Γιάννης Καρατζόγλου, Το μαγνητόφωνο

Το μαγνητόφωνο

[Ενότητα Ο καιρός των ερώτων]

Ήσουν το καλοκαίρι που τέλειωνε, η ακρογιαλιά
με τα υπαίθρια σινεμά και τα εξοχικά κεντράκια.

Ήσουν η βόλτα που επέμενε ανέμελα να ξεφτίζει
όπως η τσόχα τραπεζιού σε υπόγειο σφαιριστήριο.

Ήσουν η παρέα που ταλαντευόταν τα βράδια
με τους καλαθοσφαιριστές, τις γκόμενες, τα ζαχαροπλαστεία.

Ήσουν το μαγνητόφωνο που δεχόταν να περιμένει…

Από την αδημοσίευτη συλλογή Ποιήματα του Αλέξη (1964) του Γιάννη Καρατζόγλου, η οποία ήταν αφιερωμένη στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Advertisements

Γιάννης Καρατζόγλου, Το λάμδα των ονομάτων

Το λάμδα των ονομάτων

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Κάλε Γκρότο
Αλή Βεράν
Ελ Αλαμέιν
Μάλι Μάδι
Μπέλα Παΐς…

Τόποι χλοεροί και τόποι αναψύξεως
βουνά δικά μας ή χιλιάδες μίλια αμμόλοφοι μακριά απ’ την πατρίδα
πόσο ηχούν ωραία τα σύμφωνά τους
το ρο το δέλτα και το σίγμα το συριστικό
αλλά κυρίως αυτό το λάμδα τους που υπερισχύει του παντός
λάμδα υγρό άλλοτε γαλανό άλλοτε γκρι, μα πόσο πράο
και τελικά κόκκινα φονικό στις συλλαβές του…

Κάθε λάμδα και σφαγείο συγκομιδή θανάτου
για μια πατρίδα δίλαμδη κι αλώβητη
των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Της Μαρίας

Της Μαρίας

[Ενότητα Οι μέρες του ποιητή]

Μπουτζουλούδι και πουλούδι και γλυκό μου μωρελούδι
ανέβα πάλι στους ώμους μου να σε πάω στην πλατεία
κρατήσου απ’ τα μαλλιά μου, σαν τότε, που ήσουνα μικρούλι
και με κοιτούσες μ’ έκπληξη να υψώνω τη γροθιά στη διαδήλωση…

Έλα να παίξουμε, να βγούμε τώρα μια τελική φωτογραφία.
Δεν σε πειράζουν οι ρυτίδες του πατέρα, δεν είναι έτσι;
τα άσπρα του μαλλιά, το κύρτωμα της πλάτης
τα βάσανα που κουβαλάει στο μέτωπο, έτσι δεν είναι;

Κάποτε θα σου πω για τις χίμαιρες της ζωής μου
θα σου μιλήσω κάποτε για τα θηρία που πάλεψα
τον μόχθο, την κούραση, τις πίκρες, τα παθήματα
λέξεις ιωδιούχες φυλαγμένες στα παλιά μπαούλα του σπιτιού…

Ένα πρωί θα ανοίξεις το κουτί με τα ποιήματα-κληρονομιά σου
και στίχοι θα πεταχτούν ολόλευκοι στο παράθυρο
κλείσ’ το αμέσως, μη σου φύγουν και πετάξουν.

Άπλωσε την παλάμη σου και μάζεψε όσους μπορείς
πρόσεξε όσο γίνεται οι λέξεις τούτες μη σου ξεφύγουν

κράτα τις σκληρές εικόνες τους μες στο μετείκασμα
και φύλαξέ τες στον κόρφο σου μέχρι να μεγαλώσεις…

Θα τις χρειαστείς όταν δεν θα υπάρχω, να το θυμάσαι…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Τηλεοπτικό τοπίο

Τηλεοπτικό τοπίο

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Μια μέρα του Αυγούστου που δεν είχε καθόλου ειδήσεις και τα Δελτία Ειδήσεων των 8 παίζανε παλιά φιλμάκια με ακρογιαλιές για να καλύψουν τον τηλεοπτικό τους χρόνο, ξαφνικά ακούστηκε μια φήμη ότι σ’ ένα μακρινό μέρος, στην Αλμυρή Έρημο, σ’ έναν τόπο που τονε λέγανε Αλή Βεράν, έγιναν κάποια «θερμά επεισόδια».
Και εν αναμονή της δήλωσης του Κυβερνητικού Εκπρόσωπου που κλήθηκε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τα μαντάτα, άρχισαν σ’ όλη τη χώρα να βγαίνουν μέσα από τις οθόνες της τηλεόρασης, από κάθε ανοιχτή συσκευή, στην αρχή μεμονωμένοι και αμέσως μετά δεκάδες τραυματίες, αίμα πολύ άρχισε να τρέχει στα αστικά πατώματα, ενώ τρομαγμένοι τηλεθεατές προσπαθούσανε με το τηλεκοντρόλ να διώξουν τους παρείσακτους, νοικοκυρές να σκουπίζουν βιαστικά τα λερωμένα τους πλακάκια κι όλοι μαζί να σπρώχνουν στα μπαλκόνια και στις βεράντες αυτούς τους τραυματίες.
Όταν επιβεβαιώθηκε η φριχτή είδηση της ήττας εκεί μακριά, ήταν πια δώδεκα το βράδυ. Η τηλεόραση είχε ήδη εκβράσει δέκα χιλιάδες τραυματίες, παραμορφωμένους φριχτά από τη δράση του εχθρικού πυροβολικού. Άλλοι δύο χιλιάδες νεκροί είχαν αποτεθεί στο πίσω μέρος των δεκτών και εμπόδιζαν τη λήψη, ιδίως του εθνικού καναλιού. Χιλιάδες διαμαρτυρίες διατυπώθηκαν στο τηλεφωνικό κέντρο του σταθμού που ανάγκασαν την κυβέρνηση να ανακοινώσει ότι θα αντικαταστήσει δωρεάν τους χαλασμένους δέκτες πάραυτα λόγω του ότι, άλλως, το πολιτικό της κόστος θα ήταν δυσβάστακτο και υπήρχε φόβος να χάσει σημαντικό ποσοστό στις επόμενες σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Σαν το παλιό πικάπ

Σαν το παλιό πικάπ

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Προσεκτικά και τρυφερά έβγαλε τον μεγάλο δίσκο –33 στροφών– από το εξώφυλλό του, αφαίρεσε το νάιλον περιτύλιγμα από το βινύλιο, ρύθμισε τις στροφές του πικάπ να παίζει στις 33 και τον τοποθέτησε σχεδόν ευλαβικά στο πλατό. Κατόπιν σήκωσε τον βραχίονα και άρχισε σιγά σιγά να τον κατεβάζει προς το αυλάκι πριν από το τέταρτο τραγούδι, το αγαπημένο του. Ύστερα απομακρύνθηκε από τα ηχεία να το ακούσει στερεοφωνικά και κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα.

Μα εκεί, στο δεύτερο ρεφρέν, κι ενώ το σιγοτραγουδούσε και ο ίδιος με μισόκλειστα τα μάτια αναπολώντας παλιούς αποκριάτικους χορούς σε κεντρικά ξενοδοχεία, έξωμες τουαλέτες, ροζέ σαμπάνιες, παπιγιόν και σμόκιν, πετάχτηκε ο γνωστός ήχος όταν κολλάει και αναπηδάει η βελόνα και επαναλαμβάνεται πάλι και πάλι η ίδια φράση η μουσική… Με μισόκλειστα μάτια απολάμβανε αυτή την επανάληψη και σκεφτόταν αχ να ’ταν μια βελόνα που πηδάει στ’ αυλάκι του δίσκου η ζωή, η ζωή του…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Ορισμός πρώιμης ευτυχίας

Ορισμός πρώιμης ευτυχίας

[Ενότητα Ο καιρός των ερώτων]

Ώρα εξίμισι το απόγευμα, χρύσιζε ο όρμος στο νησί
είκοσι τόσων χρόνων ξύπνησε από ένα εγκάρσιο αεράκι.
Σάββατο ήταν, δίπλα γυμνό κοιμότανε ακόμα το κορίτσι
αγαπημένο δέρμα σοκολάτας απ’ τις ομοβροντίες του ήλιου
με υγρά τα ίχνη του έρωτα στα αστραφτερά σεντόνια.
Βγήκε γυμνόπους στην ταράτσα, η δέσποινα νοικοκυρά
έφτιαξε αχνιστό καφέ με κερασάκι, ο ήλιος έκαιγε ακόμα
ένα ραδιόφωνο από δίπλα έπαιζε για μια λευκή αχιβάδα…

Είχε πενήντα χρόνια άπλετα μπροστά του, γι’ αυτό δεν καταλάβαινε
πως μπρος στο λιμανάκι με τις βάρκες μόλις γνώρισε
τον πλήρη, τον απόλυτο ορισμό μιας ευτυχίας
που δεν επρόκειτο ποτέ να ξαναγυρίσει…

Αδημοσίευτο ποίημα από τη συλλογή Πρατήριο καυσίμων (1982) του Γιάννη Καρατζόγλου

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Οι πόλεις δεν πεθαίνουν

Οι πόλεις δεν πεθαίνουν

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Αλλάζει σπίτι, προφανώς το τελευταίο.
Θέσεις επίπλων δοκιμάζει κρεμάει πίνακες στους τοίχους
πουκάμισα στις νέες ντουλάπες κάλτσες σε συρτάρια
όλα προσπαθεί να βρουν τη νέα τους θέση.

Τώρα ονόματα νέων δρόμων γυροφέρνουν το σπίτι του
Φυλής, λέει, Σπετσών και Λέλας Καραγιάννη.
Κι αντί για Χαριλάου, Πανόραμα ή Τούμπα
Κυψέλη τώρα λένε τη γη στο νέο του ενδιαίτημα.

Όλα θα βρουν τη νέα τους θέση. Και οι καρέκλες
τα τραπέζια τα νέα βιβλία του στη νέα βιβλιοθήκη
κι αυτός θα ησυχάσει κάποτε στις νέες γειτονιές
γιατί, αλήθεια, οι πόλεις δεν πεθαίνουν ούτε οι δρόμοι
δρόμοι αρχαίοι που κατευθύνουν προς το ίδιο ιερό
στον ίδιο σκοτεινό θεό της πέρα όχθης Πλούτωνα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Οι μέρες του ποιητή

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Χρόνε νυχτοπούλι παγερό
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Χειμωνιάτικος ήλιος (1987))

Οι μέρες του ποιητή

[Ενότητα Οι μέρες του ποιητή]

Πέρασε πάλι κάμποσος καιρός χωρίς να έχει γράψει τίποτα
εκτός από κάτι σκόρπιους στίχους περιαστικούς
ασύνδετους ανίσχυρους ανέκφραστους…

Οι μέρες τώρα σπεύδανε τρέχοντας αενάως
ώσπου να ξυριστεί, έφτανε ήδη μεσημέρι
ώσπου να γευματίσει, ο ήλιος έδυε κι άιντε πάλι ερχόταν
η άλλη μέρα, όμοια φευγαλέα και κενή.

Εκείνος διάβαζε πολύ άκουγε το ραδιόφωνο πήγαινε βόλτες
στους κήπους κάθονταν σε καφενεία απόκεντρα
πέρναγε ήσυχα ήρεμα ακύμαντα ακίνητα

ενώ τώρα και οι νύχτες τρέχανε πιο γρήγορα
ώσπου να δει το πρώτο όνειρο γίνονταν μεσάνυχτα
ώσπου να απολαύσει το μεγάλο, το καλό, ερχόταν το πρωί

κουτρουβαλώντας έφευγε πια ο χρόνος απ’ τα χέρια του
κι όλο και πιο κοντά σίμωνε το μεγάλο γεγονός.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Οι κλέφτρες

Οι κλέφτρες

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Σας κλέβουν, κύριε, φώναξε δυνατά στον δρόμο ο περιπτεράς.
Εννιά το βράδυ και επέστρεφα κουρέλι απ’ το γραφείο.

Γύρισα πίσω και τις είδα να σκορπίζουν τρομαγμένες πεταλούδες
μια και τις έπιασα στα πράσα να ’χουν στα χέρια τους τα χρόνια που μου κλέψανε
–μα πού μαζεύτηκαν όλες μαζί οι γυναίκες της ζωής μου;–
με άγχος προσπαθώντας να τα κρύψουνε στις τσέπες τους
ή να τα χώσουν στη μασχάλη, όσο κι αν ήταν βαριά κι ασήκωτα.

Έτρεχα να τις πιάσω μα εκείνες άφαντες
όσο λαχάνιαζα τόσο απομακρύνονταν
ώσπου αποκαμωμένος έπεσα σ’ ένα παγκάκι της πλατείας…

Να ξαποστάσω, να το πάρω απόφαση
πως δεν θα έρθουν πίσω πια τα χρόνια που μου λήστεψαν
πως σαν αεράκι σαν καλοκαιράκι φύγανε
σαράντα χρόνια άσπλαχνα κι υπέροχα
πως δεν θα ξαναδοθούν πίσω ποτέ.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Οι γλάροι της Σμύρνης

Απόστολος Καλδάρας & Πυθαγόρας, Η Σμύρνη
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρά Ασία (1972))

Οι γλάροι της Σμύρνης

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Δεν ήμασταν εμείς που φεύγαμε, μα η ακτογραμμή απέναντί μας: το πλοίον «Πελοπόννησος» έμενε σταθερό ενώ όλοι ατενίζαμε ανεβασμένοι στο άλμπουρο τση πλώρης, πώς μια πατρίδα χάνεται, πώς κρύβεται μες στους καπνούς και ξεθωριάζει η Αγια-Φωτεινή, πώς τα τραγούδια γίνονται βουβές κραυγές κι οι γλάροι της Σμύρνης περιστρέφονται ακολουθώντας τους αφρούς τής έλικας για λίγο κι ύστερα επιστρέφουνε στο Quais τους, πώς σβήνουνε στις στάχτες τα αρώματα από τις τριανταφυλλιές, πώς οι αυλές και οι ταράτσες όπου γλεντήσαμε ανέμελα μια κούφια προσωρινή ελευθερία, γίνονται ίσκιοι, στίγματα και ίχνη, φανταστικά οράματα στην καταχνιά…

Την ίδια ώρα πίσω από τα βουνά, σε ατέλειωτη πορεία ο θείος Αναστάσης για πάντα αιχμάλωτος αμίλητος να τρώει τα χιλιόμετρα της πέτρας, να υπομένει σιωπηλός τη μεγάλη των αιωνίων εχθρών εκδίκηση και να πορεύεται στα βάθη της Ανατολής, δίχως καμιά ελπίδα επιστροφής, με μόνη βεβαιότητα εκείνη του τέλους.

Στην άλλη άκρη της θάλασσας πια, στην άλλη Ελλάδα, στις νέες πόλεις που χτίστηκαν πάνω σε έρημα χωράφια, στη Νέα Σμύρνη, στη Νέα Φιλαδέλφεια, στη Νέα Μενεμένη, στο Νέο Κορδελιό, κάθε σπίτι είχε έναν θείο Αναστάση που τον σταύρωναν κάθε πρωί και κάθε βράδυ οι γιαγιές με τα μαύρα τσεμπέρια μες σ’ ένα σύννεφο καπνών του λιβανιού κάτω απ’ το εικονοστάσι, μπας και γυρίσει, μπας και τες φανερώσει κάποιο σημείο ζωής… μα οι Αναστάσηδες αφανέρωτοι.

Δεκάδες χρόνια αργότερα διοργανώνονται εκδρομές με πούλμαν πολυτελή στα «μέρη μας», τα σύνορα ανοιχτά για κάθε «ξένο» με δολάρια, ξενοδοχεία πέντε αστέρων θεμελιωμένα πάνω στα χωνεμένα κόκαλα των Αναστάσηδων, δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας πατάνε στα παλιά τους κουρασμένα βήματα και οι γιαγιές εκείνες οι μαυρομαντιλούσες χους ήσαν και εις χουν απήλθον, προ πολλού.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Ο χρόνος

Ο χρόνος

[Ενότητα Οι μέρες του ποιητή]

Με την ταχύτητα μιας φαιάς αρκούδας μες στο δάσος
με τη σβελτάδα του χαμένου αγριογούρουνου στο βουνό
την αστραπή κυνηγημένης καμηλοπάρδαλης στη στέπα
την τρομαγμένη βιάση ζαρκαδιού για να ξεφύγει απ’ το θεριό

ορμάει τραχιά ο χρόνος προς τα σύννεφα, τα διαπερνάει
ανεβοκατεβαίνει όγκους ορεινούς και άβατες βουνοπλαγιές
χυμάει να τερματίσει σαν δρομέας ντοπαρισμένος προς το νήμα
της ζωής, κάθε ρεκόρ να σπάσει.

Και τελικά, να δεις, κάθε φορά το καταφέρνει…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Ο θάνατος του παππού

Ο θάνατος του παππού

[Ενότητα Οι μέρες του ποιητή]

Μ’ εγκαταλείψατε όλοι, κραύγαζε ο γέρων μες στη νύχτα

ούτε έρχεστε να με δείτε ούτε με παίρνετε τηλέφωνο
δεν πλησιάζετε τον θάνατο, θαρρείτε πως είναι μεταδοτικός
πως, επειδή αυτός με τριγυρίζει, μ’ ακουμπάει και με κλώθει
θα μολυνθείτε και εσείς με το υπέρτατο άρωμά του.

Δεν σας ζητάω φάρμακα κλύσματα κι εξετάσεις
από την τσέπη μου πληρώνω τους γιατρούς και τα νοσοκομεία.
Λίγη παρέα θέλω, λίγη ζεστασιά, ιδίως τα βράδια.
Δεν υποφέρεται η μοναξιά του τέλους, δεν μολογιέται…

Έτσι εγκαταλείψανε τον γέροντα παππού τους να φύγει μόνος στο ταξίδι
κόρες αγόρια εγγονές νύφες γαμπροί ξαδέρφες και ξαδέρφια.

Και τούτα βλέποντας η μόνη του γυναίκα που ’χε φύγει καιρό στον ουρανό
του ’δωσε το χέρι και τον τράβηξε ψηλά, κοντά της…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Ο θάνατος του αγωνιστή

Ο θάνατος του αγωνιστή

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Ο αγωνιστής πέθανε, επιτέλους, στα 93 του και οι δικοί του, ψάχνοντας σ’ όλα τα πιθανά κι απίθανα μέρη του σπιτιού και του κήπου του να βρούνε τίποτα λίρες από τις ρίψεις των Εγγλέζων στην Κατοχή, ανακάλυψαν ένα τετράδιο με κιτρινισμένα χαρτιά του γέρου που στην πρώτη σελίδα, δίκην εξωφύλλου, έγραφε με τα ορνιθοσκαλίσματά του Απομνημονεύματα.

Ο αγωνιστής κατέγραφε στα πύρινα χρόνια συστηματικά, σαν σε ημερολόγιο, πόσους καταδίκαζε το κόμμα κάθε μέρα για ανυπακοή πόσους για μειωμένη επαναστατική συνείδηση πόσους για υποψία πιθανής παράδοσης στον εχθρό πόσους εκτελούσε κάθε νύχτα πόσοι αυτομολούσαν κάθε χάραμα πόσοι σύντροφοι κοιμόντουσαν με το όπλο αγκαλιά από τον φόβο των άλλων συντρόφων, περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια την αγωνία του θανάτου παιδιών κι εφήβων ανταρτών πριν από τη μάχη, την άγονη προσπάθεια των στελεχών να τους πείσουν να σκοτώσουν τα απέναντι αδέρφια ή να σκοτωθούν, για να καταλήξει στις τελευταίες σελίδες στο συμπέρασμα πως τζάμπα γίνονταν τότε όλα αυτά, αίσχος βρε παιδί μου, το κόμμα κάπου έφταιξε

Κι εμάς, ρε αγωνιστή, που τη νιότη μας δώσαμε στους θρύλους και στα φαντάσματα, ποιος θα μας δώσει την ψυχή της νιότης μας πίσω;

Και, άιντε, χαλάλι εμείς… στο κάτω κάτω, επιζήσαμε…

Όμως, τα τόσα πτώματα στον «άπαρτο» τον Γράμμο, στο «φρούριο» Βίτσι, στο Ουζμπεκιστάν και στην Τασκένδη, πέσαν στο χώμα για ένα απλό «φταίξιμο»;

Κι αυτό τυχαία να το πληροφορηθούμε με τον θάνατό σου, πενήντα χρόνια μετά;

Κι αν ήσουν, μωρέ, αθάνατος;

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου: Μπάμπου, γέρου…

Μπάμπου, γέρου…

[Ενότητα Οι μέρες του ποιητή]

Κάτσε στα γόνατά μου, Μαράκι μου, ν’ ακούσεις το τραγούδι:

Μπάμπου, γέρου, πες, παππού την μπάμπου
να φέρει παπουτσάκια, της Μαρίας μας μποτάκια
της Τατού ποδήλατο, της μαμάς γαντάκια
του μπαμπά τα χρόνια του, να γυρίσουν πίσω
να γυρνάν στις γειτονιές να μυρίζουν κρίνα
στα σοκάκια, στις γειτονιές της απάνω πόλης
να κοιτούν κορίτσαρους λεβεντοκοκόνες
παιδικά ποδήλατα, ξύλινα πατίνια
χοντροπετροπόλεμους και λακκούβες λάσπες
να χαθεί στην Καρμπολά με τις μπλε γκαζές του.

Μπάμπου, γέρου, πες, παππού την μπάμπου
να φέρει τουλουμπάκια, της Μαρίας μας παστάκια
της Τατού ενθύμια, της μαμάς καλούδια
του μπαμπά τις εποχές τις μαλαματένιες
και την κόκκινη εκκλησιά, για να παίζει μπάλα
και κρυφτό-κυνηγητό στη μεγάλη αλάνα
να μαζεύει μιας δραχμής τα μικρά μαντέμια
που πουλάει τ’ απόγεμα στον τσιγκούνη Αρμένη
για να μπει ο μπαμπάς να δει το Τσίρκο Μεντράνο
με τους ακροβάτες του και τα καφέ λιοντάρια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Μνήμη και ποίηση

Μνήμη και ποίηση

[Ενότητα Οι μέρες του ποιητή]

Κάποιες φορές το δέρμα μεταβάλλεται σε μνήμη
η μνήμη μεταστρέφεται σε ποίηση
η θερμοκρασία του στίχου ανεβαίνει, ο στίχος λαχανιάζει
απλώνει τα λεκτικά πλοκάμια του στα σήματα της μνήμης
η ποίηση εκσπερματώνει με βογκητά στον κόλπο της μνήμης

Κι ύστερα περιπίπτουν σε μια γλυκιά νιρβάνα κι όλα μαζί
δέρμα και μνήμη και ποίηση και σπέρμα γίνονται ένα
μια σιωπή που επιστρέφει στην αρχή του χρόνου στο άλφα του καιρού…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου: Λευτέρη, σ’ αγαπώ

Λευτέρη, σ’ αγαπώ

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Την πρωτοπήρε 17 χρονώ ακουμπώντας την τρυφερά στον τοίχο από ένα άχτιστο οικόπεδο στη λαϊκή συνοικία δίπλα στα σπίτια τους.

Τις άλλες μέρες εκείνη, για να του κάνει έκπληξη, αγόρασε ένα σπρέι και έγραψε με μπλε γράμματα στον τοίχο Λευτέρη, Σ’ αγαπώ – Θα σ’ αγαπώ για πάντα.
Ήταν και για τους δυο ο πρώτος έρωτας, εφηβικός, έρωτας παράφορος τυραννικός βασανιστικός. Όταν άρχισε εκείνος να τη δέρνει από ζήλια υπέρμετρη, ο πατέρας της συμφώνησε μια Κυριακή πρωί με ένα φορτηγό, φορτώσανε όλα τα έπιπλα και τις οικοσκευές κι άλλαξαν συνοικία βιαστικά για κάποια άλλη μακρινή.

Για λίγα χρόνια το Σ’ αγαπώ από σπρέι έμενε ανεξίτηλο στον τοίχο. Μπερδέματα με τους συνιδιοκτήτες και το οικόπεδο ξέμεινε άχτιστο. Εργατικοί οι γείτονες, δεν είχαν περιττά λεφτά να μπογιατίσουνε το Σ’ αγαπώ.

Εκείνος έφυγε φαντάρος, πήγε πανεπιστήμιο στην Κρήτη, εκείνη μεγάλωσε, έτοιμη για παντρειά, νέοι γείτονες μετακόμισαν στη γειτονιά όπου δεν γνώριζαν πρόσωπα και δεσμούς της περιοχής κι αναρωτιόνταν ποιος Λευτέρης είναι ο Σ’ αγαπώ.

Εδώ και λίγο καιρό το Σ’ αγαπώ, Λευτέρη ξεθωριάζει πια σιγά σιγά κι ο μόνος που το βλέπει κάθε τόσο όταν τυχαίνει να περάσει από τη γειτονιά είναι ο πατέρας της, κοιτάζει στα χρώματα του σπρέι που χάνονται τα χρόνια που περνούνε και ξεβάφουνε, να ξεθωριάζει κι εκείνου η νιότη.

Σε λίγο δεν θα χρειαστεί πια μπογιάντισμα, το Σ’ αγαπώ θα κόψει από μόνο του, θα σβήσουνε τα χρώματα και η γραφή.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου