Γιώργος Θέμελης: Προοίμιο (από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»)

Ένας αϊτός (τσάμικος)
(τραγούδι: Χρήστος Καρακώστας / δίσκος: Γιάννης Μαρκόπουλος: ρίζες (1980))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Προοίμιο

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λέν’ τ’ αηδόνια
Δημοτικό

Ας σταματήσει ο ήλιος

Ας γείρει πίσω μια στιγμή να ιδεί τ’ άλλο του πρόσωπο,
Τον άλλο ήλιο, που κυλάει στον κάτω κόσμο.

***

Δεν τραγουδώ τους γυρισμούς των καραβιών,
Τ’ αστέρια που κεντούν ηλιοτρόπια στη ζωή του καλοκαιριού.

Ούτε τα χελιδόνια που παν στον ουρανό,
Να πάρουν το αίμα μιας αυγής να βάψουν τα λουλούδια.

Ακούω τι λένε τα μεγάλα δέντρα,
Τι τραγουδούνε τα βουνά και γράφουν τ’ ακρογιάλια.

Κι η θάλασσα η πολύφωτη με τα λευκά μαντίλια.

Ακούνε κάτω τα όστρακα κι ανοίγουν τους φεγγίτες,
Ακούν τα ψάρια και θυμούνται τον άνεμο
Και θέλουν ν’ αλλάξουνε φτερά και να γίνουν κοπέλες.

Κι οι άνθρωποι που περπατούν στην γη παίρνουν βαθιάν ανάσα.

Νύχτα σελώνουν, νύχτα περνούν, και την αυγή σκορπάνε,
Νάβρουν τα πλουμιστά πουλιά και τις ψηλές γυναίκες,
Που φέγγουν στα προσκέφαλα τη νύχτα που κοιμούνται.

Φέγγουνε κι ονειρεύονται ένα μεγάλον έρωτα,
Ένα μεγάλο γιο.

Νάχει έναν ήλιο στα μαλλιά, καθρέφτη ένα φεγγάρι
Και τον αϊτό στο πρόσωπο να του φυλάει τον ύπνο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Advertisements

Νίκος Γρηγοριάδης, Οι μηλιές

Μήλο μου κόκκινο (μακεδονικός συρτός με τον Πέτρο Γαϊτάνο)

Οι μηλιές

Ο προπάππος μου δε θυμάμαι αν είχε όνομα, είχε όμως τον κήπο του γεμάτο απ’ όλα τ’ αγαθά του θεού, δεινόσαυρους και μήλα, φίδια και μπανάνες, χωρίς να τον καλλιεργεί, γιατί, όπως έλεγε, είναι πολύ προτιμότερο να κάθεσαι παρά να ξεθεώνεσαι στη δουλειά. Ακόμη και τους δούλους του, που τους ονόμασε Αδάμ και Εύα, για να θυμάται τους πρωτόπλαστους, συμβούλευε να περνούν τη μέρα τους κάτω απ’ τα δέντρα τραγουδώντας στη βροχή. Ο ίδιος καθόταν στην πολυθρόνα του –ένα είδος θρόνου– πάντα μισοκοιμισμένος ή προσποιούμενος ότι κοιμάται, με το εσωτερικό όμως μάτι του ακοίμητο ή προσαρμοσμένο στην κλειδαρότρυπα του ήλιου, μπας και φανούνε ξαφνικά τίποτα μαύροι καβαλάρηδες ή μονόφθαλμοι πειρατές, αλλά κυρίως για το αφρόλουτρο της Εύας ανάμεσα στους κροκόδειλους και τους μακρόλαιμους πονηρούς κύκνους. Τις ώρες αυτές είχε τέτοια αθωότητα το πρόσωπό του που ήταν αδύνατον οι δούλοι του, αλλά και εμείς οι ελεύθεροι απόγονοί του να φανταστούμε κάποια τιμωρία για οποιοδήποτε παράπτωμά μας. Γι’ αυτό με βλέπετε απορημένο, τόσο που η μπουκιά να μου καθίσει στο λαιμό, όταν το κορίτσι μου μού πρόσφερε, με το αθώο της εκείνο κούνημα, μια δαγκωνίτσα μήλο – χαρά στο πράμα, όταν είχαμε ήδη γευτεί όλου του κόσμου τις λιχουδιές. Σκέφτομαι (κι όμως αμέσως το απορρίπτω, γιατί ήταν πραγματικά Πάνσοφος) μήπως τον πιάσαμε στον ύπνο εκείνο το εξαίσιο δειλινό που είχαμε κλέψει όλα του τα χρώματα και βάψαμε πολύχρωμους σαν πεταλούδες τούς αγγέλους του που στρίγκλιζαν πετώντας γύρω απ’ το ουράνιο τόξο. Μήπως τελικά ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε και μας ξεγελούσε; Πώς αλλιώς εξηγείται που ρήμαξαν τον κήπο του κάθε λογής στρατηγοί και μεταπράτες, στέλνοντας οπλοφόρους και εμπόρους που μας ξεθέωσαν στο κυνηγητό; Ή μήπως νομίζει στ’ αλήθεια πως αυτοί που σκάβουν με τις κροτίδες τους αμέτρητους λάκκους είναι για να φυτέψουμε μηλιές;

Από τη συλλογή Βουστροφηδόν | Το σύνταγμα της ζωής (1988) του Νίκου Γρηγοριάδη (με το ψευδώνυμο Νικόλας Ταλμάν)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Νίκος Γρηγοριάδης, Ο Πόντιος

Πυρρίχιος (από την τελετή λήξης στην Ολυμπιάδα της Αθήνας το 2004)

Ο Πόντιος

Ο Πόντιος είναι Πόντιος, έλεγε ο παππούς μου, κι όσο και να τον πλένεις πάντα στο δέρμα του φεγγοβολά ζωγραφισμένος ο πυρρίχιος και χορεύει στο μάτι του η Μαύρη θάλασσα μ’ ένα δελφίνι. Ανεβασμένος στο τελευταίο κλωνάρι τ’ ουρανού κρατά, όπως οι Άγιοι, στην αγκαλιά του γυμνές παρθένες που αναβλύζουν μύρο. Το άλογό του πίνει νερό από τη λάμψη της χλόης, κι όπου κινείται η Μοίρα βάζει μπροστά το ένα του φτερό, κι όπου χλοάζει φύτρο με τ’ άλλο το σκεπάζει. Και το κορμί του μες στα τόσα πλην αυτού του κόσμου και του άλλου είναι το μέγα πλούτος και η λάμψη όπου χτίζει το σπίτι του και το γκρεμίζει απέναντι στα φώτα των γυμνών παρθένων, ώσπου ν’ αντιφεγγίσει Αχειροποίητο.

Από τη συλλογή Βουστροφηδόν | Το σύνταγμα της ζωής (1988) του Νίκου Γρηγοριάδη (με το ψευδώνυμο Νικόλας Ταλμάν)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης