Μάνος Ελευθερίου, Επανάληψη ήχων αισθημάτων και αναμνήσεων

Επανάληψη ήχων αισθημάτων και αναμνήσεων

Μυρίζει απόψε κόκκινο κι αγάπη.
Άσπρα κατάμαυρα γάντια και πανάκριβες ώρες χωρίς επιστροφή
με τα ερείπια αισθήματα και τους τρόμους της αστυνομίας.
Τα καφενεία της συμφοράς του μέλλοντός μου
καμιάν ωδή δεν αξιώθηκαν μέσα σε τόση βασανισμένη στιχουργική.

Μυρίζει απόψε κόκκινο και μυρωδιές ξενοδοχείων
όταν ανοίγεις τις ντουλάπες και ζωντανεύουν οι σκιές
μαστιγωμένες απ’ τις αρρώστιες και τους θανάτους
σκιές μιας δόξας και μιας ταπείνωσης
εμπορικών αντιπροσώπων και παγωμένων δικαστικών
πλασιέ, χαρτοπαικτών, ηθοποιών και ταχυδρόμων
πρωταθλητών μιας άνοιξης που ξέπεσαν ή κάποιοι σαν αυτούς που είχαν τα χρόνια τους απόχη

και ψάχνουν να βρουν στους καθρέφτες εκείνο που ήδη κρατούν
πρόσωπα τόσο αλλοιωμένα από τα φάρμακα και το αλκοόλ
τα μυστικά, τις αναμνήσεις, τις καθημερινές συναλλαγές,
μυρίζει ναφθαλίνη, λάβδανο και λησμονιά,
γυναίκες δίχως όνειρα και όνειρα που μεταμορφώθηκαν σε γυναίκες.

Σε τι ανάξια χέρια ξεπέφτει κάποτε η αγάπη.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Σώμα και ψυχή

Σώμα και ψυχή

Όχι μονάχα εκείνο που είμαστε κι ό,τι απόμεινε από μας
ή ό,τι αγωνιζόμαστε να φαίνεται

αλλά μαζί μας σέρνουμε και τις μορφές των άλλων
που με τα χρόνια γίνονται ίσκιος ανάμνησης

μαζί μας σέρνουμε σημάδια και κομμάτια τους
το αίμα, την αγάπη τους, την περιφρόνησή τους
τα πάθη και τα μίση τους και την εκδίκησή τους
αυτά που χάσαμε σε τρόμους και κινδύνους –

όσα κερδίσαμε σε μάχες βιαστικές, τυραννικές
κι όσες μας έδωσαν χαρές περαστικές οι αθάνατοι.

Έτσι σιγά σιγά χτίζεται σώμα και ψυχή.
Έτσι σιγά σιγά το πρόσωπό μας.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Τα θαύματα

Τα θαύματα

Δίπλα μας γίνονται τα θαύματα.
Δίπλα μας γίνονται ως μέσα στα ερείπια
των παλαιών σπιτιών με τις εξαίσιες σκάλες
που οδηγούν στον ουρανό –

πόσοι τις κατεβήκανε για τελευταία φορά
κοιτάζοντας προς τα ταβάνια

(προς τη ζωή του φοβερού νοήματος κοιτάζοντας)

ελπίζοντας πως από κει θα ’ρθει μια σωτηρία.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Η πόρτα της Πηνελόπης

Η πόρτα της Πηνελόπης

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Ζούμε αλλού

Ζούμε αλλού

Ζούμε αλλού και κάπου αλλού υπάρχουμε
αλλού κι αλλιώτικα μιλάμε κι αγαπάμε
αλλού είναι η σκέψη μας κι ολόκληρη η ζωή μας

κι όμως εδώ σ’ αυτό τον τόπο σέρνουμε τα πόδια μας
σαν τους κατάδικους που ζουν μ’ άλλους κατάδικους
σ’ αυτές εδώ τις ερημιές με πρόσωπα που ανήκουν σ’ άλλους
ή και σε κάτι που υποδύεται τους άλλους.

Ζούμε αλλού κι άραγε πώς να ήμαστε
με ποια λαλιά και ποιες αισθήσεις

με δέρμα κι αίμα υποταγμένα στο μυστήριο
και ασφαλώς περήφανοι στην τακτική ζωή μας.

Α βέβαια, βέβαια ζούμε αλλού και κάπου αλλού υπάρχουμε.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Επαρχία

Επαρχία

Ζω σε μια πόλη ξεπεσμένου ελληνισμού.

Αγγίζοντας κι εγώ το χρόνο κάποτε
μιας φονικής χαράς
τινάχτηκα σα ν’ άγγιξα ηλεκτροφόρα σύρματα.

Σ’ αυτό τον τόπο που τρέχουμε όλοι πανικόβλητοι
σαν τα παράνομα ζευγάρια σ’ ένα φλεγόμενο ξενοδοχείο.

Από τη συλλογή Αναμνήσεις από την όπερα (1987) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Αλληλεγγύη

Αλληλεγγύη

Φυσούσε θάνατο αισχρό μες στις πλατείες.
Της ερημιάς το δέρμα κίτρινο απ’ το φόβο.
Εγώ σκαμμένος σαν βουνό.

Πόλεμος κηρύχτηκε; με ρώτησε ένας άγνωστος.
Όχι, του είπα, κύριε. Τη σκοτωμένη μας ζωή
ψάχνει να βρει η αστυνομία.

Από τη συλλογή Αναμνήσεις από την όπερα (1987) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Η γριά γοργόνα

Γιάννης Σπανός & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Της Χαλιμάς τα παραμύθια
(τραγούδι: Κώστας Καράλης / δίσκος: Τραγούδια και μπαλάντες (1977))

Η γριά γοργόνα

Πώς είναι μια γριά γοργόνα; Πώς είναι τώρα
που βαριέται να ρωτάει
που ξέρει το παιχνίδι του καιρού κι αναγνωρίζει
λάθη και συμβάσεις
και με φανταστικές κινήσεις εννοεί
ό,τι ρωτούσε πάντα;

Πάντα και πάντα ό,τι ρωτούσε και πώς είναι
όταν σε γύρευε μες στις σπηλιές του ύπνου
μες στα χαράματα του πόντου και στα τρελά νερά
παίζοντας με κόκαλα πνιγμένων
τυφλή, κουφή, ξεδοντιασμένη, με ρευματισμούς,
πώς είναι μια ζωή γονατισμένη
τώρα που η δίκαιη κλεψύδρα μένει ακίνητη
καρφωμένη μέσα στο χρόνο της που περιέχει

ή με τα δώρα κάποιου που γερνάει μόνος του στα καφενεία και στα πορνεία

κυνηγημένος από σένα κι από φιλιά φαντάσματα
μ’ ένα κορμί που το κατάντησες σαν λατομείο
και δεν ελπίζει να το κοιτάξεις
ή προς το βράδυ να ξεδιαλύνεις τον προσφυγικό του ύπνο
τώρα που σ’ αιχμαλώτισαν άλλοι καθρέφτες κι άλλα φώτα
και δεν υπερασπίζεις πια το σώμα σου∙
ανακαλύπτεις τους καθρέφτες μες στο σώμα σου
ή σκουριασμένα σύνεργα ενός παλιού μηχανουργείου
και λες μεταμορφώσεις είναι, τίποτ’ άλλο.
Το ξέρει αυτός, ο συγγενής του κόσμου,
αυτός που είδε αμαρτίες κι αμαρτίες,
στρατούς, παραλυσίες και φυλές,
το ξέρει αυτός πως η ψυχή έχει δικές της αποφάσεις
κι άλλους δρόμους. Πώς δεν σ’ το δίδαξε;
Πώς είναι όμως δίχως φάρμακα εκείνη
ελπίζοντας μια κάμαρα σ’ ένα γηροκομείο
την Κυριακή επισκέψεις από γέρους ναυτικούς
γιατί πια τώρα το ’μαθε καλά

το άλλο μισό του ανθρώπου είναι
το παραμύθι

αλλά κι εσύ γιατί να της παραφερθείς
αφού κοντά της βούλιαξες ολόκληρος
και μόνο το τραγικό σου χέρι φαίνεται
να κρατάει, σαν ψάρι, σπαρταρώντας,
την ψυχή σου.

Από τη συλλογή Το μυστικό πηγάδι (1983) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Σαν τους σοβάδες

Σαν τους σοβάδες

Σαν τους σοβάδες πέφτει ο ουρανός.
Έρχονται τα άγρια χρόνια.

Σφαλιστείτε.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα το μαύρο τ’ όνειρο
της νύχτας
το λευκό χαρτί σιγά σιγά καιγότανε στην άκρη.

Σιγά σιγά κι από την άκρη γίνηκαν κι όλα τ’ άλλα.
Ώσπου με πνίξαν οι καπνοί
κι έμεινα δίχως σπίτι.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Τυπωθήτω

Τυπωθήτω

Όταν έγραψε το ποίημα στάθηκε να το κοιτάζει.

Το χαρτί ακόμη χλωρό και τα ψηφία πονούσαν.
Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο.
Πουθενά δεν είχε να το στείλει.

Ως το άλλο βράδυ γάβγιζε το ποίημα φυλακισμένο.
Γάβγιζε απ’ τις πολλές πληγές και τον αιθέρα.

Ώσπου δεν άντεξε και του άνοιξε την πόρτα.

Μεσάνυχτα το πέταξε στο δρόμο σα σκυλί.

Από τη συλλογή Τα όρια του μύθου (1975) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Αυτές οι ρεματιές κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν και ξαναγυρνούν,
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο κωνσταντίνος ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες
παρά μονάχα ψεύτες
και ρουφιάνοι,
ω πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά, στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο,
είσαι η Πρέβεζα, τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι, ο Πόντος κι η Ερμούπολις,

ω πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια

μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα σπίτια
μ’ αυτά τα βράχια δίπλα στο γιαλό
μ’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους

θα ’ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.

Από τη συλλογή Τα ξόρκια (1973) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Το πέρασμα

Το πέρασμα

Στο δρόμο για το θάνατο και για την εξορία
καθώς λιγόστευαν οι φίλοι
κι οι στρατοδίκες έκλαιγαν γραμμή κατ’ άντρα
είδες κι εσύ να στερεώνουν το χρησμό στα αίματα
κι η Πύλη που περάσαμε μαζί
να ’ναι μονάχα πέρασμα φονιάδων.

Από τη συλλογή Τα ξόρκια (1973) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)