσικούς σε έναν αόρατο Χορό που με σοφία και πάθος εξέφραζε την κοινή συνισταμένη της Πόλης, του Λαού, του Χρόνου, που όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι με τους Πέρσες, είχαν την ίδια σχέση κι αυτοί με το έργο που έβλεπαν και άκουγαν: το είχαν κι αυτοί ζήσει, ήταν δικό τους, κατά κάποιο τρόπο είχαν συμμετάσχει στη γένεσή του.[…]
[Πηγή: ένθετο του δίσκου που κυκλοφόρησε με την εφημερίδα «Καθημερινή» την Κυριακή 17 Απριλίου 2011]

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, θ’ ακούσουμε ένα από τα -κατά τη γνώμη μου- σπουδαιότερα έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί μες στη Μεγάλη Βδομάδα; Γιατί διανύουμε την Εβδομάδα των Παθών και «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» αφορά τα εμφύλια πάθη, τα δικά μας μα κι όλων των εθνών του κόσμου από την αρχαιότητα ως τα σήμερα. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο Άβελ, ο Σωκράτης, ο Χριστός, ο Μακρυγιάννης, ο Μπελογιάννης, ο Λαμπράκης. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο γείτονάς μας, ο φίλος μας, ο αδελφός μας. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο καθένας μας, μπορεί να ’ναι ο καλός μας εαυτός που καθημερινά πολεμά τον άλλο, τον κακό, τον απαθή, τον καλοπερασάκια κι αδιάφορο. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι το σαρκοβόρο που κρύβουμε μέσα μας δεν θα πάψει να διψά για αίμα κι έτσι καθημερνά θα πληθαίνουν οι νεκροί αδελφοί από έναν Πόλεμο που δεν τέλειωσεν ακόμα, γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ, καταπώς λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Και, τέλος, γιατί κάθε βδομάδα είναι ιδανική για τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» του Μίκη. Καλή ακρόαση!

Στα περβόλια (Μίκης Θεοδωράκης)

Μίκης Θεοδωράκης, Στα περβόλια

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Κιθάρα: Σταύρος Πλέσσας
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Δίσκος: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού (1962)

Στα περβόλια
μες στους ανθισμένους κήπους
σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό
και το Χάρο θα καλέσουμε
να πιούμε αντάμα και να τραγουδήσουμε μαζί

Κράτα το κλαρίνο και το ζουρνά
κι εγώ θα ’ρθω με τον μικρό μου τον μπαγλαμά
αχ κι εγώ θα ’ρθω
Μες στης μάχης τη φωτιά με πήρες, Χάρε
πάμε στα περβόλια για χορό

Στα περβόλια
μες στους ανθισμένους κήπους
αν σε πάρω, Χάρε, στο κρασί
αν σε πάρω στο χορό και στο τραγούδι
τότες χάρισέ μου μιας νυχτιάς ζωή

Κράτα την καρδιά σου, μάνα γλυκιά
κι εγώ είμ’ ο γιος που γύρισε για μια σου ματιά
αχ για μια ματιά
Για το μέτωπο σαν έφυγα, μανούλα, εσύ δεν ήρθες να με δεις
ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου το τρένο
που με πήγε πέρ’ απ’ τη ζωή

Ακούμε έναν κύκλο τραγουδιών από ομότιτλη θεατρική παράσταση. Τους στίχους στα 8 από τα 9 τραγούδια υπογράφει ο Μίκης Θεοδωράκης και στο άλλο 1 ο Κώστας Βίρβος. Η παράσταση ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1962 στο Θέατρο Καλουτά από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, με κείμενο-στίχους Μίκη Θεοδωράκη, σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη, σκηνικά Νίκου Νικολάου (που σχεδίασε και το εξώφυλλο του δίσκου) και χορογραφίες Ζουζούς Νικολούδη (η οποία ερμήνευε και τον ρόλο της μάνας). Πρωταγωνιστές ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μπέττυ Αρβανίτη, η Μαρία Κωνσταντάρου και ο Θόδωρος Έξαρχος. Τραγουδούσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για Το τραγούδι του νεκρού αδελφού:

[…] Έτσι το έδαφος ήταν έτοιμο για να γραφούν τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» όπως τα αποκαλώ, δηλαδή το Ένα δειλινό, Τον Παύλο και τον Νικολιό, Το όνειρο, Τα περβόλια και το Ενωθείτε. Πώς να μνημονεύσω και πώς να τιμήσω καλύτερα το λαϊκό χορό των χορών, τον ζεϊμπέκικο, από το να τον παντρέψω με τη θεματολογία των πρόσφατων παθών του ελληνικού λαού; Ο ζεϊμπέκικος για τον πολύ κόσμο σημαίνει ταβέρνα, σπάσιμο πιάτων, διασκέδαση. Για μένα όμως είχαν περάσει μόλις δέκα χρόνια απ’ τον καιρό που τον χορεύαμε στις σκηνές στο Μακρονήσι με τη σκέψη γεμάτη με άλλου είδους προσδοκίες και όνειρα. Εξ άλλου η δεκαετία του ’60 ήταν για πολύ κόσμο και προ παντός για τους νέους ένα καινούργιο ξεκίνημα. Τι καλύτερο δώρο λοιπόν να τους προσφέρω; Καλά τα ωραία τραγούδια. Όμως πιο ωραία τα καλά. Που σήμαινε τότε -και πάντα- να μην αφήσεις ποτέ να σβήσει η «μνήμη του λαού» που λέει κι ο ποιητής. […]
[…] Η θεματολογία, παρμένη από τη μυθολογία του Εμφύλιου, ήταν μοιραίο να με οδηγήσει σε σκέψεις. Ποιος ήταν ο Παύλος και ποιος ο Νικολός; Πότε έζησαν και πώς; Πότε σκοτώθηκαν και πώς; Μήπως ήρθε ο καιρός για μια ευρύτερη σύνθεση που να στηρίζεται σε μια ολοκληρωμένη ιστορία σαν κι αυτές που είχαμε ζήσει λίγο πιο πριν; Μήπως προβάλλοντας το Κακό της Εμφύλιας διαίρεσης στις πιο ακραίες του μορφές μπορούσαμε να το ξορκίσουμε ντύνοντάς το με τα ρούχα της ποίησης και της μουσικής; Να χτίσουμε πέτρα-πέτρα το δρόμο και ν’ αφήσουμε τα γεγονότα να διαδραματίσουν το ρόλο της Μοίρας που οδηγεί τις συγκρούσεις στην ύστατη συνέπεια: την προδοσία, το μίσος, το θάνατο, ώστε να μην υπάρξει άλλη λύση εξόν απ’ την Κάθαρση; Την παλλαϊκή, πανεθνική Ενότητα; […]
[…] Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Νικολάου ήσαν υπέροχα. Το ίδιο και η δουλειά του Πέλου Κατσέλη (σκηνοθεσία) και της Ζουζούς Νικολούδη (χορογραφία). Ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μαρία Κωνσταντάρου, ο Θόδωρος Έξαρχος, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη δημιούργησαν υπέροχους ρόλους. Ενώ απ’ την άλλη μεριά ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μαζί με τον Κώστα Παπαδόπουλο και τον Λάκη Καρνέζη έδιναν μια νέα διάσταση σ’ ένα πρωτοφανές για την ελληνική θεατρική παράδοση ελληνικό θεατρικό έργο. Τα λαϊκά όργανα είχαν μετουσιωθεί σε ιερά εξαπτέρυγα της νέας ελληνικής θρησκείας και το παλκοσένικο με τις κρεμασμένες μάσκες, τους Τραγουδιστές και τους Μουσικούς σε έναν αόρατο Χορό που με σοφία και πάθος εξέφραζε την κοινή συνισταμένη της Πόλης, του Λαού, του Χρόνου, που όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι με τους Πέρσες, είχαν την ίδια σχέση κι αυτοί με το έργο που έβλεπαν και άκουγαν: το είχαν κι αυτοί ζήσει, ήταν δικό τους, κατά κάποιο τρόπο είχαν συμμετάσχει στη γένεσή του.[…]
[Πηγή: ένθετο του δίσκου που κυκλοφόρησε με την εφημερίδα «Καθημερινή» την Κυριακή 17 Απριλίου 2011]

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, θ’ ακούσουμε ένα από τα -κατά τη γνώμη μου- σπουδαιότερα έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί μες στη Μεγάλη Βδομάδα; Γιατί διανύουμε την Εβδομάδα των Παθών και «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» αφορά τα εμφύλια πάθη, τα δικά μας μα κι όλων των εθνών του κόσμου από την αρχαιότητα ως τα σήμερα. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο Άβελ, ο Σωκράτης, ο Χριστός, ο Μακρυγιάννης, ο Μπελογιάννης, ο Λαμπράκης. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο γείτονάς μας, ο φίλος μας, ο αδελφός μας. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο καθένας μας, μπορεί να ’ναι ο καλός μας εαυτός που καθημερινά πολεμά τον άλλο, τον κακό, τον απαθή, τον καλοπερασάκια κι αδιάφορο. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι το σαρκοβόρο που κρύβουμε μέσα μας δεν θα πάψει να διψά για αίμα κι έτσι καθημερνά θα πληθαίνουν οι νεκροί αδελφοί από έναν Πόλεμο που δεν τέλειωσεν ακόμα, γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ, καταπώς λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Και, τέλος, γιατί κάθε βδομάδα είναι ιδανική για τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» του Μίκη. Καλή ακρόαση!

Τον Παύλο και τον Νικολιό (Μίκης Θεοδωράκης)

Μίκης Θεοδωράκης, Τον Παύλο και τον Νικολιό

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Κιθάρα: Σταύρος Πλέσσας
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Δίσκος: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού (1962)

Τον Παύλο και τον Νικολιό
τους πάνε για ταξίδι
με βάρκα δίχως άρμενα
με πλοίο δίχως ξάρτια

Τ’ άρμενα τα ’καψε φωτιά
τα ξάρτια καταιγίδα
και το ταξίδι θάνατος
που γυρισμό δεν έχει

Του Παύλου και του Νικολιού
οι μάνες πάν’ αντάμα
ρωτούν το χώμα να τους πει
κι εκείνο στάζει αίμα

Δεν είναι αναστεναγμός
που βγαίνει απ’ το χώμα
μόνο πηγή λαχταριστή
να πιεις να ξεδιψάσεις

Ακούμε έναν κύκλο τραγουδιών από ομότιτλη θεατρική παράσταση. Τους στίχους στα 8 από τα 9 τραγούδια υπογράφει ο Μίκης Θεοδωράκης και στο άλλο 1 ο Κώστας Βίρβος. Η παράσταση ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1962 στο Θέατρο Καλουτά από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, με κείμενο-στίχους Μίκη Θεοδωράκη, σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη, σκηνικά Νίκου Νικολάου (που σχεδίασε και το εξώφυλλο του δίσκου) και χορογραφίες Ζουζούς Νικολούδη (η οποία ερμήνευε και τον ρόλο της μάνας). Πρωταγωνιστές ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μπέττυ Αρβανίτη, η Μαρία Κωνσταντάρου και ο Θόδωρος Έξαρχος. Τραγουδούσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για Το τραγούδι του νεκρού αδελφού:

[…] Έτσι το έδαφος ήταν έτοιμο για να γραφούν τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» όπως τα αποκαλώ, δηλαδή το Ένα δειλινό, Τον Παύλο και τον Νικολιό, Το όνειρο, Τα περβόλια και το Ενωθείτε. Πώς να μνημονεύσω και πώς να τιμήσω καλύτερα το λαϊκό χορό των χορών, τον ζεϊμπέκικο, από το να τον παντρέψω με τη θεματολογία των πρόσφατων παθών του ελληνικού λαού; Ο ζεϊμπέκικος για τον πολύ κόσμο σημαίνει ταβέρνα, σπάσιμο πιάτων, διασκέδαση. Για μένα όμως είχαν περάσει μόλις δέκα χρόνια απ’ τον καιρό που τον χορεύαμε στις σκηνές στο Μακρονήσι με τη σκέψη γεμάτη με άλλου είδους προσδοκίες και όνειρα. Εξ άλλου η δεκαετία του ’60 ήταν για πολύ κόσμο και προ παντός για τους νέους ένα καινούργιο ξεκίνημα. Τι καλύτερο δώρο λοιπόν να τους προσφέρω; Καλά τα ωραία τραγούδια. Όμως πιο ωραία τα καλά. Που σήμαινε τότε -και πάντα- να μην αφήσεις ποτέ να σβήσει η «μνήμη του λαού» που λέει κι ο ποιητής. […]
[…] Η θεματολογία, παρμένη από τη μυθολογία του Εμφύλιου, ήταν μοιραίο να με οδηγήσει σε σκέψεις. Ποιος ήταν ο Παύλος και ποιος ο Νικολός; Πότε έζησαν και πώς; Πότε σκοτώθηκαν και πώς; Μήπως ήρθε ο καιρός για μια ευρύτερη σύνθεση που να στηρίζεται σε μια ολοκληρωμένη ιστορία σαν κι αυτές που είχαμε ζήσει λίγο πιο πριν; Μήπως προβάλλοντας το Κακό της Εμφύλιας διαίρεσης στις πιο ακραίες του μορφές μπορούσαμε να το ξορκίσουμε ντύνοντάς το με τα ρούχα της ποίησης και της μουσικής; Να χτίσουμε πέτρα-πέτρα το δρόμο και ν’ αφήσουμε τα γεγονότα να διαδραματίσουν το ρόλο της Μοίρας που οδηγεί τις συγκρούσεις στην ύστατη συνέπεια: την προδοσία, το μίσος, το θάνατο, ώστε να μην υπάρξει άλλη λύση εξόν απ’ την Κάθαρση; Την παλλαϊκή, πανεθνική Ενότητα; […]
[…] Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Νικολάου ήσαν υπέροχα. Το ίδιο και η δουλειά του Πέλου Κατσέλη (σκηνοθεσία) και της Ζουζούς Νικολούδη (χορογραφία). Ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μαρία Κωνσταντάρου, ο Θόδωρος Έξαρχος, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη δημιούργησαν υπέροχους ρόλους. Ενώ απ’ την άλλη μεριά ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μαζί με τον Κώστα Παπαδόπουλο και τον Λάκη Καρνέζη έδιναν μια νέα διάσταση σ’ ένα πρωτοφανές για την ελληνική θεατρική παράδοση ελληνικό θεατρικό έργο. Τα λαϊκά όργανα είχαν μετουσιωθεί σε ιερά εξαπτέρυγα της νέας ελληνικής θρησκείας και το παλκοσένικο με τις κρεμασμένες μάσκες, τους Τραγουδιστές και τους Μουσικούς σε έναν αόρατο Χορό που με σοφία και πάθος εξέφραζε την κοινή συνισταμένη της Πόλης, του Λαού, του Χρόνου, που όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι με τους Πέρσες, είχαν την ίδια σχέση κι αυτοί με το έργο που έβλεπαν και άκουγαν: το είχαν κι αυτοί ζήσει, ήταν δικό τους, κατά κάποιο τρόπο είχαν συμμετάσχει στη γένεσή του.[…]
[Πηγή: ένθετο του δίσκου που κυκλοφόρησε με την εφημερίδα «Καθημερινή» την Κυριακή 17 Απριλίου 2011]

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, θ’ ακούσουμε ένα από τα -κατά τη γνώμη μου- σπουδαιότερα έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί μες στη Μεγάλη Βδομάδα; Γιατί διανύουμε την Εβδομάδα των Παθών και «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» αφορά τα εμφύλια πάθη, τα δικά μας μα κι όλων των εθνών του κόσμου από την αρχαιότητα ως τα σήμερα. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο Άβελ, ο Σωκράτης, ο Χριστός, ο Μακρυγιάννης, ο Μπελογιάννης, ο Λαμπράκης. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο γείτονάς μας, ο φίλος μας, ο αδελφός μας. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο καθένας μας, μπορεί να ’ναι ο καλός μας εαυτός που καθημερινά πολεμά τον άλλο, τον κακό, τον απαθή, τον καλοπερασάκια κι αδιάφορο. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι το σαρκοβόρο που κρύβουμε μέσα μας δεν θα πάψει να διψά για αίμα κι έτσι καθημερνά θα πληθαίνουν οι νεκροί αδελφοί από έναν Πόλεμο που δεν τέλειωσεν ακόμα, γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ, καταπώς λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Και, τέλος, γιατί κάθε βδομάδα είναι ιδανική για τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» του Μίκη. Καλή ακρόαση!

Προδομένη αγάπη (Μίκης Θεοδωράκης)

Μίκης Θεοδωράκης, Προδομένη αγάπη

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Κλαρίνο: Γιάννης Βασιλόπουλος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Κιθάρα: Σταύρος Πλέσσας
Τραγούδι: Βέρα Ζαβιτσιάνου
Δίσκος: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού (1962)

Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες
προδομένη μου αγάπη
τα μεσάνυχτα που σμίγουν οι καρδιές μας
προδομένη μου αγάπη

Νταν νταν νταν νταν νταν σημαίνει
νταν, το τέλος της αγάπης
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουνε μέσα στ’ αστέρια

Τα μεσάνυχτα που είναι μακριά ο ήλιος
προδομένη μου αγάπη
τα μεσάνυχτα που είναι κοντά οι ζωές μας
προδομένη μου αγάπη

Νταν νταν νταν νταν νταν σημαίνει
νταν, το τέλος της αγάπης
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουνε μέσα στ’ αστέρια

Τα μεσάνυχτα θα σε περιμένουν
προδομένη μου αγάπη
σαν θα φύγει το φεγγάρι στο σκοτάδι
προδομένη μου αγάπη

Νταν νταν νταν νταν νταν σημαίνει
νταν, το τέλος της ζωής μας
Δυο πουλιά, δυο περιστέρια
ταξιδεύουνε μέσα στ’ αστέρια

Ακούμε έναν κύκλο τραγουδιών από ομότιτλη θεατρική παράσταση. Τους στίχους στα 8 από τα 9 τραγούδια υπογράφει ο Μίκης Θεοδωράκης και στο άλλο 1 ο Κώστας Βίρβος. Η παράσταση ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1962 στο Θέατρο Καλουτά από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, με κείμενο-στίχους Μίκη Θεοδωράκη, σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη, σκηνικά Νίκου Νικολάου (που σχεδίασε και το εξώφυλλο του δίσκου) και χορογραφίες Ζουζούς Νικολούδη (η οποία ερμήνευε και τον ρόλο της μάνας). Πρωταγωνιστές ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μπέττυ Αρβανίτη, η Μαρία Κωνσταντάρου και ο Θόδωρος Έξαρχος. Τραγουδούσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για Το τραγούδι του νεκρού αδελφού:

[…] Έτσι το έδαφος ήταν έτοιμο για να γραφούν τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» όπως τα αποκαλώ, δηλαδή το Ένα δειλινό, Τον Παύλο και τον Νικολιό, Το όνειρο, Τα περβόλια και το Ενωθείτε. Πώς να μνημονεύσω και πώς να τιμήσω καλύτερα το λαϊκό χορό των χορών, τον ζεϊμπέκικο, από το να τον παντρέψω με τη θεματολογία των πρόσφατων παθών του ελληνικού λαού; Ο ζεϊμπέκικος για τον πολύ κόσμο σημαίνει ταβέρνα, σπάσιμο πιάτων, διασκέδαση. Για μένα όμως είχαν περάσει μόλις δέκα χρόνια απ’ τον καιρό που τον χορεύαμε στις σκηνές στο Μακρονήσι με τη σκέψη γεμάτη με άλλου είδους προσδοκίες και όνειρα. Εξ άλλου η δεκαετία του ’60 ήταν για πολύ κόσμο και προ παντός για τους νέους ένα καινούργιο ξεκίνημα. Τι καλύτερο δώρο λοιπόν να τους προσφέρω; Καλά τα ωραία τραγούδια. Όμως πιο ωραία τα καλά. Που σήμαινε τότε -και πάντα- να μην αφήσεις ποτέ να σβήσει η «μνήμη του λαού» που λέει κι ο ποιητής. […]
[…] Η θεματολογία, παρμένη από τη μυθολογία του Εμφύλιου, ήταν μοιραίο να με οδηγήσει σε σκέψεις. Ποιος ήταν ο Παύλος και ποιος ο Νικολός; Πότε έζησαν και πώς; Πότε σκοτώθηκαν και πώς; Μήπως ήρθε ο καιρός για μια ευρύτερη σύνθεση που να στηρίζεται σε μια ολοκληρωμένη ιστορία σαν κι αυτές που είχαμε ζήσει λίγο πιο πριν; Μήπως προβάλλοντας το Κακό της Εμφύλιας διαίρεσης στις πιο ακραίες του μορφές μπορούσαμε να το ξορκίσουμε ντύνοντάς το με τα ρούχα της ποίησης και της μουσικής; Να χτίσουμε πέτρα-πέτρα το δρόμο και ν’ αφήσουμε τα γεγονότα να διαδραματίσουν το ρόλο της Μοίρας που οδηγεί τις συγκρούσεις στην ύστατη συνέπεια: την προδοσία, το μίσος, το θάνατο, ώστε να μην υπάρξει άλλη λύση εξόν απ’ την Κάθαρση; Την παλλαϊκή, πανεθνική Ενότητα; […]
[…] Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Νικολάου ήσαν υπέροχα. Το ίδιο και η δουλειά του Πέλου Κατσέλη (σκηνοθεσία) και της Ζουζούς Νικολούδη (χορογραφία). Ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μαρία Κωνσταντάρου, ο Θόδωρος Έξαρχος, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη δημιούργησαν υπέροχους ρόλους. Ενώ απ’ την άλλη μεριά ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μαζί με τον Κώστα Παπαδόπουλο και τον Λάκη Καρνέζη έδιναν μια νέα διάσταση σ’ ένα πρωτοφανές για την ελληνική θεατρική παράδοση ελληνικό θεατρικό έργο. Τα λαϊκά όργανα είχαν μετουσιωθεί σε ιερά εξαπτέρυγα της νέας ελληνικής θρησκείας και το παλκοσένικο με τις κρεμασμένες μάσκες, τους Τραγουδιστές και τους Μουσικούς σε έναν αόρατο Χορό που με σοφία και πάθος εξέφραζε την κοινή συνισταμένη της Πόλης, του Λαού, του Χρόνου, που όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι με τους Πέρσες, είχαν την ίδια σχέση κι αυτοί με το έργο που έβλεπαν και άκουγαν: το είχαν κι αυτοί ζήσει, ήταν δικό τους, κατά κάποιο τρόπο είχαν συμμετάσχει στη γένεσή του.[…]
[Πηγή: ένθετο του δίσκου που κυκλοφόρησε με την εφημερίδα «Καθημερινή» την Κυριακή 17 Απριλίου 2011]

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, θ’ ακούσουμε ένα από τα -κατά τη γνώμη μου- σπουδαιότερα έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί μες στη Μεγάλη Βδομάδα; Γιατί διανύουμε την Εβδομάδα των Παθών και «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» αφορά τα εμφύλια πάθη, τα δικά μας μα κι όλων των εθνών του κόσμου από την αρχαιότητα ως τα σήμερα. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο Άβελ, ο Σωκράτης, ο Χριστός, ο Μακρυγιάννης, ο Μπελογιάννης, ο Λαμπράκης. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο γείτονάς μας, ο φίλος μας, ο αδελφός μας. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο καθένας μας, μπορεί να ’ναι ο καλός μας εαυτός που καθημερινά πολεμά τον άλλο, τον κακό, τον απαθή, τον καλοπερασάκια κι αδιάφορο. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι το σαρκοβόρο που κρύβουμε μέσα μας δεν θα πάψει να διψά για αίμα κι έτσι καθημερνά θα πληθαίνουν οι νεκροί αδελφοί από έναν Πόλεμο που δεν τέλειωσεν ακόμα, γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ, καταπώς λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Και, τέλος, γιατί κάθε βδομάδα είναι ιδανική για τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» του Μίκη. Καλή ακρόαση!

Ένα δειλινό (Μίκης Θεοδωράκης)

Μίκης Θεοδωράκης: Ένα δειλινό

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Κιθάρα: Σταύρος Πλέσσας
Μπάσο: Βαγγέλης Παπαγγελίδης
Κρουστά: Εύανδρος (Παπαδόπουλος)
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Δίσκος: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού (1962)

Ένα δειλινό
σε δέσαν στο σταυρό
Σου κάρφωσαν τα χέρια σου
μου κάρφωσαν τα σπλάχνα
σου δέσανε τα μάτια σου
μου δέσαν την ψυχή μου

Ένα δειλινό
με τσάκισαν στα δυο
Μου κλέψανε την όραση
μου πήραν την αφή μου
μόν’ μου ’μεινε η ακοή
να σ’ αγρικώ, παιδί μου

Ένα δειλινό
ωσάν το σταυραϊτό
χίμηξε πα στις θάλασσες
χίμηξε πα στους κάμπους
κάμε ν’ ανθίσουν τα βουνά
και να χαρούν οι ανθρώποι

Ακούμε έναν κύκλο τραγουδιών από ομότιτλη θεατρική παράσταση. Τους στίχους στα 8 από τα 9 τραγούδια υπογράφει ο Μίκης Θεοδωράκης και στο άλλο 1 ο Κώστας Βίρβος. Η παράσταση ανέβηκε τον Οκτώβριο του 1962 στο Θέατρο Καλουτά από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, με κείμενο-στίχους Μίκη Θεοδωράκη, σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη, σκηνικά Νίκου Νικολάου (που σχεδίασε και το εξώφυλλο του δίσκου) και χορογραφίες Ζουζούς Νικολούδη (η οποία ερμήνευε και τον ρόλο της μάνας). Πρωταγωνιστές ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μπέττυ Αρβανίτη, η Μαρία Κωνσταντάρου και ο Θόδωρος Έξαρχος. Τραγουδούσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για Το τραγούδι του νεκρού αδελφού:

[…] Έτσι το έδαφος ήταν έτοιμο για να γραφούν τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» όπως τα αποκαλώ, δηλαδή το Ένα δειλινό, Τον Παύλο και τον Νικολιό, Το όνειρο, Τα περβόλια και το Ενωθείτε. Πώς να μνημονεύσω και πώς να τιμήσω καλύτερα το λαϊκό χορό των χορών, τον ζεϊμπέκικο, από το να τον παντρέψω με τη θεματολογία των πρόσφατων παθών του ελληνικού λαού; Ο ζεϊμπέκικος για τον πολύ κόσμο σημαίνει ταβέρνα, σπάσιμο πιάτων, διασκέδαση. Για μένα όμως είχαν περάσει μόλις δέκα χρόνια απ’ τον καιρό που τον χορεύαμε στις σκηνές στο Μακρονήσι με τη σκέψη γεμάτη με άλλου είδους προσδοκίες και όνειρα. Εξ άλλου η δεκαετία του ’60 ήταν για πολύ κόσμο και προ παντός για τους νέους ένα καινούργιο ξεκίνημα. Τι καλύτερο δώρο λοιπόν να τους προσφέρω; Καλά τα ωραία τραγούδια. Όμως πιο ωραία τα καλά. Που σήμαινε τότε -και πάντα- να μην αφήσεις ποτέ να σβήσει η «μνήμη του λαού» που λέει κι ο ποιητής. […]
[…] Η θεματολογία, παρμένη από τη μυθολογία του Εμφύλιου, ήταν μοιραίο να με οδηγήσει σε σκέψεις. Ποιος ήταν ο Παύλος και ποιος ο Νικολός; Πότε έζησαν και πώς; Πότε σκοτώθηκαν και πώς; Μήπως ήρθε ο καιρός για μια ευρύτερη σύνθεση που να στηρίζεται σε μια ολοκληρωμένη ιστορία σαν κι αυτές που είχαμε ζήσει λίγο πιο πριν; Μήπως προβάλλοντας το Κακό της Εμφύλιας διαίρεσης στις πιο ακραίες του μορφές μπορούσαμε να το ξορκίσουμε ντύνοντάς το με τα ρούχα της ποίησης και της μουσικής; Να χτίσουμε πέτρα-πέτρα το δρόμο και ν’ αφήσουμε τα γεγονότα να διαδραματίσουν το ρόλο της Μοίρας που οδηγεί τις συγκρούσεις στην ύστατη συνέπεια: την προδοσία, το μίσος, το θάνατο, ώστε να μην υπάρξει άλλη λύση εξόν απ’ την Κάθαρση; Την παλλαϊκή, πανεθνική Ενότητα; […]
[…] Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Νικολάου ήσαν υπέροχα. Το ίδιο και η δουλειά του Πέλου Κατσέλη (σκηνοθεσία) και της Ζουζούς Νικολούδη (χορογραφία). Ο Μάνος Κατράκης, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, ο Νίκος Ξανθόπουλος, η Μαρία Κωνσταντάρου, ο Θόδωρος Έξαρχος, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη δημιούργησαν υπέροχους ρόλους. Ενώ απ’ την άλλη μεριά ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μαζί με τον Κώστα Παπαδόπουλο και τον Λάκη Καρνέζη έδιναν μια νέα διάσταση σ’ ένα πρωτοφανές για την ελληνική θεατρική παράδοση ελληνικό θεατρικό έργο. Τα λαϊκά όργανα είχαν μετουσιωθεί σε ιερά εξαπτέρυγα της νέας ελληνικής θρησκείας και το παλκοσένικο με τις κρεμασμένες μάσκες, τους Τραγουδιστές και τους Μουσικούς σε έναν αόρατο Χορό που με σοφία και πάθος εξέφραζε την κοινή συνισταμένη της Πόλης, του Λαού, του Χρόνου, που όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι με τους Πέρσες, είχαν την ίδια σχέση κι αυτοί με το έργο που έβλεπαν και άκουγαν: το είχαν κι αυτοί ζήσει, ήταν δικό τους, κατά κάποιο τρόπο είχαν συμμετάσχει στη γένεσή του.[…]
[Πηγή: ένθετο του δίσκου που κυκλοφόρησε με την εφημερίδα «Καθημερινή» την Κυριακή 17 Απριλίου 2011]

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, θ’ ακούσουμε ένα από τα -κατά τη γνώμη μου- σπουδαιότερα έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί μες στη Μεγάλη Βδομάδα; Γιατί διανύουμε την Εβδομάδα των Παθών και «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» αφορά τα εμφύλια πάθη, τα δικά μας μα κι όλων των εθνών του κόσμου από την αρχαιότητα ως τα σήμερα. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο Άβελ, ο Σωκράτης, ο Χριστός, ο Μακρυγιάννης, ο Μπελογιάννης, ο Λαμπράκης. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο γείτονάς μας, ο φίλος μας, ο αδελφός μας. Γιατί ο νεκρός αδελφός μπορεί να ’ναι ο καθένας μας, μπορεί να ’ναι ο καλός μας εαυτός που καθημερινά πολεμά τον άλλο, τον κακό, τον απαθή, τον καλοπερασάκια κι αδιάφορο. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι το σαρκοβόρο που κρύβουμε μέσα μας δεν θα πάψει να διψά για αίμα κι έτσι καθημερνά θα πληθαίνουν οι νεκροί αδελφοί από έναν Πόλεμο που δεν τέλειωσεν ακόμα, γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ, καταπώς λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Και, τέλος, γιατί κάθε βδομάδα είναι ιδανική για τα «μεγάλα ζεϊμπέκικα» του Μίκη. Καλή ακρόαση!