Ιμιτλερίμ (παραδοσιακό από την ταινία «Ρεμπέτικο»)

Ιμιτλερίμ (παραδοσιακό Τουρκίας & Ιωνίας Μικράς Ασίας)

Διασκευή: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος, Χρήστος Κωνσταντίνου, Γιάννης Μπιθικώτσης, Θεόδωρος Πολυκανδριώτης, Στέλιος Βαμβακάρης
Ούτι: Σπύρος Ιωαννίδης
Βιολί: Στάθης Κουκουλάρης
Κιθάρα: Στέλιος Καρύδας
Σαντούρι: Αριστείδης Μόσχος
Ακορντεόν: Λάζαρος Κουλαξίζης
Κρουστά: Σπύρος Λιβιεράτος, Γιώργος Γευγελής
Πιάνο: Τάκης Χαρίτος
Τραγούδι: Χορωδία
Έργο: Ρεμπέτικο (1983)
[Πηγή για τα ονόματα των μουσικών: Ταινιοθήκη της Ελλάδος]

Umitlerim hep kirildi (Οι ελπίδες μου έχουν γκρεμιστεί)
Yarim artik gelmyecek (η αγάπη μου δεν θά ’ρθει πια)
goz yaslarim dokulurken (κι ενώ τα δάκρυά μου τρέχουν)
bu sesiyle silmyecek (σ’ αυτή μου την κραυγή δεν θά ’ρθει να μου τα σκουπίσει)

Beni bir Gun guldurtmedi (Δεν μ’ έκανε να γελάσω ούτε μια μέρα)
helbet o da gulmeyecek (σίγουρα και αυτός/αυτή δεν θα γελάσει)
aglasam da ayrilsam da (και να κλάψω και να χωρίσω)
bu ask benden olmeyecek (αυτός ο έρωτας δεν θα πεθάνει)
bu sesime duymeyecek (αυτή μου την κραυγή δεν θ’ ακούσει)

[Πηγή για τους στίχους: stixoi.info]

Advertisements

Τα παιδιά της Άμυνας (παραδοσιακό από την ταινία «Ρεμπέτικο»)

Τα παιδιά της Άμυνας (παραδοσιακό)

Διασκευή: Σταύρος Ξαρχάκος
Προσαρμογή στίχων: Νίκος Γκάτσος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος, Χρήστος Κωνσταντίνου, Γιάννης Μπιθικώτσης, Θεόδωρος Πολυκανδριώτης, Στέλιος Βαμβακάρης
Ούτι: Σπύρος Ιωαννίδης
Βιολί: Στάθης Κουκουλάρης
Κιθάρα: Στέλιος Καρύδας
Σαντούρι: Αριστείδης Μόσχος
Ακορντεόν: Λάζαρος Κουλαξίζης
Κρουστά: Σπύρος Λιβιεράτος, Γιώργος Γευγελής
Πιάνο: Τάκης Χαρίτος
Τραγούδι: Νίκος Δημητράτος
Έργο: Ρεμπέτικο (1983)
[Πηγή για τα ονόματα των μουσικών: Ταινιοθήκη της Ελλάδος]

Μια μέρα θα το γράψει η ιστορία
πως έδιωξε απ’ την Αθήνα τα θηρία
πως έδιωξε βασιλείς και βουλευτάδες
τους ψευταράδες και τους μασκαράδες

Και στην Άμυνα εκεί
όλοι οι αξιωματικοί
πολεμάει κι ο Βενιζέλος
που αυτός θα φέρει τέλος
και ο κάθε πατριώτης
θα μας φέρει την ισότης

Η Παναγιά που στέκει στο πλευρό μας
δείχνει το δρόμο στο νέο αρχηγό μας
τον ήρωα της Εθνικής Αμύνης
που πολεμάει και διώχνει τους εχθρούς

Της Αμύνης τα παιδιά
διώξανε το βασιλιά
και του δώσαν τα πανιά του
για να πάει στη δουλειά του
τον περίδρομο να τρώει
με το ξένο του το σόι

Έλα να δεις σπαθιά και γιαταγάνια
που βγάζουν φλόγες και φτάνουν στα ουράνια
εκεί ψηλά ψηλά στα σύνορά μας
τρέχει ποτάμι το αίμα του εχθρού

Της Αμύνης τα παιδιά
διώξανε το βασιλιά
της Αμύνης το καπέλο
έφερε το Βενιζέλο
της Αμύνης το σκουφάκι
έφερε το Λευτεράκη

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Δύο κόσμοι

Ο αμανές της καληνύχτας (παραδοσιακό Σμύρνης / ερμηνεία: Αντώνης Διαμαντίδης (Νταλγκάς))

Δύο κόσμοι

Δύο κόσμοι ερωτοτροπούν
με μια κορδέλα βαθυγάλαζη
η λάγνα Ανατολή από τη μια
η φωτισμένη Δύση από την άλλη
–Πάνω στα χίλια βότσαλα καθισμένη
έβλεπα την ιστορία να ταξιδεύει–

Με κοφτερές δρεπανιές τ’ αγέρι, από την
αντιπέρα ακτή πατρίδα του Ηρόδοτου
κεντρίζει τον αστραφτερό Δίκαιο.
Ο φαντάρος χωμένος στο αμπρί
δίνει αναφορά για τα σήματα
–Τ’ αρχαία νήματα κόπηκαν,
τα πλοκάμια του τόπου ψαλιδίστηκαν–

Η βαθυγάλαζη κορδέλα καίγεται
από τον πυροδοτημένο ήλιο
τα γλαροπούλια μετέωρα
εκσφενδονίζουν αιχμές λευκές
Απ’ αντίκρυ φτάνει –μακρόσυρτος αμανές–
η πνοή του ανέμου
και πλάι μου η φωνή του σκοπού:
Αλτ! τις ει;

Απόβραδο.
– Βαθιά τομή στα πλεμόνια του καιρού η πυρπολημένη κορδέλα
Επειδή η ιστορία ταξιδεύει πάντα.

Από τη συλλογή Περιπλανήσεις (1983) της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): μετουσίωση

Σε ψηλό βουνό (παραδοσιακό Κρήτης με τον Νίκο Ξυλούρη)

μετουσίωση

Ποθώ η ψυχή μου να είναι άσπρο, κάτασπρο βουνό
Να ’χει το λευκό της καθαρότητας
Το παρθένο της αγνότητας

Ποθώ τη σκληρότητα του βράχου
Στα δύσκολα

Να λιώνω σαν το χιόνι
Να γίνομαι απαλός, μαλακός
Σαν το χώμα
Στον πόνο του άλλου
Βουνό!

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Πομάκοι

Παραδοσιακό πομάκικο τραγούδι με την Εμινέ Μπουρουτζή

Πομάκοι

Κατεβαίνοντας τρυπώνουν στο παζάρι
αγοράζουν αλάτι και κουδούνια
βιαστικά
τα φορτώνουν στις γέρικες μούλες κι ανηφορίζουν.
Ο τόπος πλιθί και κατσικότριχα
άζυμα ψωμιά, και το κριθάρι να φτάνει ως τα μισά και να μη φτάνει.
Στα κοτρόνια η σπορά με τ’ αλάτι που γλείφουν οι πέρδικες,
και το κοπάδι το καύκαλο που τυλίγει ας μην ασπρίσει.

Αργά σαλιώνοντας εφημερίδες
τον καπνό τυλίγουν με ρετσίνι
μη φύγει το κατράμι στην φτέρνα και κατέβει,
ξεπετώντας πού και πού λυκίσιο δόντι
τις αυγές να δαγκώνει και να σκούζει
μη σηκωθεί αγέρας και νοτίσει
τη μαρμαριά μη ξετινάξει απ’ το σαμάρι.
Οπλές τριμμένες στο πυρολίθι∙
αστράφτει ο Θρακιάς, χαρακωμένο βράδυ –
άχυρο παστρικό δεν τ’ αφήνει.
Φύλλα ξερά αυτοί θα κυνηγούνε
κι ο ασκός να λύνει να γεμίζει κομμάτια σύννεφου και νύχια.

Το σάλιο που παράτησαν στους ρόζους
ας πάει κι αυτή η χρονιά χωρίς νυχτέρι
μόν’ το χαρμπί να τρυπάει την σανίδα
και τα όρνιά τους στον απάγγειο να δαγκώνουν
χαμηλά την προβιά με την γλίτζα

η μαρμαριά ας ήταν να κρατούσε.

Από τη συλλογή Λύθρον (1988) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Καλλίπολη

Έναν καιρό επήγαινα (συρτός Κωνσταντινούπολης)
(τραγούδι: Χρόνης Αηδονίδης / δίσκος: Φίλοι μ’, καλώς ορίσατε (2004))

Καλλίπολη

Ενάτη του μηνός, και μεσημέρι
συνεπείς οι Βυζαντινοί πάντα πληρώνουν τους μισθούς.
Ο Αθηναίος Κονδιλέρης Σοφιανός,
ζυγιάζει στην παλάμη τ’ αλάτι
στην άλλη δυο χρυσά υπέρπυρα
απ’ την σκουριά του ήλιου της Αθήνας.
Κάθεται και ζυγιάζει,
και κάθε ενάτη του μηνός
συλλογάται σε ποιον αιώνα τάχα να ’ναι,
και πόσο άραγε ν’ απέχει η Καλλίπολη.

Από τη συλλογή Κίνναμος (1987) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Απόστολος Λυκεσάς, Μνήμη

Αγρίμια κι αγριμάκια μου (παραδοσιακό Κρήτης / τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης)

Μνήμη

Οι φαμελίτες μας
ορμητικοί καταρράκτες ξεχύθηκαν απ’ το Βέρμιο
φορτωμένοι τη θλίψη που τους κληροδότησαν οι πρόγονοι.
Κεραμοπλάστες τούς έσπειραν
«Εδώ να ζήσετε» ορμήνεψαν
«καλό το χώμα να σας χωνέψει ο θάνατος
πάρτε το απόφαση, αγόγγυστα, χαθείτε στις καστανοξιές,
ταΐστε αγρίμια.

Αυτά, με τον αψίκορο βίο τους μες στην αβεβαιότητα
παίζοντας με τα κόκαλά σας θα μάθουν κυνήγι στα παιδιά τους
όπως τα παιδιά σας, θα μάθουν να παίζουν με τα κότσια τους.
Βαριά η ευθύνη.»

Από τότε φρυγανίζεται το αίμα μας στις ματαιοδοξίες
τυχαίνει όμως κάποτε, καθώς ο άνεμος κυκλώνει τις ζωές μας,
το ματοτσίνορο του πεθαμένου πατέρα να μπαίνει στο μάτι μας
κι ενώ αυτό θολώνει
–μια φορά στον αιώνα είναι καλά, και δυο όμως μπορεί να τύχει–
ψηλά το κεφάλι σηκώνουμε
και το σαγόνι μπήγουμε, κυπαρίσσι στα σύνορα,
σφραγίδα στο διαβατήριο.

Από τη συλλογή Μότορσιπ «Προκρούστης» (2008) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Μαρία Κουγιουμτζή, Παυσίλαος

Αγρίμια κι αγριμάκια μου (παραδοσιακό Κρήτης με τον Νίκο Ξυλούρη)

Παυσίλαος

Είναι αγρίμι ο Παυσίλαος
να τον φοβάσαι
σαν τσακμακόπετρες ανάβουν τα σπιρούνια του
πάνω στη γραφομηχανή όταν καλπάζει.
Το λάσο του πετάει
κι αιχμαλωτίζει απ’ το λαιμό
τα ρήματα και τις προθέσεις σου
και με τη μια τις παίρνει το κεφάλι.

Ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Ρούλα Αλαβέρα, Έξι ελληνικά κεντήματα για την Αμαλία Μεγαπάνου (4)

Καράβι καραβάκι (παραδοσιακό Χίου με τη Δόμνα Σαμίου)

4

Καράβια καραβάκια στην εταμίνα πλέει,

από τη Σκύρο έρχονται
στη Σκύρο κατεβαίνουν,
το ένα έχει την πικρίλα
τ’ αλατιού, το άλλο λουκούμια,
και γλυκά του κουταλιού,
το τρίτο το καλύτερο
το δέντρο της ζωής μας
μεταφέρει σε οικισμό φανταστικό.

Οι μαρκοβελονιές γέμισαν τα ιστία
με σταυροβότανα, σημαίες ελληνικές,
φύλακες μνήμης,
κι αργά διασχίζουν
τα νερά της εταμίνας.

– Άγιε και ασκητή, δώσε ξανά
ρυθμό στα χέρια της, στο μέτρημα
του αγκυρωτού σταυρού.
– Γλώσσα βαρυάλγητη, άστην για λίγο
ήσυχη, στέγει στη θάλασσα το κεντίδι της,
ψηφίο μετρητού καιρού.

Από τη συλλογή Έξι ελληνικά κεντήματα για την Αμαλία Μεγαπάνου (1998) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Γιώργος Στογιαννίδης, Η Ερμιόνη

Το γιασεμί (παραδοσιακό Κύπρου)
(ερμηνεία: Κωνσταντίνα / δίσκος: Η καρδιά μου τραγουδά τη Μεσόγειο (1993))

Η Ερμιόνη

[Ενότητα Αγριοφράουλες]

Παραμονή γεμάτη αγωνία.
Κάτι θα ’ρθει (όμως δεν ξέρεις τι ακριβώς)
μέσα μου μοσχοβολά γιασεμί
και φρέσκο κομμένο όνειρο.

Η Ερμιόνη όλο λέει θα ’ρθει και δε φαίνεται.

Από τη συλλογή Εν μέσω αλαλαζόντων (1991) του Γιώργου Στογιαννίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Ο Μποχόρης (παραδοσιακό Μικράς Ασίας με τη Σωτηρία Μπέλλου)

Ο Μποχόρης (παραδοσιακό Μικράς Ασίας)

Ενορχήστρωση, διεύθυνση ορχήστρας & μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου
Δίσκος: Σωτηρία Μπέλλου 11 «Πριν το χάραμα» (Lyra, 1984)

Άιντε του καημένου του Μποχόρη
άιντε του τη σκάσαν στο βαπόρι
άιντε και του πήραν πεντακόσια
άιντε όλο τάλιρα και γρόσια

Άιντε το ’να μήλο τ’ άλλο ρόιδο
άιντε του τη σκάσαν σαν κορόιδο
άι και το ’να μήλο τ’ άλλο αχλάδι
άι και του τη σκάσαν ένα βράδυ

Υ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ τον Πάνο Καλοζούμη, μαθητή του Κώστα Παπαδόπουλου και φίλο ψυχής, που μου έδωσε τον δίσκο.

Γιώργος Θέμελης: Προοίμιο (από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»)

Ένας αϊτός (τσάμικος)
(τραγούδι: Χρήστος Καρακώστας / δίσκος: Γιάννης Μαρκόπουλος: ρίζες (1980))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Προοίμιο

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λέν’ τ’ αηδόνια
Δημοτικό

Ας σταματήσει ο ήλιος

Ας γείρει πίσω μια στιγμή να ιδεί τ’ άλλο του πρόσωπο,
Τον άλλο ήλιο, που κυλάει στον κάτω κόσμο.

***

Δεν τραγουδώ τους γυρισμούς των καραβιών,
Τ’ αστέρια που κεντούν ηλιοτρόπια στη ζωή του καλοκαιριού.

Ούτε τα χελιδόνια που παν στον ουρανό,
Να πάρουν το αίμα μιας αυγής να βάψουν τα λουλούδια.

Ακούω τι λένε τα μεγάλα δέντρα,
Τι τραγουδούνε τα βουνά και γράφουν τ’ ακρογιάλια.

Κι η θάλασσα η πολύφωτη με τα λευκά μαντίλια.

Ακούνε κάτω τα όστρακα κι ανοίγουν τους φεγγίτες,
Ακούν τα ψάρια και θυμούνται τον άνεμο
Και θέλουν ν’ αλλάξουνε φτερά και να γίνουν κοπέλες.

Κι οι άνθρωποι που περπατούν στην γη παίρνουν βαθιάν ανάσα.

Νύχτα σελώνουν, νύχτα περνούν, και την αυγή σκορπάνε,
Νάβρουν τα πλουμιστά πουλιά και τις ψηλές γυναίκες,
Που φέγγουν στα προσκέφαλα τη νύχτα που κοιμούνται.

Φέγγουνε κι ονειρεύονται ένα μεγάλον έρωτα,
Ένα μεγάλο γιο.

Νάχει έναν ήλιο στα μαλλιά, καθρέφτη ένα φεγγάρι
Και τον αϊτό στο πρόσωπο να του φυλάει τον ύπνο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου

Μες στου Αιγαίου τα νερά (παραδοσιακό Δωδεκανήσου με τη Μαρίζα Κωχ)

[Ενότητα Τρία ποιήματα (1947-1948)]

Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου

Εδώ ξυπνάει κάθε πρωί
Ανάμεσα σ’ ελληνικά γλυπτά κι ιωνικά κοντύλια
Πάνω σε φαγωμένες απ’ το πάθος του γλαυκού πέτρες που βαθαίνουν τα έλκη τους

Ανεβαίνει και παίρνει βασιλικό και σπαρτολούλουδο
Χτυπώντας το πέταλο ψηλά ψηλά να φιλήσει τα στέφανα του νεκρού χιονιού
Και ξεπεζεύει, περπατάει γυμνόποδη σε μαρμαρένιες γούρνες
Σκαλίζοντας αχιβάδες και ρόδακες στις πλάκες των αετών,
Τυλίγοντας με άχνη κι αφράλατο τα παγωμένα περιστέρια.

***

Ασπίλωτη,
Γαλαζοαίματη,
Αγναντεμένη.

Πο’ ’χεις τα παραθύρια σου σχιστά πανιά,
Τα μάτια μου κλειστά λιμάνια γεμάτα νεκρούς κι άσπρα χαλίκια.
Που ηχείς και σαλεύεις με ηχώ χίλιων πουλιών στις κρύπτες του ύπνου μου
Σκεπάζοντας τους τοίχους μου με τα σεντόνια της κρυφής σου αυγής
Και τα θαμμένα ζώα μου που κρατούν τους κήπους μου σαν υπνωτισμένες γυναίκες.
Με τι όνομα να σε πω, με ποια αιχμή να σε πλήξω,
Να σου πληθαίνει τα μαλλιά, να σου κεντάει τη μνήμη…
Να σε φωνάξω χαραυγή, θα σβήσουν τα γαρούφαλα
Να σε χαράξω αγνή κι απείραχτη, θα τρυπηθούν οι κρίνοι
Να σ’ αγκαλιάσω μάνα μου, θα κλάψουν τα πουλιά.

Σε γράφω τοξεύτρια του ψηλού καπνού, χορδή των αηδονιών,
Μητέρα απάρθενη, απαλή, που σε ματώνουν χωρίς να σ’ αγγίζουν
Αετοί φεγγαριών, καβαλάρηδες, κι ακάθαρτοι ποταμοί,
Με λάσπη, με σχισμένα πανιά, με χωνεμένα κόκαλα.

Να ’μουν πουλί θαλασσινό κι ένα προς ένα
Τα σκαλοπάτια να μετρώ του διάφανου ύπνου σου,
Τα κλώνια της τριανταφυλλιάς μέσα στις στάχτες των βυθών
Εκεί που κείτονται οι νεκροί σου σε τάφους φεγγερούς
Σε κήπους βουλιαγμένων καραβιών που έχασαν την ψυχή τους,
Τον καπετάνιο των εφτά κλειδιών που φύλαγε τους ανέμους,
Τις διαμαντένιες πόρτες που άνοιγαν για τις μεγάλες θάλασσες,
Και πήγαν από μαραμένο πανί κι από πικρό κατράμι.

Εκεί πονείς.
Εκεί σβήνεις τα φώτα σου και γλείφεις την καρδιά σου.

***

Ανήσυχη καμπυλωτή, σπηλιά της βοής, στυφή από χρόνο και θάνατο,
Σήκω μες απ’ την κουφωτή κραυγή σου, πνίξε τον ήλιο και κύλησε την πολύφωτη ρόδα σου.
Γύρισε σα μάνα στη σχισμένη γη και σφράγισε το αίμα της.
Πλύνε τα ρούχα των παιδιών, τα πόδια των πουλιών
Με καταρράχτες από κύανο, με κουρνιαχτό από γιασεμί.
Κι ύστερα έμπα κι αρμάτωσε στην ερημιά της φλέβας μας τα εωθινά καράβια σου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Περπατώ μέσα στους κάμπους

Η ώρα του αποχαιρετισμού (διασκευή του παραδοσιακού τραγουδιού της Δωδεκανήσου Πέρα στους πέρα κάμπους)
[διασκευή & διεύθυνση ορχήστρας: Μάνος Χατζιδάκις / έργο: Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη (1962)]

[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Περπατώ μέσα στους κάμπους

Περπατώ μέσα στους κάμπους από ένα χαμόγελο
Τα βήματά μου σχηματίζονται
Σε μιαν άνοιξη

Ποιος ξεδιπλώνει τη γαλάζια απλωσιά της ημέρας
Το βαθύ μεσημέρι που φτεροκοπάει ο ουρανός
Ανάμεσα στα σιωπηλά δέντρα
Την αιωνιότητα που χαϊδεύει τους βράχους

Ένα πρόσωπο ένα φεγγάρι μέσα στο βλέμμα μου
Ένα φεγγάρι που έγειρε μες σε κατάλευκο πρωινό
Δεν είμαι μονάχος τα βήματά μου δεν αντηχούν

Αγαπώ τον ποταμό που αφήνεται στη βοή της καρδιάς του
Όπως ένας καβαλάρης όπως ο άνεμος που στρώνει την πεδιάδα
Που ξαφνιάζει τ’ ακρογιάλια ραγίζοντας τη μοναξιά των καθρεφτών σαν ένα πουλί

Κι αυτό το φτερό που ζυγιάζεται σαν ένας λυγμός μες στο διάστημα
Κι αυτό το δέντρο που σηκώνεται σαν ένα γυμνό γυναικείο σώμα
Αδέρφια είμαστε λυμένα ταξίδια μέσα στην ίδια ματιά
Άστρα σα βρέφη μέσα στην ίδια τρυφερότητα μιας πρωίας

Ποιος ξεδιπλώνει τη γαλάζια απλωσιά της ημέρας
Δεν είμαι μονάχος τα βήματά μου δεν αντηχούν

Περπατώ μέσα στους κάμπους από ένα χαμόγελο

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Πού τον πουλάν τον έρωτα (Βασίλης Δημητρίου)

Βασίλης Δημητρίου, Πού τον πουλάν τον έρωτα (διασκευή παραδοσιακού τραγουδιού)

Ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας: Βασίλης Δημητρίου
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη
Δίσκος: Δήμητρα Γαλάνη & χορωδία (1971)

Μωρέ μελαχρινό παιδί
με τα χεράκια πίσω
και με τα κατσαρά μαλλιά
θέλω να σε ρωτήσω

Πού τον πουλάν τον έρωτα
να πά’ να τον πουλήσω
που μ’ έχει πνίξει ο σεβντάς
και δεν μπορώ να ζήσω

Στην Τρίπολη τονε πουλούν
να πα’ να τον πουλήσεις
κοίτα να βρεις τον μερακλή
να μην τον χαραμίσεις

Κι ο μερακλής γνωρίζεται
απ’ την περπατησιά του
σέρνει τα μάτια χαμηλά
και το φιλί κοντά του

Εδώ έχουμε τον πρώτο προσωπικό δίσκο της Δήμητρας Γαλάνη με τραγούδια που είτε ήταν συμμετοχές της σε δίσκους διαφόρων συνθετών ως το 1971 είτε είχαν ηχογραφηθεί τα προηγούμενα χρόνια σε δίσκους 45 στροφών της Columbia. Ας ακούσουμε, λοιπόν, πώς γεννήθηκε ένα πραγματικά μεγάλο αστέρι του ελληνικού πενταγράμμου και μια από τις πιο αγαπημένες μου φωνές. Επισημαίνω ότι ήταν τότε μόλις 19 ετών η Δήμητρα Γαλάνη. Καλή μας ακρόαση!

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα… (λαϊκός θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής)

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα… (λαϊκός θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής)
(διασκευή Χρόνη Αηδονίδη / τραγούδι: Χρόνης Αηδονίδης & Νεκταρία Καραντζή /

δίσκος: Επικράνθη (2006 / εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος)

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μαυλιστικά

Δε σε θέλω πια
(παραδοσιακό Σμύρνης σε μία από τις πρώτες εκτέλεσεις του (ίσως το 1910) από την Ελληνική Εστουδιαντίνα)

Μαυλιστικά

Σταμάτησες παθιάρικα να με προσελκύεις
και να με κυνηγάς.
Πια αποσύρθηκες.
Σίγουρα σε κούρασαν
και οι τόσες αρνήσεις μου.

Τα πολλά χρόνια
που μαυλιστικά με κυνηγούσες
φτιάχνουν μια ολόκληρη,
περασμένη εποχή.

Από τη συλλογή Μαυλιστικά (1997) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Το ποίημα ξαναδημοσιεύτηκε με τον ίδιο τίτλο στη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ο χορός

Τζιβαέρι (παραδοσιακό Σμύρνης με τη Μαρία Σουλτάτου)

Ο χορός

Σ’ έφερα στο νου μου καθώς χόρευα
και σκέφτηκα με τι φλογερότητα,
με τι παλμό θα χόρευες
και τι καημούς θα σκόρπιζες.
Σ’ έφερα μπροστά μου
και πέρασα όλη τη λαγνεία μου για σένα
σε κάθε μου βήμα.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Ορέστης Αλεξάκης, Ξένος

Ξένος εδώ (καθιστικό παραδοσιακό ανατολικής Μακεδονίας με την Ξανθίππη Καραθανάση)

Passato la fiesta

μνήμη Αλέξη Τραϊανού

Κι άξαφνα πρόβαλε στα μάτια μου απροσδόκητος
Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλου τόπου
Κουλουριασμένος στο σκοτάδι του, θανάσιμα
Τραυματισμένος, αμετάπειστα απερχόμενος

Στ’ άδυτα βάθη του οι σημαίες μεσίστιες
Τ’ αγάλματά του σιωπηλά και τα μαντεία
Χωρίς φωτιά και τρίποδα και λάλον ύδωρ

Έρημος σαν εξόριστος θεός Οδοιπορούσε
Διασχίζοντας τοπία γυμνά, πόλεις νεκρές, ακτές
Στην καταχνιά και το άλυτο μυστήριο βυθισμένες

Σταυρούς κι αποκαΐδια μελετούσε
Μνήματα κι ενθυμήματα νεκρών
Καπνό και σκόνη προπορευομένων

Αρνιόταν να συγκατανεύσει, αρνιόταν
Μ’ όλη τη δύναμη του στήθους του ν’ αποδεχτεί
Να δώσει τ’ όνομά του, να συναριθμήσει
Τον εαυτό του ανάμεσα στ’ ανεξιχνίαστα πράγματα

Αρνιόταν να συμπράξει δίχως όλα
Τα φώτα του αναμμένα, δίχως όλα
Τα μάτια του ανοιχτά – τα μέσα κι έξω

Δεν έστεργε τα ημίφωτα, τις σκιάσεις
Τα διφορούμενα σημάδια, τα εκμαγεία

Ζητούσε φως και σάρκα, λόγο και άρτο
Γνώση και γνώμη, στάχυ και σταφύλι
Το όρος Θαβώρ, τα ιμάτια σαν το χιόνι
Φωνή εκ του βάθους
Άρμα
Ελευθερία

Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλης φλόγας
Πανέρημος – χωρίς κοχύλι κι άστρο
Κάποτε σκέπασε τα μέσα του πηγάδι
Και φόρεσε ήρεμος το αθέατο πρόσωπό του

Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης