Μαρία Πολίτου: Ω, γλυκύ μου έαρ

Δώρος Γεωργιάδης & Σώτια Τσώτου, Μη βάζεις μαύρο
(τραγούδι: Άννα Βίσση / δίσκος: Χίλια εννιακόσια τίποτα (1974))

Ω, γλυκύ μου έαρ

Κόβω κάτι δαγκωνιές του θανάτου τόσο ισχυρές που,
ώσπου να συνέλθει, προφταίνω να πάρω μια καινούρια παράταση.

Οδυσσέας Ελύτης

Τι κι αν δεν έρχονται τα χελιδόνια;
Κι αν απαρνήθηκε ο ουρανός το κυανό του ρούχο
φορώντας πια το άχρωμο και εχθρικό του γκρι;
Και αν βοριάς θανατερός τη χώρα φυλακίζει;
Ε, τι μ’ αυτό;
Το πράσινο της νιότης μου
δε σώθηκε ακόμη.

Εγώ
θα τη φτιάξω
την άνοιξη.

Θα πάρω μπλε από τη θάλασσα
και κίτρινο απ’ τον ήλιο
σε αυτοσχέδια παλέτα θα τα μπλέξω.
Το αίμα της καρδιάς μου θα στραγγίσω
στο δροσερό νιογέννητο γρασίδι
και δάκρυα ελπίδας θα σταλάξω
κρυστάλλους μαγικούς
αθανασίας.

Θα βάλω όλη μου την τέχνη
το έργο να τελειώσω.

Θα τηνε φέρω
πολυπόθητη
την άνοιξη.

Από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του θεού (2014) της Μαρίας Πολίτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πολίτου

Χρήστος Νικολόπουλος & Σώτια Τσώτου, Μου ’ταξες ταξίδι να με πας

Μου ’ταξες ταξίδι να με πας

Μουσική: Χρήστος Νικολόπουλος
Στίχοι: Σώτια Τσώτου
Τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη
Δίσκος: Χάνομαι γιατί ρεμβάζω (1985)

Να ’ξερα των άστρων το σκοπό
να σ’ τον λέω να σε νανουρίζω
να ’μουνα θεός να σου το πω
«πάρ’ τον Γαλαξία, σ’ τον χαρίζω»
Πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ

Μου ’ταξες ταξίδι να με πας
όσο μακριά ο κόσμος φτάνει
πού αλλού, καρδιά μου, να με πας
πήγα στον παράδεισο και φτάνει
Πόσο μ’ αγαπάς, πόσο μ’ αγαπάς

Μάλαμα στα τζάμια το νερό
κι ούτε μια σταγόνα δεν ορίζω
όλο μου το βιος ό,τι φορώ
η ψυχούλα μου και σ’ τη χαρίζω
Πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ

Μου ’ταξες ταξίδι να με πας
όσο μακριά ο κόσμος φτάνει
πού αλλού, καρδιά μου, να με πας
πήγα στον παράδεισο και φτάνει
Πόσο μ’ αγαπάς, πόσο μ’ αγαπάς

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει

Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει

Μουσική: Κώστας Χατζής
Στίχοι: Σώτια Τσώτου
Τραγούδι: Μαρινέλλα & Κώστας Χατζής
Δίσκος: Ρεσιτάλ (1976)

Άσε με να κάτσω πλάι σου
κι ό,τι θέλεις συλλογίσου
δεν θα σου μιλήσω, δεν θα σου μιλήσω
Μίλα με τους άλλους γύρω σου
για ν’ ακούω τη φωνή σου
σε παρακαλώ, σε παρακαλώ

Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει
πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ
Γέρνεις και ο ίσκιος σου μ’ αγγίζει
κι εγώ ριγώ κι εγώ ριγώ

Άσε με απ’ το ποτήρι σου
μια γουλιά να πιω ακόμα
δίψασα πολύ, δίψασα πολύ
Φεύγει η ζωή και χάνεται
και τ’ αφίλητό μου στόμα
κλαίει για ένα φιλί, κλαίει για ένα φιλί

Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει
πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ
Γέρνεις και ο ίσκιος σου μ’ αγγίζει
κι εγώ ριγώ κι εγώ ριγώ

Τάσος Κουράκης, Το σαλονάκι

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Μου είπες «Σ’ αγαπώ»
(ερμηνεία: Ελπίδα & Κώστας Χατζής / δίσκος: Ελπίδα – Δάκης στου Κώστα Χατζή (1977))

[Ενότητα ΙΙ. Οι κληρονόμοι]

Το σαλονάκι

Έντυσες το σαλονάκι της
ζωής σου
σε ακριβή δερμάτινη επένδυση
ματαιότητας
σε χρώμα ακηλίδωτο πλην
μονόχρωμο να κρύβεται
η Άνοιξη της πολυμορφίας των
εφηβικών σου ονείρων μην
και ζητήσουν ανατροπή τα
κωλόπαιδα οι ενοχές σου

Και δεν ξέχασες ποτέ να
ρίχνεις από πάνω κάλυμμα
φτηνιάρικης επιδερμίδας από
ρετάλια παραβαρδάριας εκποίησης
ιδανικών

Σε επαφή αισθήσεων με
το υποκείμενο

Σαν τα κλειστά σαλόνια των
σπιτιών που τα καλύτερα δωμάτια δεν
προορίζονται για τους ίδιους μα
για τις ουτοπίες τους

Από τη συλλογή Λέξεις λάμνουν αεί θάλλουν (2002) του Τάσου Κουράκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάσος Κουράκης

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): ένστιχτο

Σταύρος Κουγιουμτζής & Σώτια Τσώτου, Δώσε μου το χέρι σου
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Νάτανε το 21 (1970))

ένστιχτο

Μου δίνει δύναμη το απλωμένο χέρι
Μια ανοιχτή αγκαλιά με παρηγορεί
Φίλε,
Χαρούμενο θέλω να σε βλέπω
Το χαμόγελο να σκεπάζει τον τόπο των δακρύων
Η θλίψη και ο πόνος που κυλά σε σταγόνες
Χαρά και λάμψη ας γίνουν

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Οι γύφτοι

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Ο κύριος κανείς (δίσκος: Ο γιος της άνοιξης (1974))

Οι γύφτοι

Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουμε
γιατί τρυπάν τις εποχές
και φέρνουν τους ανέμους στις αυλές μας.
Είναι οι άνθρωποι που μας κλέβουν τα πορτοκάλια
και αφήνουν τα δέντρα να μεγαλώσουν.

Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν αγαπάμε
γιατί είναι απάτριδες και γεννιούνται
χωρίς αύξοντα αριθμό ανάμεσα στα μάτια.
Όσοι μεταμεληθούν βγαίνουν στην όχθη
και φυτεύονται ανάμεσά μας.
Μόνο που κάθε βράδυ στα όνειρά τους,
ξεκινούν πάλι για κάποια χώρα των Μακάρων.

Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν συμπαθούμε,
γιατί είναι άθεοι και είρωνες.
Όσοι βαπτισθούν βάζουν τους Αγίους τους πίσω στην καρότσα
και τους φορούν για φωτοστέφανο μια παλιά ζάντα από Ντάτσουν.

Τις αυγές σκαρφαλώνουν στις ταράτσες κλέβουν τα μανταλάκια
της νοικοκυράς και αφήνουν τα εσώρουχα μας να στεγνώσουν.
Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουμε,
γιατί πεθαίνουν πάντα τον Απρίλη με μάτια καθαρά και μαύρα∙
πιο καθαρά από τη νύχτα∙ παίρνουν μαζί τους ένα κλαδί χασισόδεντρου
και μια πυγολαμπίδα καλά κρυμμένα στο εσώρουχο.

Οι γύφτοι σε παίρνουν πάντα όταν κάνεις ωτοστόπ∙
δεν σου λένε παλιές ιστορίες
ούτε τη μοίρα σου.
Μόνο τα κορίτσια τους σου πλένουν τα χείλη
και σε κοιτούν όλοι κατάματα, μήπως έχεις να τους πεις νέα
για το μεγάλο καραβάνι που χάθηκε…

Από τη συλλογή Κίνναμος (1987) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Κατερίνα Καριζώνη, Η πρώτη φράση

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Σ’ αγαπώ
(τραγούδι: Μαρινέλλα & Κώστας Χατζής / πρώτη εκτέλεση στο δίσκο Ρεσιτάλ (1976))

Η πρώτη φράση

Την έβδομη μέρα της δημιουργίας
ήρθε μια γυναίκα
κρατώντας ένα κλουβί με καναρίνι
και το κρέμασε σ’ ένα ανθισμένο κλαδί του παραδείσου
ύστερα βάλθηκε να συγυρίζει
σκούπισε τα σκοτάδια από τα τζάμια τ’ ουρανού
τη λάσπη του κόσμου από τα υποδήματα των αγγέλων
έβαλε καπνό
στο ανοιγμένο πλευρό του άντρα
κι ένα περιδέραιο από δάκρυα
στο λαιμό της γυναίκας
τέλος μάζεψε όλες τις φωνές των λουλουδιών
και τις ακούμπησε στα χείλη τους.

Η πρώτη φράση που ακούστηκε στον κόσμο
ήταν «σ’ αγαπώ».

Από τότε πέρασαν αιώνες σιωπής.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Ντάντη Σιδέρη, Το σώμα

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Ιθάκη
(τραγούδι: Μαρινέλλα & Κώστας Χατζής / δίσκος: Συνάντηση (1987))

Το σώμα

απλώνεται
λιβάδι
το σώμα

ποικίλα τα βήματα
στην επιφάνειά του

η γαλάζια χλόη
της πρώτης επιθυμίας

ποια πουλιά
αδηφάγα
στις πτυχές του

επίμονα απ’ τη ζωή σου
τη μεγαλύτερη μοίρα
διεκδικεί

με θλίβει
έτσι ατελές
στις ανεξάντλητες
δυνατότητες
τις δικαίωσής του

στη συνεχή του
προσπάθεια
να επαληθεύσει
την πορεία του.

Από τη συλλογή Hinter dem Schlaf höre ich mich besser [Πίσω απ’ τους ύπνους με ακούω πιο καθαρά] (2001) της Ντάντης Σιδέρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντάντη Σιδέρη

Κλείτος Κύρου, Κυριακή απόγεμα

Χρήστος Λεοντής & Σώτια Τσώτου, Έρημο πουλί
(τραγούδι: Μαρινέλλα / δίσκος: 12 παρά 5 (1971))

Κυριακή απόγεμα

Παραθαλάσσιο κέντρο
Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
Μουσική χειροκροτήματα
Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
Τα παιδιά τρέχουν
Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
Τραγούδια
(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)

Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
Βραδιάζει
Οι εκδρομείς επιστρέφουν
Με λουλούδια
Με λιοκαμένα πρόσωπα
Χαρούμενοι
(Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)

Άγγλοι αντιπαθητικοί
Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετυλίνης
Οι δρόμοι αδειάζουν
Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
Λαχανιασμένοι ψίθυροι
(Νιώθουμε ξένοι
Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)

Ποιος θα μας σώσει
Ποιος θα μας ξεκουράσει
Κατά πού να γυρίσουμε
(Είμαστε νικημένοι
Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Έγκλειστος στο κλεινόν άστυ (Γιώργος Χ. Θεοχάρης)

Χρήστος Γκάρτζος & Σώτια Τσώτου, Αθήνα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Οι Μάηδες οι ήλιοι μου (1978))

[Ενότητα Μνήμην άειδε…]

Άνοιξε
τη φυλακή της μνήμης
με το ανίκανο κλειδί
της λήθης.

Έγκλειστος στο κλεινόν άστυ

Στον Τριαντάφυλλο Οικονόμου

Κατέβηκε μικρός στης πόλης τις μυλόπετρες
μα η μνήμη είναι αρραβώνας από έρωτα.
Ξυπνάει στο υπόγειο το πρωί κι ανοίγει τα ματάκια του
ψάχνοντας στο φεγγίτη του φωταγωγού.
«Μάνα, πού είναι η λεμονιά;»
«Πού είναι, μάνα, η λεμονιά;» ρωτάει.

Μα δεν ανθίζουν στα τσιμέντα λεμονιές.
Δε δένουν, δεν καρπίζουν.

Αιγές, 13.10.2001

Από τη συλλογή Ενθύμιον (2004) του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Κώστας Ριτσώνης, [Πόδια ανάλαφρα, γερά…]

Χρήστος Γκάρτζος & Σώτια Τσώτου, Αθήνα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Οι Μάηδες οι ήλιοι μου (1978))

Πόδια ανάλαφρα, γερά
χρειάζονται μες στην Αθήνα
και τα δικά μου είναι κουρασμένα

χρειάζονται σύγχρονα παπούτσια
για να οργώσεις τους μεγάλους δρόμους
γόνατα δυνατά
για να σκαρφαλώσεις στις μεγάλες σκάλες

Οι παλιές μου αρθρώσεις
είναι φθαρμένες
οι παλιές μου σόλες
σκίζονται
τα παλιά μου πόδια λυγίζουν
μπρος στις ανηφόρες
που με περιμένουν χωρίς έλεος
μέσα σε μια πολιτεία
που θέλει να μ’ εξαφανίσει

Από την έκδοση 151 ποιήματα του Κώστα Ριτσώνη (εκδ. Ποιήματα των φίλων, Αθήνα, 2011)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Ριτσώνης

Μαρία Κυρτζάκη, Συναλλαγή

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Λεωφορείο ο κόσμος (δίσκος: Στις γειτονιές του κόσμου (1969))

[Ενότητα Ανίχνευση (1968-1971)]

Συναλλαγή

Όπως και να ’χει το πράγμα
Όπως και να ’χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Όπως και να ’χει
Η επικοινωνία εκτελείται.
Αστικά λεωφορεία εντός πόλεως
Υπεραστικά εκτός
Και οφείλεις να ’χεις στο χέρι το αντίτιμο
Της διαδρομής
Της εγκαρδιότητας
Της οικειότητας
Της συνουσίας

Αυτόματος μετρητής
Αυτόματος πωλητής

Για να μην υποπτεύεσαι
Για να μη σε υποπτεύονται
Να μη σε φοβίζουν οι σκιές
Ο φόβος
Ο φόβος
Τίμιος στη συναλλαγή
Για να μη γίνονται σύμβολα οι ασπασμοί
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύονται

Από τη συλλογή Οι λέξεις (1973) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Όσο ποτέ άλλοτε

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Σπουδαίοι άνθρωποι
(τραγούδι: Μαρινέλλα & Κώστας Χατζής / δίσκος: Ρεσιτάλ (1976))

Όσο ποτέ άλλοτε

Από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της πόλης,
φιλόδοξος, πραγματιστής.
Στα σαλόνια και τις δεξιώσεις
βρισκόταν στο επίκεντρο της προσοχής,
συνήθιζε να περιαυτολογεί για τις επιτυχίες του
στις δουλειές, και πολλοί τον πλησίαζαν με δέος.

Στην αίθουσα του σινεμά κάθισε μόνος του
μερικές σειρές πιο μπροστά από μένα.
Ερωτική η ταινία, καλογυρισμένη,
ένα έργο τέχνης.
Τον είδα μελαγχολικό, με την ανάγκη
να βυθιστεί στην πλοκή της ερωτικής ιστορίας,
την ίδια ανάγκη που είχε ο καθένας
μέσα στην αίθουσα.
Τον είδα μελαγχολικό και όσο ποτέ άλλοτε ανθρώπινο.

Από τη συλλογή Ηδονή και εξουσία (2009) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Αθήνα

Χρήστος Γκάρτζος & Σώτια Τσώτου, Αθήνα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Οι Μάηδες οι ήλιοι μου (1978))

[Ενότητα Αισθηματική ηλικία (1946-1949)]

Αθήνα

Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες
δεν είναι δω τόπος να μείνουμε
εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια
μέσα σ’ ερειπωμένα παράθυρα
μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογιάς

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νάτανε το ’21 (Σταύρος Κουγιουμτζής & Σώτια Τσώτου)

Σταύρος Κουγιουμτζής & Σώτια Τσώτου, Νάτανε το ’21

Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Χαρούλα Λαμπράκη
Δίσκος 45 στροφών του 1969 [δεύτερη εκτέλεση του τραγουδιού με την πρώτη από τον Γιώργο Νταλάρα σε δίσκο 45 στροφών νωρίτερα την ίδια χρονιά]
Πηγή: ιστολόγιο Ελένης Μπέη

Μου ξανάρχοντ’ ένα ένα χρόνια δοξασμένα
νάτανε το ’21 νάρθει μια στιγμή
να περνάω καβαλάρης στο πλατύ τ’ αλώνι
και με τον Κολοκοτρώνη νάπινα κρασί

Να πολεμάω τις μέρες στα κάστρα
και το σπαθί μου να πιάνει φωτιά
και να κρατάω τις νύχτες με τ’ άστρα
μια ομορφούλα αγκαλιά

Μου ξανάρχοντ’ ένα ένα χρόνια δοξασμένα
νάτανε το ’21 νάρθει μια βραδιά

Πρώτος το χορό να σέρνω στου Μοριά τις στράτες
και ξωπίσω μου Μανιάτες και οι Ψαριανοί
κι όταν λαβωμένος γέρνω κάτω απ’ τους μπαξέδες
να με ραίνουν μενεξέδες, χέρια κι ουρανοί

Να πολεμάω τις μέρες στα κάστρα
και το σπαθί μου να πιάνει φωτιά
και να κρατάω τις νύχτες με τ’ άστρα
μια ομορφούλα αγκαλιά

Μου ξανάρχοντ’ ένα ένα χρόνια δοξασμένα
νάτανε το ’21 νάρθει μια βραδιά