Μάνος Ελευθερίου, Επανάληψη ήχων αισθημάτων και αναμνήσεων

Επανάληψη ήχων αισθημάτων και αναμνήσεων

Μυρίζει απόψε κόκκινο κι αγάπη.
Άσπρα κατάμαυρα γάντια και πανάκριβες ώρες χωρίς επιστροφή
με τα ερείπια αισθήματα και τους τρόμους της αστυνομίας.
Τα καφενεία της συμφοράς του μέλλοντός μου
καμιάν ωδή δεν αξιώθηκαν μέσα σε τόση βασανισμένη στιχουργική.

Μυρίζει απόψε κόκκινο και μυρωδιές ξενοδοχείων
όταν ανοίγεις τις ντουλάπες και ζωντανεύουν οι σκιές
μαστιγωμένες απ’ τις αρρώστιες και τους θανάτους
σκιές μιας δόξας και μιας ταπείνωσης
εμπορικών αντιπροσώπων και παγωμένων δικαστικών
πλασιέ, χαρτοπαικτών, ηθοποιών και ταχυδρόμων
πρωταθλητών μιας άνοιξης που ξέπεσαν ή κάποιοι σαν αυτούς που είχαν τα χρόνια τους απόχη

και ψάχνουν να βρουν στους καθρέφτες εκείνο που ήδη κρατούν
πρόσωπα τόσο αλλοιωμένα από τα φάρμακα και το αλκοόλ
τα μυστικά, τις αναμνήσεις, τις καθημερινές συναλλαγές,
μυρίζει ναφθαλίνη, λάβδανο και λησμονιά,
γυναίκες δίχως όνειρα και όνειρα που μεταμορφώθηκαν σε γυναίκες.

Σε τι ανάξια χέρια ξεπέφτει κάποτε η αγάπη.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Advertisements

Μάνος Ελευθερίου, Σώμα και ψυχή

Σώμα και ψυχή

Όχι μονάχα εκείνο που είμαστε κι ό,τι απόμεινε από μας
ή ό,τι αγωνιζόμαστε να φαίνεται

αλλά μαζί μας σέρνουμε και τις μορφές των άλλων
που με τα χρόνια γίνονται ίσκιος ανάμνησης

μαζί μας σέρνουμε σημάδια και κομμάτια τους
το αίμα, την αγάπη τους, την περιφρόνησή τους
τα πάθη και τα μίση τους και την εκδίκησή τους
αυτά που χάσαμε σε τρόμους και κινδύνους –

όσα κερδίσαμε σε μάχες βιαστικές, τυραννικές
κι όσες μας έδωσαν χαρές περαστικές οι αθάνατοι.

Έτσι σιγά σιγά χτίζεται σώμα και ψυχή.
Έτσι σιγά σιγά το πρόσωπό μας.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Τα θαύματα

Τα θαύματα

Δίπλα μας γίνονται τα θαύματα.
Δίπλα μας γίνονται ως μέσα στα ερείπια
των παλαιών σπιτιών με τις εξαίσιες σκάλες
που οδηγούν στον ουρανό –

πόσοι τις κατεβήκανε για τελευταία φορά
κοιτάζοντας προς τα ταβάνια

(προς τη ζωή του φοβερού νοήματος κοιτάζοντας)

ελπίζοντας πως από κει θα ’ρθει μια σωτηρία.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Η πόρτα της Πηνελόπης

Η πόρτα της Πηνελόπης

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Ζούμε αλλού

Ζούμε αλλού

Ζούμε αλλού και κάπου αλλού υπάρχουμε
αλλού κι αλλιώτικα μιλάμε κι αγαπάμε
αλλού είναι η σκέψη μας κι ολόκληρη η ζωή μας

κι όμως εδώ σ’ αυτό τον τόπο σέρνουμε τα πόδια μας
σαν τους κατάδικους που ζουν μ’ άλλους κατάδικους
σ’ αυτές εδώ τις ερημιές με πρόσωπα που ανήκουν σ’ άλλους
ή και σε κάτι που υποδύεται τους άλλους.

Ζούμε αλλού κι άραγε πώς να ήμαστε
με ποια λαλιά και ποιες αισθήσεις

με δέρμα κι αίμα υποταγμένα στο μυστήριο
και ασφαλώς περήφανοι στην τακτική ζωή μας.

Α βέβαια, βέβαια ζούμε αλλού και κάπου αλλού υπάρχουμε.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Επαρχία

Επαρχία

Ζω σε μια πόλη ξεπεσμένου ελληνισμού.

Αγγίζοντας κι εγώ το χρόνο κάποτε
μιας φονικής χαράς
τινάχτηκα σα ν’ άγγιξα ηλεκτροφόρα σύρματα.

Σ’ αυτό τον τόπο που τρέχουμε όλοι πανικόβλητοι
σαν τα παράνομα ζευγάρια σ’ ένα φλεγόμενο ξενοδοχείο.

Από τη συλλογή Αναμνήσεις από την όπερα (1987) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Αλληλεγγύη

Αλληλεγγύη

Φυσούσε θάνατο αισχρό μες στις πλατείες.
Της ερημιάς το δέρμα κίτρινο απ’ το φόβο.
Εγώ σκαμμένος σαν βουνό.

Πόλεμος κηρύχτηκε; με ρώτησε ένας άγνωστος.
Όχι, του είπα, κύριε. Τη σκοτωμένη μας ζωή
ψάχνει να βρει η αστυνομία.

Από τη συλλογή Αναμνήσεις από την όπερα (1987) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Η γριά γοργόνα

Γιάννης Σπανός & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Της Χαλιμάς τα παραμύθια
(τραγούδι: Κώστας Καράλης / δίσκος: Τραγούδια και μπαλάντες (1977))

Η γριά γοργόνα

Πώς είναι μια γριά γοργόνα; Πώς είναι τώρα
που βαριέται να ρωτάει
που ξέρει το παιχνίδι του καιρού κι αναγνωρίζει
λάθη και συμβάσεις
και με φανταστικές κινήσεις εννοεί
ό,τι ρωτούσε πάντα;

Πάντα και πάντα ό,τι ρωτούσε και πώς είναι
όταν σε γύρευε μες στις σπηλιές του ύπνου
μες στα χαράματα του πόντου και στα τρελά νερά
παίζοντας με κόκαλα πνιγμένων
τυφλή, κουφή, ξεδοντιασμένη, με ρευματισμούς,
πώς είναι μια ζωή γονατισμένη
τώρα που η δίκαιη κλεψύδρα μένει ακίνητη
καρφωμένη μέσα στο χρόνο της που περιέχει

ή με τα δώρα κάποιου που γερνάει μόνος του στα καφενεία και στα πορνεία

κυνηγημένος από σένα κι από φιλιά φαντάσματα
μ’ ένα κορμί που το κατάντησες σαν λατομείο
και δεν ελπίζει να το κοιτάξεις
ή προς το βράδυ να ξεδιαλύνεις τον προσφυγικό του ύπνο
τώρα που σ’ αιχμαλώτισαν άλλοι καθρέφτες κι άλλα φώτα
και δεν υπερασπίζεις πια το σώμα σου∙
ανακαλύπτεις τους καθρέφτες μες στο σώμα σου
ή σκουριασμένα σύνεργα ενός παλιού μηχανουργείου
και λες μεταμορφώσεις είναι, τίποτ’ άλλο.
Το ξέρει αυτός, ο συγγενής του κόσμου,
αυτός που είδε αμαρτίες κι αμαρτίες,
στρατούς, παραλυσίες και φυλές,
το ξέρει αυτός πως η ψυχή έχει δικές της αποφάσεις
κι άλλους δρόμους. Πώς δεν σ’ το δίδαξε;
Πώς είναι όμως δίχως φάρμακα εκείνη
ελπίζοντας μια κάμαρα σ’ ένα γηροκομείο
την Κυριακή επισκέψεις από γέρους ναυτικούς
γιατί πια τώρα το ’μαθε καλά

το άλλο μισό του ανθρώπου είναι
το παραμύθι

αλλά κι εσύ γιατί να της παραφερθείς
αφού κοντά της βούλιαξες ολόκληρος
και μόνο το τραγικό σου χέρι φαίνεται
να κρατάει, σαν ψάρι, σπαρταρώντας,
την ψυχή σου.

Από τη συλλογή Το μυστικό πηγάδι (1983) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Σαν τους σοβάδες

Σαν τους σοβάδες

Σαν τους σοβάδες πέφτει ο ουρανός.
Έρχονται τα άγρια χρόνια.

Σφαλιστείτε.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα το μαύρο τ’ όνειρο
της νύχτας
το λευκό χαρτί σιγά σιγά καιγότανε στην άκρη.

Σιγά σιγά κι από την άκρη γίνηκαν κι όλα τ’ άλλα.
Ώσπου με πνίξαν οι καπνοί
κι έμεινα δίχως σπίτι.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Τυπωθήτω

Τυπωθήτω

Όταν έγραψε το ποίημα στάθηκε να το κοιτάζει.

Το χαρτί ακόμη χλωρό και τα ψηφία πονούσαν.
Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο.
Πουθενά δεν είχε να το στείλει.

Ως το άλλο βράδυ γάβγιζε το ποίημα φυλακισμένο.
Γάβγιζε απ’ τις πολλές πληγές και τον αιθέρα.

Ώσπου δεν άντεξε και του άνοιξε την πόρτα.

Μεσάνυχτα το πέταξε στο δρόμο σα σκυλί.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Αυτές οι ρεματιές κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν και ξαναγυρνούν,
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο κωνσταντίνος ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες
παρά μονάχα ψεύτες
και ρουφιάνοι,
ω πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά, στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο,
είσαι η Πρέβεζα, τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι, ο Πόντος κι η Ερμούπολις,

ω πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια

μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα σπίτια
μ’ αυτά τα βράχια δίπλα στο γιαλό
μ’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους

θα ’ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.

Από τη συλλογή Τα ξόρκια (1973) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Το πέρασμα

Το πέρασμα

Στο δρόμο για το θάνατο και για την εξορία
καθώς λιγόστευαν οι φίλοι
κι οι στρατοδίκες έκλαιγαν γραμμή κατ’ άντρα
είδες κι εσύ να στερεώνουν το χρησμό στα αίματα
κι η Πύλη που περάσαμε μαζί
να ’ναι μονάχα πέρασμα φονιάδων.

Από τη συλλογή Τα ξόρκια (1973) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου: Οι φίλοι, πάλι

Οι φίλοι, πάλι

Ξωκλήσια σαν τις συλλαβές στα δόντια της ψυχής
και σαν νησιά με στέρνες και με δεντρολίβανο,
δύσκολοι φίλοι, χαμένοι φίλοι,

τους βρήκα να παραμιλούν και να μαλώνουν με σκιές,
λινό της ξενιτείας εβάραινε τον ύπνο τους
και θέλεις από στέρηση, θέλεις από το άδικο
και την καταλαλιά
μια νύχτα στην Καισαριανή κι ένα πρωί στο Πέραμα
ξερίζωσα τούτες τις φαρμακερές κλωστές
απ’ τη ζωή μου
καθώς τραβούν οι ναύτες τα δίχτυα στη στεριά.

Από τη συλλογή Μαθήματα μουσικής (1972) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Και κάποτε στον ύπνο μας

Και κάποτε στον ύπνο μας

Τα δόντια της ψυχής δαγκώνουν πιο φαρμακερά.
Κάποτε μπήγονται βαθιά και κάποτε στον ύπνο μας
τα ξαναφέρνουν πίσω τα παραμιλητά των φίλων,
τραυλίσματα κακών ποιητών,
κλωστές και νήματα που σ’ οδηγούν στο βάθος της σκηνής
κι όσοι διαλέγουν τον Τροχό για τη ζωή τους.

Η αγάπη και η φιλία μάς βοηθούν στο θάνατο.

Από τη συλλογή Μαθήματα μουσικής (1972) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Ρίτα Μπούμη-Παππά & Ανδρέας Α. Αρτέμης, Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
(τραγούδι: Αθηνά Χαραλαμπίδου / δίσκος: Fontana Amorosa (2001))

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα πλημμυρίσει η πόλη με βουβά κορίτσια
ο αέρας με στυφή ευωδιά θανάτου
τα φρούρια θα σηκώσουν άσπρες σημαίες
τα οχήματα θα σταματήσουν –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη
ακάλυπτα, να σας φωνάζουν
«γιατί μας στείλατε έτσι νωρίς να κοιμηθούμε
σε τόσο χιόνι, αχτένιστες, κλαμένες;» –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη
πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε τη γη
πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει
ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα υψωθεί να τις στολίσει
μέσα στα κούφια μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες
οι μπούκλες τους, οι επίδεσμοι θα κυματίζουν
ω τότε, πολλοί από τύψεις θα πεθάνουν –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Από τη συλλογή Χίλια σκοτωμένα κορίτσια (1963) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Στοιχεία για μια ταυτότητα

Στοιχεία για μια ταυτότητα

Δεν εγεννήθηκα σε πέτρινο κρεβάτι
γι’ αυτό κι από παιδί ήμουν εχθρός των όπλων
και συμμαχίες σύναψα με ωδικά πουλιά.
Πόσο ήμουν ευαίσθητη
το γνώρισαν οι συριανοί ψαράδες
σαν έριχνα στα δίχτυα τους
από αβάσταγη λαχτάρα
το ασημένιο ψάρι της καρδιάς μου.
Δεν πρόδωσα το πελαγίσιο αίμα μου
μ’ έναν αγρό
την πρώτη μου τη δίψα
με μια τυχαία κρήνη,
μελέτησα τη θάλασσα που δεν μιλά
μα σκέπτεται κι οργίζεται καθώς εμένα
δανείστηκα στον κίνδυνο τη δύναμή της.
Αν κρύφτηκα νωρίς μες στα φυλλώματα των στίχων
τόκανα για να κλαίω αθέατη
για τη δυσαρμονία της εγκόσμιας τάξης
τη δυστυχία των καλών και των αθώων.
Εσπούδασα κοιτάζοντας με προσοχή τις εποχές
τις λεωφόρους τ’ ουρανού τη νύχτα
υπολογίζοντας τις αποστάσεις με κοινά μέτρα∙
ας έλεγε η μητέρα μου ότι
του Ιακώβ η σκάλα δεν στήνεται με λογαρίθμους.
Ερμήνευσα τον ψίθυρο του δάσους
στην ενδοχώρα του εισχωρώντας
λεπτές πρασινωπές σκιές εσήκωσα στους ώμους μου
κουβέντιασα με πέτρες∙
και σε ανώνυμα σκόρπια οστά
του χρόνου εψηλάφισα τις διαστάσεις.
Πολλές ώρες επέρασα κοιτώντας τα μυρμήγκια:
το μαύρο όλο φρόνηση κεφάλι τους
τ’ αδύναμα τα πόδια τους, η προκοπή τους
μου δίδαξαν πολλά.
Ό,τι επρόσεξα ως τώρα το ανακάλυψα
κι απ’ το χαμό ζήτησα να το σώσω
γιατί και το μηδαμινό
στην τέχνη μου υλικό προσφέρει, όταν
το ποίημα έρχεται ορμητικό σαν το γεράκι
και φεύγει αφού βοσκήσει μες στα σπλάχνα μου,
τότε που γίνομαι γλυκιά επίμονη σταγόνα
και μεταβάλλω βράχους σε αγάλματα.
Η οδύνη με πολέμησε δίχως να με νικήσει
ήπια όλους τους λυγμούς μου
και σύγκορμη εκάηκα μες στη φωτιά
που η μοίρα μού εμπιστεύθηκε,
μόνη
με αδρόσιστα τα εγκαύματά μου.
Μια λεπτομέρεια ακόμα
για τα δακτυλικά μου αποτυπώματα:
τα χέρια μου είναι ελαφρά
για δεν κράτησαν ποτέ χρυσάφι.

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Μια ζωγραφιά με έξι πρόσωπα

Μια ζωγραφιά με έξι πρόσωπα

Στο Μάνο Χατζιδάκι

Σιωπή. Το θέμα αρχίζει:
Στο βάθος της σκηνής η νύχτα με την ίδια θάλασσα
στην πρώτη φάση του το ίδιο υπάκουο φεγγάρι.
Το σκηνικό, ένα σπίτι δαρμένο από τις τρικυμίες
γεμάτο σχέδια καραβιών
υποθαλάσσιους θάμνους, όστρακα κι εγκαταλείψεις.
Χέρι μικρού παιδιού που μέσα μας κοιμάται
πιέζοντας το στήθος μας σαν βαριά λύπη
οδήγησε το σκηνοθέτη. Ένα παράθυρο μονάχα.
Ίδιο με της ψυχής. Κι από τη σκοτεινή κορνίζα
παρέλαση σιωπηλή προσώπων.
Μια στιγμή μόνο. Αμέσως ύστερα
τα καταπίνει η νύχτα
και δεν τα ξαναβλέπει πια κανείς.
Οι ηθοποιοί αδίδακτοι εντελώς
μα γεννημένοι όλοι τους να παίξουν ένα ρόλο.
Στου τραπεζιού τη μέση η λάμπα
καρτερική και σίγουρη σαν φάρος
και γύρω από το δείπνο το λιτό
ένα σφιχτό βραχιόλι αδέρφια
με την κλιμακωτή ηλικία. Το πιο μικρό
μ’ ένα ροδάκινο ρομαντικό στο χέρι.
Δίχως πατέρα. Εκείνος
με μια κιθάρα γυρίζει έξω αλλοπαρμένος
ν’ ανακαλύψει κάτι άλλο
πιο ανάλαφρο απ’ τη χαμοζωή.
Η μητέρα με τα θυμάρια αγκαλιά
τα εξωκλήσια στην καρδιά της
τις ζύμες μες στα νύχια της
απ’ το ψωμί που ζύμωσε πριν ξημερώσει.
Κύκλος αγνός, χαρούμενος μέσα σε τόση νύχτα.
Μόνο στην άδεια θέση του πατέρα
ένας καημός—
ένα μπουκέτο αμάραντα ερωτικά τραγούδια.
Πρόσωπα αγγελικά, μάτια λαμπρά, περίεργα
στην πρώτη κιόλας τη σελίδα του έργου
προφίλ ευγενικά από καθάριο φίλντισι
παιδικά γέλια—κύματος αφρός.
Του ρολογιού ο επίμονος ρυθμός
διδάσκει υπομονή και καρτερία.
Λίγα παλιά βιβλία στο ράφι, ένα καντηλέρι
και των επίπλων οι πιστές σκιές.
Και πάλι η εποπτεία της μητέρας
με τ’ άσπρα χέρια της πάνω σε όλους
και τ’ άνθος το εύγλωττο της σιωπής της.
Αν ο πατέρας δεν είχε το πάθος
της περιπλάνησης μέσα στη νύχτα
θάταν πληρέστερη η εικόνα
και πιο γλυκιά των γρύλων η ορχήστρα
στου παραθύρου το περβάζι.
Μα κι έτσι, η ζωγραφιά
απ’ τον καιρό ξεθωριασμένη
πιάνει ολόκληρο το παλκοσένικο.
Κι αν την προσέξετε
μπορεί απ’ το χαμό και να σωθεί.
Δεν είναι λίγο…
Η αυλαία κλείνει.
Ευχαριστώ.

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά