Δημήτρης Καλοκύρης, Μελανθίας επιτύμβιο (8)

[Ενότητα Μελανθίας επιτύμβιο]

8

Το σκοτάδι Αιγόκερως
ηπειρώτης ποιμένας∙

αν λέγεσαι Μαρία γύρνα αριστερά:
μια στριγκλιά πορτοκάλι
θα σου ραγίσει απότομα τον τοίχο.

Μήπως τεντώνει μέσα σου το αίμα σαν συρμάτινο;

Η γαστέρα σου θα ’ναι που μαγειρεύει το αύριο
με αλάτι και κλάματα απεγνωσμένα.

Μαύρο φύλλο ελλέβορο
στην κουζίνα κοντά απαραίτητο
και σαν πάχνη χειμέρια
του αχάριστου λέξεις
θα τελειώσουν για χάρη σου καταγής.

Στο λαιμό, αν ευκολύνεσαι,
θα κρεμάσεις ζιρκόνιο, σ’ εξορκίζω,
γιατί ο φόβος σπέρνει κόλλυβα
κι η πίκρα σκουριασμένα δαχτυλίδια.

Αν βροντή ξημερώματα ακούσεις
αντιδικίες ξαναέρχονται στα μέρη μας
και άρον άρον εγκαταλείπουν τη χώρα
οι γραμματείς.

Όσα βήματα κάνεις αυτή τη στιγμή
τόσες οι αμαρτίες των προγόνων σου
που σβήνονται.

Μείνε τώρα ακίνητη
και μην ξαπλώσεις χτενισμένη επ’ ουδενί∙

τα στριφτά φιλιά του Δεκεμβρίου
να φοβάσαι όπως θα ’ρχονται
από τα δόντια του αγγέλου το εικόνισμα
που γυμνή σε σταυρώνει το βλέμμα του
και στο σπασμό σε παρασέρνει με χαρές.

Στα πολλά τα φώτα το μάτι τυφλώνεται
και τα λόγια αφόρητα στο βάθος τους θολώνουν.

Όλα γίνονται από ένα κι από τα πάντα τίποτα.

– Και ποιος ο Κόσμος;

Ο κόσμος είναι δεντράκι κατασκότεινο
ζωγραφισμένο σ’ ένα μαύρο δάσος
που στα κλαδιά του μανταρίνι
δε φυτρώνει ή κάστανο
παρά νύχτες μονάχα σταχτοπράσινες
και πολύφυλλες σιωπές.

Από τη συλλογή Το βιβλίο της Μελανθίας (2006) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Advertisements

Γιάννης Μασμανίδης, [Χωρίς να ξέρω…]

Χωρίς
Να ξέρω
Ποια σκοτεινιά
Μ’ ορίζει
Με ρούχα
Παλιά
Και ελπίδες
Ξένες

Ακίνητος
Ληστεύοντας
Τη μνήμη

Από τη συλλογή Φεγγίτης (2006) του Γιάννη Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Μασμανίδης

Γιάννης Μασμανίδης, [Οι βροχές…]

Χρήστος Θηβαίος, Βροχή μου (με τον Χρήστο Θηβαίο και τον Γιάννη Κούτρα)

Οι βροχές
Δεν σταμάτησαν

Μένω
Μικρό κλαδί
Σε ράμφος
Άγριου πουλιού

Άβυσσος
Από μνήμες

Βαθύ
Ποτάμι
Άλαλο

Από τη συλλογή Φεγγίτης (2006) του Γιάννη Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Μασμανίδης

Γιάννης Μασμανίδης, [Εις ανάμνησιν…]

Εις ανάμνησιν
Του θυελλώδους
–πήρε να δακρύζει–

Ως πριν
Ήταν μαζί
Κι ήταν
Η ομοίωσίς σου

Τον άφησε
Στην ερημιά
Στη λύπη
Και αργά
Πήγαινε
Στη δική της

Από τη συλλογή Φεγγίτης (2006) του Γιάννη Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Μασμανίδης

Άννυ Κουτροκόη, Ως άνθρωπος

Εύη Ρουμελιώτη & Στέλιος Φωτιάδης, Δώσ’ μου το χέρι σου
(τραγούδι: Νοστράδαμος / δίσκος: Νοστράδαμος (1972))

Ως άνθρωπος

Ως άνθρωπος
ποίημα που πνίγεται
μες στις βαθιές αναπνοές
όντος απύθμενου,
ναυαγός θα βρεθώ
πάνω σε λέξη σωτηρίας,
ον που δε ρίγησε
ν’ αρθρώσει τον λόγο που παραμονεύει
πίσω απ’ το κάθε τι που ζει
ή που θαρρώ πως δεν υπάρχει.

Σήμερα σώμα,
στην εκβολή της λύπης αίσθηση αχνή.

Έλ’ ας πιαστούμε δυνατά
λέξη με λέξη,
μπορεί μαζί να σώσουμε
το ποίημα, ως άνθρωπος, πλασμένο.

Από τη συλλογή Τω σώματι ως δοτική του οργάνου (2006) της Άννης Κουτροκόη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Άννυ Κουτροκόη

Άννυ Κουτροκόη, Ατέρμων κοχλίας

Ατέρμων κοχλίας

Απ’ τους ορίζοντες μετέωρος και τρομαγμένος,
απ’ το μισάνοιχτο βλέφαρο της αυγής
φως τοκετός,
απ’ το φτερό αέρα θυμωμένου
από της θάλασσας τα χείλη
από το δειλινό φιλί που αιμορραγεί,
έν’ αστεράκι ζωντανό πλανητεμένο
ένα παιδί μόνο ψυχή
μες στην αυλή των οριζόντων
από κει έρχομαι.

Σαν οπτική απάτη λόγος προφορικός
κλαράκι πάνω του να κελαηδούν πουλιά
αχτίδα δίκοπη,
κύμα που σβήνει στην ακτή πριν φτάσει
σπασμένο δαχτυλίδι αρραβώνων
γέλιο παιδιού από καρδιάς,
να σ’ αγαπώ να μ’ αγαπάς
σύννεφο σκοτωμένο
σαν τίποτε σαν κάτι
στους προορίζοντες θα επιστρέψω.

Είμ’ ένα ψέμα
ένα σώμα δανεικό
ένας περαστικός.

Από τη συλλογή Τω σώματι ως δοτική του οργάνου (2006) της Άννης Κουτροκόη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Άννυ Κουτροκόη

Γιάννης Υφαντής, Το που μου κλέψαν το μπουφάν

Το που μου κλέψαν το μπουφάν

Το που μου κλέψαν το μπουφάν δεν είναι τίποτα,
κι ο κλέφτης του ας είν’ ευλογημένος.
Όμως σαν κάνει ψύχρα και μου λείπει
(δεν έχω ένα δεύτερο μπουφάν) όταν κρυώνω
ίσως να ρίξω κάμποσους χριστούς και παναγίες.
Γιατί κι ο κλέφτης πρέπει (ρε γαμώ το)
να ’ναι ένας σοφός,
να ’χει αίσθηση του δίκαιου, να κλέβει αυτόν που πρέπει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Οι μεταμορφώσεις του μηδενός (2006) του Γιάννη Υφαντή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Υφαντής

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η οικογένειά μου

Η οικογένειά μου

Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο
και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,
αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,
κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων
τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα
ή του ανοιχτού παράθυρου
στη μέση μιας ερήμου.
Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.
Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα
με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.
Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,
κρυστάλλινος και διάφανος,
σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος
και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,
που πάντα έμπαινα στον πειρασμό
να τον ρίξω κάτω, για να σπάσει.
Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,
στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,
έτρωγα κέικ από μοναξιά,
σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι
Ύστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,
ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,
ο αδελφός μου παντρεύτηκε τη Νύχτα
και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στη θάλασσα.
Κι από όλη την οικογένειά μου,
απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές
να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ροτόντα

Ροτόντα

Ροτόντα.
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.
Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Τέλος

Τέλος

Της είπαν να θέσει ένα τέλος.
Το επιβάλλει λεν ο Νόμος και το Δίκαιο.
Και πώς, ρωτάει τότε αυτή,
πώς τελειώνει, κύριοι, ο βουρκωμένος ουρανός,
η γυμνή βροχή,
ή ένα άγγιγμα στο στόμα;
Πώς άραγε τελειώνει το τέλος και ο καιρός;
Και ποιος απ’ όλους σας εβίωσε
το τέλος ως το τέλος;

Ένα πουλί χτυπάει με δύναμη το τζάμι.
Κόκκινες μικρές σταγόνες
το περιδέραιο του χιονιού.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το ηφαίστειο και ο καπνός

Το ηφαίστειο και ο καπνός

«Σχεδόν» απάντησε αυτός.
«Μπορεί, άσε να δούμε,
είναι ρευστά τα πράγματα,
μα δεν το αποκλείω.»
«Καίγομαι», είπε αυτό.
«Σου στέλνω κάθε μέρα αχνιστά φιλιά,
κόκκινα περιστέρια από λάβα,
μου λείπεις.»
«Είμαι απλώς πιο πρακτικός,
είναι στη μέση κι η δουλειά,
στο τέλος θα βρεθούμε,
αν όχι τώρα, ίσως μετά.»
«Καλά», είπε τότε το ηφαίστειο
κι εξερράγη
κι όλα γύρω του πλημμύρισαν
δάκρυα καυτά κι ελπίδες
ενώ ο γκρίζος καπνός αδιάφορα
διαλύονταν ψυχρά μες στον αέρα.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Πίτερ Παν

Πίτερ Παν

Πέτα μαζί μου μες στη νύχτα
κορίτσι από δαντέλα,
πάμε στη χώρα του Ποτέ
να βρούμε τα παιδιά που χάθηκαν
κι εκείνα τα άλλα,
που πονάει τόσο να τα βρούμε.
Στη χώρα του Ποτέ Ξανά
τα παιδιά δεν μεγαλώνουν,
ντύνονται Ινδιάνοι,
και χορεύουν γύρω απ’ την πληγή.
Στη χώρα του Ποτέ Χωρίς
τα παιδιά δεν έχουν μαμά,
ρίχνουν στις φλέβες τους χρυσόσκονη
για να πετούν και να ξεχνούν.
Έλα μαζί μου Γουέντι των δακρύων,
(γι’ αυτό άλλωστε σε επέλεξα,
είσαι επίτιμος δοκιμαστής δακρύων,
ξέρεις τη γεύση και το χρώμα τους
και την παράξενη οσμή της νοσταλγίας),
σου υπόσχομαι λευκό ατόφιο πόνο,
υπόσχομαι να σε εγκαταλείψω
να πετάς μόνη με την λευκή σου νυχτικιά
πάνω από το παλιό ρολόι του Λονδίνου,
(οι δείκτες του έχουν για πάντα σταματήσει
την ώρα που η μαμά εγκατέλειψε το σπίτι),
μα για αντάλλαγμα
θα σου χαρίσω ένα ποίημα
από χρυσόσκονη και αίμα
και βραδινό αεράκι του Λονδίνου.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Για πάντα

Για πάντα

Για πάντα όπως ποτέ.
Ποτέ σου δεν μ’ αγάπησες.
Ή ήταν οι μεταξωτές κλωστές αράχνης
που μας μπέρδεψαν
και πάλι;

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η λάθος ερώτηση

Η λάθος ερώτηση

«Θα μ’ αγαπάς για πάντα;»
ρώτησε η Αλίκη τον βιαστικό Λαγό.
Μια καμπάνα χτύπησε κάπου μακριά,
τα τραπουλόχαρτα σωριάστηκαν με θόρυβο
κι ο λαγός χάθηκε στην τρύπα του.
«Με τι ο γράφεται η απώλεια;»
ρώτησε μια σοφή κάμπια που κάπνιζε την πίπα της
επάνω σ’ ένα μανιτάρι.
Η Αλίκη μίκρυνε απότομα
κι ύστερα βασανιστικά
άρχισε να μεγαλώνει.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Πινόκιο

Πινόκιο

Θα κουραστώ, είπε ο Πινόκιο.
Με πιέζεις, θέλεις να σ’ αγαπώ
με βούλες και σφραγίδες
και κάποια στιγμή το ξέρω,
θέλεις να πάψεις να είσαι μαριονέτα από χαρτί
και να γίνεις αληθινό κορίτσι,
κι εγώ, ο Πινόκιο,
δεν αντέχω τα αληθινά κορίτσια,
τις ευχές και τις χαζοχαρούμενες νεράιδες,
γιατί, εγώ ο Πινόκιο,
ζω μέσα στην κοιλιά μιας φάλαινας
που κλαίει.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ήταν

Ήταν

Χώμα ήταν.
Κορμί.
Τυφλά χείλη,
βουβά δάχτυλα.
Και δεν ήταν.
Λέξεις ήταν.
Σπίθες.
Άβυσσος ήταν.
Χαρακιά.
Ανάγκη ήταν.
Παιδική.
Μια κούκλα πάνινη
και λίγο ξεφτισμένη.
Ένωση ήταν.
Νερού.
Έρωτας ήταν.
Ακαριαίος.
Αγάπη ήταν.
Μοναχική.
Φιλί ήταν.
Άλικο νούφαρο
σε μιαν ακύμαντη λίμνη.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ιστορία αγάπης

Ιστορία αγάπης

Τον συνάντησε στο δάσος.
Γυμνός ήταν, κυνηγός.
Κυνηγούσε λέξεις.
Τις αιχμαλώτιζε με απόχη,
τις βαλσάμωνε δικές του.
Δεν του μιλούσε.
Καθόταν δίπλα του αθόρυβα.
Φορούσε μενεξεδένια κι άσπρα
φορέματα και κρινολίνα
από άχνη και κανέλα.
Αυτός την κοίταζε κρυφά,
ενώ συγχρόνως κυνηγούσε
τη λέξη «απέχω» ή τη λέξη «νοσταλγώ».
Αυτή είχε μικρούς καθρέφτες νάρκισσους
πάνω της κεντημένους,
παγίδευαν το βλέμμα προς τα έξω
ή ίσως δεν τολμούσε να κοιτάξει
την άλλη γυναίκα
που δίπλα της πνιγόταν σε πηγάδι.
Ύστερα αγαπήθηκαν.
Ο κυνηγός αγάπησε τη λέξη «αγάπη»
κι αυτή τον κυνηγό μες στους καθρέφτες της.

Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη