Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Φίλοι κι αδέρφια

Φίλοι κι αδέρφια

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέλφια, μάνες, γέροι και παιδιά

Γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά
σα δε φωνάξεις έβγα να το γράψεις
να μην σ’ ακούσουν τα σκυλιά
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά

Ήταν στρατιώτες καπεταναίοι και λαϊκοί
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί

Κι όπου φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό

Γη παιδεμένη με σίδερο και με φωτιά
για κοίτα ποιον σου φέρανε καημένη
να σ’ αφεντεύει από ψηλά
τα κρίματά σου είναι πολλά
γη που το σίδερο παιδέψαν κι η φωτιά

Καίει το φιτίλι, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν βουλή συντακτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν βουλή, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στον βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη, μάνες γέροι και παιδιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μάνες γέροι και παιδιά

Advertisements

Θανάσης Τζούλης, Η γλώσσα του Αδάμ

Μάνος Χατζιδάκις, Χορός του Νείλου (έργο: Καίσαρ και Κλεοπάτρα (1962))

Η γλώσσα του Αδάμ

Άνοιξε το κλουβί-το ποίημα

να ιδείς που οι λέξεις μένουν με ριζώματα
και αρμούς και ιδίως με εντελέχεια που τις ωθεί
κι όπως χύνονται από μέσα τους γλυκά νερά της γέννας
με τον πλακούντα να παραμερίζει μ’ άλλα τρύπια νέφη
γύρισε αθέατα το διακόπτη της Εκάτης
να αναδυθεί
το ποίημα φεγγαροπρόσωπο
και κάτω ο νερονόμος ποιητής ανάμεσα σε πουλολόγους
ή ο ποταμός Νείλος που με το φύσημα των νερών του
χάνουν οι αγρότες τους όχτους

γιατί η γεωμετρία του ποιήματος
έχει από μέσα της όρια
και με πέντε λέξεις και δυο ιχθύς του δάσους του
χορταίνουν οι ακτήμονες

Μόνο μην κλείνεις το κλουβί· ακούμπησε
τις χυμένες αισθήσεις σου στο άνοιγμα
κι άκουσε τι συμβαίνει στο στάβλο του το χάραμα
που η φύση ορίζεται από το φύλο της πρωτόγονα

κι η γλώσσα είναι του Αδάμ

Από τη συλλογή Η γλώσσα του Αδάμ (1982) του Θανάση Τζούλη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μίκης Θεοδωράκης & Άκος Δασκαλόπουλος, Μέσα στα μαύρα σου μαλλιά (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Μέσα στα μαύρα σου μαλλιά

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Άκος Δασκαλόπουλος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & χορωδία [Πρόκειται για την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το καλοκαίρι του 1962 στη θεατρική παράσταση «Όμορφη πόλη» του Μιχάλη Κακογιάννη με κείμενα του Μποστ στο θέατρο Παρκ.]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Στη γειτονιά του φεγγαριού
βγήκα να σεργιανίσω
να ιδώ τα μάτια τ’ ουρανού
τα χείλη να φιλήσω

Μέσα στα μαύρα σου, κυρά μου, τα μαλλιά
φωλιάζουν άστρα, φωλιάζουν άστρα
κι ανοιξιάτικα πουλιά

Μες στην καρδιά μου ένα πουλί
δεν βλέπεις πώς σπαράζει
κι αν κελαηδεί κι αν κελαηδεί
το λιώνει το μαράζι

Μέσα στα μαύρα σου, κυρά μου, τα μαλλιά
φωλιάζουν άστρα, φωλιάζουν άστρα
κι ανοιξιάτικα πουλιά

Είσαι πριγκίπισσα σωστή
και προίκα σου τα μάτια
η αρχοντιά δεν κατοικεί
μες στα χρυσά παλάτια

Μέσα στα μαύρα σου, κυρά μου, τα μαλλιά
φωλιάζουν άστρα, φωλιάζουν άστρα
κι ανοιξιάτικα πουλιά

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Το μεγάλο μας τσίρκο

Το μεγάλο μας τσίρκο

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Τζένη Καρέζη, Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν’ ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω
να κλάψω να φωνάξω
να φωνάξω ή να σωπάσω

Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα κάτω στο γιαλό
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό

Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες

Και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ’ την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα παράτες
με παράτες και γιορτάδες

Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί

Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες
εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι
σαράντα με το λάδι
με το λάδι και το ξίδι

Κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι
Οι αγώνες που ’χεις κάνει δε ’φελάνε
το αίμα το χυμένο
το χυμένο αν δεν ξοφλάνε

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί