Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Των αποτεφρωμένων ημερών

Των αποτεφρωμένων ημερών

Κάποτε όλα σ’ αποχαιρετούν.
Μια γκρίζα σερπαντίνα ο καπνός των αποτεφρωμένων ημερών
διασχίζει των δέντρων την υπομονή.
Μ’ όλα τα φώτα του σβησμένα, σε ενυδρεία αφτέρουγων πουλιών φεγγοβολεί
–βλέπεις οι πεθαμένοι κρυώνουνε ξεσκέπαστοι–
βιρτουόζος των αλλοιώσεων, τα περιγράμματα της μνήμης προσπερνά
κι ας είναι ακόμη άγνωστη η ρυμοτομία της ψυχής.

Στις άδεις παραλίες φωνές και γέλια ακούγονται
μια λέμβος ακυβέρνητη σπασμένα ρόδια μεταφέρει
κι η Σόνια «θ’ αναπαυθούμε, θ’ αναπαυθούμε» έλεγε
κι ύστερα
προέχει να μαζέψουμε τα τζάμια από το πάτωμα
τις τεθλασμένες να σβήσουμε και τις ευθείες στην παλάμη χαρακιές.

Μα τι τις θέλαμε τις χειραψίες με τον έρωτα;
Κι έπειτα τόσα ρόδια σε τι επιτέλους μας χρησίμευσαν;

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Advertisements

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Τρεις διηγήσεις του καθρέφτη (β. Μικροί καθημερινοί ηρωισμοί)

Τρεις διηγήσεις του καθρέφτη

β. Μικροί καθημερινοί ηρωισμοί

Νεροποντές σκιές σε λευκές επιφάνειες τοίχων
καθήλωναν το βλέμμα του.
Ο ύπνος του έμπαζε νερά
– σκασμένη η μπογιά στην ίσαλο του ονείρου
κι η ευτυχία θα ’ρχόταν αν προλάβαινε να ξεχάσει.

Πέντε η ώρα το πρωί, εν πλήρει σιωπή, ανέστελλε
την έκλειψη του πάθους, αδειάζοντας μες στο δωμάτιο
κουβάδες πνιγμένων λυγμών.

Κάποιος θ’ ανάλωνε μες στην αγάπη του την αθλιότητά μας
αλλά ούτε όνομα ούτε χρονιά, αόρατες γραφές και υποσχέσεις.
Γι’ αυτό τι ωφελεί τα δοκάρια της οροφής να μελετάς;
Τις μυστικές συνομιλίες των ψυχών
μόνο συλλέκτες άστρων τις κατέχουν.

Μα εκείνος μίλαγε διαρκώς για παπούτσια παλιά
που μόνα τους διέσχιζαν ξεθωριασμένες διαβάσεις
για καπέλα παράταιρα που φόραγαν κάτι γριές ψευδαισθήσεις
και πάντοτε ψιθυριστά για τα πράσινα σεντόνια των χειρουργείων
με την κηλίδα της ζωής να εφημερεύει αμήχανη.
Τις νύχτες παραμόνευε πλανόδιους οργανοπαίχτες.
«Ήχους ν’ ακούω» έλεγε «περαστικούς κι απόμακρους όπως η ύπαρξή μου».

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Τρεις διηγήσεις του καθρέφτη (α. Σε χρόνο υπερσυντέλικο)

Τρεις διηγήσεις του καθρέφτη

α. Σε χρόνο υπερσυντέλικο

Ακόμη και για τις μέρες που θα ’ρχονταν μιλούσε σε χρόνο υπερσυντέλικο
χρόνο των φαντασμάτων τον αποκαλούσαμε μικροί.
Κοιτώντας πάντα προς τα ’κεί που τα βήματα καταβροχθίζουν τους γκρεμούς
σήκωνε στα χέρια το θαύμα και το αναποδογύριζε.
Νωθρές νιφάδες ασημένιες έπεφταν τα φωνήεντα στην ανοιχτή παλάμη του
– πολλά τα φθαρμένα αντικείμενα γύρω και αυτές θα αναλάμβαναν την όποια επισκευή.

Το ξημέρωμα τον έβρισκε ν’ αποθηκεύει δάκρυα.
Θα χρειαστούνε, έλεγε.
Πού να ξεφλουδίζεις τόσες θαλασσογραφίες, αν τύχει κι έρθει ανομβρία
κι άλλωστε
κανένας δε μας κουβεντιάζει πια σ’ αυτή τη χλοϊσμένη ολονυκτία
έτσι θερισμένους απ’ το φιλί
έτσι ασυμφιλίωτους με την εύνοια κάθε γαμήλιας ανίας

και ήδη απ’ τις φωτογραφίες λάσπη ξερή φυσά
κι ο έρωτας αδιάβαστος μπροστά από τον καθρέφτη
τα λόγια του απαγγέλλει κι αδέξια χειρονομεί
αιώνες τώρα.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα

Το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα

Θυμάμαι τότε ευθυμούσαμε
άγγελοι μπαινόβγαιναν στο σπίτι
τρώγαν μαζί μας βραδινό
την ίδια έρημο μ’ εμάς βαδίζανε
και όλες οι αναχωρήσεις αναβάλλονταν για κάποιο ξημέρωμα
που θα μας είχε κλειδώσει απ’ έξω το όνειρο.
Οι σημασίες της αφής ήταν ακόμη αμετάφραστες
στο σαλόνι ηχούσαν πορσελάνες και η κουρτίνα στο πλάι τραβηγμένη
τον δρόμο επιτηρούσε και τη θάλασσα
μην τύχει και παρασυρθούν
ακυρωθεί η πράξη και ψάχνουμε πλοία στους σταθμούς
και στα πελάγη δέντρα.
Ο Κόλλιας, όπως μου ’λεγες, την είχε ικανή για όλα.

Κι ύστερα, μου διαφεύγει πώς
–όμως χωρίς προειδοποίηση–
θες κάτι λέξεις εμπύρετες
εμπιστευμένες στη «μεγάλη εμβέλεια» της ύστατης συγκομιδής
θες κάποιων χειλιών εργατικών η ανάσα
εντεταλμένη στον θάνατο να επικαθίσει
θέλεις η ευπιστία
γνώρισμα των αγράμματων και των μικρών παιδιών
πάντως το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα
κάτωχρο μα ανθεκτικό το ’δαμε να επιπλέει
από τις λέξεις σώθηκαν μόνον οι δοτικές
κι εμείς οι δυο αγνοούμενοι
λίγα μόλις τετράγωνα μακριά από τους αγίους
στην άσφαλτο αναίτια πνιγμένοι.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το σκοινί

Το σκοινί

του πηγαδιού
που κατεβάζει στη θάλασσα την κιβωτό του κήπου

του καραβιού
που ανεβάζει την άγκυρα και τον βυθό ακυρώνει

του ακροβάτη ποιητή
πάνω απ’ το άχραντο κενό
την άφιξη του αγγέλου που εποπτεύει

του ορειβάτη χαρταετού
πίσω απ’ τα τζάμια του Θεού
την εύθραυστη ελαφρότητά μας υπενθυμίζοντας

της καμπάνας
όταν τον θάνατο του αυτόχειρα διστάζει να θρηνήσει

της σημαίας
που υποστέλλει την έπαρση
και αναγγέλλει την ήττα

της αιώρας
που προσποιείται τη γέφυρα
λες κι η χαρά θα περάσει
–ή μια σελήνη πάνινη σε νυχτωμένο κήπο–
της μέσης του καλόγερου
της ράχης των βιβλίων
αυτό που δυο παιδιά γυρνούν
πάνω απ’ τα χάχανα ενός τρίτου

κι αυτό που κατεβάζει τον νεκρό
τραβώντας αμετάκλητα του τρόμου την αυλαία.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Τα παλιωμένα σπίτια

Τα παλιωμένα σπίτια

Ποιο απ’ τα δυο;
Περασμένα μεσάνυχτα και κάνει πρόβες η μπάντα
ή σαλπίζουν στη θύελλα τα ερειπωμένα σπίτια;

Πολιορκημένα από μια θλίψη παμπάλαια
σε περιπτύξεις που επιδίδεται με το ματαιωμένο
μεταφέρουν λαθραία νύχτα και μέρα στο υπόγειο πληγές
πληγές και χρόνια και κάτι χάρτινα κιβώτια με καμένα κεράκια
απομεινάρια απ’ τα γενέθλια κάποιας νοικάρισσας νεότητας.

Κι έχουν μια εγκαρτέρηση τα παλιωμένα σπίτια
θαρρείς και οι εντοιχισμένοι γνωστοί και άγνωστοι νεκροί
φορώντας τα καλά τους και ακίνητοι
σαν για να βγουν φωτογραφία
περιμένουν το γνέψιμο τις κλειδώσεις που θα λύσει
και τα φτερά με ένα άγγιγμα θα ξεκολλήσει απ’ τους ώμους.

Μέχρι τότε
με δάχτυλα ασκημένα να ψηλαφούν το αόρατο
σπρώχνουν τους τοίχους για να βγουν
σκοτάδια απόκρημνα μετατοπίζουν
η πέτρινη εχεμύθεια προδίδει τα μυστικά της
φλούδες ασβέστη στο δωμάτιο χιονίζει
και όλοι πια μαθαίνουμε
γιατί βαθαίνουν οι ρωγμές στα παλιωμένα σπίτια.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Συμφωνία

Συμφωνία

Έπειτα αποφασίσαμε από κοινού
το ρολόι του ήλιου να ξεκουρδίσουμε

γιατί μονάχα η νύχτα ξέρει μες στα σεντόνια ήσυχα
τον πόνο μας να ενταφιάζει

γιατί η εμπόλεμη ζωή μια ανακωχή γυρεύει
ν’ αλλάξει από τα βάζα το βρόμικο νερό
και μ’ ανεμώνες κομμένες απ’ του καθρέφτη την πληγή να τα στολίσει

γιατί και η βιογραφία μας μια στάλα ύπνου λαχταρά
να ονειρευτεί πως υποδύεται την κρεμασμένη που χαμογελά
και μόλις πέσει η αυλαία επίσημα να υποκλιθεί σ’ όλα τα νήπια δάκρυα
που δε διασχίσανε ποτέ το μισοσκόταδο βλέμμα.

Θά ’ρθει, το ξέρουμε, καιρός
που ένας κωφάλαλος Θεός θα λογοδοτήσει
για του θανάτου το επισκεπτήριο στις χαλασμένες όψεις των πραγμάτων
για την αργή και βαθμιαία απελπισία
που απλώνει στις μορφές το άγγιγμά του.

Μέχρι τότε, κάποιος τις λέξεις ν’ απαλλάξει από το νόημά τους
την αντανάκλαση να προτιμήσει από το φως
κι από τις ελεγείες το έμβλημα του σιωπηλού Σεπτέμβρη ν’ αφαιρέσει.

Ποιος θα μας ξεναγήσει σ’ όλο το κίτρινο του δειλινού
αδίστακτα όταν γλιστράει στο δωμάτιο;
Κάτι σπασμένο κουβαλά και τρίζει
φυτεύοντας στα τζάμια και στα έπιπλα
τα τελευταία άνθη μιας θύμησης ευρύχωρης.
Ποιος θ’ ανελκύσει απ’ τους φωταγωγούς
τόσα τσαλακωμένα σημειώματα;
Ποιος θ’ αναλάβει να διαδώσει τον δεύτερο ερχομό
του ξακουστού ενορχηστρωτή οστών;

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σύγχυση

Σύγχυση

Βαδίζαμε σαν μεθυσμένοι, συγγενεύαμε με τη θάλασσα
της μαθαίναμε ν’ αποστηθίζει τα πρόσωπά μας
μιαν άλλη φυλή της συστήναμε
αυτήν που με φερσίματα τυφλού σε ζωγραφισμένα βιβλία
έβρισκε τα σφαλιστά παράθυρα και τ’ άνοιγε στο φως.
Εκείνοι που θα φέρναν το κακό είχαν κλειδί
θα ’μπαιναν απ’ την πόρτα.
Ξοδέψαμε όλη τη ζωή μας για μια συγχώρεση
που δε μας δόθηκε ποτέ.

Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα…
Τόση αγάπη πώς να την κουμαντάρεις;
Ανάγωγη κι αβράδιαστη –ίδια φωτιά Πεντηκοστής–
στα κύματα ν’ ανάβει πυρκαγιές
να καταργεί τους φάρους
να βλέπει τα σημάδια του καιρού
κι αυτή να ταξιδεύει.

Και πώς να ξεχωρίσεις με μόνο το φεγγάρι οδηγό
αν ήταν η νέα μέρα που έφτανε
ή αυτή που έφευγε για πάντα.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σημειωματάριο βίου

Σημειωματάριο βίου

Κοιμόμουν και πίσω από το παγωμένο τζάμι
σε αταίριαστων ερώτων προσφυγικούς καταυλισμούς
σκισμένα χαρτάκια με λόγια πρωτάκουστα
στοίχειωναν φωσφορίζοντας το πεθαμένο σώμα της αγάπης

όχι, όχι, η αυτομόληση στην άνυδρη ζωή προφορικά ανακοινώθηκε
κάτι άλλο θα έγραφαν…

Στις στέγες της μνήμης χιόνιζε αδιάκοπα.
Αποκλειστήκανε μορφές, δωμάτια που έπλεαν Ιούλιο μήνα στο φεγγάρι
δρόμοι που καταγράφανε το χρονικό μιας άρνησης∙
το χιόνι έφτανε ως τα πόμολα
λέξη καμιά δεν ταίριαζε στις κλειδαριές
κι η νύχτα ξεκινούσε από τις τεφροδόχες παλιών φωτογραφιών.

Την τελευταία μόνο στιγμή μεγάλοι προβολείς
στον άγγελο επάνω έπεσαν
την ώρα που κάποιο τραύμα παλιό περιποιούνταν
ύστερα εγώ σε έψαχνα
πού βγήκες δίχως γάντια και καπέλο;
Πέφτει αγιάζι στην παραλία και είδα τόσους φίλους να χάνονται.

Κι αν δε γυρίσεις να μου πεις, ποιος θα μου απαντήσει
«Προτού νυστάξει η θύμηση
πρόλαβες άραγε να με καταχωρήσεις
σε κείνο το περίφημο Σημειωματάριο Βίου;
»

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ερασιτέχνες θεατρίνοι

Ερασιτέχνες θεατρίνοι

Το απόγευμα εκείνο έβρεχε λύπη ακατέργαστη
μια αυτονόητη βροχή που διοχέτευε τη γυάλινη ανία της
σ’ όλες τις Κυριακές των μυθιστορημάτων.
Κάπως έτσι, να ξέρεις, πολλαπλασιάζονται οι απουσίες.
Γι’ αυτό κι η φωτεινή εξαίρεση του έρωτα
μια σκευωρία είναι, για να ασκεί την εποπτεία του ο χρόνος
σ’ ό,τι η εγκατάλειψη αφήνει να θριαμβεύει αζήτητο
στο ψύχος του καθρέφτη.

Και η νύχτα;
Ποια αυτάρκεια θα κατακλύσει ποτέ
τη θρηνώδη βασιλεία της ώχρας
όταν εισβάλλει ο Σεπτέμβρης με τα παλιά ρολόγια του
και το τσάι δε σερβίρεται πια με την άφιξη
μόνο καμιά φορά μπορεί και να παρευρεθείς άθελά σου
στην ανάγνωση παράδοξων επιστολών
που αγγέλουν το απροσδόκητο.
Κι επειδή κάπως πρέπει να συντηρηθούν και οι υποβολείς
καλό είναι τα μεσάνυχτα ν’ ανοίξουν οι καταπακτές του στήθους
παγιδευμένες αλληγορίες να αναμετρηθούν
με όλα τα λάγνα ψέματα κάποιας παράστασης ζωής
που ερασιτέχνες θεατρίνοι ερήμην σου ανεβάζουνε
παίζοντας και χάνοντας για σένα.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ένοικοι απουσιολογίων

Ένοικοι απουσιολογίων

Αργότερα κατάλαβα πως ό,τι συνομιλεί στην κάμαρα με τους τριγμούς του ξύλου
τον θάνατο αποστρέφεται
και να σκεπάσει προσπαθεί στον διάδρομο τα βήματα
γι’ αυτό
το ν’ αποφύγω με ξόρκια και προσχήματα
όσα μιλιούνται ερήμην μου μες στο παλιό το σπίτι
μάλλον αδύνατο μου φαίνεται

κι έτσι απόψε στο υπόγειο λέω να κατεβώ
την ανάπηρη να επιδιορθώσω πολυθρόνα
να ξαποσταίνουν πού και πού κι εκείνα τα φαντάσματα
που πήγαιν’ έλα μες στον τρόμο
ένα ομιχλώδες σταλάζουν βιολετί σε πάθη νωθρά
που αβοήθητα μαραίνονται

γιατί –όπως όλοι ξέρουμε–
ένα κλουβί μ’ ερωδιούς είναι ήδη μια διαμαρτυρία
μια άηχη ορχήστρα αποδημητικών καιρών
κι ό,τι κρυφοκοιτάει πίσω απ’ τα χαλάσματα
δεν είναι παρά τα γέρικα νεκρά παιδιά
–η Σελίκα, η Ναθαλία κι η γιαγιά μου–
που έδωσαν μια και άνοιξαν το ξύλινο μακρόστενο κενό τους
και τρέξαν να συνεχίσουν το κρυφτό
που μια υποχρέωση ζωής τούς έκοψε στη μέση.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Η θέση πάντοτε παράθυρο

Η θέση πάντοτε παράθυρο

Αμαρτωλή υπόθεση κι ο γυρισμός.
Σκοτάδια χυμένα από φθινόπωρα παλιά
σκοτάδια που τυφλώνουνε
όπως ρουφάει ένα τούνελ το τοπίο
λιβάδια αποκόμματα
κειμήλια ομοιώματα μιας άχρηστης αστραφτερής στιγμής
που εκτίναξε το ποίημα
και ήσυχη οπισθοχώρηση ανθρώπων κι ουρανού

η θέση πάντοτε παράθυρο
να ’ναι εύθραυστη η απόσταση απ’ ό,τι ξεμακραίνει
μα η πλάτη ασυναίσθητα στο μέλλον γυρισμένη

ώσπου άξαφνα
σε ξένης χώρας παλαιοπωλείο να βρίσκεσαι
τη βυσσινιά να παζαρεύεις πολυθρόνα
που κάποτε –σου φάνηκε–
ένας λυγμός ανίατος για μέρες σ’ είχε ρίξει.

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το τραγούδι των επτά ημερών [Ημέρα έκτη: το γράψιμο ιστορίας]

Το τραγούδι των επτά ημερών

Ημέρα έκτη: το γράψιμο ιστορίας

Τουραντότ:
Να γράψω θέλω μια ιστορία
για μοναχικά φεγγάρια,
για πρίγκιπες και δράκους,
για μπλε δωμάτια απάτητα
που ποτέ δεν θ’ ανοιχτούν.
Για δύο μικρά πουλιά, τα χέρια μας
που δεν πέταξαν ποτέ μαζί.
Σαν φύγεις, δώρο θα σ’ τη δώσω
να διαβάζεις όταν δεν θα ’μαστε μαζί.

Όναρ:
Μόνο με την καρδιά μου
θέλω να θυμάμαι.
Όλα εκεί είναι γραμμένα
και ποτέ δεν θα σβηστούν.
Πόσο τρυφερά γελάς
και πώς τα μάτια σου
αλλάζουν σαν βουρκώνουν,
πώς μυρίζεις λεμόνι
και τα μάγουλά σου
κοκκινίζουν,
πώς τρίβεις τη μύτη
σαν θυμώνεις,
ακόμα και πώς κοιμάσαι
ξέρω να φαντάζομαι.
Πώς αγαπιέσαι, πώς αγαπάς,
πώς παραδίδεσαι, πώς παραδίδεις.
Αυτό κάνει τη θυσία πιο σκληρή
και πιο όμορφη αντάμα.
Το ότι η καρδιά μου
και ξέρει και θυμάται.
Χωρίς ιστορίες.

Τουραντότ:
Τότε θα γράψω για σένα όταν φύγεις.

Όναρ:
Όταν φύγω, θα έχεις εμένα.
Ίσως και πιο πολύ από τώρα.
Όταν την ώρα που κεντάς
τρυπάς το δάχτυλό σου,
μία σταγόνα αίμα πέφτει
στη λευκή δαντέλα.
Τίποτε στον κόσμο της δαντέλας
δεν είναι ίδιο πια.

Τουραντότ:
Φίλησέ με.

Όναρ:
Μόνο την καρδιά μου.

Τουραντότ:
Αλίμονο,
πώς η καρδιά μου άνοιξε
και πλάτυνε έτσι.
Νιώθω θαρρείς και όλα τα χωρά.
Και την αγάπη και τον πόνο.
Και το ξανά και το ποτέ.
Ακόμα και ένα φιλί,
κόκκινο βατόμουρο,
αίμα στα χείλη
που δεν δόθηκε ποτέ.
Μια μέρα μένει, το ξέρω,
η τελευταία.
Και αυτό ακόμα το αντέχω.
Θά ’ρθεις αύριο πάλι εδώ;

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το τραγούδι των επτά ημερών [Ημέρα τέταρτη: ένταση]

Το τραγούδι των επτά ημερών

Ημέρα τέταρτη: ένταση

Τουραντότ:
Όναρ, αδελφέ και σύντροφε,
τα φωτεινά σου αχνάρια ακολούθησα
χθες βράδυ,
στου φεγγαριού την κούπα,
ξεχείλισε η ψυχή μου από χαρά.
Όμως σήμερα δεν φάνηκες,
τρεις ώρες με το άλογο καλπάζω
και με αγωνία ψάχνω να σε βρω.
Και τώρα που σε βρίσκω να κοιμάσαι
αμέριμνος κάτω από τον πλάτανο αυτό,
φλογισμένα βέλη θέλω να πετάξω
και να κόψω τον ένα μου μαστό,
τον κόκκινο μανδύα μου να κάψω,
μαινάδα οργισμένη να γενώ.
Τα βραχιόλια μου ένα ένα σου πετάω,
ολάκερη θέλω να καώ.

Όναρ:
Περίεργος ο πόλεμος αυτός
που όποιος νικήσει χάνει.
Ξίφος με ξίφος
και φωτιά με τη φωτιά.
Φωτιά και αγέρας, νερό και γη.
Το ένα τρέφει το άλλο,
ενωμένα όλα και αντίθετα
υπάρχουν μες στον κόσμο.
Έτσι κι εμείς, πριγκίπισσα,
από φωτιά, αέρα, νερό και γη
είμαστε πλασμένοι
κι άλλοτε η φωτιά υπερτερεί
άλλοτε το νερό
άλλοτε πάλι η σάρκα η γήινη
και άλλοτε ο αέρας.
Ωστόσο χωρίς βραχιόλια σε προτιμώ.
Έτσι με τα μαλλιά να πάλλονται
σαν μαγεμένο δάσος.
Σαν πεταλούδα έλκομαι
από την κόκκινη φωτιά σου,
μέσα της θέλω να καώ.
Μα, αντί γι’ αυτό,
σε αποχαιρετώ,
την ίδια ώρα αύριο
εδώ θε να σε βρω.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το τραγούδι των επτά ημερών [Ημέρα πρώτη: η Συνάντηση]

Το τραγούδι των επτά ημερών

Ημέρα πρώτη: η Συνάντηση

Τουραντότ:
Ποιος είσαι, ξένε;
Πούθε έρχεσαι και πού πηγαίνεις;
Ποιο ξωτικό του δάσους
σ’ έστειλε μπροστά μου,
τούτη την ώρα που αχνίζει η αυγή;
Τα ρούχα σου είναι φτωχικά
μα αρχοντικά ραμμένα,
το πρόσωπό σου απόκοσμο
μα τόσο οικείο μοιάζει,
τα μάτια σου άγρια καστανά
τι άραγε να ελπίζουν;

Πρίγκιπας:
Με ξάφνιασες σαν πρόβαλες
αθόρυβα απ’ την πάχνη,
πριγκίπισσα των πάγων,
Τουραντότ.
Γνωρίζω τ’ όνομά σου
από αρχαίους κόσμους,
σε φωτεινά αστέρια,
στη μέση του πελάγους,
σ’ έχω ξαναδεί.

Τουραντότ:
Ποιος είσαι; Με φοβίζεις,
τα λόγια σου παράξενα αντηχούν.
Αν ήσουν χιόνι, θα έκαιγες,
δάκρυ αν ήσουν, θα έλιωνα.
Άγγιγμα αν ήσουν, θα μ’ έχανα.

Πρίγκιπας:
Με λένε Όναρ,
με το λευκό μου άλογο
τον χρόνο διασχίζω.
Το ξύλινο σπαθί μου μυρίζει βελανίδια,
τα ρούχα μου πευκοβελόνες,
στρατιώτης είμαι, πρίγκιπας, επαίτης.
Ένας άντρας είμαι και ψάχνω.
Ένας άντρας είμαι και ελπίζω.
Ποθώ και ονειρεύομαι.
Αύριο την ίδια ώρα
θα σε προσμένω εδώ.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Τα μαύρα γυαλιά

Τα μαύρα γυαλιά

Τα μάτια ήταν ό,τι πιο ευάλωτο είχε.
Γι’ αυτό φορούσε πάντα του μαύρα γυαλιά.
Μόνο κάποιες φορές, ελάχιστες
μπορούσε κανείς να διακρίνει
κρυστάλλινες χελώνες
να χαϊδεύονται στο κύμα.

Ψίχα από κάστανο
βουτηγμένη σε αγριόμελο
και στίγματα λιωμένου χρυσαφιού,
η αλχημεία να κάνεις λέξεις
ό,τι πιότερο πονάει.

Τα μάτια ήταν ό,τι πιο ευάλωτο είχε.
Όχι πως φορούσε ποτέ του μαύρα γυαλιά.
Όμως πολύ εντρυφούσε
στην αποτέφρωση της άνοιξης
και μέσα σε σωλήνες
υδράργυρο άλλαζε σε ασήμι,
στρόγγυλες κουκκίδες από ασήμι
που ποτέ κανείς δεν άγγιζε,
αλλά στραφτάλιζαν σαν μέλισσες
στον ήλιο του μεσημεριού.

Τα μάτια του τον πρόδιδαν.
Γι’ αυτό πολλές φορές τα απέσυρε.
Και αυτά γίνονταν αγριοφράουλες.
Απ’ αυτές που αναπάντεχα
βλασταίνουν στα ασημένια δάση.

Από τη συλλογή Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (2004) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη