Γιάννης Ποδιναράς, Μόρφου 1997

Το γιασεμί (παραδοσιακό Κύπρου)
(τραγούδι: Σαβίνα Γιαννάτου / δίσκος: Τραγούδια της Μεσογείου (1998))

[Μέρος Γ’]

Μόρφου 1997

Δρόμοι στενοί
και πόρτες ανοιχτές.
Περνούσαμε γιασεμί τ’ απόγευμα
–χαϊμαλιά της πρώτης αγάπης–
Αλυσίδες απλώναμε
τις ευωδιές των παθών
στις διαδρομές των υγρών ονείρων
και χτίζαμε τα θεμέλιά μας
στα ριζωμένα στη γη
λευκά αγγίγματα
της πρώτης και ανεξίτηλης γεύσης.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Advertisements

Ορέστης Αλεξάκης, Ξένος

Ξένος εδώ (καθιστικό παραδοσιακό ανατολικής Μακεδονίας με την Ξανθίππη Καραθανάση)

Passato la fiesta

μνήμη Αλέξη Τραϊανού

Κι άξαφνα πρόβαλε στα μάτια μου απροσδόκητος
Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλου τόπου
Κουλουριασμένος στο σκοτάδι του, θανάσιμα
Τραυματισμένος, αμετάπειστα απερχόμενος

Στ’ άδυτα βάθη του οι σημαίες μεσίστιες
Τ’ αγάλματά του σιωπηλά και τα μαντεία
Χωρίς φωτιά και τρίποδα και λάλον ύδωρ

Έρημος σαν εξόριστος θεός Οδοιπορούσε
Διασχίζοντας τοπία γυμνά, πόλεις νεκρές, ακτές
Στην καταχνιά και το άλυτο μυστήριο βυθισμένες

Σταυρούς κι αποκαΐδια μελετούσε
Μνήματα κι ενθυμήματα νεκρών
Καπνό και σκόνη προπορευομένων

Αρνιόταν να συγκατανεύσει, αρνιόταν
Μ’ όλη τη δύναμη του στήθους του ν’ αποδεχτεί
Να δώσει τ’ όνομά του, να συναριθμήσει
Τον εαυτό του ανάμεσα στ’ ανεξιχνίαστα πράγματα

Αρνιόταν να συμπράξει δίχως όλα
Τα φώτα του αναμμένα, δίχως όλα
Τα μάτια του ανοιχτά – τα μέσα κι έξω

Δεν έστεργε τα ημίφωτα, τις σκιάσεις
Τα διφορούμενα σημάδια, τα εκμαγεία

Ζητούσε φως και σάρκα, λόγο και άρτο
Γνώση και γνώμη, στάχυ και σταφύλι
Το όρος Θαβώρ, τα ιμάτια σαν το χιόνι
Φωνή εκ του βάθους
Άρμα
Ελευθερία

Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλης φλόγας
Πανέρημος – χωρίς κοχύλι κι άστρο
Κάποτε σκέπασε τα μέσα του πηγάδι
Και φόρεσε ήρεμος το αθέατο πρόσωπό του

Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Πάρθεν (δημοτικό τραγούδι του Πόντου)

Πάρθεν η Ρωμανία (με τον Γιώργο Νταλάρα και το μουσικό σχήμα Εν χορδαίς)

Πάρθεν

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν’ από την Πόλην.
Ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν*, ουδέ στα περιβόλα,
επήγεν και ν-εκόνεψεν και σου* Ηλί’ το Κάστρον.
Εσείξεν* τ’ έναν το φτερόν, σο* αίμαν βουτεμένον,
εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον.
Ατό* κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης∙
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ’* αναγνώθ’, σίτε και κλαίει, σίτε κρούει* την καρδίαν.
Αϊλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν* η Ρωμανία.
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρα
κι Αϊ-Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται.
Μη κλαις, μη κλαις, Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι*.
Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία πάρθεν.
Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο*.

(Δημοτικό)

Λεξιλόγιο:
κονεύω = καταλύω, σταθμεύω
σου = στου
εσείξεν = έσεισε, κούνησε, τίναξε
σο = στο
ατό = αυτό
σίτ’ (και σόταν = εις όταν) = όταν, ενώ
ανακρούω = χτυπώ
δερνοκοπισκάσαι = δέρνεσαι, χτυπιέσαι
πάρθεν = πάρθηκε, κυριεύτηκε
κι άλλο (εννοείται άνθος)

Σε θέση προλόγου στη συλλογή Μαύρες ακτές (1994) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης