Katyusha (λαϊκό ρώσικο τραγούδι): πρώτη εκτέλεση, με τη Lidia Ruslanova

Κι επειδή το «Κατιούσα» είναι κοριτσίστικο τραγούδι και η πρώτη εκτέλεση έχει πάντα ιδιαίτερη αξία, ας ακούσουμε πώς το ερμήνευσε πρώτη η σπουδαία Λίντια Ρουσλάνοβα:

Matvei Blanter & Mikhail Isakovsky, Катюша (Katyusha, λαϊκό ρώσικο τραγούδι)

20 χρόνια μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη χαραυγή του δεύτερου, το 1938, ο πασίγνωστος τότε ρωσοεβραίος συνθέτης Ματβέι Μπλάντερ (Matvei Isaakovich Blanter) και ο γνωστός μαρξιστής Ρώσος ποιητής και στιχουργός Μιχαήλ Ισακόφσκι (Mikhail Vasilyevich Isakovsky) γράφουν ένα τραγούδι για τον έρωτα και τον πόλεμο. Το τραγουδάει η πασίγνωστη συντοπίτισσά τους Λίντια Ρουσλάνοβα (Lidia Andreyevna Ruslanova), ερμηνεύτρια πολλών λαϊκών ρώσικων τραγουδιών, και το τραγούδι γίνεται διάσημο.

Είναι το τραγούδι της νεαρής Κάτιας (Κατιούσα: υποκοριστικό του Εκατερίνα) που περπατάει κάτω απ’ τις μηλιές και τις αχλαδιές δίπλα στο ποτάμι του χωριού της και τραγουδάει. Θυμάται τον γκριζαετό της στέπας, τον καλό της, που πήγε να πολεμήσει. Έχει καιρό να τον δει και της λείπει. Το μόνο που έχει για να τον θυμάται είναι τα γράμματα που της στέλνει απ’ το μακρινό μέτωπο, απ’ τα σύνορα. Ζητάει να φτάσει το τραγούδι της ως τ’ αγόρι της που έτσι θα λάβει τα χαιρετίσματά της. Του ζητάει να μην ξεχνάει το απλό κορίτσι που έμεινε πίσω να τον περιμένει. Του λέει να φυλάγει την πατρίδα τους έτσι όπως κι η ίδια κρατάει καλά φυλαγμένη στην καρδιά της την αγάπη τους. [Πηγές πληροφοριών: wikipedia, marxists.org]

Το γλυκύτατο τραγούδι έχουν ερμηνεύσει όλοι οι γνωστοί κλασικοί και λαϊκοί ερμηνευτές των ρώσικων λαϊκών τραγουδιών στην υφήλιο. Μια από τις ερμηνείες αυτές (αρκετά σύγχρονη, με τη Varvara) επέλεξε πριν από ένα περίπου χρόνο η Μαριάννα.

Τίνος την ερμηνεία επιλέγω σήμερα; Μα, ένας είναι ο συνήθης ύποπτος και τείνει να γίνει από τους πιο αγαπημένους μας στο ιστολόγιό μου. Είναι νέος, είναι πανέμορφος, είναι καταπληκτικός τραγουδιστής – είναι, φυσικά, ο σπουδαίος βαρύτονος Ντμίτρι Χβοροστόφσκι από τη Σιβηρία. Δείτε πόση γλύκα έχει η έκφρασή του την ώρα που τραγουδάει το «Κατιούσα» και πώς τη μεταβιβάζει μαζί με το χαμόγελό του στο ακροατήριό του που τον κοιτάζει μαγεμένο.

«Κατιούσα», λοιπόν, για τη Μαριάννα και για όλους μας – και καλό μας μήνα! Εύχομαι αυτός ο Σεπτέμβρης να ’ναι ο καλύτερος της ζωής μας!

Οι βαρκάρηδες του Βόλγα (λαϊκό ρώσικο τραγούδι)

Ilya Yefimovich Repin, Burlaks on Volga, 1870-73
Πηγή: wikipedia

 

Κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα ο Μίλι Μπαλακίρεφ, δημιουργός της ομάδας των 5 (της εθνικής σχολής μουσικής της Ρωσίας τον 19ο αιώνα) δημοσιεύει ένα βιβλίο με λαϊκά τραγούδια και, φυσικά, έχει επιλέξει και το τραγούδι των βαρκάρηδων στον ποταμό Βόλγα. Το τραγούδι ουσιαστικά περιλάμβανε έναν μόνο στίχο, την κραυγή-σύνθημα των βαρκάρηδων κάθε που ετοιμαζόντουσαν να ξανατραβήξουν το βαρύ φορτίο τους, τα καράβια, κόντρα στο ρεύμα του μεγάλου ποταμού. Κι αυτή η δουλειά γινόταν αιώνες ολόκληρους στην τότε τσαρική Ρωσία. Ο μόχθος τους δεν περιγράφεται με λόγια. Περιγράφεται όμως μέσ’ από εικόνες και μουσική. [Πηγή: wikipedia]

Στα τέλη του 19ου αιώνα (1870-1873) ο σπουδαίος Ρώσος ζωγράφος Ίλια Ρέπιν είχε παρουσιάσει έναν συγκλονιστικό πίνακα με τους βαρκάρηδες (burlak) στον Βόλγα. Είναι ο πίνακας με τον οποίο ξεκινά αυτό το δημοσίευμα και βρίσκεται στο κρατικό μουσείο της Αγίας Πετρούπολης.

Το 1922 ο ισπανός συνθέτης Μανουέλ ντε Φάλια διασκευάζει το τραγούδι μετά από σχετική έκκληση της Κοινωνίας των Εθνών (της ΚΤΕ που ήταν ο πρόδρομος του ΟΗΕ). Το έργο παρουσιάζεται με τον τίτλο Canto de los remeros del Volga και όλα τα έσοδα από την ηχογράφηση και την παρουσίασή του διατίθενται για την ανακούφιση των δύο εκατομμυρίων Ρώσων προσφύγων που πέρασαν τα πάνδεινα λόγω του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Στην πορεία προστέθηκαν στο τραγούδι μερικοί στίχοι ακόμα και το 1936 το λέει με τρόπο εκπληκτικό ο σπουδαιότερος κλασικός Ρώσος τραγουδιστής του 20ού αιώνα, ο βαθύφωνος Φεοντόρ Ιβάνοβιτς Τσαλιάπιν, στην τελευταία του ηχογράφηση δύο χρόνια προτού πεθάνει. Ας την ακούσουμε:

Η ερμηνεία αυτή κάνει το τραγούδι γνωστό σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και έκτοτε οι περισσότεροι σημαντικοί βαθύφωνοι εντάσσουν το τραγούδι των βαρκάρηδων του Βόλγα στο ρεπερτόριό τους.

Αυτή την ερμηνεία ακούει ο Γκλεν Μίλερ και το 1941 παρουσιάζει ορχηστρικά το τραγούδι στην τζαζ εκδοχή του. Η εκτέλεση αυτή μένει πρώτη σε κυκλοφορία στις ΗΠΑ τη χρονιά εκείνη:

To 1959 έχουμε μια επίσης έξοχη ερμηνεία του τραγουδιού από τον σπουδαίο βούλγαρο βαθύφωνο Μπορίς Κριστόφ:

Λίγο αργότερα έρχεται ένας ακόμη σημαντικός σοβιετικός τραγουδιστής, ο βαθύφωνος Μπορίς Στοκόλοφ με μια ακόμη συγκλονιστική ερμηνεία του ίδιου τραγουδιού:

Ομολογώ ότι γνώρισα τους βαρκάρηδες του Βόλγα ακούγοντας τον υπέροχο (για τα δικά μου γράδα) Ιβάν Ρεμπρόφ στην ηχογράφηση του 1968 που θ’ ακούσουμε τώρα:

Και φτάνουμε πλέον στην ερμηνεία του από κάθε άποψη σημαντικού Αμερικανού καλλιτέχνη (μεταξύ πολλών άλλων δραστηριοτήτων του ήταν και βαθύφωνος τραγουδιστής) Πολ Ρόμπεσον:

Οφείλω να υπενθυμίσω ότι, πριν από ένα περίπου χρόνο, η Μαριάννα δημοσίευσε τόσο τον πίνακα του Ρέπιν όσο και μερικές από τις εκτελέσεις του τραγουδιού των βαρκάρηδων του Βόλγα προσθέτοντας με την ευαισθησία της μια ακόμα πινελιά σ’ ένα από τα κλασικότερα παραδείγματα όλων των εποχών για το πώς ο πόνος και ο μόχθος και η μιζέρια και η άχαρη ζωή μετουσιώνονται σε κορυφαίες στιγμές της τέχνης όπου καθρεφτίζεται το ανθρώπινο μεγαλείο, η περηφάνια και η καρτερικότητα ενός ολόκληρου λαού, του υπέροχου ρώσικου λαού.

Ας κλείσουμε με μια εκτέλεση του τραγουδιού το 1965 από τη διάσημη Χορωδία του Κόκκινου Στρατού:

Vasily Solovyov-Sedoy & Mikhail Matusovsky, Подмосковные вечера (Νύχτες Μόσχας)

Το 1955 ο συνθέτης Vasily Solovyov-Sedoy και ο ποιητής Mikhail Matusovsky γράφουν ένα τραγούδι για τις νύχτες τού Λένινγκραντ. Το υπουργείο πολιτισμού της τότε Σοβιετικής Ένωσης ζητά να κάνουν κάποιες μικρές τροποποιήσεις στους στίχους ώστε το τραγούδι να μιλά για τη Μόσχα, δίνοντας ουσιαστικά παραγγελιά για να προκύψει ένα από τα δημοφιλέστερα ρώσικα τραγούδια όλων των εποχών – το Подмосковные вечера, δηλαδή το γνωστό και αγαπημένο μας «Νύχτες Μόσχας» ή «Μοσχοβίτικα βράδια» (άκουσα κάποτε τον Αλέξη Κωστάλα να λέει αυτή τη δεύτερη εκδοχή του τίτλου στα Ελληνικά και μου άρεσε πολύ).

Το τραγούδι ηχογραφείται το 1957 με ερμηνευτή τον νεαρό ηθοποιό Vladimir Troshin και ακούγεται για πρώτη φορά σ’ ένα ντοκιμαντέρ για τη Σπαρτακιάδα που επρόκειτο να διοργανώσει την ίδια χρονιά η Σοβιετική Ένωση. Αυτή ήταν μόλις η αρχή της λαμπρής πορείας αυτού του πανέμορφου τραγουδιού που κέρδισε την ίδια χρονιά το πρώτο βραβείο στο πανσπουδαστικό φεστιβάλ της Μόσχας κι ύστερα ταξίδεψε σ’ όλη την οικουμένη και αγαπήθηκε πολύ. [Πηγή πληροφοριών: wikipedia]

Ας ακούσουμε, λοιπόν, το τραγούδι για τα Μοσχοβίτικα βράδια που είχαν έτσι κι αλλιώς τη δικιά τους χάρη κι απέκτησαν ακόμα μεγαλύτερη με τη εντυπωσιακή ερμηνεία του Σιβηριανού βαρύτονου Ντμίτρι Χβοροστόφσκι. Τον συνοδεύουν οι τραγουδιστές του BBC, η συμφωνική χορωδία του BBC και η συμφωνική ορχήστρα του BBC υπό τη διεύθυνση του Mark Elder.

Αφιερώνω το τραγούδι στον αγαπημένο μας φίλο Γιώργο Βλάσση για να ξαναγεμίσει η Λευκίμμη της Κέρκυρας μελωδίες. 🙂

Ivan Larionov, Kalinka


Το 1860 ο Ιβάν Πέτροβιτς Λαριόνοφ γράφει μια αλέγρα καντάδα για μια επιθεώρηση που θ’ ανέβαζε στην πόλη που ζούσε τότε, στο Σαρατόφ της νότιας Ρωσίας, ένα μεγάλο λιμάνι στον ποταμό Βόλγα.

Το γλυκύτατο αυτό τραγούδι αγαπήθηκε πολύ και δεν άργησε να συμπεριληφθεί στα κλασικά ρώσικα λαϊκά τραγούδια. Μέχρι και ομώνυμος χορός δημιουργήθηκε, που επίσης θεωρείται κλασικός στο είδος του. (wikipedia)

Το τραγούδι ούτε λίγο ούτε πολύ είναι καντάδα σ’ ένα κορίτσι που ο τροβαδούρος το λέει «καλίνκα», χρησιμοποιώντας τη ρώσικη λέξη για το αειθαλές φυτό βιβούρνο, που ανθίζει μες στην καρδιά τού χειμώνα, μες στα χιόνια του Φλεβάρη και γι’ αυτό οι Αγγλοσάξονες το είπαν snowberry ή snowball tree. Όπως λέει ο φίλος μας ο Κώστας ο αμπελουργός (από το ιστολόγιό του είναι και η φωτογραφία του φυτού), τα λευκά και ροζ άνθη του βιβούρνου είναι αγαπημένος προορισμός των μελισσών τις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα αλλά δεν αντέχει σε μεγάλο παγετό.

Πάμε τώρα 100 και βάλε χρόνια μετά από την εποχή που γράφτηκε το «Καλίνκα». Είναι Γενάρης του 1988, βρίσκομαι για μέρες στην Αθήνα, έχουμε κατέβει με συναδέλφους για δουλειά και ρωτάμε στο ξενοδοχείο (Novotel, στην πλατεία Βάθη) αν εκεί κοντά υπάρχει κάνα καλό μαγαζί με μουσική. Μας είπαν ότι υπήρχε κάποιο περίπου στο ύψος της Αχαρνών και μας διαβεβαίωσαν ότι δεν ήταν σκυλάδικο. Δεν θυμάμαι πια ποιο μαγαζί ήταν ούτε ποιοι συμμετείχαν στο κανονικό του πρόγραμμα (αρκετά σπουδαία ονόματα) γιατί υπήρχε μια επιδημία γρίπης και κάθε βράδυ έλειπαν οι μισοί τραγουδιστές. Αυτό που θυμάμαι ήταν πως το μαγαζί ήταν μεγάλο και ευχάριστο και ότι ουσιαστικά κράτησαν το πρόγραμμα μόνες τους δυο νέες τότε κοπέλες, αλλά ήδη γνωστές, και τραγούδησαν «την άμμο της θάλασσας», δηλαδή από ελαφρό μέχρι βαρύ λαϊκό μαζί με τον Τάκη Μπίνη που εμφανιζόταν στο καθαρόαιμο λαϊκό κομμάτι του προγράμματος. Η μία ήταν η Ελένη Βιτάλη.

Η άλλη ήταν μια αιθέρια ύπαρξη με αέρινη κίνηση και με βαθιά μουσική αγωγή και κουλτούρα, με μια σοβαρότητα απίστευτη αλλά παράλληλα με μεγάλη γλύκα, και μας μάγεψε όλους από την πρώτη στιγμή. Και πάνω που θα σκεφτόταν κανείς ότι αυτό το λεπτοφτιαγμένο, ντελικάτο κορίτσι δεν θ’ αντέξει να βγάλει όλο το πρόγραμμα και θα πέσει κάτω από την κούραση, στα μισά του προγράμματος, μετά τις 12 τα μεσάνυχτα, ξαφνικά έσκυψε, σχεδόν κάθισε κάτω, όχι σε σκαλοπάτι αλλά σε βαθύ κάθισμα στον αέρα, κι άρχισε από κει χαμηλά που βρισκόταν να τραγουδάει ακαπέλα και σχεδόν ψιθυριστά τη ρώσικη καντάδα του Λαριόνοφ για την καλίνκα, ένα αγαπημένο τραγούδι της χώρας στην οποία γεννήθηκε. Σε κάθε στίχο ανασηκωνόταν, σπόνδυλο προς σπόνδυλο, και σε κάθε της κίνηση η ένταση της φωνής της ανέβαινε και οι νότες της κυμάτιζαν γύρω μας σαν τα νερά του Βόλγα – ώσπου αυτή η φωνή, που όλο κυμάτιζε κι όλο ανέβαινε, ήρθε και γέμισε όλο το μαγαζί, όλος ο αέρας εκεί μέσα ήταν αυτή η φωνή που τίποτα δεν μπορούσε να την ανακόψει, και το κορίτσι έπαιρνε μια βαθιά αναπνοή κάπου κάπου κι ύστερα έκανε μια ατέλειωτη βουτιά στη μουσική και το ρυθμό της και μαζί της κι εμείς κρατούσαμε την ανάσα μας για να μη χάσουμε ούτε λέξη ούτε συλλαβή.

Το καταπληκτικό αυτό κορίτσι, το αερικό, που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου ήταν, φυσικά, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά που είχα τη χαρά να την ξανακούσω να λέει το «Καλίνκα» στην εκπομπή της ΝΕΤ «Στην υγειά μας» και ομολογώ ότι πολύ με συγκίνησε αυτή της η εμφάνιση. Θα παρατηρήσετε στο βίντεο ότι όλοι την ακούν μαγεμένοι και συμμετέχουν στο τραγούδι με πολύ ενθουσιασμό (και δεν είναι όποιοι κι όποιοι, όπως θα δείτε). Ωστόσο, θα πω ότι τότε που την πρωτάκουσα να λέει το τραγούδι, πριν από 20 πλέον χρόνια, ήταν ακόμα καλύτερη. Απολαύστε την:

Rasul Gamzatov & Yan Frenkel, Zhuravli (Οι γερανοί ) [απόδοση στα Ελληνικά από τον Γιάννη Ρίτσο]

Τώρα δεν φταίω εγώ που θα σας μαυρίσω την ψυχή, αλλά το «νεροκόριτσο» που μου θύμισε το πρωί τα «12 ρούσικα λαϊκά τραγούδια» και ειδικά το τραγούδι για τους γερανούς. Προτού τ’ ακούσετε και βάλουμε τα κλάματα όλοι μαζί, πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό το πραγματικά ξεχωριστό τραγούδι, ένα από τα διασημότερα ρώσικα τραγούδια που ακούγεται σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης μαζί με το «Νύχτες Μόσχας» και καναδυό άλλα.

Γύρω στο 1965 ο ρώσος ποιητής Ρασούλ Γκαμζάτοφ επισκέπτεται τη Χιροσίμα. Εντυπωσιάζεται κυρίως από το άγαλμα μιας μικρής Γιαπωνέζας στο πάρκο για την «ειρήνη». Είναι το άγαλμα της Σαντάκο Σασάκι, ενός από τα πρώτα θύματα της πυρηνικής βόμβας που έπεσε στην πόλη της.

Ας δούμε τι λέει για το κοριτσάκι αυτό στις σελίδες του ο Ελληνοϊαπωνικός Σύνδεσμος:

Το TSURU είναι από τα πιο διαδεδομένα σχέδια του Οριγκάμι και στην ιαπωνική γλώσσα σημαίνει γερανός (είδος πουλιού) και συμβολίζει την μακροζωία και την ευτυχία. Το οριγκάμι, μια από τις πιο παραδοσιακές τέχνες της Ιαπωνίας, ένα είδος χειροτεχνίας με το οποίο φτιάχνεις από τετράγωνο χαρτί διάφορα σχέδια.

Η ιστορία της Σαντάκο και τα ΤSURU

Η Σαντάκο Σασάκι ήταν δύο χρονών όταν έπεσε η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα. Εννιά χρόνια μετά, το 1954, όταν η Σαντάκο πήγαινε στην έκτη τάξη του Δημοτικού ξαφνικά εκδήλωσε κάποια συμπτώματα λευκαιμίας. Ύστερα από μερικούς μήνες και αφού νοσηλευόταν στον Ερυθρό Σταυρό της Χιροσίμα, ήλπιζε ότι θα δει βελτίωση φτιάχνοντας TSURU. Μετά όμως από οκτώ μήνες άνισης μάχης, η μικρή Σαντάκο, μόλις 12 χρονών, έχασε τη μάχη με την λευκαιμία, στις 25 Οκτωβρίου του 1955.

Ο θάνατος της Σαντάκο ήταν η αφορμή για τη δημιουργία ενός αγάλματος υπέρ της μνήμης των παιδιών που έχασαν τη ζωή τους τόσο άδικα από την ατομική βόμβα.

Σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση, αν κάποιος που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα κάνει μια ευχή και μετά φτιάξει 1.000 tsuru, η ευχή του θα γίνει πραγματικότητα. Η μικρούλα Σαντάκο δεν πρόλαβε. Πέθανε στον 644ο γερανό. Η υγεία της συνεχώς επιδεινωνόταν, δεν είχε αρκετό χαρτί, δεν τα κατάφερε. Η προφορική παράδοση θέλει τους συμμαθητές της να φτιάχνουν τους υπόλοιπους 356 χάρτινους λευκούς γερανούς και να ρίχνουν και τους 1.000 στον τάφο της.

Τα παιδιά της Χιροσίμα άρχισαν να μαζεύουν λεφτά για να φτιάξουν ένα μνημείο για τους φίλους τους που χάθηκαν. Και τα κατάφεραν. Το 1958 στήθηκε το άγαλμα της Σαντάκο που κρατάει στα χέρια της ένα χρυσό γερανό. Γιατί τα παιδιά πάντα θα πιστεύουν στο ανέφικτο, πάντα θα κάνουν ευχές, πάντα θα κυνηγάνε το όνειρο. Και το άγαλμα αυτό είναι ένα μήνυμα για την πολυπόθητη ειρήνη.

Αυτό το άγαλμα είδε, λοιπόν, ο Ρασούλ Γκαμζάτοφ κι έγραψε το ποίημα Zhuravli για τους αμέτρητους νεκρούς στρατιώτες της Ρωσίας στους δυο απανωτούς παγκόσμιους πολέμους. Αφού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Novy Mir (Νέος κόσμος), μελοποιήθηκε από τον Yan Frenkel το 1969 και έγινε γρήγορα γνωστό σ’ όλη την υφήλιο. [Πηγή πληροφοριών: wikipedia]

Το 1977 ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο Γιάννης Ρίτσος, το μετέφερε στα Ελληνικά, μαζί με άλλα 11 ρούσικα λαϊκά τραγούδια. Τα τραγούδησε η Μαργαρίτα Ζορμπαλά που μόλις είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα.

Είδα τη μετάφραση του τραγουδιού στα Αγγλικά και μπορώ να σας πω ότι η απόδοση του Ρίτσου στα Ελληνικά μεταφέρει πλήρως το κλίμα και το νόημα των ρώσικων στίχων σε μερικά σημεία έως και αυτολεξεί.

Στιγμές στιγμές θαρρώ πως οι στρατιώτες
που πέσανε στη ματωμένη γη
δεν κείτονται, θαρρώ, κάτω απ’ το χώμα
αλλά έχουν γίνει άσπροι γερανοί.

Πετούν και μας καλούν
με τις κραυγές τους
απ’ τους καιρούς αυτούς τους μακρινούς
κι ίσως γι’ αυτό πολλές φορές σιωπώντας
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς.

Πετάει ψηλά το κουρασμένο σμάρι
στης δύσης τη θαμπή φεγγοβολή
και βλέπω ένα κενό στη φάλαγγά του
και είναι ίσως η δική μου η θέση αυτή.

Θα ’ρθει μια μέρα που μ’ αυτό το σμάρι
στο μέγα θάμπος θα πετώ κι εγώ
σαν γερανός καλώντας απ’ τα ουράνια
όλους εσάς που έχω αφήσει εδώ.

Πάμε τώρα να ακούσουμε το τραγούδι σε τρεις διαφορετικές εκδοχές του. Η πρώτη είναι με το μισό τραγούδι στα Ρώσικα και το άλλο μισό στα Ελληνικά από συναυλία της Μαργαρίτας Ζορμπαλά στη Ρωσία:

Η δεύτερη είναι με τον εκπληκτικό βαρύτονο Ντμίτρι Χβοροστόφσκι (Dmitri Hvorostovsky) σε μια συναυλία στη Ρωσία, όπου θα δείτε ότι έκανε το μισό ακροατήριο να δακρύσει.

Η τρίτη είναι η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού στα Ελληνικά από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά το 1977 πάνω στους στίχους τού Γιάννη Ρίτσου:

Με πολλή συγκίνηση θα πρέπει να σας πω ότι είμαι πολύ περήφανη για τους δύο αυτούς τραγουδιστές της γενιάς μου. Η λίγο μεγαλύτερή μου Μαργαρίτα απ’ την Τασκένδη και ο λίγο μικρότερός μου Σιβηριανός Ντμίτρι προσεγγίζουν το υπέροχο αυτό τραγούδι με τόση τρυφερότητα, ευαισθησία και ωριμότητα που σ’ αφήνουν άφωνο.

Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, μια παρατήρηση για να βλογήσουμε και πάλι τα γένια μας: η «δικιά» μας Μαργαρίτα, στην πρώτη εκτέλεση που θ’ ακούσετε στο τρίτο φιλμάκι, είναι μόλις 19 χρονών. Τα συμπεράσματα δικά σας. Καλή μας ακρόαση!