Μαρία Κουγιουμτζή, Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Κράτα λίγο ακόμα
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι

Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του
εγώ τις πάγωσα
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.
Μη φοβάστε.
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος
δε θα βυθιστείτε.

Όσα είδατε σ’ αυτόν,
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,
φλογοβόλα όπλα,
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,
τα πόδια να κλοτσούν
σαν άγρια άλογα,
όμως κυρίως η μιλιά του,
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,
δεν θα τα ξαναδείτε.
Εγώ τ’ αφάνισα.

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι
και δεν πρόσεξε.
Είχε ξεχάσει
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 77, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Κώστας Πλαστήρας, Ασκήσεις εγκλιματισμού

Ναζίμ Χικμέτ & Θάνος Μικρούτσικος, Αν η μισή μου καρδιά
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Πολιτικά τραγούδια (1975))

Ασκήσεις εγκλιματισμού

Στυφό απομεινάρι

Σταγόνες νερό όμοιες
είμαστε.
Μας κατέχει ο φόβος.

*

Καλά που έμαθα να γράφω, να διαβάζω,
να μιλώ
που δεν είμαι ανορθόγραφος, αδιάβαστος,
τραυλός
που ενδόμυχα αυτοαναιρούμαι
και που προσθέτω
στις φράσεις μου το Αν.

Από τη συλλογή Alarme (1979) του Κώστα Πλαστήρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Πλαστήρας

Αναστάσης Βιστωνίτης, Οι φίλοι

Θάνος Μικρούτσικος & Κώστας Λαχάς, Ο τυμβωρύχος
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Στου αιώνα την παράγκα (1996))

Οι φίλοι

Σταματώ.
Μες στο αργό φως τίποτα δεν κινείται
Η μέρα άσπρη και παράλυτη

Θυμάμαι τα μεθυσμένα μάτια τη νύχτα,
τη μουσική που έρχεται κομματιασμένη,
σπασμένη στο πρώτο ανέβασμα της μνήμης.
Ο οίκος του πατρός μου πνιγμένος
στην τσουκνίδα και στ’ αγριόχορτα.

Οι φίλοι φυτεμένοι σ’ άγονα χώματα
μες στον αργό τους θάνατο επιζούνε.
Άλλοτε ωραίοι, διασκελίζοντας το φως,
πρόσωπα απέναντι στον άνεμο,
μάτια που κυματίζαν, ανοιχτά πανιά,
περνούν σκυφτοί μέσα στο χρόνο.

Ο χρόνος ανεβαίνει λασπωμένος,
φορτωμένος αμαρτίες άλλων,
σκληρά πατήματα στην άσφαλτο.
– Αποφασισμένος. Η λάμψη
σκίζει τα μέτωπα, τα στενά μάτια.
Τώρα
πυροβολούν μπροστά∙
τα μάτια τους

Τρυπούν το πρόσωπό τους.
Βγαίνουν μέσα από την απόσταση
οι οπλισμένοι νεκροί, οι αφημένοι,
ένα άσχημο φως διαγράφει κινήσεις
βαθιά στο σκοτεινό μέλλον…
Οι άλλοτε ωραίοι

Εδώ. Ριγμένος. Δεν ακούγεται
ο κρότος της μέρας. Δεν τρίζουν
τα βήματα της μνήμης.
Το φως περνάει από το παράθυρο
και μου τρυπάει το δέρμα.

Από τη συλλογή Τέφρες (1980) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Άνοιξη

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Άνοιξη μπαίνει
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Άνοιξη

Ο Μάρτης φέρνει παγωμένες φωτιές.
Στο άνυδρο φως με βυθίζει ένας
γερμανικός χειμώνας.

Η Άνοιξη είναι μια ορχήστρα χρωμάτων
κι εγώ ο σκοτεινός θεατής
άγνωστος μέσα στο πυκνό ψύχος,
παρατηρώντας την επιδρομή της εσπέρας
στα οροπέδια τ’ ουρανού.

Η Άνοιξη είναι το αίμα των ποταμών
που ορμούν με τη μανία της νιότης μου –
ο θάνατος στην εκτυφλωτική ορμή του.

Η Άνοιξη είναι ένα εμβατήριο τίγρεων
που κομματιάζει το μυαλό μου
καθώς ανθίζει το ατσάλινο φως.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Μανόλης Ξεξάκης, Το τυροκέλι του τραγουδιού

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Άνοιξη μπαίνει
(ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Το τυροκέλι του τραγουδιού

Τώρα πια αναβλύζει και σκορπίζεται μέσ’ απ’ τους πυλώνες εκείνων
των νεοσσών αισθημάτων που ένιωσα γράφοντας το τραγούδι
μια ανεκτίμητη μυρωδιά.
Οι κλώνοι μου, αργά και σταθερά, φυλλορροούνε και μοναχά αυτή η οσμή
των αισθήσεων που σαρώνει τα λυχνάρια της νύχτας με κινεί ν’ ανιχνεύω
τη συναισθηματική φουρτούνα που προσπαθούσα να δαμάσω εκείνη την εποχή. Ανίκανο για άλλη δράση το οπλοστάσιο ενός συγγραφέα, προσπαθεί να περισώσει εδώ τα ψιχία του ρομαντισμού και της απελπισίας των εγκαταλειμμένων εφήβων, που μεγάλωσαν σε μικρές πολιτείες, με μικρές χαρές, γεμάτοι άγνοια, χωρίς σταλάγματα πολιτικής οικονομίας στο δραστικό πεδίο του νοητικού τους.
Η άνοιξη της εφηβείας των ελληνοπαίδων, στις ασφυκτικές επαρχιακές πολιτείες, δεν είναι καθόλου ανθηρή.
Η χαρά και η συναισθηματική επάρκεια, που είναι απαραίτητες στις παιδικές που αναδύονται ψυχούλες, αγγίζουν μονάχα τους τολμηρούς μικροαστικής νοοτροπίας και παράγουν κατά κανόνα βλάκες.
Η ζωή κυλάει μέσα από παράτες αμφίβολης εμβέλειας, με τους τοπικούς άρχοντες προκλητικούς και δασκαλεμένους από επιτυχόντες προγόνους.
Το ιερατείο εν δράσει στις ετήσιες γιορτές.
Το σχολείο φάκα, η φτώχεια, η μιζέρια, το ψέμα και μέσα σ’ όλα αυτά το λουλουδάκι του έρωτα, δικτατορικά κύριοι, εν τούτοις, ανθίζει.

Από τη συλλογή Πλόες ερωτικοί (1980) του Μανόλη Ξεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

Διαβάζει ο ποιητής.

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Γυναίκα
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Θεσσαλονίκη ΙΙ

Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μάς μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μάς πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες.
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί με Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του ’ριξα και δεν με θέλει το ποτάμι.
Τι σου ’φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951

Από τη συλλογή Τραβέρσο (1975) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Θεσσαλονίκη

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Θεσσαλονίκη
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Θεσσαλονίκη

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
– Άγιε Νικόλα, φύλαγε, κι Αγιά Θαλασσινή.
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ’κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ’πες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Federico Garcia Lorca

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Federico Garcia Lorca
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Federico Garcia Lorca

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ’ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο — πορεία προς το βοριά.
Τράβα μπροστά —ξοπίσω εμείς— και μη σε μέλλει.

Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στην μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα έν’ αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν’ ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Εσμεράλδα

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Εσμεράλδα
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Εσμεράλδα

Στο Γιώργο Σεφέρη

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’ το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.

Ο παπαγάλος σού ’στειλε στερνή φορά το «γεια σου»
κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «Σε προδίνω»,
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγκά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το ’πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρομιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Μαρέα

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Μαρέα
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος & Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου | Γραμμές των οριζόντων (2005))

Μαρέα

Στο Γιακουμή Βαλάση

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες.
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat.

Πυξίδα γέρικη —ataxie locomotrice—
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα.
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι οι τρεις
να λύσει τ’ άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα.

Της τραμουντάνας τ’ άστρο, τ’ άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες.
Του Mazagan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά.

Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες.
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες,
μας πρόδωσε μ’ ένα πνιγμένο του Νορόνα.

Πουλιά στα ξάρτια —καραντί— στεριανή ζάλη
χελιδονόψαρα — πνιγμένου δαχτυλίδι.
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι.

Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει.
Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Cambay’s water

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Cambay’s water
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Ο Σταυρός του Νότου (1979))

Cambay’s water

Στον Π. Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
«κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω»
ωστόσο οι κάβοι σού σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που ’ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ’ απόψε –λέω– φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που ’πες με θυμό: «Θα ’βγω άλλη μέρα…»

Τη νύχτα σού ’πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο η πορεία…»

Ξημέρωσε κι ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαραχάνα του Μυζόρ δε φάνηκε όμως!…
Μ’ αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
και του πετούσε απά τα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι∙
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντίλι.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Μέχρι εδώ

Θάνος Μικρούτσικος & Λάκης Λαζόπουλος, Ως εδώ
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος, Λάκης Λαζόπουλος, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Διονύσης Τσακνής / δίσκος: Ψάξε στ’ όνειρό μας (1997))

Μέχρι εδώ

Μέχρι εδώ
Δεν θ’ ακούσετε πια την ένστασή μου
Δεν πρόκειται να διαμαρτυρηθώ
Σταματώ να βάζω ερωτήματα
Δεν θέλω την άποψή σας

Όλα έχουν απαντηθεί

Σιωπηλός παίρνω το λεωφορείο
Γκρίζο πικρό μπαμπάκι στόμα
Διασχίζω σακατεμένους δρόμους
Χωρίς να κρίνω τα βαθιά ανέκφραστα πρόσωπα
Χωρίς να ρωτώ τ’ άγρια μάτια σε τι ελπίζουν

Γεύση στάχτης μπουκώνει το πρωινό
Σιωπηλός παραμένω
Αδιάφθορος
Την ανέκκλητη να εκτελέσω καταδίκη σας

15 του Ιούνη 1983

Από τη συλλογή Πάροδος Μοναστηρίου (1989) του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου