Σάκης Σερέφας, Το πέρασμα του χρόνου

Το πέρασμα του χρόνου

Ήμασταν λέει σ’ ένα μουσείο
μέσα στ’ όνειρο
ξάφνου ανοίγει από μόνη της κάποια πόρτα
«εδώ είναι η Αίθουσα του Χρόνου»
ακούγεται μια φωνή
και τι βλέπουμε
σε μια τεράστια στέρνα
στήθια, πλάτες, λαιμοί σάλευαν αμίλητα μες στους ατμούς
κοπέλες γυμνές σε πόζες νωχελικές
με κομμώσεις μπελ επόκ όλο μπουκλάκια
άλλη ρουφούσε αργά μια φιλντισένια πίπα
άλλη ατένιζε το ταβάνι με βλέμμα θολό
άλλη έπαιζε στα δάχτυλά της το νερό
«εδώ, κύριοι, μετριέται ο Χρόνος»
ξανάπε η φωνή
κάθισα λίγη ώρα κάτι μ’ έτρωγε
«άντε τώρα, φεύγω, γεια» είπα σιγανά
έπρεπε να ξυπνήσω είχα χίλιες δουλειές
να ταΐσω κρεατάκι στο σκουλήκι να πρηστεί
να ποτίσω με φαρμάκι τη ροδιά μου να χαρεί
να πω τραγούδια στον μαύρο λύκο να ξεχαστεί
μα πόσο αλλιώτικη μέρα ξημέρωσε
το σκουλήκι τίναξε ανθούς
βέλαζε η ροδιά μου στους περαστικούς
«κάτσε πλάι μου» είπε ο λύκος
και ούρλιαξε έναν υπέροχο σκοπό, μια μελωδία
της φονικής του σάρκας ύμνος κι ευτυχία.

Από τη συλλογή Τρεις γάτες δρόμος (2000) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Τρεις γάτες δρόμος

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Οι γάτες
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της Σελήνης (2002)

Τρεις γάτες δρόμος

Η πλαγιά τσιτωνόταν στον μαγιάτικο ήλιο…

Εδώ τριγύρω λεν οι πηγές
πως έστησαν τ’ αντίσκηνα οι Άγγλοι στον Πρώτο Πόλεμο.
Σκυφτός, τους έψαχνα.
Καμιά φορά
σκοντάφτεις σ’ έναν κάλυκα, μιαν αρβύλα ξεχαρβαλωμένη
κάνα κονσερβοκούτι βοδινού, σκύβεις το μαζεύεις
το κουβαλάς στο σπίτι σου, το παρατάς σε μια ντουλάπα
κι αυτό γεννοβολά. Τίποτα όμως.
Κάθισα σε μια κοτρόνα κάθιδρος. Ο ήλιος ζεματούσε.
Αγριολούλουδα, μυρμήγκια. Ξεθυμασμένες μύγες
κοχλάζαν μες στην αντηλιά. Τσιμέντα χυμένα σε σβουνιές.
Κάτω στην πόλη, οι βορινοί συνοικισμοί βροντόσαυροι
χώνευαν τα βράχια του βουνού. Σιγά σιγά ξεχώρισαν
οι δρόμοι και τα σπίτια. Να κι η ταράτσα
με το ερειπωμένο πλυσταριό, τα κάγκελα πλαγιάζουν πέρα δώθε
να ’στε οι δυο σας, πόσο άχαρα τινάζεις νεαρέ μου τα χαλιά
σκορπάν οι ναφθαλίνες λαμπυρίζουν
μπαίνουν στα μάτια σου κορώνουν

«αχ! Λησμονημένη!» ο βόγκος αντηχεί στ’ απομεσήμερο
το χέρι φρενιασμένο φλέβες αφηνιασμένες να το ζώνουν
ζυμώνει τον αέρα στα τυφλά
μανιάζοντας να βρει την ακριβή παλάμη

… τρεχάτος άτι του Μαγιού κατέβηκα στην πόλη
για να σπουδάσω από κει το στοιχειωμένο όρος

Από τη συλλογή Τρεις γάτες δρόμος (2000) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Τα όνειρα

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Ο κυρ-Αντώνης (με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Μάνο Χατζιδάκι)

Τα όνειρα

Όσο περνούν τα χρόνια
κονταίνουν τα όνειρα,
άλλα στρέφουν προς τα πίσω
τα περισσότερα βαραίνουν
πέφτουν πιο χαμηλά,
συντροφικά σ’ ακολουθούν στο τέρμα
για μια στιγμή συνωστίζονται
αίφνης σε κοιτούν κατάματα και σβήνουν.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Τα δάκρυα

Τα δάκρυα

– Τα δάκρυα των ανθρώπων είναι εγωιστικά
εκτός κι αν ακολουθούν εσωτερικές διαδικασίες
θρηνούν για κάτι παντελώς ξένο,
στρέφονται στα μέσα τους,

δεν ακολουθούν κανένα συναίσθημα.
Και πνίγονται από μόνα τους.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Νανούρισμα

Νανούρισμα

Μην αφήνεσαι, μωρό μου, μην αφήνεσαι∙
κρατήσου, μωρό μου, κι ας κλάψεις.
Δε γλυτώνεις, μωρό μου, μην αφήνεσαι,
στη γλύκα θα κολλήσουν τα χεράκια σου.
Κρατήσου, μωρό μου, μην απλώνεις
στα χίλια δυο που θα βρεις να σου τάζουν,
θα σε ζαχαρώσουν, μωρό μου, μες στη γλύκα τους
μπορεί ακόμη και να τους αγαπήσεις∙
όχι, μωρό μου, μην αφήνεσαι
κλάψε, μωρό μου, καλύτερα κλάψε.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Λευκή


Claude Monet, Peupliers au bord de l’Epte, 1890, oil on canvas (100 x 65 cm) private collection
Πηγή: intermonet.com

Λευκή

Λεύκα λευκή με λένε
λες και με γνώριζαν,

Στον λαιμό μου τα χαμηλά ακονίζω σύννεφα
βροχές υπότροπες και μεσημέρια.
Τραβάω τους κεραυνούς και καίγομαι
ορίζω ποταμούς που με ξηλώνουν.
– Όμως κάποτε πολύ αγάπησα τις συνήθειές μου.
– Τρέχει το φως κάτω στη ρίζα μου,
και καθρεφτίζει ήλιους το ποτάμι
νοσταλγώ τις φωνές μικρών πουλιών,
και δεν μπορώ τις νύχτες
του κρύου πριονιού και του χειμώνα.
– Κάποτε πολύ αγάπησα τις συνήθειές μου
και κάποια διπλανή μου,
που στ’ αψηλά την τράβηξε τ’ αστέρι.
Τώρα στον αγέρα τρίζουν οι φλούδες μου
και στην δροσιά τους θυμάμαι
τις τόσες φορές που με χαμήλωσαν.
Όμως οι ρίζες μου
είναι αυτές που τραβούν τα ποτάμια.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Μαρία Κυρτζάκη, Η γλώσσα η αμίλητη

Η γλώσσα η αμίλητη

Δεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα∙
σαν ψάρι έξω από τα νερά του
και σαν να βγήκε απ’ ό,τι τον προστάτευε
– την γλώσσα του.
Χτίζει τους κήπους τις αυλές
όχι το σπίτι
Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί
να φτιάξει μιας πατρίδας γη.

Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
την τρομάζεις, χαμογέλασες,
και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
και γλώσσα τιμημένη.
Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται
και προσπερνούν
Να μη θυμούνται
τον έρωτα που κάποτε
τους άνοιξε πανιά
– κι αυτήν την μόνη και μοναδική
γλώσσα για να μιλήσουν

Που ελησμόνησαν.

Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και
μη φοβάσαι – σαν μοναξιά
κατοίκησέ με μη φοβηθείς.
Και άσε με
τις πόρτες σου ν’ ανοίξω
τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι
ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους
και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων
δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια
βγάζει και καρπούς μυρωδικούς
η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα
σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο
και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και
μόσχου. Μη φοβηθείς.

Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός
σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς
θυμάται και πάντα νοσταλγεί
το φως
το φως
το άλλο φως
Του έρωτα.

Εσύ
ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις
Εγώ
ποιαν άλλη γη.

Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Έλληνες

Έλληνες

Σαν Έλληνες που ξέμειναν
σε άλλης γης πατρίδα.

Χάθηκε αυτή στα βάθη της Ασίας
σε παραλίες φιλοσόφων βούλιαξε
και στα νησιά των ποιητών έγινε κύμα
και αεράκι ήμαρ νοσταλγίας.

Πατρίδα είναι ό,τι νοσταλγείς.

Πέρα απ’ του Πύρρου την χαμένη ηδονή
της Πίνδου τ’ αποκούμπι
Πίσω απ’ του Αίμου τις κορφές
στην Θράκη του Ορφέα η Ευρυδίκη
μαύρο μαντίλι να φορεί
ρούχο μακρύ του πένθους

Γιατί πενθεί την μουσική.

Και ψάχνει ψάχνει στα τρανζίστορ στα FM
κι ύστερα πάλι αίματα μεσαία και
στα βραχέα αίματα τα σκοτεινά και συμπαγή
τα μέλη της το μέλος ψάχνει
λόγο πλάγιο να πει
την μελωδία που άστραψε
και σαν ζωή της φάνηκε.

Και σαν ζωή τους φάνηκε
πως νοσταλγούν αυτήν την άλλη την ζωή.
Πίσω από μάρμαρα ερείπια κρυφτήκαν
στον Παρθενώνα γύρισαν Εκοίταξαν
με τις Καρυάτιδες μαζί περπάτησαν
τον βράχο άκρη άκρη στην πόλη του Ζαλόγγου.
Μέσα σε κοίλα θέατρα παράστησαν.

Όχι. Αυτοί δεν ξέρουν δεν νοούν
Δεν ξέρουν ούτε νοσταλγούν

και τα τρανζίστορ παίζουν άλλες μουσικές.

Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Ικαρία

Ικαρία

Και έτσι έμαθε πως ήτανε νησί
και τ’ όνομά του Ικαρία.

Και ότι εκεί
σ’ αυτό που ήτανε σημείο
εμάχονταν και πολεμούσαν ηδονές
και πάλι αγκαλιάζονταν μέχρι να αλωθούν
στήθος με στήθος οι γλυκές με τις αιμοχαρείς
σώμα με σώμα αλάλαζαν να ξεχωρίσουν
ποιες της οδύνης και ποιες της γλύκας
που ακουμπάει το σώμα στην ψυχή.

Και είδαν ότι αχώριστες πως είναι
πλεγμένες μεταξύ τους τ’ αντίθετα σαν όμοια
τα όμοια σαν ξεμάκραιναν να μιμηθούν πολέμους
και πικρούς του έρωτα καημούς.
Σαν ίδια όψη που αντανακλά
το βάθος της ψυχής και
το απύθμενο το μάτι των σωμάτων —
εκείνο που σαν πέρασμα σε βγάζει στην στεριά.

Και έστερξαν αξεδιάλυτες πως είναι αξεχώριστες
Ένα κουβάρι μεταξύ τους κόσμος
Το αχ του αναστεναγμού
στο ακατοίκητο της μνήμης
μ’ αυτή την τόση δα ανάσα ηδονής
που αφήνουνε τα σώματα σαν νοσταλγία
πως κάποτε μία ήταν η πληγή

Σε νοσταλγώ συνέχεια.

Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Βίκινγκς

Βίκινγκς

Τους άρεσε η τζαζ
Και μιλούσαν μεταξύ τους τραγουδώντας

Στο πέλαγος τους έριξε ο Θεός
Και στα νησιά
Κι είπανε να ριζώσουν
Επειδή σκέφθηκαν πού να βρεθεί
τώρα μια Αργώ με ποιον Ιάσονα
Και ποια βάρβαρη Μήδεια
Στα μάγια τούς τυλίγει
και στα χρυσά τούς έντυσε

Κάθε σκαλί το τόνιζαν
της γλώσσας μονοπάτι
Απόηχος θαρρείς βηματισμού κάθε φορά
μέσ’ απ’ την θάλασσα που πήγαιναν
ν’ αγγίξουνε στεριά
Πόσα κουπιά να λάμνουν και να κωπηλατούν
Τι να παρακαλούν

Τους άρεσε η τζαζ
Μα πιο πολύ τους άρεσε το έρεβος της νύχτας
Το άσπρο φως της μοναξιάς
Το ρούχο που τους έντυσε η Μήδεια
Κόλλησε στο πετσί τους
Και σκέφτηκαν μόνος γεννιέται ο άνθρωπος
Μόνος του ζει Ξένος πεθαίνει
Εδώ θα μείνουν στα νησιά στο πέλαγος
Να πιάσουνε στεριά εδώ

Την είπαν πόλη τ’ ουρανού
Κρύφτηκαν στ’ όνομά της
και κλειδαμπάρωσαν διπλά τις πόρτες

Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Η μουσική

Η μουσική

Μόλις ασφάλιζε το όνειρο και λόγους ιερούς
γύρω μου έσπειρε
γκρεμός για να φυτρώσει∙ και σαν
ασπίδα του θεού στο μένος των ανθρώπων —
Εκεί μου είπε ν’ αναπαύεσαι
δροσιά από φύλλα και νερά
θα σου παρασταθούν
βράχοι γωνίες και στιλπνή — η επιφάνεια.

Εβγήκε για κυνήγι.

Λέαινας όψη στην γυναίκα
επόθησε να την κατασπαράξει
και την ανάγκη του εκομμάτιαζε
την έσπασε και τσαλαβούτησε
στις λάσπες και στα θρύψαλα εμάτωσε
και λερωμένος ρίχτηκε πίσω από το βουνό
να βρει την ηδονή
πώς ετσακίστηκε
και την ψυχή του που εξενιτεύτηκε το σώμα
κι αφέθηκε αυτό και βούλιαξε
πώς έγινε
κι απ’ την ανάγκη του εχωρίστηκε
Να καταλάβει.

Εδοκιμάστηκε σε όλους τους Αγώνες
και τον καιρό τον κράτησε
Μέχρι τα πέντε δάχτυλα.
Στα έξι είπε στα εφτά γίνομαι βασιλέας
κι αρνούμαι την τιμή.
Θέλω να είμαι ας είμαι μουσική.

Έσπασε εκύλησε στο αίμα∙
την ηδονή εγγράφοντας της νύχτας
τον τρόμο της πατώντας.
Ήταν με παύσεις. Με σιωπές
Η μουσική — μπαγλαμαδάκι αόρατο
και μες στο δέρμα επέρασε
μόνο για μένα ν’ ακουστεί
ν’ ακούγεται συνέχεια
πιο πριν και πριν απ’ τον καιρό Άσμα
απ’ την πρώτη την κραυγή
και σαν από όρος εντολή.

Πώς να υπάρξει η ζωή χωρίς
την άλλη όψη της, τον θάνατο;

Ο έρωτας που με κατοικεί
ανθίζει μυστικά.

Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Άννυ Κουτροκόη, Λεληθότως ο έρως (VIII)

Λεληθότως ο έρως (VIII)

Εμένα δε με σβήνουν
Ποταμοί από βρισιές
Κι η πίκρα ενός αντίο
Δεν με πνίγει
Αν με φυσήξεις
Θα φουντώσω
Φλογίτσα
Μες στα μάτια των παιδιών
Και πυρκαγιά
Μες στα δικά σου μάτια

Από τη συλλογή Λεληθότως ο έρως (2000) της Άννης Κουτροκόη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Άννυ Κουτροκόη