Νίκος Καββαδίας, Fata Morgana

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Fata Morgana (δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

Fata Morgana

Στη Θεανώ Σουνά

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

*

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν’ ένα αγόρι μ’ ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να ’χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ’ την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ’ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Από τη συλλογή Τραβέρσο (1975) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

Διαβάζει ο ποιητής.

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Γυναίκα
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Θεσσαλονίκη ΙΙ

Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μάς μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μάς πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες.
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί με Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του ’ριξα και δεν με θέλει το ποτάμι.
Τι σου ’φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951

Από τη συλλογή Τραβέρσο (1975) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Θεσσαλονίκη ΙΙ

Νίκος Καββαδίας & Ξέμπαρκοι, Θεσσαλονίκη ΙΙ (δίσκος: S/S Ionion 1934 (1986))

Θεσσαλονίκη ΙΙ

στη Μυρτώ Κουμβακάλη

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου ’γινες μορτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
—της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι—
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που ’φερνα μου το ’κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο — μάδησε κι έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να ’ρθω απ’ τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

Από τη συλλογή Τραβέρσο (1975) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Θεσσαλονίκη

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Θεσσαλονίκη
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Θεσσαλονίκη

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
– Άγιε Νικόλα, φύλαγε, κι Αγιά Θαλασσινή.
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ’κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ’πες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Federico Garcia Lorca

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Federico Garcia Lorca
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Federico Garcia Lorca

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ’ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο — πορεία προς το βοριά.
Τράβα μπροστά —ξοπίσω εμείς— και μη σε μέλλει.

Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στην μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα έν’ αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν’ ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Εσμεράλδα

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Εσμεράλδα
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Εσμεράλδα

Στο Γιώργο Σεφέρη

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’ το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.

Ο παπαγάλος σού ’στειλε στερνή φορά το «γεια σου»
κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «Σε προδίνω»,
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγκά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το ’πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρομιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Μαρέα

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Μαρέα
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος & Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου | Γραμμές των οριζόντων (2005))

Μαρέα

Στο Γιακουμή Βαλάση

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες.
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat.

Πυξίδα γέρικη —ataxie locomotrice—
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα.
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι οι τρεις
να λύσει τ’ άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα.

Της τραμουντάνας τ’ άστρο, τ’ άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες.
Του Mazagan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά.

Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες.
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες,
μας πρόδωσε μ’ ένα πνιγμένο του Νορόνα.

Πουλιά στα ξάρτια —καραντί— στεριανή ζάλη
χελιδονόψαρα — πνιγμένου δαχτυλίδι.
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι.

Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει.
Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Cambay’s water

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Cambay’s water
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Ο Σταυρός του Νότου (1979))

Cambay’s water

Στον Π. Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
«κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω»
ωστόσο οι κάβοι σού σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που ’ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ’ απόψε –λέω– φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που ’πες με θυμό: «Θα ’βγω άλλη μέρα…»

Τη νύχτα σού ’πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο η πορεία…»

Ξημέρωσε κι ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαραχάνα του Μυζόρ δε φάνηκε όμως!…
Μ’ αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
και του πετούσε απά τα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι∙
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντίλι.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού

Νίκος Καββαδίας & Μαρίζα Κωχ, Μαραμπού (δίσκος: Μαρίζα Κωχ (1977))

Μαραμπού

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ’μαθε ποτέ, γιατί δεν το ’πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μού εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα —σαν άνθος έμοιαζε αλπικό—
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ’χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ’φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ’πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκι, τζιν και μπίρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρομερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρομερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ’χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου… Μ’ απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοττόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία τού μοιάζω…

Από τη συλλογή Μαραμπού (1933) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ

Νίκος Καββαδίας & Δημήτρης Ζερβουδάκης, Γράμμα σ’ έναν ποιητή (δίσκος: Ακροβάτης (1989))

Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ

«Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…»
Καίσαρ Εμμανουήλ

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

Κάτι που θα ’κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα ’κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ’ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… Σκεφτείτε… Εγώ.
Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ’ οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
— Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρομερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ’ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν’ ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ’ ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκι.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος
—μια γριά σ’ ένα πολύβοο καφενείο—
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε –ίσως– τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα ’ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα ’τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

Από τη συλλογή Μαραμπού (1933) του Νίκου Καββαδία

Katyusha (λαϊκό ρώσικο τραγούδι): πρώτη εκτέλεση, με τη Lidia Ruslanova

Κι επειδή το «Κατιούσα» είναι κοριτσίστικο τραγούδι και η πρώτη εκτέλεση έχει πάντα ιδιαίτερη αξία, ας ακούσουμε πώς το ερμήνευσε πρώτη η σπουδαία Λίντια Ρουσλάνοβα:

Matvei Blanter & Mikhail Isakovsky, Катюша (Katyusha, λαϊκό ρώσικο τραγούδι)

20 χρόνια μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη χαραυγή του δεύτερου, το 1938, ο πασίγνωστος τότε ρωσοεβραίος συνθέτης Ματβέι Μπλάντερ (Matvei Isaakovich Blanter) και ο γνωστός μαρξιστής Ρώσος ποιητής και στιχουργός Μιχαήλ Ισακόφσκι (Mikhail Vasilyevich Isakovsky) γράφουν ένα τραγούδι για τον έρωτα και τον πόλεμο. Το τραγουδάει η πασίγνωστη συντοπίτισσά τους Λίντια Ρουσλάνοβα (Lidia Andreyevna Ruslanova), ερμηνεύτρια πολλών λαϊκών ρώσικων τραγουδιών, και το τραγούδι γίνεται διάσημο.

Είναι το τραγούδι της νεαρής Κάτιας (Κατιούσα: υποκοριστικό του Εκατερίνα) που περπατάει κάτω απ’ τις μηλιές και τις αχλαδιές δίπλα στο ποτάμι του χωριού της και τραγουδάει. Θυμάται τον γκριζαετό της στέπας, τον καλό της, που πήγε να πολεμήσει. Έχει καιρό να τον δει και της λείπει. Το μόνο που έχει για να τον θυμάται είναι τα γράμματα που της στέλνει απ’ το μακρινό μέτωπο, απ’ τα σύνορα. Ζητάει να φτάσει το τραγούδι της ως τ’ αγόρι της που έτσι θα λάβει τα χαιρετίσματά της. Του ζητάει να μην ξεχνάει το απλό κορίτσι που έμεινε πίσω να τον περιμένει. Του λέει να φυλάγει την πατρίδα τους έτσι όπως κι η ίδια κρατάει καλά φυλαγμένη στην καρδιά της την αγάπη τους. [Πηγές πληροφοριών: wikipedia, marxists.org]

Το γλυκύτατο τραγούδι έχουν ερμηνεύσει όλοι οι γνωστοί κλασικοί και λαϊκοί ερμηνευτές των ρώσικων λαϊκών τραγουδιών στην υφήλιο. Μια από τις ερμηνείες αυτές (αρκετά σύγχρονη, με τη Varvara) επέλεξε πριν από ένα περίπου χρόνο η Μαριάννα.

Τίνος την ερμηνεία επιλέγω σήμερα; Μα, ένας είναι ο συνήθης ύποπτος και τείνει να γίνει από τους πιο αγαπημένους μας στο ιστολόγιό μου. Είναι νέος, είναι πανέμορφος, είναι καταπληκτικός τραγουδιστής – είναι, φυσικά, ο σπουδαίος βαρύτονος Ντμίτρι Χβοροστόφσκι από τη Σιβηρία. Δείτε πόση γλύκα έχει η έκφρασή του την ώρα που τραγουδάει το «Κατιούσα» και πώς τη μεταβιβάζει μαζί με το χαμόγελό του στο ακροατήριό του που τον κοιτάζει μαγεμένο.

«Κατιούσα», λοιπόν, για τη Μαριάννα και για όλους μας – και καλό μας μήνα! Εύχομαι αυτός ο Σεπτέμβρης να ’ναι ο καλύτερος της ζωής μας!

Ivan Larionov, Kalinka


Το 1860 ο Ιβάν Πέτροβιτς Λαριόνοφ γράφει μια αλέγρα καντάδα για μια επιθεώρηση που θ’ ανέβαζε στην πόλη που ζούσε τότε, στο Σαρατόφ της νότιας Ρωσίας, ένα μεγάλο λιμάνι στον ποταμό Βόλγα.

Το γλυκύτατο αυτό τραγούδι αγαπήθηκε πολύ και δεν άργησε να συμπεριληφθεί στα κλασικά ρώσικα λαϊκά τραγούδια. Μέχρι και ομώνυμος χορός δημιουργήθηκε, που επίσης θεωρείται κλασικός στο είδος του. (wikipedia)

Το τραγούδι ούτε λίγο ούτε πολύ είναι καντάδα σ’ ένα κορίτσι που ο τροβαδούρος το λέει «καλίνκα», χρησιμοποιώντας τη ρώσικη λέξη για το αειθαλές φυτό βιβούρνο, που ανθίζει μες στην καρδιά τού χειμώνα, μες στα χιόνια του Φλεβάρη και γι’ αυτό οι Αγγλοσάξονες το είπαν snowberry ή snowball tree. Όπως λέει ο φίλος μας ο Κώστας ο αμπελουργός (από το ιστολόγιό του είναι και η φωτογραφία του φυτού), τα λευκά και ροζ άνθη του βιβούρνου είναι αγαπημένος προορισμός των μελισσών τις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα αλλά δεν αντέχει σε μεγάλο παγετό.

Πάμε τώρα 100 και βάλε χρόνια μετά από την εποχή που γράφτηκε το «Καλίνκα». Είναι Γενάρης του 1988, βρίσκομαι για μέρες στην Αθήνα, έχουμε κατέβει με συναδέλφους για δουλειά και ρωτάμε στο ξενοδοχείο (Novotel, στην πλατεία Βάθη) αν εκεί κοντά υπάρχει κάνα καλό μαγαζί με μουσική. Μας είπαν ότι υπήρχε κάποιο περίπου στο ύψος της Αχαρνών και μας διαβεβαίωσαν ότι δεν ήταν σκυλάδικο. Δεν θυμάμαι πια ποιο μαγαζί ήταν ούτε ποιοι συμμετείχαν στο κανονικό του πρόγραμμα (αρκετά σπουδαία ονόματα) γιατί υπήρχε μια επιδημία γρίπης και κάθε βράδυ έλειπαν οι μισοί τραγουδιστές. Αυτό που θυμάμαι ήταν πως το μαγαζί ήταν μεγάλο και ευχάριστο και ότι ουσιαστικά κράτησαν το πρόγραμμα μόνες τους δυο νέες τότε κοπέλες, αλλά ήδη γνωστές, και τραγούδησαν «την άμμο της θάλασσας», δηλαδή από ελαφρό μέχρι βαρύ λαϊκό μαζί με τον Τάκη Μπίνη που εμφανιζόταν στο καθαρόαιμο λαϊκό κομμάτι του προγράμματος. Η μία ήταν η Ελένη Βιτάλη.

Η άλλη ήταν μια αιθέρια ύπαρξη με αέρινη κίνηση και με βαθιά μουσική αγωγή και κουλτούρα, με μια σοβαρότητα απίστευτη αλλά παράλληλα με μεγάλη γλύκα, και μας μάγεψε όλους από την πρώτη στιγμή. Και πάνω που θα σκεφτόταν κανείς ότι αυτό το λεπτοφτιαγμένο, ντελικάτο κορίτσι δεν θ’ αντέξει να βγάλει όλο το πρόγραμμα και θα πέσει κάτω από την κούραση, στα μισά του προγράμματος, μετά τις 12 τα μεσάνυχτα, ξαφνικά έσκυψε, σχεδόν κάθισε κάτω, όχι σε σκαλοπάτι αλλά σε βαθύ κάθισμα στον αέρα, κι άρχισε από κει χαμηλά που βρισκόταν να τραγουδάει ακαπέλα και σχεδόν ψιθυριστά τη ρώσικη καντάδα του Λαριόνοφ για την καλίνκα, ένα αγαπημένο τραγούδι της χώρας στην οποία γεννήθηκε. Σε κάθε στίχο ανασηκωνόταν, σπόνδυλο προς σπόνδυλο, και σε κάθε της κίνηση η ένταση της φωνής της ανέβαινε και οι νότες της κυμάτιζαν γύρω μας σαν τα νερά του Βόλγα – ώσπου αυτή η φωνή, που όλο κυμάτιζε κι όλο ανέβαινε, ήρθε και γέμισε όλο το μαγαζί, όλος ο αέρας εκεί μέσα ήταν αυτή η φωνή που τίποτα δεν μπορούσε να την ανακόψει, και το κορίτσι έπαιρνε μια βαθιά αναπνοή κάπου κάπου κι ύστερα έκανε μια ατέλειωτη βουτιά στη μουσική και το ρυθμό της και μαζί της κι εμείς κρατούσαμε την ανάσα μας για να μη χάσουμε ούτε λέξη ούτε συλλαβή.

Το καταπληκτικό αυτό κορίτσι, το αερικό, που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου ήταν, φυσικά, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά που είχα τη χαρά να την ξανακούσω να λέει το «Καλίνκα» στην εκπομπή της ΝΕΤ «Στην υγειά μας» και ομολογώ ότι πολύ με συγκίνησε αυτή της η εμφάνιση. Θα παρατηρήσετε στο βίντεο ότι όλοι την ακούν μαγεμένοι και συμμετέχουν στο τραγούδι με πολύ ενθουσιασμό (και δεν είναι όποιοι κι όποιοι, όπως θα δείτε). Ωστόσο, θα πω ότι τότε που την πρωτάκουσα να λέει το τραγούδι, πριν από 20 πλέον χρόνια, ήταν ακόμα καλύτερη. Απολαύστε την:

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ο κύκλος


Wassily Kandinsky: Around the Circle (1940)
Πηγή: famousartistsgallery.com

Ο κύκλος

Οι ερωτευμένοι δεν φιλιούνται
μόνο πίσω από τις βάρκες,
τρέχουν και κρύβονται στα δάση∙
όταν γυρίζουν μαζεύουν τα ρούχα τους
κι ανεβαίνουν στα ποδήλατα.

Οδηγούν απρόσεκτα,
έχουν ορμή κι ευελιξία,
χαλαρωμένα, φωτεινά πρόσωπα
και σώματα.

Χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται κοινές συνομιλίες
και βαρετές συνήθειες,
κυκλοφορούν μ’ επικίνδυνη ταχύτητα∙
κάνουν ξυστά ανέμελα περάσματα,
μπαίνουν στη μέση του δρόμου,
στρίβουν απότομα.

Πηγαίνουν όπου θέλουν,
σε έρωτες μυστικούς,
σε γνωριμίες που τελειώνουν κάπως έτσι∙
και καθώς στο πέρασμά τους
μαγνητίζουν την προσοχή του κόσμου,
πέφτουν συχνά σε μικροατυχήματα,
σε απότομες συγκρούσεις.

Από τη συλλογή Ανοικτή γραμμή (1984) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Rasul Gamzatov & Yan Frenkel, Zhuravli (Οι γερανοί ) [απόδοση στα Ελληνικά από τον Γιάννη Ρίτσο]

Τώρα δεν φταίω εγώ που θα σας μαυρίσω την ψυχή, αλλά το «νεροκόριτσο» που μου θύμισε το πρωί τα «12 ρούσικα λαϊκά τραγούδια» και ειδικά το τραγούδι για τους γερανούς. Προτού τ’ ακούσετε και βάλουμε τα κλάματα όλοι μαζί, πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό το πραγματικά ξεχωριστό τραγούδι, ένα από τα διασημότερα ρώσικα τραγούδια που ακούγεται σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης μαζί με το «Νύχτες Μόσχας» και καναδυό άλλα.

Γύρω στο 1965 ο ρώσος ποιητής Ρασούλ Γκαμζάτοφ επισκέπτεται τη Χιροσίμα. Εντυπωσιάζεται κυρίως από το άγαλμα μιας μικρής Γιαπωνέζας στο πάρκο για την «ειρήνη». Είναι το άγαλμα της Σαντάκο Σασάκι, ενός από τα πρώτα θύματα της πυρηνικής βόμβας που έπεσε στην πόλη της.

Ας δούμε τι λέει για το κοριτσάκι αυτό στις σελίδες του ο Ελληνοϊαπωνικός Σύνδεσμος:

Το TSURU είναι από τα πιο διαδεδομένα σχέδια του Οριγκάμι και στην ιαπωνική γλώσσα σημαίνει γερανός (είδος πουλιού) και συμβολίζει την μακροζωία και την ευτυχία. Το οριγκάμι, μια από τις πιο παραδοσιακές τέχνες της Ιαπωνίας, ένα είδος χειροτεχνίας με το οποίο φτιάχνεις από τετράγωνο χαρτί διάφορα σχέδια.

Η ιστορία της Σαντάκο και τα ΤSURU

Η Σαντάκο Σασάκι ήταν δύο χρονών όταν έπεσε η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα. Εννιά χρόνια μετά, το 1954, όταν η Σαντάκο πήγαινε στην έκτη τάξη του Δημοτικού ξαφνικά εκδήλωσε κάποια συμπτώματα λευκαιμίας. Ύστερα από μερικούς μήνες και αφού νοσηλευόταν στον Ερυθρό Σταυρό της Χιροσίμα, ήλπιζε ότι θα δει βελτίωση φτιάχνοντας TSURU. Μετά όμως από οκτώ μήνες άνισης μάχης, η μικρή Σαντάκο, μόλις 12 χρονών, έχασε τη μάχη με την λευκαιμία, στις 25 Οκτωβρίου του 1955.

Ο θάνατος της Σαντάκο ήταν η αφορμή για τη δημιουργία ενός αγάλματος υπέρ της μνήμης των παιδιών που έχασαν τη ζωή τους τόσο άδικα από την ατομική βόμβα.

Σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση, αν κάποιος που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα κάνει μια ευχή και μετά φτιάξει 1.000 tsuru, η ευχή του θα γίνει πραγματικότητα. Η μικρούλα Σαντάκο δεν πρόλαβε. Πέθανε στον 644ο γερανό. Η υγεία της συνεχώς επιδεινωνόταν, δεν είχε αρκετό χαρτί, δεν τα κατάφερε. Η προφορική παράδοση θέλει τους συμμαθητές της να φτιάχνουν τους υπόλοιπους 356 χάρτινους λευκούς γερανούς και να ρίχνουν και τους 1.000 στον τάφο της.

Τα παιδιά της Χιροσίμα άρχισαν να μαζεύουν λεφτά για να φτιάξουν ένα μνημείο για τους φίλους τους που χάθηκαν. Και τα κατάφεραν. Το 1958 στήθηκε το άγαλμα της Σαντάκο που κρατάει στα χέρια της ένα χρυσό γερανό. Γιατί τα παιδιά πάντα θα πιστεύουν στο ανέφικτο, πάντα θα κάνουν ευχές, πάντα θα κυνηγάνε το όνειρο. Και το άγαλμα αυτό είναι ένα μήνυμα για την πολυπόθητη ειρήνη.

Αυτό το άγαλμα είδε, λοιπόν, ο Ρασούλ Γκαμζάτοφ κι έγραψε το ποίημα Zhuravli για τους αμέτρητους νεκρούς στρατιώτες της Ρωσίας στους δυο απανωτούς παγκόσμιους πολέμους. Αφού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Novy Mir (Νέος κόσμος), μελοποιήθηκε από τον Yan Frenkel το 1969 και έγινε γρήγορα γνωστό σ’ όλη την υφήλιο. [Πηγή πληροφοριών: wikipedia]

Το 1977 ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο Γιάννης Ρίτσος, το μετέφερε στα Ελληνικά, μαζί με άλλα 11 ρούσικα λαϊκά τραγούδια. Τα τραγούδησε η Μαργαρίτα Ζορμπαλά που μόλις είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα.

Είδα τη μετάφραση του τραγουδιού στα Αγγλικά και μπορώ να σας πω ότι η απόδοση του Ρίτσου στα Ελληνικά μεταφέρει πλήρως το κλίμα και το νόημα των ρώσικων στίχων σε μερικά σημεία έως και αυτολεξεί.

Στιγμές στιγμές θαρρώ πως οι στρατιώτες
που πέσανε στη ματωμένη γη
δεν κείτονται, θαρρώ, κάτω απ’ το χώμα
αλλά έχουν γίνει άσπροι γερανοί.

Πετούν και μας καλούν
με τις κραυγές τους
απ’ τους καιρούς αυτούς τους μακρινούς
κι ίσως γι’ αυτό πολλές φορές σιωπώντας
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς.

Πετάει ψηλά το κουρασμένο σμάρι
στης δύσης τη θαμπή φεγγοβολή
και βλέπω ένα κενό στη φάλαγγά του
και είναι ίσως η δική μου η θέση αυτή.

Θα ’ρθει μια μέρα που μ’ αυτό το σμάρι
στο μέγα θάμπος θα πετώ κι εγώ
σαν γερανός καλώντας απ’ τα ουράνια
όλους εσάς που έχω αφήσει εδώ.

Πάμε τώρα να ακούσουμε το τραγούδι σε τρεις διαφορετικές εκδοχές του. Η πρώτη είναι με το μισό τραγούδι στα Ρώσικα και το άλλο μισό στα Ελληνικά από συναυλία της Μαργαρίτας Ζορμπαλά στη Ρωσία:

Η δεύτερη είναι με τον εκπληκτικό βαρύτονο Ντμίτρι Χβοροστόφσκι (Dmitri Hvorostovsky) σε μια συναυλία στη Ρωσία, όπου θα δείτε ότι έκανε το μισό ακροατήριο να δακρύσει.

Η τρίτη είναι η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού στα Ελληνικά από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά το 1977 πάνω στους στίχους τού Γιάννη Ρίτσου:

Με πολλή συγκίνηση θα πρέπει να σας πω ότι είμαι πολύ περήφανη για τους δύο αυτούς τραγουδιστές της γενιάς μου. Η λίγο μεγαλύτερή μου Μαργαρίτα απ’ την Τασκένδη και ο λίγο μικρότερός μου Σιβηριανός Ντμίτρι προσεγγίζουν το υπέροχο αυτό τραγούδι με τόση τρυφερότητα, ευαισθησία και ωριμότητα που σ’ αφήνουν άφωνο.

Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, μια παρατήρηση για να βλογήσουμε και πάλι τα γένια μας: η «δικιά» μας Μαργαρίτα, στην πρώτη εκτέλεση που θ’ ακούσετε στο τρίτο φιλμάκι, είναι μόλις 19 χρονών. Τα συμπεράσματα δικά σας. Καλή μας ακρόαση!