Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Των αποτεφρωμένων ημερών

Των αποτεφρωμένων ημερών

Κάποτε όλα σ’ αποχαιρετούν.
Μια γκρίζα σερπαντίνα ο καπνός των αποτεφρωμένων ημερών
διασχίζει των δέντρων την υπομονή.
Μ’ όλα τα φώτα του σβησμένα, σε ενυδρεία αφτέρουγων πουλιών φεγγοβολεί
–βλέπεις οι πεθαμένοι κρυώνουνε ξεσκέπαστοι–
βιρτουόζος των αλλοιώσεων, τα περιγράμματα της μνήμης προσπερνά
κι ας είναι ακόμη άγνωστη η ρυμοτομία της ψυχής.

Στις άδεις παραλίες φωνές και γέλια ακούγονται
μια λέμβος ακυβέρνητη σπασμένα ρόδια μεταφέρει
κι η Σόνια «θ’ αναπαυθούμε, θ’ αναπαυθούμε» έλεγε
κι ύστερα
προέχει να μαζέψουμε τα τζάμια από το πάτωμα
τις τεθλασμένες να σβήσουμε και τις ευθείες στην παλάμη χαρακιές.

Μα τι τις θέλαμε τις χειραψίες με τον έρωτα;
Κι έπειτα τόσα ρόδια σε τι επιτέλους μας χρησίμευσαν;

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Τρεις διηγήσεις του καθρέφτη (β. Μικροί καθημερινοί ηρωισμοί)

Τρεις διηγήσεις του καθρέφτη

β. Μικροί καθημερινοί ηρωισμοί

Νεροποντές σκιές σε λευκές επιφάνειες τοίχων
καθήλωναν το βλέμμα του.
Ο ύπνος του έμπαζε νερά
– σκασμένη η μπογιά στην ίσαλο του ονείρου
κι η ευτυχία θα ’ρχόταν αν προλάβαινε να ξεχάσει.

Πέντε η ώρα το πρωί, εν πλήρει σιωπή, ανέστελλε
την έκλειψη του πάθους, αδειάζοντας μες στο δωμάτιο
κουβάδες πνιγμένων λυγμών.

Κάποιος θ’ ανάλωνε μες στην αγάπη του την αθλιότητά μας
αλλά ούτε όνομα ούτε χρονιά, αόρατες γραφές και υποσχέσεις.
Γι’ αυτό τι ωφελεί τα δοκάρια της οροφής να μελετάς;
Τις μυστικές συνομιλίες των ψυχών
μόνο συλλέκτες άστρων τις κατέχουν.

Μα εκείνος μίλαγε διαρκώς για παπούτσια παλιά
που μόνα τους διέσχιζαν ξεθωριασμένες διαβάσεις
για καπέλα παράταιρα που φόραγαν κάτι γριές ψευδαισθήσεις
και πάντοτε ψιθυριστά για τα πράσινα σεντόνια των χειρουργείων
με την κηλίδα της ζωής να εφημερεύει αμήχανη.
Τις νύχτες παραμόνευε πλανόδιους οργανοπαίχτες.
«Ήχους ν’ ακούω» έλεγε «περαστικούς κι απόμακρους όπως η ύπαρξή μου».

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Τρεις διηγήσεις του καθρέφτη (α. Σε χρόνο υπερσυντέλικο)

Τρεις διηγήσεις του καθρέφτη

α. Σε χρόνο υπερσυντέλικο

Ακόμη και για τις μέρες που θα ’ρχονταν μιλούσε σε χρόνο υπερσυντέλικο
χρόνο των φαντασμάτων τον αποκαλούσαμε μικροί.
Κοιτώντας πάντα προς τα ’κεί που τα βήματα καταβροχθίζουν τους γκρεμούς
σήκωνε στα χέρια το θαύμα και το αναποδογύριζε.
Νωθρές νιφάδες ασημένιες έπεφταν τα φωνήεντα στην ανοιχτή παλάμη του
– πολλά τα φθαρμένα αντικείμενα γύρω και αυτές θα αναλάμβαναν την όποια επισκευή.

Το ξημέρωμα τον έβρισκε ν’ αποθηκεύει δάκρυα.
Θα χρειαστούνε, έλεγε.
Πού να ξεφλουδίζεις τόσες θαλασσογραφίες, αν τύχει κι έρθει ανομβρία
κι άλλωστε
κανένας δε μας κουβεντιάζει πια σ’ αυτή τη χλοϊσμένη ολονυκτία
έτσι θερισμένους απ’ το φιλί
έτσι ασυμφιλίωτους με την εύνοια κάθε γαμήλιας ανίας

και ήδη απ’ τις φωτογραφίες λάσπη ξερή φυσά
κι ο έρωτας αδιάβαστος μπροστά από τον καθρέφτη
τα λόγια του απαγγέλλει κι αδέξια χειρονομεί
αιώνες τώρα.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα

Το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα

Θυμάμαι τότε ευθυμούσαμε
άγγελοι μπαινόβγαιναν στο σπίτι
τρώγαν μαζί μας βραδινό
την ίδια έρημο μ’ εμάς βαδίζανε
και όλες οι αναχωρήσεις αναβάλλονταν για κάποιο ξημέρωμα
που θα μας είχε κλειδώσει απ’ έξω το όνειρο.
Οι σημασίες της αφής ήταν ακόμη αμετάφραστες
στο σαλόνι ηχούσαν πορσελάνες και η κουρτίνα στο πλάι τραβηγμένη
τον δρόμο επιτηρούσε και τη θάλασσα
μην τύχει και παρασυρθούν
ακυρωθεί η πράξη και ψάχνουμε πλοία στους σταθμούς
και στα πελάγη δέντρα.
Ο Κόλλιας, όπως μου ’λεγες, την είχε ικανή για όλα.

Κι ύστερα, μου διαφεύγει πώς
–όμως χωρίς προειδοποίηση–
θες κάτι λέξεις εμπύρετες
εμπιστευμένες στη «μεγάλη εμβέλεια» της ύστατης συγκομιδής
θες κάποιων χειλιών εργατικών η ανάσα
εντεταλμένη στον θάνατο να επικαθίσει
θέλεις η ευπιστία
γνώρισμα των αγράμματων και των μικρών παιδιών
πάντως το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα
κάτωχρο μα ανθεκτικό το ’δαμε να επιπλέει
από τις λέξεις σώθηκαν μόνον οι δοτικές
κι εμείς οι δυο αγνοούμενοι
λίγα μόλις τετράγωνα μακριά από τους αγίους
στην άσφαλτο αναίτια πνιγμένοι.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το σκοινί

Το σκοινί

του πηγαδιού
που κατεβάζει στη θάλασσα την κιβωτό του κήπου

του καραβιού
που ανεβάζει την άγκυρα και τον βυθό ακυρώνει

του ακροβάτη ποιητή
πάνω απ’ το άχραντο κενό
την άφιξη του αγγέλου που εποπτεύει

του ορειβάτη χαρταετού
πίσω απ’ τα τζάμια του Θεού
την εύθραυστη ελαφρότητά μας υπενθυμίζοντας

της καμπάνας
όταν τον θάνατο του αυτόχειρα διστάζει να θρηνήσει

της σημαίας
που υποστέλλει την έπαρση
και αναγγέλλει την ήττα

της αιώρας
που προσποιείται τη γέφυρα
λες κι η χαρά θα περάσει
–ή μια σελήνη πάνινη σε νυχτωμένο κήπο–
της μέσης του καλόγερου
της ράχης των βιβλίων
αυτό που δυο παιδιά γυρνούν
πάνω απ’ τα χάχανα ενός τρίτου

κι αυτό που κατεβάζει τον νεκρό
τραβώντας αμετάκλητα του τρόμου την αυλαία.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Τα παλιωμένα σπίτια

Τα παλιωμένα σπίτια

Ποιο απ’ τα δυο;
Περασμένα μεσάνυχτα και κάνει πρόβες η μπάντα
ή σαλπίζουν στη θύελλα τα ερειπωμένα σπίτια;

Πολιορκημένα από μια θλίψη παμπάλαια
σε περιπτύξεις που επιδίδεται με το ματαιωμένο
μεταφέρουν λαθραία νύχτα και μέρα στο υπόγειο πληγές
πληγές και χρόνια και κάτι χάρτινα κιβώτια με καμένα κεράκια
απομεινάρια απ’ τα γενέθλια κάποιας νοικάρισσας νεότητας.

Κι έχουν μια εγκαρτέρηση τα παλιωμένα σπίτια
θαρρείς και οι εντοιχισμένοι γνωστοί και άγνωστοι νεκροί
φορώντας τα καλά τους και ακίνητοι
σαν για να βγουν φωτογραφία
περιμένουν το γνέψιμο τις κλειδώσεις που θα λύσει
και τα φτερά με ένα άγγιγμα θα ξεκολλήσει απ’ τους ώμους.

Μέχρι τότε
με δάχτυλα ασκημένα να ψηλαφούν το αόρατο
σπρώχνουν τους τοίχους για να βγουν
σκοτάδια απόκρημνα μετατοπίζουν
η πέτρινη εχεμύθεια προδίδει τα μυστικά της
φλούδες ασβέστη στο δωμάτιο χιονίζει
και όλοι πια μαθαίνουμε
γιατί βαθαίνουν οι ρωγμές στα παλιωμένα σπίτια.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Συμφωνία

Συμφωνία

Έπειτα αποφασίσαμε από κοινού
το ρολόι του ήλιου να ξεκουρδίσουμε

γιατί μονάχα η νύχτα ξέρει μες στα σεντόνια ήσυχα
τον πόνο μας να ενταφιάζει

γιατί η εμπόλεμη ζωή μια ανακωχή γυρεύει
ν’ αλλάξει από τα βάζα το βρόμικο νερό
και μ’ ανεμώνες κομμένες απ’ του καθρέφτη την πληγή να τα στολίσει

γιατί και η βιογραφία μας μια στάλα ύπνου λαχταρά
να ονειρευτεί πως υποδύεται την κρεμασμένη που χαμογελά
και μόλις πέσει η αυλαία επίσημα να υποκλιθεί σ’ όλα τα νήπια δάκρυα
που δε διασχίσανε ποτέ το μισοσκόταδο βλέμμα.

Θά ’ρθει, το ξέρουμε, καιρός
που ένας κωφάλαλος Θεός θα λογοδοτήσει
για του θανάτου το επισκεπτήριο στις χαλασμένες όψεις των πραγμάτων
για την αργή και βαθμιαία απελπισία
που απλώνει στις μορφές το άγγιγμά του.

Μέχρι τότε, κάποιος τις λέξεις ν’ απαλλάξει από το νόημά τους
την αντανάκλαση να προτιμήσει από το φως
κι από τις ελεγείες το έμβλημα του σιωπηλού Σεπτέμβρη ν’ αφαιρέσει.

Ποιος θα μας ξεναγήσει σ’ όλο το κίτρινο του δειλινού
αδίστακτα όταν γλιστράει στο δωμάτιο;
Κάτι σπασμένο κουβαλά και τρίζει
φυτεύοντας στα τζάμια και στα έπιπλα
τα τελευταία άνθη μιας θύμησης ευρύχωρης.
Ποιος θ’ ανελκύσει απ’ τους φωταγωγούς
τόσα τσαλακωμένα σημειώματα;
Ποιος θ’ αναλάβει να διαδώσει τον δεύτερο ερχομό
του ξακουστού ενορχηστρωτή οστών;

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σύγχυση

Σύγχυση

Βαδίζαμε σαν μεθυσμένοι, συγγενεύαμε με τη θάλασσα
της μαθαίναμε ν’ αποστηθίζει τα πρόσωπά μας
μιαν άλλη φυλή της συστήναμε
αυτήν που με φερσίματα τυφλού σε ζωγραφισμένα βιβλία
έβρισκε τα σφαλιστά παράθυρα και τ’ άνοιγε στο φως.
Εκείνοι που θα φέρναν το κακό είχαν κλειδί
θα ’μπαιναν απ’ την πόρτα.
Ξοδέψαμε όλη τη ζωή μας για μια συγχώρεση
που δε μας δόθηκε ποτέ.

Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα…
Τόση αγάπη πώς να την κουμαντάρεις;
Ανάγωγη κι αβράδιαστη –ίδια φωτιά Πεντηκοστής–
στα κύματα ν’ ανάβει πυρκαγιές
να καταργεί τους φάρους
να βλέπει τα σημάδια του καιρού
κι αυτή να ταξιδεύει.

Και πώς να ξεχωρίσεις με μόνο το φεγγάρι οδηγό
αν ήταν η νέα μέρα που έφτανε
ή αυτή που έφευγε για πάντα.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σημειωματάριο βίου

Σημειωματάριο βίου

Κοιμόμουν και πίσω από το παγωμένο τζάμι
σε αταίριαστων ερώτων προσφυγικούς καταυλισμούς
σκισμένα χαρτάκια με λόγια πρωτάκουστα
στοίχειωναν φωσφορίζοντας το πεθαμένο σώμα της αγάπης

όχι, όχι, η αυτομόληση στην άνυδρη ζωή προφορικά ανακοινώθηκε
κάτι άλλο θα έγραφαν…

Στις στέγες της μνήμης χιόνιζε αδιάκοπα.
Αποκλειστήκανε μορφές, δωμάτια που έπλεαν Ιούλιο μήνα στο φεγγάρι
δρόμοι που καταγράφανε το χρονικό μιας άρνησης∙
το χιόνι έφτανε ως τα πόμολα
λέξη καμιά δεν ταίριαζε στις κλειδαριές
κι η νύχτα ξεκινούσε από τις τεφροδόχες παλιών φωτογραφιών.

Την τελευταία μόνο στιγμή μεγάλοι προβολείς
στον άγγελο επάνω έπεσαν
την ώρα που κάποιο τραύμα παλιό περιποιούνταν
ύστερα εγώ σε έψαχνα
πού βγήκες δίχως γάντια και καπέλο;
Πέφτει αγιάζι στην παραλία και είδα τόσους φίλους να χάνονται.

Κι αν δε γυρίσεις να μου πεις, ποιος θα μου απαντήσει
«Προτού νυστάξει η θύμηση
πρόλαβες άραγε να με καταχωρήσεις
σε κείνο το περίφημο Σημειωματάριο Βίου;
»

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ερασιτέχνες θεατρίνοι

Ερασιτέχνες θεατρίνοι

Το απόγευμα εκείνο έβρεχε λύπη ακατέργαστη
μια αυτονόητη βροχή που διοχέτευε τη γυάλινη ανία της
σ’ όλες τις Κυριακές των μυθιστορημάτων.
Κάπως έτσι, να ξέρεις, πολλαπλασιάζονται οι απουσίες.
Γι’ αυτό κι η φωτεινή εξαίρεση του έρωτα
μια σκευωρία είναι, για να ασκεί την εποπτεία του ο χρόνος
σ’ ό,τι η εγκατάλειψη αφήνει να θριαμβεύει αζήτητο
στο ψύχος του καθρέφτη.

Και η νύχτα;
Ποια αυτάρκεια θα κατακλύσει ποτέ
τη θρηνώδη βασιλεία της ώχρας
όταν εισβάλλει ο Σεπτέμβρης με τα παλιά ρολόγια του
και το τσάι δε σερβίρεται πια με την άφιξη
μόνο καμιά φορά μπορεί και να παρευρεθείς άθελά σου
στην ανάγνωση παράδοξων επιστολών
που αγγέλουν το απροσδόκητο.
Κι επειδή κάπως πρέπει να συντηρηθούν και οι υποβολείς
καλό είναι τα μεσάνυχτα ν’ ανοίξουν οι καταπακτές του στήθους
παγιδευμένες αλληγορίες να αναμετρηθούν
με όλα τα λάγνα ψέματα κάποιας παράστασης ζωής
που ερασιτέχνες θεατρίνοι ερήμην σου ανεβάζουνε
παίζοντας και χάνοντας για σένα.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου