Γιώργος Θέμελης, Ακροτελεύτιος ύμνος

Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Έβδομη ραψωδία

Ακροτελεύτιος ύμνος

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ό,τι θέλεις ημπορείς…

Διονύσιος Σολωμός

Πατώντας τάφους παλιούς και τάφους νιόσκαφτους

Τη συνοδεύουν σπασμένες πέτρες κι ένα πλήθος σκιές
Και μια βοή, ένας καπνός που βγαίνει από μεγάλα βάθη

Με το ματωμένο φουστάνι, το τρύπιο σώμα της παρουσίας
Με τη λεπίδα στα μαχαίρια της αυγής σαν την ακονισμένη αγάπη
Που σκοτώνει

***

«Τόπο» λέει η ματιά κόβοντας θάλασσα «τόπο»
Αγναντεύοντας τ’ αδύναμα περιστέρια που δεν μπορούν να σηκωθούν πολύ ψηλά
Κι αφήνουν άσπρους παραδαρμούς πάνω στους κίονες
Στα χιόνια των Καρυάτιδων που κρύβουν ωραίους αιώνες
Στους θείους λαιμούς οπού κρατούνε κάνιστρα αετών
Που ψάλλουν την εντέλεια κι υμνούν το φως μες σε γαλήνια τόξα
Δροσίζοντας πότε πότε το στήθος τους μες στους αφρούς του Αιγαίου
Για να πάρουν κουράγιο και να σηκώνουν τη διαύγεια

Και τα στιλπνά κοιμητήρια που κρύβουν ζωντανές αγάπες κι άφθαρτους έρωτες
Πεθαμένους μα αθάνατους, θαμμένους μα ξυπνητούς σ’ όλα τα φώτα
Και που αγαπούν την αξίνα βγάζοντας τα πουκάμισα των παρθένων
Το ίδιο όπως οι Σάτυροι με τους γενναίους φαλλούς μες στις σπηλιές των τάφων
Το ίδιο όπως οι λευκοί νυμφίοι που σέρνουν τις αναμμένες λαμπάδες των γάμων τους μέσα στις νύχτες
Και κλειούν τις πόρτες σ’ όλες τις άβγαλτες κοπέλες που δεν ξέρουν τι θα πει άνοιξη
Αθανασία κι υμέναιος, νυμφικές αμυγδαλιές και στέφανα κερένια
Κι όπως οι άγγελοι που παίρνουν σάρκα ντύνονται και κατεβαίνουν σκάλες
Για να μιλήσουν με τον άνθρωπο δοκιμάζοντας το ψωμί του
Για να του φανερώσουν κάποια μυστικά του απλώνοντας τη μοίρα του
Και βλέπουν θάλασσα, πίνουν χαμόγελο και ξεχάνουν
Θρόνους και γρύπες και φτερά και κρίνους αμάραντους

***

Καλά όλα θαυμαστά κι ευλογημένα τρεις φορές

Μα θέλουν να φάνε
Θέλουν να δώσουν μπόι για να μπορούν να περπατάνε
Να πάρουν αίμα βαθύ για να μπορεί να πλέει η καρδιά τους

***

Φεγγοβολή τού ελληνικού ουρανού

Που κούρσευες τις ματωμένες πεδιάδες κάνοντας τρία βήματα κι ένα μεγάλο τέταρτο
Περπάτησε και πάλι, κάνε το πέμπτο και γίνου θάλασσα
Πνίξε τα σάπια καράβια και τα τέρατα και μπήξε μια φωτιά
Που να πάει ντουμάνι, να καπνίσει ο θάνατος να σκάσει ο μαύρος ήσκιος
Και μπήξε μια φωνή και κράξε απ’ τις πέντε ηπείρους του καιρού τους πεθαμένους
Ναρθούν και να ζεστάνουν τα χέρια τους, να πιουν καπνό και να μιλήσουν όπως μιλούσαν
Απλά σταράτα με την καρδιά και με τα γένια τους
Κι ύστερα να μας πάρουν στα χέρια και να μας φιλήσουν
Να μας πουν την αγάπη και την περηφάνια, τον ύπνο και την ομορφιά
Να μας μάθουν πώς χτίζουν πώς σπέρνουνε παιδιά
Πώς πελεκούν το μάρμαρο για να πάρει μιλιά κι αγέρα
Πώς ανεβαίνουν στον ουρανό κι αγναντεύουν τον κόσμο

Κι ύστερα να σύρουν τις γυναίκες τους μες στα φαρδιά τους φορέματα
Για να μας γεννήσουν άλλη μια φορά μες σε βαθιά κρεβάτια

Αληθινούς

Θεσσαλονίκη, Φλεβάρης 1948

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ο γυρισμός

Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Έκτη ραψωδία

Ο γυρισμός

Κάβοι και κόλποι
Της πρωινής χαράς που ακούω να με καλωσορίζουν και να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου
Που βλέπω τον εαυτό μου να σηκώνεται και να περπατεί
Μαζί με τα δέντρα, μαζί με τους γλάρους που φωνάζουν ψαρεύοντας με ανεμότρατα

Το πατρογονικό μου σπίτι είναι γυρτό και σκύβει τρίζοντας σαν ένας γέροντας
Φορτωμένος χρόνια, γεμάτος γενιές και πεθαμένους που κάθονται και πίνουν τα τσιμπούκια τους
Και σιγοκουβεντιάζουνε για τη ζωή που πάει και πάει και δεν τελειώνει

Μαζί γεννηθήκαμε μαζί μεγαλώναμε
Κάτω απ’ τους ίδιους αστερισμούς Ιχθύς και Παρθένο
Γράφοντας μες στη μεγάλη κάμαρα της φωτιάς μια γραφή και μια τοιχογραφία
Με ψηλά φορέματα, γαλήνια πρόσωπα πεζούς και καβαλάρηδες
Να πορεύονται
Και κάτι καράβια με πλώρες όρθιες κατά τα μάτια της αυγής
Και γυναίκες, κοπέλες με γοφούς σαν κύκνους και σαν κύματα
Όταν τα πλάθει ο άνεμος και τα κυλάει να παν να βρουν τους βράχους
Να σηκώνουν σταμνιά και να κεντούν τα χίλια ψάρια κοιτάζοντας μες στους βαθιούς καθρέφτες
Ανάβοντας το πάθος της ομορφιάς μες σε μεγάλα τζάκια

***

Πρόσωπά μου αμέτρητα
Παιδιά και κορίτσια κορίτσια και παιδιά που δε σας ξέρω και που σας βλέπω
Να κατεβαίνετε τα σκαλοπάτια των σπιτιών που έρχονται
Καπνίζοντας από μακριά σαν τα μεγάλα καράβια που τ’ ανάβει ο ήλιος
Σαν τα πουλιά των νησιών που κατεβαίνουν το ρέμα του καιρού
Για να κουβαλήσουν τις ψυχές που χάσαμε
Τις φωνές που περιμένουμε

***

Μακριά
Εκεί που πέφτει η συγνεφιά της σκόνης
Ακούω τον καβαλάρη να καλπάζει
Τον άσπρο μανδύα που διαπληκτίζεται με τον άνεμο μέσα στη νύχτα

Προς τις ακραίες φωτιές

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Η σκιά του απέθαντου

Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Πέμπτη ραψωδία

Η σκιά του απέθαντου

Ου γαρ πω ετέθαπτο υπό χθονός ευρυοδείης
Οδύσσεια Λ 52

Δεν έπραξα τίποτα για να μπορώ να κοιμηθώ στην ειρήνη των όσων πλαγιάζουν χορτάτοι
Πλάι στους δυνατούς νεκρούς που ησυχάζουν πάνω στις δάφνες τους
Επάνω σε χίλια καράβια σκαλωσιές και σπάθες που έγιναν όνειρα ύπνου σε βάθος
Ζωντανοί πιο ζωντανοί απ’ τους ζωντανούς μες στη ζεστή τους μνήμη
Γεμίζοντας τη μοναξιά των ανθρώπων με την ατέλειωτη παρουσία τους
Την ερημιά της γης
Τους χειμώνες τ’ ουρανού

Γυρίζουν τις νύχτες με τα φανταχτερά τους μονόξυλα στον ύπνο των παιδιών
Που τ’ αγαπούν και τα σεργιανίζουν σηκώνοντάς τα στην ψηλή αγκαλιά τους για να τα κάμουν αγάλματα
Για να φυτέψουν δέντρα μεγάλα κι ορμητικά ποτάμια
Και τα ποτίζουν κρασί και πικροδάφνη πικροδάφνη και κρασί που βγάζει ο ήλιος τους
Και καρπερό τραγούδι που καίει φωτιά κι ανάβει το αίμα
Και που το πίνουν μοναχά όσοι μπορούν και σηκώνουν τη βαριά χαρά
Όσοι μπορούν και βγάζουν μακριά μαλλιά και χέρια
Και μπορούν και κουβεντιάζουν καθαρά και τους αγαπάει ο θάνατος

***

Σέρνω την ύπαρξή μου από ύπνο σε ύπνο

Ένας ζωντανός που δε ζει
Ένας πεθαμένος που δεν πεθαίνει

Φτωχή ιστορία
Λευκή σελίδα χωρίς ούτε μια μουτζούρα
Χωρίς ούτε μια αμαρτία που να φάει το χαρτί
Χωρίς ούτε μια γενναία χειρονομία που να χαράξει έναν ίσκιο
Δίχως ούτε μια πέτρα ριγμένη στο κενό

Έπεσα στο κενό αγκάλιασα το κενό το γέμισα

***

Ανοίξετε τις μαύρες μοίρες σας
Με τους σταυρούς γυρισμένους κατά τις φτερούγες του Κύκνου

Μακριά και πέρα απ’ τα πικρά τενάγη που οι θεοί τα λεν Μιζέρια
Κι από τις άσπρες ξέρες του Κακού – Θανάτου

***

Σας περιμένουν οι γυναίκες σας
Και τα παιδιά σας είν’ ανυπόμονα σαν τα φεγγάρια
Που καρτερούν την άνοιξη να τα σηκώσει απάνω
Τα παιδιά τα παιδιά που κουβαλάτε μέσα σας
Μες στις φωτιές και μες στις πλάτες των ελπίδων που τραβούν μακριά σχοινιά
Για να δέσουν το παραμύθι του καιρού που θάρθει
Που θα κατέβει απ’ τα βουνά και θ’ ανεβεί απ’ τη θάλασσα
Κι απ’ τ’ ουρανού τους τέλειους γύρους

***

Να θυμάστε τους νεκρούς

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Νέκυια

Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Τέταρτη ραψωδία

Νέκυια

(Κοιτάζει σε μάκρος χωνεύοντας την πείνα του
Πλάι σε νεκρά πλεούμενα και βράχια που σαπίζουν
Ένας νεκρός από καιρό που τρώει την ύπαρξή του)

Μας κυνηγούσαν όλο μας κυνηγούσαν
Μοιραίες γυναίκες ζώα και δυνατοί βοριάδες
Και κάτι επικίνδυνα ηχηρά νησιά

Μας κέρδιζε πάντα η παρθενιά της θάλασσας

Κάποια αμαρτία
Ή κάποια κρυφή αρρώστια
Δεν ξέρω

Μα θα τους συναντήσω
Στην άλλη όχθη
Πέρα απ’ το σκιερό μπουγάζι των Σκυλοκέφαλων

Θα μαζευτούνε γύρω μου
Σαν τ’ άσπρο τούτου κοπάδι που πνίγεται
Σαν τα πυκνά μαυράδια των δέντρων
Όταν τα κοσκινίζει από ψηλά του φεγγαριού η οργή
Γυρεύοντας να πιουν λίγο κρασί ή λίγο ζεστό αίμα

Τους καίει η δίψα εκεί που βρίσκονται τους καίει
Ένας μεγάλος ήλιος τού γυρισμού ο χαμένος ήλιος
Που τριγυρνάει σαν τ’ άπιαστο πουλί επάνω απ’ τα κεφάλια
Και πιο πολύ και πιο πικρά κείνους που πήγαν μεθυσμένοι
Πέφτοντας την τελευταία στιγμή επάνω στους τοίχους
Κι όλο γυρεύουν ένα φτωχό μνημούρι να πλαγιάσουν

Τους καίει…

Θυμούνται και περιμένουν
Θυμούνται και περιμένουν
Ένα θαύμα

Κάποια αμαρτία…

Σκιές
Σκιές που θέλουν να φαν

Πώς να τους κάμω να σαρκωθούν και να μιλήσουν

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Κίρκη

Σωκράτης Μάλαμας, Κίρκη
(τραγούδι: Νίκος Παπάζογλου / δίσκος: Παραμύθια (1995))

Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Τρίτη ραψωδία

Κίρκη

Δεν ήξερε να μιλήσει
Όπως μιλάει η γυμνή γυναίκα κρύβοντας το χέρι σου μέσα στον κόρφο της
Για να σου πει την αγάπη και να σου καρφώσει έναν ήλιο
Που μαραίνεται

Γινόταν μαύρη θλίψη και σε σκέπαζε σαν την ομίχλη που τρυπάει το πρόσωπο
Κι έριχνε στο ποτήρι σου πικρή αψιθιά φουχτιές μαράζι
Για να σου βγάλει την αρματωσιά στο στόμα της σπηλιάς
Για να κατέβει αργά συρτά τα σκαλοπάτια σου μες στην ψυχή σαν το χτικιό που μπαίνει και γεννάει τ’ αυγά του

Ένιωθες να σε σφάζει μια γλυκιά μαχαιριά
Σφάχτης ανήλεος μες στη γραμμή της πίκρας
Να σου λιανίζει τους αρμούς, να ξεκλειδώνει την απελπισιά
Για να σε κάμει ένα ήμερο ζώο
Ένα
Θλιμμένο
Άγαλμα

***

Ω πώς έσκουζαν γύρω τα ζώα οι φυλακισμένες ψυχές μέσα στους βράχους
Πώς κοίταζαν ανάβοντας τα θολά τους μάτια που δεν μπορούσαν πια να κλάψουν
Μήτε να κεντήσουν άστρα και ψάρια στα δίχτυα της βροχής
Μήτε ν’ αρματώσουν μονόξυλα κι όνειρα στις όχθες του ήλιου
Μήτε να χαράξουν κάποια τολύπα που ανεβαίνει και χάνεται
Και πάλι ξαναγίνεται κι ανεβαίνει και χάνεται πικραίνοντας τον ουρανό μαύρος καημός
Μήτε να θυμηθούν
Μήτε να ελπίσουν

***

Μαχαίρι μαυρομάνικο
Μαχαίρι μου που σε φορώ και σ’ έχω απάνω μου
Λίγο πιο κάτω απ’ την καρδιά
Λίγο πιο μέσα απ’ την αγάπη
Για να σταυρώνω το ψωμί που τρώω
Για να σφραγίζω το νερό που πίνω
Για να κόβω τη γλυκιά ζωή
Απ’ το θάνατο

***

Παιδιά σύντροφοι αδέλφια μου απ’ την ίδια σάρκα
Τι το κάματε το ψωμί που σας μοίρασα
Το δυνατό κρασί που σας πότισα
Σαν την πονετική αυγή που μοιράζει το σώμα της στα πουλιά της

Ανοίξτε την κοιλιά του λύκου που σας χωνεύει
Τρυπήστε το χοντρό δέρμα που σας κλέβει τον ήλιο
Τη μαύρη μέρα που σας βουλιάζει μέσα στο χώμα

***

Σηκωθείτε γιατί θα χάσουμε τον καιρό
Σηκωθείτε γιατί θα χάσουμε τον καπνό που βγάζει η θύμηση

Τις χρυσές αρκούδες στα δάση τ’ ουρανού

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Η νήσος των ναυαγών

Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Δεύτερη ραψωδία

Η νήσος των ναυαγών

Τώρα μας καίει το λιοπύρι
Επάνω σ’ αυτή την ξέρα σ’ αυτό το μαύρο βράχο
Κυκλωμένο απ’ τους ανέμους δαρμένο απ’ τη βοή
Κι από μηνύματα καταιγίδων

Στεγνοί
Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα

Μας τρώει η έγνοια
Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
Κ’ η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ίσκιος
Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού

Δε γίνεται να ξεχάσουμε
Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καημός

Σκαρί απ’ όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ’ το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ’ την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρει
Κι απ’ το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράσει
Το φως και το σκοτάδι
Το φελλό και το μολύβι

Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
«Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
Φέρνοντας πίσω τους θεούς
Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
Αγγεία, χρυσαφικά…

Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ο βασιλιάς των ταξιδιών

Loreena McKennitt, Marco Polo (δίσκος: Τρίχορδο, ο ήχος της ψυχής μας (2001))

Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Πρώτη ραψωδία

Ο βασιλιάς των ταξιδιών

Quantum mutatus…
Βιργίλιος

Όχι τη χιλιοτραγουδισμένη δόξα
Το ξύλινο άλογο με τη σιδερένια κοιλιά
Τις φλόγες που χόρεψαν το μεσονύχτι

Ούτε τις μεγάλες περιπέτειες
Το έπος που έγραψε μια καρδιά με χίλιες τρόπιδες σε στεριά και θάλασσα
Στις αιωνόβιες πέτρες του χρόνου με το αιώνιο αίμα της
Πιο καυτερό απ’ το πάθος της φωτιάς
Πιο δυνατό απ’ τον καημό του ανέμου

***

Το τραγουδούσαν οι ακρογιαλιές και το τραγουδούν ακόμα
Και θα το τραγουδούν ώσπου να κοιμηθεί ο ήλιος χαμηλώνοντας όλες τις λάμπες
Το τραγούδι του καπετάνιου με τ’ απέραντα μάτια

Το παίρνουν οι άνεμοι, το δίνουν στα πουλιά να το μοιράσουν στον ουρανό μαζί με το φως
Και της βροχής τα δάχτυλα το σπέρνουν στους κόλπους της γης και στα ποτάμια να καρπίζουν τα δέντρα
Να μεγαλώνουν τα παιδιά να ζουν τ’ αγάλματα
Και τα κατάρτια να βαστούν τη μοίρα τους που τα χτυπάει από ψηλά

Κι οι άνθρωποι να σηκώνουν το μπόι τους ίσαμε τα βυζιά των θεών
Και κείνοι να γελούν από κειπάνω και να χαίρονται με την καρδιά για την καλή γενιά τους
Θυγατέρες και γιους αγγόνια και δισάγγονα βγαλμένα απ’ τα φαρδιά τους γόνατα
Που να που πάνε να τους μοιάσουν, να π’ ανεβαίνουνε να γίνουν άλλη μια φορά θαυμαστές εικόνες
Σκαλιστές σκιές τους που βαθαίνουν τη γη και την κάνουν καθρέφτη
Όπου οι γυναίκες βλέπουν θεούς και οι θέαινες ανθρώπους
Όπου κι ο θάνατος περνά μοιράζοντας στεφάνια

Κάτω στους τάφους οι νεκροί τ’ ακούν κι αναστενάζουν

***

Οι βοριάδες τού πήραν τη φωνή
Οι τρικυμίες μελετούν τη θάλασσα συλλαβίζοντας τ’ όνομά του
Οι αστραπές τού γράφουν την κορμοστασιά στο φόντο των βουνών με πράσινα κοντύλια
Κι η ψυχή μας σηκώνεται και καλωσορίζει την άφθαρτη παρουσία του σαν τον αναμενόμενο βασιλιά των ταξιδιών
Όταν ο ίσκιος του έρχεται και δρασκελάει το κατώφλι του ύπνου
Και σκύβει να ξεσηκώσει απ’ τους βυθούς
Τα βουλιαγμένα καράβια μας

***

Όχι τη δόξα…

Τραγούδησέ μας τώρα πια τη θλίψη
Τον ακίνητο ήλιο του μεσημεριού που κρέμεται από πάνω καρφώνοντας την όψη
Την παμπάλαια άλμη και τους παλιούς ανέμους που έπηξαν στα μαλλιά
Και το πικρό πικρόχολο χασομέρι που μαραίνει τα χέρια
Ανάμεσα σ’ ένα νεκρό λιμάνι και μια ταβέρνα
Ανάμεσα σ’ ένα μισό τσιγάρο και τρεις βαριές κουβέντες
Για το βαριεστημό
Για το βαριεστημό

Εκείνος είναι αυτός που καπνίζει φτύνοντας καπνό και πάθος
Που συλλαβίζει τα μηνύματα των καιρών, την ιστορία της θάλασσας
Και χτίζει με άμμο και τίποτα τα πιο απίθανα όνειρα
Γιατί δεν έχει τι να κάνει
Απλοχωριά να πάρει ανάσα
Σανίδι να σταθεί, μεριά ν’ απλώσει
Τ’ ατέλειωτο κουβάρι των ελπίδων του
Τι τον πλακώνει η απανεμιά, τον ζώνει ο χρόνος
Κι ένα μεράκι η θύμηση του σκάβει τα πνεμόνια
Γιατί η καρδιά του είναι βαριά, δεν τη σηκώνει το αίμα
Και το θεόρατο ίσκιο του η τρύπια φορεσιά

Τραγούδησέ μας τώρα πια τη θλίψη

Δεν έχουν μπάλσαμο οι στεριές κι αγέρα τα βουνά
Δεν έχει πια για μας καράβια η θάλασσα

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης