Μαρία Κουγιουμτζή, Άθωνες

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο εχθρός λαός
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / έργο: Ο εχθρός λαός (1975))

Άθωνες

Εσύ να μην κοιτάς τους Άθωνες
που τρώνε ζωντανά τα ψάρια
Αυτοί σ’ εχθρούς και φίλους
με το ίδιο μένος φέρονται
τους κόβουν χέρια και πόδια
άμα τους προδώσουν

Εσύ που μες στο μέλι ψάρευες τα μύδια
και με τις φτερωτές γοργόνες
ξενυχτούσες κάθε βράδυ
Πρέπει να είσαι μαλακός
με τους εχθρούς σου.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Advertisements

Μαρία Ψωμά, Γενιά του ’80

Αντώνης Βαρδής & Πάνος Φαλάρας, Με τον Μπομπ Ντίλαν
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Γενιά του ’80

Βρεθήκαμε ανάμεσα,
λίγο μετά την επανάσταση των ψυχών,
λίγο πριν τη κυριαρχία των υπολογιστών,
ακούσιοι γευσιγνώστες της δράσης.
Αμήχανοι, ακούγαμε ροκ
ακολουθούσαμε τη δίνη των αλλαγών,
μέσα στο στρόβιλο
αλλά ποτέ στο κινητήριο πνεύμα,
κάτω απ’ τις σημαίες άλλων
βολευτήκαμε,
χαθήκαμε με ξένο όνομα
στο «περνάω καλά»
μιας δανεικής ευημερίας,
κανένα τίτλο δεν αναρτήσαμε στην ιστορία.
Απαίδευτοι στη μοιρασιά,
χέρια δεν απλώσαμε να ενώσουμε κόσμους,
επαναστάτες μαϊμού
καταδυθήκαμε εντός
σε αμφισβήτηση του ίδιου μας του προσώπου,
μεσήλικες πια
κατεβαίνουμε ακόμα,
πάτο δε πιάσαμε,
ακόμα ρωτάμε;

Από την προς έκδοση συλλογή Άλλη ζωή (2008) της Μαρίας Ψωμά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Ψωμά

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Κράτα λίγο ακόμα

Κράτα λίγο ακόμα

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999)

Ένα ελάφι έσκυψε σε δροσερή πηγή
κι ένα κορίτσι ξάπλωνε σε κρύα πεζοδρόμια
το ελάφι το σκοτώσανε δυο ξένοι κυνηγοί
και στο κορίτσι χίμηξαν αγέλες από χρόνια

Ξέρω καλά τι πέρασες
βλέπω σκιές στο σώμα
ξέρω νιώθεις πως γέρασες
μα κράτα λίγο ακόμα

Μία γοργόνα πέταγε στα κύματα γυμνή
κι ένα κορίτσι πήγαινε ελιές σ’ ένα μαντίλι
την πρώτη την καρφώσανε σε πλώρη με σπαθί
και οικοδόμοι χτίσανε την κόρη σε γεφύρι

Ξέρω καλά τι πέρασες
βλέπω σκιές στο σώμα
ξέρω νιώθεις πως γέρασες
μα κράτα λίγο ακόμα

Μία νεράιδα έπλενε ρούχα σε φυλακή
κι ένα κορίτσι ήτανε λίμνη σ’ αρχαίους χάρτες
η πρώτη έβγαλε φτερά και γύρισε τη γη
και το κορίτσι έγινε θεά σε μετανάστες

Ξέρω καλά τι πέρασες
βλέπω σκιές στο σώμα
ξέρω νιώθεις πως γέρασες
μα κράτα λίγο ακόμα

Σοφία Βόσσου & Γιώργος Κλεφτογιώργος, Να κοιμηθούμε αγκαλιά

Να κοιμηθούμε αγκαλιά

Μουσική: Σοφία Βόσσου
Στίχοι: Γιώργος Κλεφτογιώργος
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Δίσκος: Μετωπική (2007)

Πάλι μέτρησα τ’ αστέρια κι όμως κάποια λείπουνε
μόνο τα δικά σου χέρια δεν μ’ εγκαταλείπουνε
πώς μ’ αρέσουν τα μαλλιά σου στη βροχή να βρέχονται
τα φεγγάρια στο κορμί σου να πηγαινοέρχονται

Να κοιμηθούμε αγκαλιά, να μπερδευτούν τα όνειρά μας
και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας
να κοιμηθούμε αγκαλιά, να μπερδευτούν τα όνειρά μας
για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας

Τα φιλιά σου στον λαιμό μου μοιάζουνε με θαύματα
σαν τριαντάφυλλα που ανοίγουν πριν απ’ τα χαράματα
στων ματιών σου το γαλάζιο έριξα τα δίχτυα μου
στις δικές σου παραλίες θέλω τα ξενύχτια μου

Να κοιμηθούμε αγκαλιά, να μπερδευτούν τα όνειρά μας
και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας
να κοιμηθούμε αγκαλιά, να μπερδευτούν τα όνειρά μας
για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Μικρές νοθείες

Μικρές νοθείες

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999)

Ποτέ του δεν κατάφερε να βγει σε μια λιακάδα
και ζει με ό,τι περίσσεψε από ένα σκάρτο ποίημα
τα πρωινά σηκώνεται με μια βαριά ζαλάδα
και λέει πως τον ξύπνησε ένα μεγάλο κύμα

Κρεμάει τις αφίσες του στα παράθυρά του
κρύβει το φως μα κρύβει κι όλα τ’ άλλα
γιατί το μόνο που λαχτάρησε ως λάφυρά του
είναι μια θάλασσα να φτάνει ως τη σκάλα

Βάζει σημάδια με στιλό πάνω στον τοίχο του
μετράει το ύψος του που πόντο-πόντο χάνει
μα κάθε βράδυ όταν βγαίνει απ’ τον ύπνο του
στέκεται όρθιος και τρυπάει το ταβάνι

Είναι που ονειρεύεται πως φεύγει για ταξίδια
πως μπαίνει μέσα σε παλιές φωτογραφίες
ξέρει αν μπορούσε θα ’κανε μία απ’ τα ίδια
αλλά τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς μικρές νοθείες

Μανόλης Αναγνωστάκης, Επίλογος (από τη συλλογή «Ο στόχος»)

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Καρυωτάκης (1984))

Επίλογος

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): στιγμή

Ανδρέας Τσιλιφώνης, Άσε με να κάνω λάθος
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Διαίρεση (1984))

στιγμή

Οικογένεια
Η συγκατάθεση στο βλέμμα του πατέρα
Το ξέσπασμα στο λάθος
Το πρόσωπο του παιδιού

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Εσύ δε θα ’σαι

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Κράτα λίγο ακόμα
(ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Εσύ δε θα ’σαι

Εσύ δε θα ’σαι του κόσμου αυτού
μιλάς μιαν άλλη γλώσσα, δε σε καταλαβαίνω,
τα μάτια σου ονειρεύονται, δε βλέπουν
σα να μην έχεις σάρκα, αέρας είσαι
κι όμως υπαρκτή.
Σ’ ακούω τη νύχτα μουσική που αγρυπνώ
ανεβαίνεις ολοένα με κατακλύζεις φως.

Θα πρέπει να ’χεις υποφέρει πολύ.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Γιώργου Στογιαννίδη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό το τραμ (τεύχος 15, Νοέμβριος 1990).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Θεοδώρα Ντάκου, Μονάχα να ξεφύγω

Μάνος Ξυδούς, Προσέχω δυστυχώς
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Προσέχω δυστυχώς (2002))

Μονάχα να ξεφύγω

Θεέ μου, να σταματήσω αυτές τις επαφές
που με γεμίσαν όνειρα,
να σταματήσω το ψηλάφισμα των αναστεναγμών μου,
τη διαρροή μου κάθε ώρα και στιγμή.

Δε θα ευχηθώ κάτι ν’ αρχίσω μετά το τέλος
δεν θα το κάνω σαν ανακωχή

μονάχα να μη βλέπω πια
να μην ακούω πια
να μην περιμένω πια

ακόμα και η αγάπη με διέλυσε

μονάχα να ξεφύγω απ’ το φόβο
και να βολευτώ
όσο μπορώ πιο μέσα στο σκοτάδι.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του χρόνου (2004) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα φανταστικά φουγάρα

Lluis Llach & Πάνος Φαλάρας, Όλα τα ’χει ο μπαξές
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Τα φανταστικά φουγάρα

Παραμορφώσεις σ’ ένα ζώο στις εξορίες του νερού.

Μπαίνοντας το νερό στα κατώφλια και στις βιτρίνες της αγοράς, καθώς αστράφτουν τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, το άλλο, που έρχεται ένα σκυλί και προσπερνά, ανάμεσα στη ναυμαχία, ύστερα που ουρλιάζει ξαφνικά μια άλλη πλατεία, όπως χτυπιέται με τα μέγαρα το φως μέσα στο δρόμο.

Και πώς ξεφεύγεις τώρα τούτες τις φωτιές, που δε θα χαμηλώσουνε ποτέ, η τεχνική των μαχαιριών με το τραπέζι άβαφτο κι απάνω το χοντρό προσευχητάρι –χειμώνας στο άλλο τοπίο, που δε θα γίνει να το δει, πως από τούτο το κελί δεν έχει μείνει πέρασμα,

δάσος γεμάτο γλάρους ξαφνικά, χωρίς αιτία.

Κλωνάρι τα φουγάρα, με αρώματα του πεύκου και του ανυπόμονου θανάτου τα αρώματα, χωράφια, σπίτια, στάβλοι και καπηλειά όπως τις γυάλες με το χιόνι
με παγωμένα τα κεντήματα πάνω στο κίτρινο κλαδάκι του μυαλού, ένα παράξενο φυτό, που γύρισε το λαμπερό σημείο δεξιά, σαν τη χωρίστρα κοριτσιού που γέρνει από ώρες στους γιατρούς και που αρχίζει να νυχτώνει–

Ένα παράξενο φυτό που τριγυρνάει όλη τη μέρα έξω απ’ το σπίτι∙ κάτι που φαίνεται φωνή που τελειώνει σιγανά μες στον καπνό και που σε φτάνει, για μια στιγμή σιωπή απέραντη, για μια στιγμή, κι απάνω οι φιάμολες! φανάρια, κόρνες, διαταγές, φρούτα της αγοράς, καρότσια και σακούλες και Σειρήνες καρφιτσωμένες στις σκιές, σαν ξεραμένα έντομα στη σάλα καλογέρων που ξεγυμνώσαν τα ποδάρια και πλευρίζουν μανιασμένοι στο παράθυρο: οι εικόνες.

Ο νυχτοφύλακας που γράφει για να μην αποκοιμηθεί, πώς αποβιβαστήκανε χαράματα στην Πάτμο, βουίζοντας το ράδιο κουβέντες και απόμακρες χειρονομίες –μοιάζει να τελειώσανε πολλά καθώς γυρίζω, μέσα σε ώρες που ’χουν πια τελειώσει, και με προσπερνούν, μαζί με τις φορές που δεν αρχίνησαν ακόμη, ήχος του νυχτοφύλακα από φωνές μιανής που πέθαινε στο άλλο σπίτι, ένα κουτάκι με φωτογραφίες, θυμητάρια από βαφτίσια, γάμους συγγενών, αρραβώνες που μια φορά ήθελα,

τώρα,
κάπου εδώ ήτανε κάτι που δεν είναι πια, ένας συλλογισμός κενός που γέμισε σιγά σιγά με πολυθρόνες και με βάζα και ταπετσαρίες, το σπίτι όλο ένα πέρασμα στην άκρη του ματιού απ’ τα χαμηλωμένα φώτα και τα κάδρα, ο ύπνος λίγος που απομένει, μια καντήλα με παχιά βελούδα του λαδιού στ’ απανωχείλι, κομμένη σαν και σήμερα, καποιανού άγιου, μεριές μεριές να τρέχει να ξεχύνεται στ’ άσπρα σεντόνια, στα χαλιά, μέσα στα σπίτια και στις αγορές και τις βιτρίνες με τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, κι εκατομμύρια φανταστικά πηχτά πουλιά μ’ ένα τεράστιο κουρέλι μαύρο στις δαγκάνες –οι άγιοι, και τα ξωτικά, σειρήνες άγιες και Παναγιές πλατύτερες και στους πυκνούς καπνούς και τις στριγκλιές, οι κουστωδίες.
Μ’ αποφεύγουν τα πρόσωπα που περιμένω στο μύθο–

ένα δεντράκι ασβεστωμένο ως τα μισά, παίρνει τις φλόγες και σηκώνεται ψηλά, οι φωτογράφοι τα μαζεύουνε και φεύγουν, σαν τα ποντίκια, που θα πει, πως καβαλήσαν οι σπαθάριοι κι οι λογοθέτες το καράβι και πως σηκώσανε τα χέρια πάνω στα φτερά, στα ψέματα και στις αλήθειες για τους άλλους, για τη βουή που ξαναπάει και φέρνει βόλτες, πάλι μέσα στην ίδια φυλακή, στο σπίτι που έρχεται, για ν’ αποκοιμηθώ και να μείνω.

Και κάνει να γεμίσει αυτό το ζώο, τις σημαίες, τις αυλές και τα σταματημένα τροχοφόρα στους ιπποδρόμους και τα στάδια και τους στρατώνες, και βγάζει έξω την αγρύπνια στο λουρί πρωί πρωί, που σου ξεσήκωνε όλη τη νύχτα τις φωνές μες στους καπνούς, την παγωνιά και την αιτία, σα δυο φανταστικά φουγάρα ανεμίζοντας στο φως, θεόρατα ανοιγμένα μες στο βράδυ, καθώς κατηφορίζουν μες στα σύννεφα οι φρουρές, κι αστραποβολημένο πέφτει μες από τη νύχτα, μια για πάντα, το φεγγάρι.

Από τη συλλογή Τα φανταστικά φουγάρα (1977) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Απόστολος Μαϊκίδης, Οκτώ

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Η ζωή των άλλων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Οκτώ

Δίπλα σε λάστιχα
που αδυνατούμε να φουσκώσουμε
χαζεύουμε τους άλλους
να προσπαθούν να ανακαλύψουν τον τροχό.

Από τη συλλογή Φωτοτυπείο (2004) του Απόστολου Μαϊκίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Μαϊκίδης

Μαρία Κουγιουμτζή, Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Κράτα λίγο ακόμα
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι

Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του
εγώ τις πάγωσα
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.
Μη φοβάστε.
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος
δε θα βυθιστείτε.

Όσα είδατε σ’ αυτόν,
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,
φλογοβόλα όπλα,
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,
τα πόδια να κλοτσούν
σαν άγρια άλογα,
όμως κυρίως η μιλιά του,
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,
δεν θα τα ξαναδείτε.
Εγώ τ’ αφάνισα.

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι
και δεν πρόσεξε.
Είχε ξεχάσει
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 77, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Σπύρος Λαζαρίδης, Άποψη

Λάκης Παπαδόπουλος & Παύλος Μάτεσις, Κουρσάρος
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Φοβάμαι (1982))

Άποψη

Δεν τραγουδάνε πια τις νύχτες οι θλιμμένοι.
Ανοίγουν τα παράθυρα και κοιτάνε ανέκφραστοι
την άδεια λεωφόρο.
Κι όταν φανεί από μακριά ο δυνατός προβολέας,
αφήνονται στο μουγκρητό της μηχανής και
καρφώνουν το βλέμμα στη μέση του μοτοσυκλετιστή
εκεί που τυλίγονται αμήχανα τα χέρια του συνεπιβάτη.

Από τη συλλογή Λαίμαργο βλέμμα (1990) του Σπύρου Λαζαρίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σπύρος Λαζαρίδης

Σπύρος Λαζαρίδης, Άδικα φοβάσαι

Γιώργος Ανδρέου, Μη φοβάσαι
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Φρέσκο χιόνι (2004))

Άδικα φοβάσαι

Τα φιλιά σου
καθώς κρύβεις το πρόσωπο
στην πλάτη μου,

παλμοί μοναξιάς
που μάχονται να νικήσουν
τα έμβολα.

Άδικα φοβάσαι.
Είναι μόνο μια μοτοσυκλέτα.

Από τη συλλογή Γλυκιές σφαιρούλες απ’ τ’ όμορφό σου όπλο (1986) του Σπύρου Λαζαρίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σπύρος Λαζαρίδης

Ντάντη Σιδέρη: Πορεία ημέρας I.

Βασίλης Παπακωνσταντίνου & Άλκης Αλκαίος, Τα πουλιά της αγάπης
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Ουράνια τόξα κυνηγώ (2009))

Πορεία ημέρας I.

Διαπερνάς
μ’ ενισχυμένα μάτια
το μεγάλο
άφωνο πουλί

Κάθε φορά που
επιστρέφεις
στο σπίτι
το κλειστό
το στραμμένο με το χρόνο
μέσα του
ξέρεις πως ήταν εκεί∙
τότε
μαζεύεις ένα-ένα
τα φτερά του
και τα διαβάζεις

Σου δείξανε
το δάσος το
διάτρητο
και ο χρόνος
να το παραστέκει
να στήσει
–μετά–
δέντρο νεαρό

Αποθέτεις
τα μάτια
στο χνούδι της γης
συλλέγεις
την ανερχόμενη
μέρα

Δεν ζητάς
αγάπη εσύ∙
κατάλαβες νωρίς
τι κρύβεται πίσω

Το παιδί ακουμπά
το άφλουδο χέρι
στο χρόνο σου
ντυμένο μαβί

Σαν άγγελος
εδρεύων
στο πέρασμα του
ουρανού
μετράς τις
πληγές του κόσμου

Το ποίημα
δεν είναι
ένθεο∙
μιλάει τα επίγεια

Από τη συλλογή Hinter dem Schlaf höre ich mich besser [Πίσω απ’ τους ύπνους με ακούω πιο καθαρά] (2001) της Ντάντης Σιδέρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντάντη Σιδέρη

Αναστάσης Βιστωνίτης: Fragmenta, 1983-1988 (42 έως 50)

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο εχθρός λαός
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Ο εχθρός λαός (1975))

[Ενότητα Fragmenta, 1983-1988]

42

Χρόνια του διώκτη,
του χωροφύλακα∙
σκοτάδι,
πισσωμένες συνειδήσεις.

43

Κουρέλια,
σημαίες,
φωνές.
Χαράζει ένα φως από μολύβι.
Εδώ οι άθλιες καταθέσεις,
τα άθλια κειμήλια.

44

Έκπτωτος ο «ακαριαίος».
Ο μηδέποτε τύψας,
ο ακραιφνής θλιβερός,
ο επιζήσας.

45

Η πιο μεγάλη πράξη σήμερα:
να κοιτάς τον ορίζοντα,

46

Όλα τα στρόγγυλα
κατρακυλούν.
Όλα τα κόκκινα
μαδούν.
Μας κατέχει το γκρίζο.

47

Άστρα.
Ψάρια του φεγγαριού
μέσα στον ύπνο.

48

Τώρα με νοιάζει μόνον
ό,τι μου καίει τα μάτια.

49

Απ’ τη φωνή στη λέξη,
απ’ τη λέξη στην πρόταση
κι από κει στα λόγια
που σε μαθαίνουν να ξεχνάς.

50

Είπαμε πολλά.
Τα είπαμε όλα.
Θα φάμε χαρτιά.
Θα πούμε κι άλλα.
Τίποτε δεν τελειώνει.
Όλα αρχίζουν.
Παντοτινά.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Άνοιξη

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Άνοιξη μπαίνει
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Άνοιξη

Ο Μάρτης φέρνει παγωμένες φωτιές.
Στο άνυδρο φως με βυθίζει ένας
γερμανικός χειμώνας.

Η Άνοιξη είναι μια ορχήστρα χρωμάτων
κι εγώ ο σκοτεινός θεατής
άγνωστος μέσα στο πυκνό ψύχος,
παρατηρώντας την επιδρομή της εσπέρας
στα οροπέδια τ’ ουρανού.

Η Άνοιξη είναι το αίμα των ποταμών
που ορμούν με τη μανία της νιότης μου –
ο θάνατος στην εκτυφλωτική ορμή του.

Η Άνοιξη είναι ένα εμβατήριο τίγρεων
που κομματιάζει το μυαλό μου
καθώς ανθίζει το ατσάλινο φως.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Μανόλης Ξεξάκης, [Ελληνική επαρχία, γενέθλια γη…]

Αντώνης Βαρδής & Πάνος Φαλάρας, Επαρχία 1978
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Ελληνική επαρχία, γενέθλια γη
έδρα της υπερβολής που ραντίζει
το χώμα της πρωτεύουσας
και φυτρώνουν όλα αυτά τα ξόρκια
της καθημερινής μίζερης ζωής.

Από τη συλλογή Κάτοπτρα μελαγχολικού λόγου (1987) του Μανόλη Ξεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Μανόλης Ξεξάκης, Το τυροκέλι του τραγουδιού

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Άνοιξη μπαίνει
(ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Το τυροκέλι του τραγουδιού

Τώρα πια αναβλύζει και σκορπίζεται μέσ’ απ’ τους πυλώνες εκείνων
των νεοσσών αισθημάτων που ένιωσα γράφοντας το τραγούδι
μια ανεκτίμητη μυρωδιά.
Οι κλώνοι μου, αργά και σταθερά, φυλλορροούνε και μοναχά αυτή η οσμή
των αισθήσεων που σαρώνει τα λυχνάρια της νύχτας με κινεί ν’ ανιχνεύω
τη συναισθηματική φουρτούνα που προσπαθούσα να δαμάσω εκείνη την εποχή. Ανίκανο για άλλη δράση το οπλοστάσιο ενός συγγραφέα, προσπαθεί να περισώσει εδώ τα ψιχία του ρομαντισμού και της απελπισίας των εγκαταλειμμένων εφήβων, που μεγάλωσαν σε μικρές πολιτείες, με μικρές χαρές, γεμάτοι άγνοια, χωρίς σταλάγματα πολιτικής οικονομίας στο δραστικό πεδίο του νοητικού τους.
Η άνοιξη της εφηβείας των ελληνοπαίδων, στις ασφυκτικές επαρχιακές πολιτείες, δεν είναι καθόλου ανθηρή.
Η χαρά και η συναισθηματική επάρκεια, που είναι απαραίτητες στις παιδικές που αναδύονται ψυχούλες, αγγίζουν μονάχα τους τολμηρούς μικροαστικής νοοτροπίας και παράγουν κατά κανόνα βλάκες.
Η ζωή κυλάει μέσα από παράτες αμφίβολης εμβέλειας, με τους τοπικούς άρχοντες προκλητικούς και δασκαλεμένους από επιτυχόντες προγόνους.
Το ιερατείο εν δράσει στις ετήσιες γιορτές.
Το σχολείο φάκα, η φτώχεια, η μιζέρια, το ψέμα και μέσα σ’ όλα αυτά το λουλουδάκι του έρωτα, δικτατορικά κύριοι, εν τούτοις, ανθίζει.

Από τη συλλογή Πλόες ερωτικοί (1980) του Μανόλη Ξεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης