Γιάννης Μαρκόπουλος: Μεταμφίεση – Σκύμνος & Χλόη (οργανικό)

Μεταμφίεση – Σκύμνος & Χλόη (οργανικό)
[Από την ταινία Μικρές Αφροδίτες (1963) του Νίκου Κούνδουρου]

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιάννης Μαρκόπουλος
Σόλο σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Λαούτο & κιθάρα: Γεράσιμος Μηλιαρέσης
Σόλο φλάουτο: Νίκος Ρέγκιος
Δίσκος: Γιάννης Μαρκόπουλος / Ανεξάρτητα + 7 κινηματογραφικά (2011)

Οδ. Ελύτης & Μ. Θεοδωράκης, Το άξιον εστί / Λυκαβηττός, 1977

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Συμφωνική μουσική: συμφωνική ορχήστρα με επικεφαλής τον βιολιστή Τάτση Αποστολίδη
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Αφηγητής: Μάνος Κατράκης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης (λαϊκός τραγουδιστής), Ανδρέας Κουλουμπής (βαρύτονος) & μικτή χορωδία υπό τη διεύθυνση της Έλλης Νικολαΐδου
Συναυλιακός χώρος: Θέατρο Λυκαβηττού (1977)

Καλοκαίρι του 1977: Ο «Μουσικός Αύγουστος» του Μίκη Θεοδωράκη στο θέατρο του Λυκαβηττού είναι πια γεγονός. Ιστορική στιγμή για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα καθώς οι μελωδίες του Μίκη πλημμυρίζουν, επιτέλους, από κει ψηλά το λεκανοπέδιο μέσα από 28 συναυλίες και 11 έργα.

Προτελευταίο έργο είναι «Το άξιον εστί». Στη σκηνή παρελαύνουν πολλοί από τους συντελεστές της μεγαλειώδους πρώτης ηχογράφησης του έργου το 1964: διευθύνει ο Μίκης Θεοδωράκης, αφηγείται ο Μάνος Κατράκης, επικεφαλής της λαϊκής ορχήστρας είναι ο Κώστας Παπαδόπουλος και ο Λάκης Καρνέζης, ο ρόλος του λαϊκού τραγουδιστή ανήκει πλέον δικαιωματικά στον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Στο μουσικό σύνολο προστίθενται, ωστόσο, και ορισμένοι νέοι ερμηνευτές του έργου: α) ο σπουδαίος μονωδός της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ο Ανδρέας Κολουμπής, στον ρόλο του βαρύτονου, β) της συμφωνικής ορχήστρας ηγείται ο έξοχος βιολιστής Τάτσης Αποστολίδης και γ) τη μικτή χορωδία διευθύνει η Έλλη Νικολαΐδου.

Ας τους ακούσουμε. Ήταν τόσο νέοι, τόσο ζωντανοί και τόσο σπουδαίοι όλοι τους!

Ψυχή φευγάτη (Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Νίκος Γκάτσος & Σταύρος Ξαρχάκος)

IV. Ψυχή φευγάτη

Ποίηση: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Γκάτσος
Διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Ερμηνεία: Κώστας Πασχάλης
Δίσκος: Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας (1969)

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά,
τ’ άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου,
δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’ αγόρι,
γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα.

Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη,
το μαύρο ατλάζι μέσα του που λιώνεις,
δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη,
γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα.

Χινόπωρο θα ’ρθει με σαλιγκάρια,
σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα,
όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια,
γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα.

Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα,
σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη Γη,
σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβαγμένοι.

Νεκρός για πάντα…

Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.
Γι’ αυτούς που θά ’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου.
Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα.
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών του.
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου.

Χρόνια θ’ αργήσει να φανεί, αν θα φανεί ποτέ του,
τέτοιος καθάριος, ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος.
Την αρχοντιά του τραγουδώ με λόγια που στενάζουν
κι έν’ αεράκι οπού ’κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Το ποίημα «Llanto por Ignacio Sanchez Mejias» το έγραψε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα θρηνώντας το θάνατο του φίλου του, ταυρομάχου από την Ανδαλουσία, σε ταυρομαχία στη Σεβίλλη, τον Αύγουστο του 1934. Ο Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στις τάξεις των νεαρών Ισπανών ποιητών εκείνης της εποχής. Πλούσιος και διάσημος, διοργάνωνε ποιητικές βραδιές συγκεντρώνοντας τα πιο ανήσυχα μυαλά του καιρού του και της πατρίδας του.

Την απόδοση των στίχων στα Ελληνικά έκανε ο Νίκος Γκάτσος, υποδειγματικά ως συνήθως, καταφέρνοντας να ακολουθήσει όλες τις δραματικές κορυφώσεις του έργου του Λόρκα και προσφέροντας μια δουλειά-εγκόλπιο για τη μεταφορά των Ισπανικών στη γλώσσα μας. Ο Σταύρος Ξαρχάκος έγραψε ένα λυρικό δράμα ή μια καντάτα για σύνολο λαϊκών οργάνων, βαρύτονο και αφηγητή. Εξαιρετικοί στους ρόλους τους ήταν ο Μάνος Κατράκης και ο διεθνούς φήμης βαρύτονος Κώστας Πασχάλης. Το έργο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: «Το χτύπημα και ο θάνατος», «Το σκόρπιο αίμα», «Σώμα στην πέτρα» και «Ψυχή φευγάτη».

O συνθέτης είχε ζητήσει από τον Νίκο Γκάτσο να ηχογραφήσει με τη φωνή του σε μια κασέτα ένα απόσπασμα από το ποίημα, στην πρωτότυπη γλώσσα του, για να έχει την προσωδία του ισπανικού στίχου. Σε επανέκδοση του δίσκου, το 2006, προστέθηκε αυτή η ιστορική ηχογράφηση.

Το ποίημα του Λόρκα έχει γνωρίσει αρκετές μελοποιήσεις παγκοσμίως, με εκείνη του Σταύρου Ξαρχάκου, όμως, να θεωρείται από τις πλέον αντιπροσωπευτικές. [Πηγή: εφημερίδα Καθημερινή]

Και το σημείωμα του Σταύρου Ξαρχάκου στον δίσκο:

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα

Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήταν πέντε σ’ όλα τα ρολόγια-
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…

Ο Θάνατος μέσα στην πιο γαλήνια ώρα -πώς χώρεσε στ’ αλήθεια… πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, ο ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας σκοτώθηκε στην αρένα του Μανθανάρες.
Την ίδια ακριβώς ώρα, γονατιστός μπροστά στο νεκρό κορμί, ο ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα προσκυνούσε την ανθρωπότητα μέσα στα πεθαμένα μάτια του χαμένου φίλου.

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, κι ο ταυρομάχος Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε στην αρένα της ελευθερίας του πνεύματος, χτυπημένος από τον ίδιο ταύρο.

Κάθε τόσο, στις πέντε τ’ απόγευμα, ένας ταυρομάχος, ποιητής, ηγέτης, άνθρωπος, θυσιάζεται στην αρένα του Μανθανάρες την ώρα που παλεύει αγώνα ιερό.

Άλλοτε μαθαίνουμε πως λέγεται Ιγνάθιο, άλλοτε δεν το μαθαίνουμε ποτέ – κι η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που κάνει τα ρολόγια να χτυπάνε ίσως πιο δυνατά τ’ απόγευμα στις πέντε.

Κάθε που έφτανε τούτη η ώρα -μέσα στα δυόμισι χρόνια που νύχτα-μέρα δούλευα το έργο μου- ο ταύρος θέριευε στην αρένα, το αίμα του Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας πάγωνε στο δωμάτιό μου.

Πιστεύω -και τούτη είναι η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση- πως κατόρθωσα μέσα στο έργο μου να περάσω από τον θρήνο στον ηρωικό ύμνο, απ’ τη νεκρική ηρεμία στην υπέρτατη ηρωική κραυγή.
Στους νεκρούς Ιγνάθιο δε θρηνούν. Σωπαίνουν μόνον ή φωνάζουν δυνατά τ’ όνομά τους και κοιτάζουν μπροστά -κατευθείαν μπροστά.

Με την ολοκλήρωση του έργου, νιώθω την υποχρέωση να ομολογήσω ότι δε χρειάστηκε να κάνω καμιάν ιδιαίτερη προσπάθεια για ν’ ακολουθήσω τις διάφορες καμπές του ποιήματος, γιατί είχα την ευτυχία -και μόνο έτσι μπορώ να την ονομάσω- να είναι πάντα πέντε η ώρα.
Πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Σταύρος Ξαρχάκος

Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, τι μένει και τι μπορώ άραγε να πω; Μονάχα ότι πρέπει ν’ ακούσουμε αυτούς τους σπουδαίους ποιητές, αυτές τις σπουδαίες φωνές, αυτούς τους σπουδαίους μουσικούς, με τη δέουσα προσοχή, συγκίνηση, ίσως και κατάνυξη. Γιατί εδώ έχουμε ένα από τα σημαντικότερα έργα που θα συμπεριλάβω στις σελίδες μας. Καλή ακρόαση!

Σώμα στην πέτρα (Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Νίκος Γκάτσος & Σταύρος Ξαρχάκος)

III. Σώμα στην πέτρα

Ποίηση: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Γκάτσος
Διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Ερμηνεία: Κώστας Πασχάλης
Δίσκος: Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας (1969)

Η πέτρα είν’ ένα μέτωπο μ’ όνειρα που στενάζουν
μα δεν κρατάει κυρτό νερό και κρύα κυπαρίσσια.
Η πέτρα πλάτη είναι γυμνή τον χρόνο να σηκώνει
με δέντρα δακρυοπότιστα, κορδέλες και πλανήτες.

Είδα βροχές, σταχτιές βροχές στα κύματα να τρέχουν
τα τρυπημένα υψώνοντας και τρυφερά τους χέρια,
να μην πιαστούν στο αγκάλιασμα της πλαγιασμένης πέτρας
που καταλεί τη σάρκα τους και δε ρουφάει το αίμα.

Γιατί η πέτρα είν’ ανοιχτή σε σπόρους και σε νέφη,
σε σκελετούς κορυδαλλών και σ’ αμφιλύκης λύκους,
μα ήχο κανένα δε γεννάει και κρύσταλλα και φλόγες
παρά μονάχα ατέλειωτες αρένες δίχως τοίχους.

Πάνω στην πέτρα ο Ιγνάθιο, ο καλογεννημένος.
Τέλειωσε πια. Τι μένει εδώ; Την όψη του κοιτάχτε:
ο θάνατος τη σκέπασε με κερωμένα θειάφια
και σκοτεινού μινώταυρου του φόρεσε κεφάλι.

Τέλειωσε πια. Τώρα η βροχή στ’ άδειο του στόμα μπαίνει.
Τώρα ο αγέρας σαν τρελός φεύγει απ’ τα κούφια στήθη,
και ποτισμένος ο Έρωτας με του χιονιού τα δάκρυα
πάει ζεστασιά να ξαναβρεί ψηλά στα βοσκοτόπια.

Ποιος μίλησε; Βαριά σιωπή σα μπόχα βασιλεύει.
Μπροστά μας είν’ ένα κορμί στη σκοτεινιά δοσμένο,
μια κατακάθαρη μορφή που κάποτε είχε αηδόνια
και τώρα τρύπες άπατες γεμάτη απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια.
Κανείς εδώ δεν τραγουδάει, κανείς εδώ δεν κλαίει,
κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δε σκιάζει:
μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να ’χω,
να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δε θά ’βρει.

Τους άντρες θέλω εδώ να ιδώ με τη φωνή την άγρια,
που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε,
που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε
με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα.

Εδώ να ’ρθούνε να τους δω. Μπροστά σ’ αυτήν την πέτρα.
Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια.
Εδώ να ’ρθούνε να μου ειπούν [ποιος δρόμος*] ποια στράτα τώρα μένει
για τούτον τον παλικαρά που ο θάνατος ορίζει.

Θέλω ένα θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι
με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες,
μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο ώσπου να σβήσει
χωρίς ν’ ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου.

Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα,
που [όντας*] σαν παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο,
να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι,
στ’ άσπρα τα θάμνα του καπνού που η παγωνιά πετρώνει.

Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια,
για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει.

[* Αρχικοί στίχοι του Νίκου Γκάτσου]

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Το ποίημα «Llanto por Ignacio Sanchez Mejias» το έγραψε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα θρηνώντας το θάνατο του φίλου του, ταυρομάχου από την Ανδαλουσία, σε ταυρομαχία στη Σεβίλλη, τον Αύγουστο του 1934. Ο Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στις τάξεις των νεαρών Ισπανών ποιητών εκείνης της εποχής. Πλούσιος και διάσημος, διοργάνωνε ποιητικές βραδιές συγκεντρώνοντας τα πιο ανήσυχα μυαλά του καιρού του και της πατρίδας του.

Την απόδοση των στίχων στα Ελληνικά έκανε ο Νίκος Γκάτσος, υποδειγματικά ως συνήθως, καταφέρνοντας να ακολουθήσει όλες τις δραματικές κορυφώσεις του έργου του Λόρκα και προσφέροντας μια δουλειά-εγκόλπιο για τη μεταφορά των Ισπανικών στη γλώσσα μας. Ο Σταύρος Ξαρχάκος έγραψε ένα λυρικό δράμα ή μια καντάτα για σύνολο λαϊκών οργάνων, βαρύτονο και αφηγητή. Εξαιρετικοί στους ρόλους τους ήταν ο Μάνος Κατράκης και ο διεθνούς φήμης βαρύτονος Κώστας Πασχάλης. Το έργο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: «Το χτύπημα και ο θάνατος», «Το σκόρπιο αίμα», «Σώμα στην πέτρα» και «Ψυχή φευγάτη».

O συνθέτης είχε ζητήσει από τον Νίκο Γκάτσο να ηχογραφήσει με τη φωνή του σε μια κασέτα ένα απόσπασμα από το ποίημα, στην πρωτότυπη γλώσσα του, για να έχει την προσωδία του ισπανικού στίχου. Σε επανέκδοση του δίσκου, το 2006, προστέθηκε αυτή η ιστορική ηχογράφηση.

Το ποίημα του Λόρκα έχει γνωρίσει αρκετές μελοποιήσεις παγκοσμίως, με εκείνη του Σταύρου Ξαρχάκου, όμως, να θεωρείται από τις πλέον αντιπροσωπευτικές. [Πηγή: εφημερίδα Καθημερινή]

Και το σημείωμα του Σταύρου Ξαρχάκου στον δίσκο:

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα

Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήταν πέντε σ’ όλα τα ρολόγια-
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…

Ο Θάνατος μέσα στην πιο γαλήνια ώρα -πώς χώρεσε στ’ αλήθεια… πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, ο ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας σκοτώθηκε στην αρένα του Μανθανάρες.
Την ίδια ακριβώς ώρα, γονατιστός μπροστά στο νεκρό κορμί, ο ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα προσκυνούσε την ανθρωπότητα μέσα στα πεθαμένα μάτια του χαμένου φίλου.

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, κι ο ταυρομάχος Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε στην αρένα της ελευθερίας του πνεύματος, χτυπημένος από τον ίδιο ταύρο.

Κάθε τόσο, στις πέντε τ’ απόγευμα, ένας ταυρομάχος, ποιητής, ηγέτης, άνθρωπος, θυσιάζεται στην αρένα του Μανθανάρες την ώρα που παλεύει αγώνα ιερό.

Άλλοτε μαθαίνουμε πως λέγεται Ιγνάθιο, άλλοτε δεν το μαθαίνουμε ποτέ – κι η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που κάνει τα ρολόγια να χτυπάνε ίσως πιο δυνατά τ’ απόγευμα στις πέντε.

Κάθε που έφτανε τούτη η ώρα -μέσα στα δυόμισι χρόνια που νύχτα-μέρα δούλευα το έργο μου- ο ταύρος θέριευε στην αρένα, το αίμα του Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας πάγωνε στο δωμάτιό μου.

Πιστεύω -και τούτη είναι η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση- πως κατόρθωσα μέσα στο έργο μου να περάσω από τον θρήνο στον ηρωικό ύμνο, απ’ τη νεκρική ηρεμία στην υπέρτατη ηρωική κραυγή.
Στους νεκρούς Ιγνάθιο δε θρηνούν. Σωπαίνουν μόνον ή φωνάζουν δυνατά τ’ όνομά τους και κοιτάζουν μπροστά -κατευθείαν μπροστά.

Με την ολοκλήρωση του έργου, νιώθω την υποχρέωση να ομολογήσω ότι δε χρειάστηκε να κάνω καμιάν ιδιαίτερη προσπάθεια για ν’ ακολουθήσω τις διάφορες καμπές του ποιήματος, γιατί είχα την ευτυχία -και μόνο έτσι μπορώ να την ονομάσω- να είναι πάντα πέντε η ώρα.
Πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Σταύρος Ξαρχάκος

Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, τι μένει και τι μπορώ άραγε να πω; Μονάχα ότι πρέπει ν’ ακούσουμε αυτούς τους σπουδαίους ποιητές, αυτές τις σπουδαίες φωνές, αυτούς τους σπουδαίους μουσικούς, με τη δέουσα προσοχή, συγκίνηση, ίσως και κατάνυξη. Γιατί εδώ έχουμε ένα από τα σημαντικότερα έργα που θα συμπεριλάβω στις σελίδες μας. Καλή ακρόαση!

Το σκόρπιο αίμα (Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Νίκος Γκάτσος & Σταύρος Ξαρχάκος)

II. Το σκόρπιο αίμα

Ποίηση: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Γκάτσος
Διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Ερμηνεία: Κώστας Πασχάλης
Δίσκος: Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας (1969)

Γέρικου κόσμου η αγελάδα
έσερνε την πικρή της γλώσσα
σ’ ένα μουσούδι κόκκινο αίμα
ξεχειλισμένο στην αρένα,
κι οι αρχαίοι ταύροι του Γκισάντο,
πέτρα μαζί και θάνατος,
μουγκάνισαν σα δυο αιώνες
που έχουν χορτάσει πια τη γη.
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!

Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε νά ’βρει την αυγή
και πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ’ όνειρο του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ’ όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.
Μη! μη μου λέτε να το βλέπω!
Το ανάβρυσμά του να μη βλέπω
κάθε φορά να λιγοστεύει,
το ανάβρυσμά του που φωτίζει
τόσες κερκίδες και σκορπιέται
[μες στο πετσί και το βελούδο*]
στην κάπα απάνω και στο δέρμα
κοσμοπλημμύρας διψασμένης.
Ποιος μου φωνάζει να κοιτάξω;
Μη! μη μου λέτε να το βλέπω!

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.

Κι από τα βοσκοτόπια πέρα
ήρθ’ ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.

Δεν είχεν άρχοντα η [Σεβίλλια*] Σεβίλλη
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να ’ν’ τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.
Φως χρυσαφένιο είχε μιας Ρώμης
ανδαλουσιάνικης στο μάτι,
και το χαμόγελό του νάρδος
από σπιρτάδα κι απ’ αλάτι.

Τι ταυρομάχος στην αρένα!
Τι βράχος πάνω στα βουνά!
Τι απαλός με τ’ άγρια στάχυα!
Τι δυνατός με τα σπιρούνια!
Τι [τρυφερός] τρομερός με τη δροσιά!
Τι λαμπερός στα πανηγύρια!
Τι τρομερός με τις στερνές
του σκοταδιού τις μπαντερίλιες!

Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.

Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
Της Ισπανίας ω άσπρε τοίχε!
Κι εσύ του πόνου ω μαύρε ταύρε!
Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο!
Αηδόνι στην καρδιά του μέσα!
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!
Δεν είναι ανθός να το χωρέσει
και χελιδόνια να το πιούνε,
πάχνη αστεριών να το κρυώσει,
τραγούδι και κρινοπλημμύρα,
και κρύσταλλο να το ασημώσει.
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!

[* Αρχικοί στίχοι του Νίκου Γκάτσου]

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Το ποίημα «Llanto por Ignacio Sanchez Mejias» το έγραψε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα θρηνώντας το θάνατο του φίλου του, ταυρομάχου από την Ανδαλουσία, σε ταυρομαχία στη Σεβίλλη, τον Αύγουστο του 1934. Ο Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στις τάξεις των νεαρών Ισπανών ποιητών εκείνης της εποχής. Πλούσιος και διάσημος, διοργάνωνε ποιητικές βραδιές συγκεντρώνοντας τα πιο ανήσυχα μυαλά του καιρού του και της πατρίδας του.

Την απόδοση των στίχων στα Ελληνικά έκανε ο Νίκος Γκάτσος, υποδειγματικά ως συνήθως, καταφέρνοντας να ακολουθήσει όλες τις δραματικές κορυφώσεις του έργου του Λόρκα και προσφέροντας μια δουλειά-εγκόλπιο για τη μεταφορά των Ισπανικών στη γλώσσα μας. Ο Σταύρος Ξαρχάκος έγραψε ένα λυρικό δράμα ή μια καντάτα για σύνολο λαϊκών οργάνων, βαρύτονο και αφηγητή. Εξαιρετικοί στους ρόλους τους ήταν ο Μάνος Κατράκης και ο διεθνούς φήμης βαρύτονος Κώστας Πασχάλης. Το έργο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: «Το χτύπημα και ο θάνατος», «Το σκόρπιο αίμα», «Σώμα στην πέτρα» και «Ψυχή φευγάτη».

O συνθέτης είχε ζητήσει από τον Νίκο Γκάτσο να ηχογραφήσει με τη φωνή του σε μια κασέτα ένα απόσπασμα από το ποίημα, στην πρωτότυπη γλώσσα του, για να έχει την προσωδία του ισπανικού στίχου. Σε επανέκδοση του δίσκου, το 2006, προστέθηκε αυτή η ιστορική ηχογράφηση.

Το ποίημα του Λόρκα έχει γνωρίσει αρκετές μελοποιήσεις παγκοσμίως, με εκείνη του Σταύρου Ξαρχάκου, όμως, να θεωρείται από τις πλέον αντιπροσωπευτικές. [Πηγή: εφημερίδα Καθημερινή]

Και το σημείωμα του Σταύρου Ξαρχάκου στον δίσκο:

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα

Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήταν πέντε σ’ όλα τα ρολόγια-
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…

Ο Θάνατος μέσα στην πιο γαλήνια ώρα -πώς χώρεσε στ’ αλήθεια… πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, ο ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας σκοτώθηκε στην αρένα του Μανθανάρες.
Την ίδια ακριβώς ώρα, γονατιστός μπροστά στο νεκρό κορμί, ο ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα προσκυνούσε την ανθρωπότητα μέσα στα πεθαμένα μάτια του χαμένου φίλου.

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, κι ο ταυρομάχος Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε στην αρένα της ελευθερίας του πνεύματος, χτυπημένος από τον ίδιο ταύρο.

Κάθε τόσο, στις πέντε τ’ απόγευμα, ένας ταυρομάχος, ποιητής, ηγέτης, άνθρωπος, θυσιάζεται στην αρένα του Μανθανάρες την ώρα που παλεύει αγώνα ιερό.

Άλλοτε μαθαίνουμε πως λέγεται Ιγνάθιο, άλλοτε δεν το μαθαίνουμε ποτέ – κι η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που κάνει τα ρολόγια να χτυπάνε ίσως πιο δυνατά τ’ απόγευμα στις πέντε.

Κάθε που έφτανε τούτη η ώρα -μέσα στα δυόμισι χρόνια που νύχτα-μέρα δούλευα το έργο μου- ο ταύρος θέριευε στην αρένα, το αίμα του Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας πάγωνε στο δωμάτιό μου.

Πιστεύω -και τούτη είναι η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση- πως κατόρθωσα μέσα στο έργο μου να περάσω από τον θρήνο στον ηρωικό ύμνο, απ’ τη νεκρική ηρεμία στην υπέρτατη ηρωική κραυγή.
Στους νεκρούς Ιγνάθιο δε θρηνούν. Σωπαίνουν μόνον ή φωνάζουν δυνατά τ’ όνομά τους και κοιτάζουν μπροστά -κατευθείαν μπροστά.

Με την ολοκλήρωση του έργου, νιώθω την υποχρέωση να ομολογήσω ότι δε χρειάστηκε να κάνω καμιάν ιδιαίτερη προσπάθεια για ν’ ακολουθήσω τις διάφορες καμπές του ποιήματος, γιατί είχα την ευτυχία -και μόνο έτσι μπορώ να την ονομάσω- να είναι πάντα πέντε η ώρα.
Πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Σταύρος Ξαρχάκος

Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, τι μένει και τι μπορώ άραγε να πω; Μονάχα ότι πρέπει ν’ ακούσουμε αυτούς τους σπουδαίους ποιητές, αυτές τις σπουδαίες φωνές, αυτούς τους σπουδαίους μουσικούς, με τη δέουσα προσοχή, συγκίνηση, ίσως και κατάνυξη. Γιατί εδώ έχουμε ένα από τα σημαντικότερα έργα που θα συμπεριλάβω στις σελίδες μας. Καλή ακρόαση!

Το χτύπημα και ο θάνατος (Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Νίκος Γκάτσος & Σταύρος Ξαρχάκος)

I. Το χτύπημα και ο θάνατος

Ποίηση: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Γκάτσος
Διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Ερμηνεία: Κώστας Πασχάλης
Δίσκος: Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας (1969)

Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.
Φέρνει έν’ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ’ άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ’ ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί συντρόφοι στ’ άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
τ’ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει
.

Μια κάσα με καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ’ αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπό του ο ταύρος μουκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κιόλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει,
και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
Ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.

Δεν θέλω να το βλέπω!

Πέστε νά ’ρθει το φεγγάρι
για να μη βλέπω
το αίμα του Ιγνάθιο μες στην αρένα.

Δεν θέλω να το βλέπω!

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Το ποίημα «Llanto por Ignacio Sanchez Mejias» το έγραψε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα θρηνώντας το θάνατο του φίλου του, ταυρομάχου από την Ανδαλουσία, σε ταυρομαχία στη Σεβίλλη, τον Αύγουστο του 1934. Ο Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στις τάξεις των νεαρών Ισπανών ποιητών εκείνης της εποχής. Πλούσιος και διάσημος, διοργάνωνε ποιητικές βραδιές συγκεντρώνοντας τα πιο ανήσυχα μυαλά του καιρού του και της πατρίδας του.

Την απόδοση των στίχων στα Ελληνικά έκανε ο Νίκος Γκάτσος, υποδειγματικά ως συνήθως, καταφέρνοντας να ακολουθήσει όλες τις δραματικές κορυφώσεις του έργου του Λόρκα και προσφέροντας μια δουλειά-εγκόλπιο για τη μεταφορά των Ισπανικών στη γλώσσα μας. Ο Σταύρος Ξαρχάκος έγραψε ένα λυρικό δράμα ή μια καντάτα για σύνολο λαϊκών οργάνων, βαρύτονο και αφηγητή. Εξαιρετικοί στους ρόλους τους ήταν ο Μάνος Κατράκης και ο διεθνούς φήμης βαρύτονος Κώστας Πασχάλης. Το έργο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: «Το χτύπημα και ο θάνατος», «Το σκόρπιο αίμα», «Σώμα στην πέτρα» και «Ψυχή φευγάτη».

O συνθέτης είχε ζητήσει από τον Νίκο Γκάτσο να ηχογραφήσει με τη φωνή του σε μια κασέτα ένα απόσπασμα από το ποίημα, στην πρωτότυπη γλώσσα του, για να έχει την προσωδία του ισπανικού στίχου. Σε επανέκδοση του δίσκου, το 2006, προστέθηκε αυτή η ιστορική ηχογράφηση.

Το ποίημα του Λόρκα έχει γνωρίσει αρκετές μελοποιήσεις παγκοσμίως, με εκείνη του Σταύρου Ξαρχάκου, όμως, να θεωρείται από τις πλέον αντιπροσωπευτικές. [Πηγή: εφημερίδα Καθημερινή]

Και το σημείωμα του Σταύρου Ξαρχάκου στον δίσκο:

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα

Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήταν πέντε σ’ όλα τα ρολόγια-
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…

Ο Θάνατος μέσα στην πιο γαλήνια ώρα -πώς χώρεσε στ’ αλήθεια… πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, ο ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας σκοτώθηκε στην αρένα του Μανθανάρες.
Την ίδια ακριβώς ώρα, γονατιστός μπροστά στο νεκρό κορμί, ο ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα προσκυνούσε την ανθρωπότητα μέσα στα πεθαμένα μάτια του χαμένου φίλου.

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, κι ο ταυρομάχος Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε στην αρένα της ελευθερίας του πνεύματος, χτυπημένος από τον ίδιο ταύρο.

Κάθε τόσο, στις πέντε τ’ απόγευμα, ένας ταυρομάχος, ποιητής, ηγέτης, άνθρωπος, θυσιάζεται στην αρένα του Μανθανάρες την ώρα που παλεύει αγώνα ιερό.

Άλλοτε μαθαίνουμε πως λέγεται Ιγνάθιο, άλλοτε δεν το μαθαίνουμε ποτέ – κι η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που κάνει τα ρολόγια να χτυπάνε ίσως πιο δυνατά τ’ απόγευμα στις πέντε.

Κάθε που έφτανε τούτη η ώρα -μέσα στα δυόμισι χρόνια που νύχτα-μέρα δούλευα το έργο μου- ο ταύρος θέριευε στην αρένα, το αίμα του Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας πάγωνε στο δωμάτιό μου.

Πιστεύω -και τούτη είναι η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση- πως κατόρθωσα μέσα στο έργο μου να περάσω από τον θρήνο στον ηρωικό ύμνο, απ’ τη νεκρική ηρεμία στην υπέρτατη ηρωική κραυγή.
Στους νεκρούς Ιγνάθιο δε θρηνούν. Σωπαίνουν μόνον ή φωνάζουν δυνατά τ’ όνομά τους και κοιτάζουν μπροστά -κατευθείαν μπροστά.

Με την ολοκλήρωση του έργου, νιώθω την υποχρέωση να ομολογήσω ότι δε χρειάστηκε να κάνω καμιάν ιδιαίτερη προσπάθεια για ν’ ακολουθήσω τις διάφορες καμπές του ποιήματος, γιατί είχα την ευτυχία -και μόνο έτσι μπορώ να την ονομάσω- να είναι πάντα πέντε η ώρα.
Πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Σταύρος Ξαρχάκος

Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, τι μένει και τι μπορώ άραγε να πω; Μονάχα ότι πρέπει ν’ ακούσουμε αυτούς τους σπουδαίους ποιητές, αυτές τις σπουδαίες φωνές, αυτούς τους σπουδαίους μουσικούς, με τη δέουσα προσοχή, συγκίνηση, ίσως και κατάνυξη. Γιατί εδώ έχουμε ένα από τα σημαντικότερα έργα που θα συμπεριλάβω στις σελίδες μας. Καλή ακρόαση!

Γιάννης Παπαϊωάννου & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Ο Χάρος

Γιάννης Παπαϊωάννου & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Ο Χάρος

Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Μπουζούκι & μπαγλαμάς: Στέλιος Βαμβακάρης & Δημήτρης Παπαδόπουλος
Κιθάρα: Τίτος Καλλίρης & Μπάμπης Μαλλίδης
Μπάσο: Νύσος Πανταζής
Σαντούρι & μεταλλόφωνο: Τάσος Διακογιώργης
Ακορντεόν: Λάζαρος Κουλαξίζης
Πιάνο: Γιάννης Ψωμιάδης
Τραγούδι: Κώστας Μαντζόπουλος
Δίσκος: Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου [Βίκη Μοσχολιού & Σταύρος Ξαρχάκος] (1982)

Βγήκε ο Χάρος να ψαρέψει
με τ’ αγκίστρι του ψυχές
και γυρεύει πληγωμένους
δυστυχείς και πονεμένους
μες στις φτωχογειτονιές
βγήκε ο Χάρος για ψυχές

Κάποιο τρένο θα περάσει (Μανώλης Χιώτης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου)

Μανώλης Χιώτης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Κάποιο τρένο θα περάσει

Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Μπουζούκι & μπαγλαμάς: Στέλιος Βαμβακάρης & Δημήτρης Παπαδόπουλος
Κιθάρα: Τίτος Καλλίρης & Μπάμπης Μαλλίδης
Μπάσο: Νύσος Πανταζής
Σαντούρι & μεταλλόφωνο: Τάσος Διακογιώργης
Ακορντεόν: Λάζαρος Κουλαξίζης
Πιάνο: Γιάννης Ψωμιάδης
Τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού
Δίσκος: Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου [Βίκη Μοσχολιού & Σταύρος Ξαρχάκος] (1982)

Γιατί, βρε άνθρωπε κουτέ
δε φιλοσόφησες ποτέ
στη σύντομη ζωή σου
παρά κλαις και μαραζώνεις
και το κέφι σου χαλάς
κει που πήγαν τόσοι άλλοι
οι μικροί και οι μεγάλοι
κάποτε κι εσύ θα πας

Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι
που κλάψαν κι αγαπήσαν
πού πήγανε τόσες καρδιές
που τόσο αγαπηθήκαν

Γιατί, βρε άνθρωπε κουτέ
να τη θολώνεις τη ζωή
με το πικρό σου κλάμα
κάποιο τρένο θα περάσει
στη ζωή μας βιαστικό
τη βαλίτσα μας στο χέρι
κι ο Θεός μονάχα ξέρει
πού θα κάνουμε σταθμό

Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι
που κλάψαν κι αγαπήσαν
πού πήγανε τόσες καρδιές
που τόσο αγαπηθήκαν

Συρματοπλέγματα βαριά (Μπάμπης Μπακάλης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου)

Μπάμπης Μπακάλης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Συρματοπλέγματα βαριά

Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Μπουζούκι & μπαγλαμάς: Στέλιος Βαμβακάρης & Δημήτρης Παπαδόπουλος
Κιθάρα: Τίτος Καλλίρης & Μπάμπης Μαλλίδης
Μπάσο: Νύσος Πανταζής
Σαντούρι & μεταλλόφωνο: Τάσος Διακογιώργης
Ακορντεόν: Λάζαρος Κουλαξίζης
Πιάνο: Γιάννης Ψωμιάδης
Τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού & Ηλίας Μακρής
Δίσκος: Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου [Βίκη Μοσχολιού & Σταύρος Ξαρχάκος] (1982)

Συρματοπλέγματα βαριά
ζώνουν τη δόλια μου καρδιά
κουράγιο, δόλια μου καρδιά
τα σύρματα να σπάσεις
κι αν η ζωή σε χτύπησε
το θάρρος σου μη χάσεις

Συρματοπλέγματα βαριά
ζώνουν τη δόλια μου καρδιά

Όλα τα βάρη σου ζωή
τα φόρτωσες σ’ ένα κορμί
τόσο φαρμάκι, βρε ζωή
πού θέλεις να το βάλω
ξεχείλισαν τα σπλάχνα μου
και δε χωράει άλλο

Συρματοπλέγματα βαριά
ζώνουν τη δόλια μου καρδιά

Αυτή τη μαύρη τη ζωή
κανένας δε θα τη χαρεί
παλεύω σα το ναυαγό
στη μαύρη καταιγίδα
το χάρο με τα μάτια μου
πολλές φορές τον είδα

Συρματοπλέγματα βαριά
ζώνουν τη δόλια μου καρδιά

Φεύγω με πίκρα στα ξένα (Στέλιος Καζαντζίδης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου)

Στέλιος Καζαντζίδης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Φεύγω με πίκρα στα ξένα

Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Μπουζούκι & μπαγλαμάς: Στέλιος Βαμβακάρης & Δημήτρης Παπαδόπουλος
Κιθάρα: Τίτος Καλλίρης & Μπάμπης Μαλλίδης
Μπάσο: Νύσος Πανταζής
Σαντούρι & μεταλλόφωνο: Τάσος Διακογιώργης
Ακορντεόν: Λάζαρος Κουλαξίζης
Πιάνο: Γιάννης Ψωμιάδης
Τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού & Ηλίας Μακρής
Δίσκος: Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου [Βίκη Μοσχολιού & Σταύρος Ξαρχάκος] (1982)

Μανούλα, θα φύγω, μην κλάψεις για μένα
η μοίρα το γράφει μονάχος να ζω

Το μίσος του κόσμου με δέρνει σκληρά
και φεύγω με πίκρα στα ξένα

Μ’ αδίκησαν, μάνα, βαριά με πληγώσαν
και ό,τι αγαπούσα το έχασα πια

Ποτέ το παιδί σου δεν είδε χαρά
και φεύγει για πάντα στα ξένα

Πικρές αναμνήσεις μαζί μου θα πάρω
στα ξένα που θα ’μαι, ρημάδι θα ζω

Παιδί πια δε θα ’χεις, μανούλα γλυκιά
εκεί θα πεθάνω στα ξένα

Ψιλή βροχή (Κώστας Καπλάνης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου)

Κώστας Καπλάνης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Ψιλή βροχή

Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Μπουζούκι & μπαγλαμάς: Στέλιος Βαμβακάρης & Δημήτρης Παπαδόπουλος
Κιθάρα: Τίτος Καλλίρης & Μπάμπης Μαλλίδης
Μπάσο: Νύσος Πανταζής
Σαντούρι & μεταλλόφωνο: Τάσος Διακογιώργης
Ακορντεόν: Λάζαρος Κουλαξίζης
Πιάνο: Γιάννης Ψωμιάδης
Τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού
Δίσκος: Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου [Βίκη Μοσχολιού & Σταύρος Ξαρχάκος] (1982)

Ψιλή βροχή ψιλή βροχή
κι εσύ κοιμάσαι μοναχή
κι εγώ στους δρόμους σέρνομαι
κι από τ’ αγιάζι δέρνομαι

Κακοκαιριά κακοκαιριά
θα σπάσει η δόλια μου καρδιά
στην πόρτα σου ξεπάγιασα
και στα σκαλιά σου πλάγιασα

Ψιλή βροχή ψιλή βροχή
για σένα κλαίει μια ψυχή
άνοιξ’ την πόρτα σου να μπω
και δώσε μου να κοιμηθώ

Τι έχει και κλαίει το παιδί (Σταύρος Ξαρχάκος & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου)

Σταύρος Ξαρχάκος & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Τι έχει και κλαίει το παιδί

Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Μπουζούκι & μπαγλαμάς: Στέλιος Βαμβακάρης & Δημήτρης Παπαδόπουλος
Κιθάρα: Τίτος Καλλίρης & Μπάμπης Μαλλίδης
Μπάσο: Νύσος Πανταζής
Σαντούρι & μεταλλόφωνο: Τάσος Διακογιώργης
Ακορντεόν: Λάζαρος Κουλαξίζης
Πιάνο: Γιάννης Ψωμιάδης
Τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού
Δίσκος: Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου [Βίκη Μοσχολιού & Σταύρος Ξαρχάκος] (1982)

Στο παραθύρι το κλειστό
κλαίει το παράπονό του
ένα παιδί που αγάπησε
κι έμεινε μοναχό του

Κανείς δε βγήκε για να δει
τι έχει και κλαίει το παιδί
μα το λυπήθηκ’ η αυγή
που πόνεσε τόσο πολύ

Διπλά τα βάλαν τα κλειδιά
στην πόρτα κάποια χέρια
σβήσαν τον ήλιο του παιδιού
του θάμπωσαν τ’ αστέρια

Κανείς δε βγήκε για να δει
τι έχει και κλαίει το παιδί
μα το λυπήθηκ’ η αυγή
που πόνεσε τόσο πολύ