Χλόη Κουτσουμπέλη, Όταν κρατώ το χέρι σου

Όταν κρατώ το χέρι σου

Στο σεληνιακό τοπίο του χεριού σου,
τυλίγω τα δάχτυλά μου
γύρω από τα μοναχικά δέντρα της παλάμης σου.
Στη Νέα Ορλεάνη ένα σαξόφωνο παίζει ένα
λυπημένο μπλουζ,
στη Λάρισα οι βροχές πλημμύρισαν τους δρόμους,
στο Νυμφαίο,
μία αρκούδα κλείνει τα βλέφαρά της
και κοιμάται.
Και όμως,
όταν κρατώ το χέρι σου,
δύο ήπειροι ενώνονται ξανά,
για να αποσπαστούν βίαια πάλι,
ένα κοριτσάκι στη Στοκχόλμη
αφήνει ένα πνιχτό κόκκινο γάντι
να πέσει στο χιόνι,
ενώ γλιστρά στα παγοπέδιλά του.
Όμως όταν κρατώ το χέρι σου,
γλιστρώ στις χορδές της πιο απόκοσμης κιθάρας,
και παράγω τον ήχο
που κάνει μια αράχνη
καθώς υφαίνει τον ιστό
που φωσφορίζει στο κενό.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα

Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται,
δεν παραδίδει,
μόνο αποχωρεί,
την κατάλληλη εκείνη στιγμή,
που το ρολόι της σάλας
χτυπάει το τέλος.

Τότε η Λαίδη Κ. κατεβαίνει
τη δρύινη σκάλα,
το βαρύ της φόρεμα κυλάει στα σκαλοπάτια,
η Λαίδη Κ. φοράει πάντα
μαύρο βελούδο και μαργαριτάρια στο λαιμό,
οποιοσδήποτε μπορεί να την αγγίξει
έτσι καθώς ανάλαφρα γλιστράει μες στη σάλα,
κανείς ποτέ δεν την αγγίζει,
μαύρο βελούδο φοράει η Λαίδη Κ.
μαύρα βελούδινα τα μάτια της
αστράφτουν στο σκοτάδι.
Ποτέ δεν φωνάζει η Λαίδη Κ.,
ποτέ δεν κλαίει,
τα δάκρυα είναι στολίδια,
που τα φοράει γυμνή
στον καθρέφτη της τα βράδια.

Καθώς η Λαίδη Κ. γλιστράει μες στον χρόνο,
αφήνει πίσω ένα άρωμα πικραμύγδαλου και μέντας,
το κολιέ της χαλαρώνει και της πέφτει,
τα μαργαριτάρια πέταλα από άγρια τριαντάφυλλα,
σκορπίζονται στη σκάλα,
η Λαίδη Κ. είναι μόνη,
κανείς δεν την ακούει να ουρλιάζει
το βράδυ στο σκοτάδι.

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται.
Δεν θα παραδοθεί.
Μόνο την κατάλληλη στιγμή.
Θα λύσει τα μακριά φλογισμένα της μαλλιά
θα πετάξει κρινολίνα και βελούδα,
και ανέγγιχτη έξαφνα
θα γίνει μια μικρή κόκκινη αλεπού
που σαν σπίθα θα χαθεί
για πάντα μες στο δάσος.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη: Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες; (VII- X)

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;

VII

Μην εμπιστεύεσαι τους ποιητές.
Γερνούνε με τα χρόνια.
Χωρίς τα χρόνια, γερνούνε πιο πολύ.
Πεθαίνουν νωρίς
πεθαίνουν νέοι,
ή ζούνε ατέλειωτα χρόνια σιωπής.
Φοβούνται τη σιωπή οι ποιητές.
Μα όταν γράφουν, μυούνται στη σιωπή.
Με τη σιωπή τους αλλάζουνε τον κόσμο.

VIII

Τα πιο όμορφα ποιήματα γράφτηκαν στη σιωπή.

IX

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο στο
χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;

X

Γιατί σπαράζει ο κύκνος
καθώς λευκός, παρθενικός
τινάζει τα φτερά του
και γράφει τον τελευταίο του στίχο;

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη: Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες; (V, VI)

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;

V

Οι ποιητές είναι οι τέλειοι δολοφόνοι.
Πάντα ξαναγυρνούν στον τόπο του εγκλήματος.
Ποτέ ποιητής δεν γλίτωσε τη μοίρα του.
Πολλοί μάλιστα κατασκεύασαν εν γνώσει τους
τις ύπουλες παγίδες.
Έτσι επιβιβάζονται για την επιστροφή στη βάρκα.
Διασχίζουν ξανά το Μαγεμένο Δάσος.
Σε μία μόνο νύχτα
λιώνουν και τα επτά ζευγάρια παπούτσια του χορού.
Όταν φθάνουν στην αποβάθρα
δείχνουν λίγο ένοχοι και απορημένοι.

VI

Οι ποιητές σκορπίζουν μες στην πόλη.
Λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος,
μία ποιήτρια κόβει τις φλέβες με ξυράφι.
Η ροδοδάχτυλη αυγή βάφει τα χέρια της στο αίμα.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Χρόνος

Χρόνος

Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
που αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Τα φιλιά σου

Τα φιλιά σου

Άλλοτε.
Την εποχή των γυπαετών.

Ένα, ένα,
ανεκτίμητα, αιχμηρά,
καυστική ποτάσα,
διάφανες μέδουσες,
γεύση από ζελέ λεμόνι.
Ρακόμελο σε ποτηράκι του ούζου.
Παράνομα και απόλυτα νόμιμα.

Άλλοτε.
Τα φιλιά σου.

Τώρα σαν με δεις,
με φιλάς στο μάγουλο.

Τυχαία.

Και οι λεμονανθοί αδιάκοπα φλυαρούν
στην ακατανόητη γλώσσα τους.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Γυμνό

Γυμνό

Ένα κορμί κάτω από λευκό σεντόνι.
Μόνο ένα κορμί.
Κάτω από λευκό σεντόνι.
Κι όμως.
Κανείς φαντάζεται.
Τα ρείκια να ανασαίνουν στις μασχάλες,
τα πράσινα βρύα να αναδεύονται στο στήθος,
τη μαύρη τρύπα του ομφαλού ν’ ανοιγοκλείνει,
την καρδιά να πάλλεται ολοκόκκινη,
το φίδι λείο και στιλπνό,
να τεντώνεται για να επιτεθεί,
στο σεντόνι ανάγλυφη
η γεωγραφία του κορμιού σου,
οι καταρράκτες των μηρών,
οι χαράδρες των γονάτων σου,
οι μικρές πικρολίμνες στις πατούσες σου.
Η άμμος πέφτει με κοφτές ανάσες στην κλεψύδρα,
βουτώ στη σκληρή σάρκα του καρπού,
η παλάμη μου αγγίζει
τον καυτό πυρήνα.
Κόκκινοι κόσμοι εκτοξεύονται στο σύμπαν.
Ένα κορμί δεν είναι.
Μόνο ένα κορμί.
Το φίλντισι στα μάτια σου
δεν είναι.
Μόνο ένα δάκρυ.
Το κορμί σου δίπλα μου.
Χωρίς σεντόνι.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Χωρίς (από τη συλλογή «Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα»)

Χωρίς

Στην αρχή σταδιακά.
Ύπουλα, κάθε μέρα
και κάτι έχανα.
Από μια τρυπούλα στο πουλόβερ
χυνόταν λίγο λίγο η καρδιά,
σαν βρύση που στάζει.
Κι ύστερα μια μέρα ξαφνικά.
Απροειδοποίητα,
όπως πάντα συμβαίνει,
αυτό πάτησε στα ακροδάχτυλα,
είδαμε τις πατημασιές αργότερα
στα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές,
πίεσε το πρόσωπό μου αθόρυβα
σ’ ένα άσπρο μαξιλάρι,
ύστερα,
κρώξιμο γλάρων στη θάλασσα,
μαύρα κοράκια στους πύργους,
ταξίδι στην Ιρλανδία,
στη χώρα των χαμένων ποιητών
οι ποιητές χάνονται και βρίσκουν,
κομμάτια χαλάζι στα μάτια,
φίλοι σε διπλανά κρεβάτια
χωρίς πάπλωμα,
η μοναξιά του απορροφητήρα στην κουζίνα,
μια κότα αφήνει τα ορνιθοσκαλίσματά της
στο λευκό χαρτί,
και τότε αυτό υπεισέρχεται
τα κάστρα πέφτουν πάντα από μέσα,
η οικοδέσποινα με χάρη παραδίνει
την αρμαθιά με τα βαριά κλειδιά
περασμένη μες στη ζώνη.
Και έτσι το χωρίς εγκαταστάθηκε
στο σπίτι της οδού Καραολή,
φόρεσε την λευκή του νυχτικιά
και ξάπλωσε κοντά μου στο κρεβάτι.
Χωρίς συναίνεση,
χωρίς συμπόνοια,
χωρίς δράματα.
Απλά.
Σαν από αρχή
αυτό να ήμουν εγώ
και εγώ αυτό.
Χωρίς.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Δάκρυ

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος, Μέσα απ’ τα δάκρυα που πέφτουν γελάω
(τραγούδι: Έλλη Πασπαλά / δίσκος: Για τη συνήθεια του έρωτα (1997))

Δάκρυ

Μικρή λίμνη είσαι δάκρυ;
Μικρή; Λίμνη; Είσαι;
Κι αν όχι, τότε;
Τι; Γιατί;
Ναι, μικρή, λίμνη, ωκεανός, θάλασσα, δάκρυ
είμαι. Εσύ.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Με

Με

Στα ακροδάχτυλα
η επαφή σιωπηλή,
σαν χαρά
που αγνοεί
το όνομά της.
Η γυναίκα
διστακτικά,
γιατί δεν ξέρει,
γιατί κι αν ξέρει
δεν ελπίζει,
γιατί κι αν ελπίζει
είναι φοβισμένη,
γιατί δεν ξέρει,
κι αν ξέρει, δεν θυμάται,
υψώνει την παλάμη της στο φως,
και τότε
στο κέντρο της παλάμης της,
υπέροχα ευδιάκριτο,
ένα «με» που ανακλαδίζεται
τεντώνεται και χασμουριέται,
όχι μεγάλο ούτε μεταλλικό,
ούτε μέτριο, ούτε μερικό,
μελένιο και μετάξινο,
τέλεια σχηματισμένο
σαν χαμόγελο που δεν έκλαψε ποτέ.
Το «με» μιας μεταμόρφωσης.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Μάνος Ελευθερίου, Η πόρτα της Πηνελόπης

Η πόρτα της Πηνελόπης

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Πάθη και αλλοιώσεις

Πάθη και αλλοιώσεις

«Τι ξέρεις από πάθη και αλλοιώσεις συναισθημάτων;»
ρωτάει η πολυμαθής θεωρία.
«Γνωρίζω πολλά», απαντά η μαθητευόμενη εμπειρία.
«Είδα συντροφικότητες
που αγνάντευαν το όνειρο από ψηλά
να παθαίνουνε έκθλιψη
και να βλέπει η μία την άλλη αφ’ υψηλού.
Είδα εκτενή σ’ αγαπάω
που βιάστηκαν να συναιρεθούν
και να γίνουν φειδωλά σ’ αγαπώ.
Τσιγκουνιές που κάνουν τα αισθήματα
όταν τα παίρνει ο κατήφορος.
Είδα αλλοιώσεις συνήθειας
να διαβρώνουν το ερωτικό βλέμμα
κάνοντάς το ανέραστο βόλεμα.
Είδα τρανές υποσχέσεις
υποσχέσεις να μένουν
χωρίς να μπορούν να πετάξουν την πρόθεση
και να γίνουνε σχέσεις ουσίας.
Κι έμαθα απ’ όλα αυτά, θεωρία,
πως τον τίτλο που σήμερα έχεις
τον χρωστάς σε πολλών εμπειριών τις πτωχεύσεις».

Από τη συλλογή Εκκωφαντική σιωπή (2004) του Παναγιώτη Αργυρόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Αργυρόπουλος

Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Ενός λεπτού σιγή

Ενός λεπτού σιγή

Όταν κοιτάζω τα βράχια
που βιάζονται από έκφυλα κύματα
και γερνούν υπομονετικά καρτερώντας
εκείνον τον πρώτο γόη κυματισμό
που τους ψιθύρισε όρκους στα χείλη
κι ύστερα γλίστρησε
σ’ άλλες ακρογιαλιές αφελείς
για να τάξει παρόμοιες αγάπες
τηρώ ενός λεπτού σιγή
για έναν ακόμη έρωτα
που δεν ευδοκίμησε.

Από τη συλλογή Εκκωφαντική σιωπή (2004) του Παναγιώτη Αργυρόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Αργυρόπουλος

Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Χωρίς προοπτική

Χωρίς προοπτική

Σα μοντέρνα ζωγραφική
εμφανίστηκες στη ζωή μου.
Με σουρεαλιστικές κινήσεις σχεδίασες
ακατάληπτης μαγείας τοπία.
Κουκλόσπιτα ονείρου
κρεμασμένα στ’ ουρανού την ασάφεια.
Μπαλκόνια φιλιών
χωρίς κιγκλιδώματα δισταγμού.
Τροπικά δάση υποσχέσεων
με απλωμένες τις ρίζες τους
σε θάλασσες ευπιστίας.
Υδρορροές θαυμασμού
να εκβάλλουν
σε λίμνες συγκίνησης.
Βάρκες φορτωμένες με χάδια
σαν καλή ψαριά της ψυχής.
Πύργους μιας κοιμωμένης απόφασης
που προσμένει του δυναμισμού το φιλί.
Όσο για τις πόρτες της διαίσθησης
αυτές τις ζωγράφισες
ερμητικά αμπαρωμένες.
Γι’ αυτό δεν πρόσεξα ίσως
πως το σχέδιο τούτου του έρωτα
δεν είχε διόλου προοπτική.

Από τη συλλογή Εκκωφαντική σιωπή (2004) του Παναγιώτη Αργυρόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Αργυρόπουλος

Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Λαθρεπιβάτης στο όνειρο

Λαθρεπιβάτης στο όνειρο

Η ελπίδα με βρήκε αχθοφόρο
σε λιμάνι υποσχέσεων.
Πρότεινε αποκέντρωση
στις πολυπληθείς ταραχές μου.
Κι αφού δε μου συγχώρεσε
ούτε το τραγικό της άγνοιας
ούτε τη γνώση του τραγικού
με βάζει λαθρεπιβάτη στο όνειρο
και μου επιτρέπει να φύγω.
Μ’ ανακάλυψε στην πορεία
λοστρόμος καημός
που έπλενε σκάλες
ξεπληρώνοντας χρέη
στον εφοπλιστή μισεμό σου
και με πετάει στη θάλασσα.
Με πιάνει στα δίχτυα του
συγκρατημός ψαράς και με σώζει.
«Έτσι είναι το όνειρο», μου ’πε.
«Οργώνεις μια θάλασσα
και πνίγεσαι σε μια κουταλιά δάκρυα».

Από τη συλλογή Εκκωφαντική σιωπή (2004) του Παναγιώτη Αργυρόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Αργυρόπουλος

Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Επίδεκτος μαθήσεως

Επίδεκτος μαθήσεως

Εντάξει, μη βαράτε, αντιξοότητες
θα μάθω, μαθαίνω, έμαθα
να συντονίζομαι με τους ήχους σας.
Θα μάθω, μαθαίνω, έμαθα.
Όντως, δεν ήταν δύσκολο
ν’ αποστηθίσω της ψυχραιμίας το εμβατήριο.
Ακούγεται άλλωστε τόσο συχνά το σουξέ της αποτυχίας.
Όσο για κείνη την όμορφη πιθανότητα
που καθόταν στα πόδια μου τις προάλλες
κι ήμουν έτοιμος να βγάλω μαχαίρι
όταν τη φλέρταρε με αναίδεια ένας αυθάδης ρεαλισμός
έβαλα την ουρά μου στα σκέλια καθώς την είδα να φεύγει
αγκαλιά με μια λάγνα παράταση
που την έλεγαν στο επώνυμο χρόνου αορίστου.
Ύστερα από τόση εξόντωση
έχω δικαίωμα να ξαπλώσω στης ενδοσκόπησης την αιώρα
να σιγοψήσω καμιά προσευχή
σε φλόγα τρεμοπαίζοντος καντηλιού
να πάρει κι ο θεός ό,τι δικαίως του ανήκει
κι ύστερα πάλι δουλειά
την τσάπα ακονισμένη στο χέρι
και σκάψιμο ως της απόπειρας το υπέδαφος
μέχρι ν’ ανακαλύψω
τις ερωτογόνες ζώνες της ευτυχίας
και γίνω επάξια εραστής της.

Από τη συλλογή Εκκωφαντική σιωπή (2004) του Παναγιώτη Αργυρόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Αργυρόπουλος