Ανδρέας Λίτος, Ο πύργος του αύριο

Ο πύργος του αύριο

Τα λουλούδια στο περιλαίμιο της εκκλησιάς
φωτίζουν την πρωινή μου ευεξία
καθώς αγωνίζομαι ν’ αρπάξω
τον καλπασμό στο κορμί
της άγνωστης ψυχής μου.
Αυτή θα δώσει στο κορμί μορφή,
όταν θα σκαρφαλώνω την κλίμακα
κι οι φτερούγες μου θ’ αγγίζουν
τον πύργο του αύριο — το προνομιούχο αιώνιο παρόν.

Από τη συλλογή Φωτός Έρως (1998) του Ανδρέα Λίτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Λίτος

Advertisements

Γεωργία Τρούλη, Διάζωμα

Διάζωμα

Διαστρωματώσεις χρωμάτων
Ανάγλυφο το βήμα ν’ ανέβεις
Αφήνω το κοτσάνι των λουλουδιών
Ασύδοτα να μεγαλώσει
Να κρεμαστεί με μήκος και αυτοχειρία
Συθέμελα να γίνει ροή
Να πιαστείς και ν’ ανέβεις
Μουρμουρητά της νύχτας γαζώνουν τα αυτιά
Σαν μυρμηγκοφωλιές
Που κατακτούν μουσικές
Φράσεις για να έχει απόθεμα ο χειμώνας
Και οι αυταπάτες — αλλά ανεβαίνεις
Χωρίς οδηγό επιβίωσης
Χωρίς εξιδανίκευση
Και επιβεβαίωση
Πώς
Ο μίσχος και ο λαιμός των φυτών
Γίνεται καμηλοπάρδαλη
Αυτοσαρκασμού
Και μερικά είναι σαρκοβόρα
Και μυτερά σαν τρίαινες
Ποσειδώνιου κάλλους
Πώς να πιαστείς;

Εκτός εάν τα χέρια
Και αυτά κοφτερά
Και βρουν τελεία στις λάμες που γίνονται
Λεπίδες ακούσιου
Θα ξεγυμνωθούν τα σεντόνια
Θα βρουν άλλον τρόπο
Να δένονται οι κόμποι
Μέσα ο ένας μέσα ο άλλος
Τώρα γερό γίνεται το σκοινί
Στην προσπάθεια
Σίγουρο για ανάβαση και καταβυθίσεις

Τόσο καιρό αναμένω να μπεις
Από την τζαμόπορτα που έχει μουλιάσει
Από την υγρασία του μισοφαγωμένου
Φεγγαρόφωτου
Κι αυτό βουλιάζει στον χώρο
Αα! Κάτι ακούω
Σφύξεις και κατεβαίνει η πίεση
Τρίζουν σχεδόν σιωπηλά
Τα αλουμίνια
Καθώς νιώθουν βαρύτητα και η επιθυμία
Να φτάνει στο έκτο οροφοδιάζωμα
Της φυγής
Και από κει η πτώση θα γίνει εις διπλούν
Και με άνεση

Πώς θα γίνει να ριζώσει το κεφάλι των λουλουδιών
Στην άσφαλτο;
Πώς θα μπορεί ο ουρανός να βάφει λωρίδες
Διαβάσεις
Και φανάρια αναμονής;
Πώς θα γίνει σύννεφα να περιπλέκουν ανθρώπους
Πεζή;
Πώς τα φώτα και τα σιδεροφτιαγμένα χρωματιστά
Να μιμούνται άχαρα τα άστρα
Και να μην αυτοκτονούν για ευχές;
Και καθόλου να μην καταφέρνουν
Την μεταθανάτια ζωή μιας επιθυμίας;
Αχ, κάνει κρύο
Στα μισά της αναρρίχησης
Το κέντρο της γης γεμίζει θριάμβους
Επίγεια γείωση βεβαρημένης βαρύτητας
Και πλέον

Είναι γιατί ολόκληρη υδρόγειος
Λέγεται στρογγυλή
Ενώ τόσες γωνίες προεξέχουν
Στο επάνω νερό
Και από εκεί πιάνεσαι
Για να λειάνεις τη στρογγυλάδα
Και της αναμονής
Το ανεκπλήρωτο
Ίσως…

Από τη συλλογή ακρογωνιαία πορεία στο και (2012) της Γεωργία Τρούλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γεωργία Τρούλη

Γιάννης Μαρκόπουλος, Ελλάδα (Λένγκω)

Ελλάδα (Λένγκω)

Σύνθεση, στίχοι, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πιάνο & ερμηνεία: Γιάννης Μαρκόπουλος [ηχογράφηση από ακροατή στη συναυλία του συνθέτη στο Παλαί Ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης τον Ιανουάριο του 1975]
Δίσκος: Γιάννης Μαρκόπουλος / Ανεξάρτητα (1976) & Γιάννης Μαρκόπουλος / Ανεξάρτητα + 7 κινηματογραφικά (2011)

Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια
ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά
γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της
κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά
Κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της
θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί
Τα νιάτα χάνονται στα βρόμικα σοκάκια
για να μετρήσουν με το μπόι τους τη γη

Λένγκω Λένγκω Λένγκω Λένγκω, πάψε να με κυβερνάς
Λένγκω Λένγκω Λένγκω Λένγκω, πάψε να με τυραννάς

Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου
με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς
χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου
κι η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς
Ρε μπάρμπα, κάτσε να μας πεις μια ιστορία
πώς ήταν τότες η μανούλα μας παλιά
έπεφτε ξύλο σαν γινόταν φασαρία
ή σας νανούριζε με χάδια και φιλιά

Λένγκω Λένγκω Λένγκω Λένγκω, μου σπαράζεις την καρδιά
Λένγκω Λένγκω Λένγκω Λένγκω, μου πληγώνεις τη χαρά

Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι
την κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ
Μητέρα, είπε, ήταν ένα κοριτσάκι
που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ
Τ’ άνθη στόλιζαν το αγέρωχο κεφάλι
μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη
κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει
εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή

Λένγκω Λένγκω Λένγκω Λένγκω, μου ’χεις φάει την ψυχή
Λένγκω Λένγκω Λένγκω, φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί

Αυτή, παιδιά μου, ήταν τότες η μανούλα
ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές
το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα
κι απ’ τα κουρέλια του φαινότανε οι πληγές
κι αν μας χτυπάει με μανία και φωνάζει
τη βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά
το όνειρο που φεύγει την τρομάζει
να αναζητάει μια χαμένη (θαμμένη) ελευθεριά

Λένγκω Λένγκω Λένγκω μάνα
στο καμίνι της φωτιάς
Λένγκω Λένγκω Λένγκω μάνα
πες μας πάλι τι ζητάς