Αλέξανδρος Ίσαρης, Johann Sebastian Bach

[Ενότητα Προσωπογραφίες]

Johann Sebastian Bach

Καθισμένος στα χέρια του Θεού
Αφουγκράζεται τους κραδασμούς του στερεώματος
Και χτίζει ναούς καθεδρικούς
Διώχνοντας τη ματαιότητα του κόσμου.

Τόξα περίτεχνα μπαίνουν στο αυτί
Κι αλαβάστρινοι κανόνες στηρίζουν
Τα τόξα της αναμονής.
Πλήθη μαστίζονται από φόβο
Μα όταν τ’ αγγίζει
Στρέφονται προς τα μέσα και χαμογελούν.
Βαδίζουν σε κήπους από κρύσταλλο
Ή πάνω στο βυθό μιας φυτικής γαλήνης.

Άγγελοι αγκαλιάζοντας μικρά παιδιά
Φιλιούνται στη βροχή του Δόξα εν υψίστοις.
Αγάλματα βουλιάζουν στο νερό
Και πολιτείες αναδύονται
Μέσ’ από ορατόρια πολύτιμων βλεμμάτων.
Έγχορδα όνειρα σώματα στιλπνά
Φυτρώνουν έντρομα στο θάμβος του μεσημεριού.

Εκείνος πλέκει μουσική
Συμπλέει με τους ζωντανούς
Καβάλα σε απαστράπτοντα πνευστά
Χτυπώντας με μακρύ σπαθί το χρόνο.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Advertisements

Αλέξανδρος Ίσαρης, Το τόξο του χαμόγελου

Μάνος Χατζιδάκις, Το χαμόγελο της Τζοκόντας (πρώτη ηχογράφηση: 1965)

Το τόξο του χαμόγελου

Ένα άλλο σώμα δίπλα σου τη νύχτα
Αγάλματα στολίζουν το κρεβάτι σου
Και ρόδα που μυρίζουν γιασεμί.
Λάμπουν στο σκοτάδι τα σκεπάσματα
Το δέρμα κρύσταλλο που στάζει.
Η γραμμή του στόματος στο τόξο του χαμόγελου
Τα μέλη απαλά μέσα στο μέλι
Τα μάτια σου σφιχτά και στο δωμάτιο
Φτερά αγγέλων και πουλιών που σε ζαλίζουνε
Με το φτερούγισμά τους.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Πρέπει να βρω μια γλώσσα

Πρέπει να βρω μια γλώσσα

Πρέπει να βρω μια γλώσσα
Που να ενώνει τα σύννεφα
Να χωρίζει τη θάλασσα
Να οξύνει τον πόνο
Για να μπορώ να σε κοιτάζω
Σκύβοντας και ρωτώντας
Ρουφώντας και παίζοντας
Περπατώντας στα τέσσερα.

Πρέπει να βρω μια γλώσσα
Που να ταιριάζει στις φωνές
Όταν θα δύουν οι αισθήσεις
Και θα ξυπνά το αίσθημα
Όταν θα βάζω το νύχι
Στις πληγές, το ακάνθινο στεφάνι
Στα μαλλιά μου.

Πρέπει να βρω μια γλώσσα πυρετού
Που να γεμίζει πύον
Θα γίνεται μπλε το πρωινό
Και τρυφερό το βράδυ.
Πρέπει να βρω μια γλώσσα
Που θα ’χει την πίκρα
Του πιο γλυκού φιλιού
Την αλαφράδα του πουλιού
Και το στυφό της γνώσης.

Πρέπει να βρω μια γλώσσα
Για να σου μιλήσω.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Η σιωπή του Θεού

Γιώργος Καζαντζής & Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, Μπάρκο ψυχής
(τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας / δίσκος: Μπάρκο ψυχής (1999))

Η σιωπή του Θεού

Η σιωπή του Θεού γέμιζε τ’ αυτιά μου
Όταν μικρός γυρνούσα στα λιβάδια
Κοίταζα τον ουρανό
Ξάπλωνα στο χώμα
Πάνω από γκρεμούς ώρες πολλές
Πετούσα μουρμουρίζοντας
Τα σύννεφα ασκεπή κολλούσαν στο πηχτό γαλάζιο.

Στων ματιών σου το Σ’ αγαπώ
Στο αντίο του τρένου
Στου φιδιού τα γυρίσματα
Στης λευκής ανηφόρας τις φυλλωσιές
Στου ανέμου τη λύσσα
Στου σπασμού τη χαρά
Πάντα εσένα διψούσα, Θεέ μου.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Η μέρα που νυχτώνει

Σπύρος Βλασσόπουλος & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Αυτός που περιμένω
(τραγούδι: Άννα Βίσση / δίσκος: Κίτρινο γαλάζιο (1979))

Η μέρα που νυχτώνει

Η ψυχή βλέπει τη λίμνη
Στο είδωλό της
Στου χρόνου το βλέμμα που διστάζει
Και η προσμονή καλπάζει
Προς τα βουνά.

Αυτός που περιμένω
Έχει για πρόσωπο
Σμάρι από πουλιά.
Χαϊδεύει όμορφα όσο κανείς
Πετά επάνω από πόλεις
Ξαπλώνει σε αγρούς
Τρυπώνει σε σπηλιές.
Η ανάσα του βελούδινη πνοή
Κι η αγκαλιά του ανθισμένη.

Μούσκεψα μες στη βροχή
Τα δάκρυα κυλούν και τον καλούν.
Τόση επιθυμία
Κι αυτός ν’ αργεί!…

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Έτσι γίνεται το ποίημα

Έτσι γίνεται το ποίημα

Χωρίς ολόκληρες αναπνοές
Έχοντας το βλέμμα στραμμένο
Στους φεγγίτες
Τα σώματα συστρέφοντας μες στην ομίχλη
Μικρά παιδάκια έπαιζαν
Και των πουλιών το μαύρο χάιδευε το νερό.
Από καθρέφτες
Πιο πολύ σπασμένους
Έβλεπα τη ζωή τους χαλκοπράσινη
Να μένει άχρηστη στο δρόμο.
Οι αναμνήσεις καίγονταν σε σιγανή φωτιά
Σαν εικονίσματα στη λίμνη του μυαλού.
Οι αρτηρίες, οι απολήξεις των βολβών
Τα οστά, όλα σε μια σακούλα.

Έτσι γίνεται το ποίημα.
Επίσκεψη στο σπίτι του νεκρού
Το τσάι στη βεράντα
Μια μπούκλα, τα όνειρα του δύτη
Που γλιστράνε στον αφρό
Η πέστροφα και ο δημιουργός
Ανάσκελα στη μέση του Στρυμόνα.

Τις ώρες της αναμονής
Τρίβεις τα κόκαλα
Με σάλια νιότης
Σηκώνεις πλάκες
Κι όταν γεμίσεις στάχτες
Που σου κλέβουνε το φως
Γράφεις τον πρώτο στίχο:
Χωρίς ολόκληρες αναπνοές.
Τα άλλα έρχονται σαν βροχή.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.

Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.

Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.
Με ήλιο στον Αιγόκερω
Και με σελήνη Κρόνου στον Κριό.
Ο πατέρας Μακεδόνας
Κι η μάνα μου από τη Μαύρη Θάλασσα.
Έγινα χτίστης κι απόκτησα πολλά παιδιά.
Αργότερα θεόρβη έπαιζα δίπλα στον Λοκ.
Αντιγραφέας έγινα το 1701 στη Μαδρίτη
Και εραστής μιας δούκισσας
Που κάηκε σε πυρκαγιά.
Με σκότωσαν σε όργιο κάπου στο Περού
Μα εγώ εμφανίστηκα ξανά
Στη Σαρλεβίλ των Αρδενών με τ’ όνομα Ρεμπώ.
Πέθανα τριάντα επτά ετών κι όταν ξαναγεννήθηκα
Ήμουν γυναίκα ζωηρή
Που έγινε διάσημη
Σε ρόλους κωμικούς
Μέχρι που γνώρισα στη Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.
Πόρνη κατέληξα που πήγε από χολέρα
Μα τώρα φτιάχνω πιάνα στη Λειψία.

Άλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλό
Μίλησα τόσες γλώσσες.
Τυφλός εκ γενετής έχω τρία παιδιά
Γυναίκα από τη Σάμο.
Την τέχνη έμαθα στο σπίτι των γονιών μου
Και μες στη μουσική ζω τη ζωή μου.
Λέγομαι Γιούλιους, είμαι εβδομήντα δύο χρονών
Και θέλω να πεθάνω στην Ελλάδα.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Άνυδρη καρέκλα

Άνυδρη καρέκλα

Σηκώνομαι και πάω στο παράθυρο
Όλα αλλάζουν μέσα μου σαν μέσα σε νερό.
Έξω το τοπίο καταπράσινο. Πράσινα σύννεφα
Και μια φωνή λησμονημένη στ’ όνειρο
Της χθεσινής ρουφήχτρας.
Τ’ άλογα αποκτούν φτερά
Ο ήλιος με φοβίζει
Βγάζω αγκάθια σπαρταρώ.

Σηκώνομαι και πάω στο παράθυρο.
Βλέπω χρυσόμυγες, αράχνες
Σκνίπες, κοράκια και σμήνη μελισσών.
Με κεντημένα αισθήματα
Θα παρηγορηθούμε μεταξύ μας
Στη βραδινή ομοβροντία.
Χωρίς να βλέπουμε του άλλου την πληγή
Σαν μια τερατωδία
Με λεπτεπίλεπτες ματιές
Και άμουσα λόγια θα ψάλουμε
Τα έπη της σελήνης στη φωτεινή ταράτσα.
Ανάμεσα σε τσακισμένες προσμονές
Σε κόπρανα και αποφάγια, θα σκάσουμε
Μέσα στα αγκαλιάσματά μας.

Πώς λαχταρώ να φύγω!
Στη Βραζιλία, στο Νεπάλ, στη Νάπολη
Ή και στο θάνατο ακόμα.
Με κούρασε αυτή η άνυδρη καρέκλα.
Κι έπειτα δίχως αγάπη τι να πεις;
Ακόμα και οι στίχοι μας μοιάζουν από πηλό.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Ανταύγειες

Mc Olan & Λίνα Νικολακοπούλου, Στην άκρη ενός φιλιού
(τραγούδι: Μαργαρίτα Ζορμπαλά / δίσκος: Στην άκρη ενός φιλιού (2000))

Ανταύγειες

Σαν άνεμος βουίζει καθώς τρέχει ο χρόνος
Και τα μαλλιά σου κυματίζουν και τυφλώνουν.
Κάποια παράσταση θα παίζεται εκεί ψηλά.
Με μάσκες και κύμβαλα ουρανομήκη
Μιλάνε οι θεοί που παρασταίνουνε σφαγές
Σε φωταψίες σκοτεινού φωτός.

Τη μουσική τους δεν μπορείς να την ακούσεις
Όμως κάποιες ανταύγειες την ώρα του έρωτα
Στο όνειρο
Σαν ξεψυχάς
Ή όταν φτιάχνεις είδωλα με το χρωστήρα
Μπορείς να δεις.

Μια μυρωδιά την ώρα που βραδιάζει
Ή άγγιγμα απατηλό στον ώμο
Η αλλαγή της θάλασσας καθώς αποτραβιέται
Από τα μάτια η σκόνη της ερήμου
Του άλλου οι σταλαγματιές μες στο δικό σου δάκρυ.
Όλα θυμίζουν το αόρατο μιας θαλπωρής
Που κάποτε ξεσπά και μας τυφλώνει.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Σαράντος Παυλέας, Τα κοιμητήρια των μικρών θαλασσινών χωριών

Τα κοιμητήρια των μικρών θαλασσινών χωριών

«… Το πλοίο ονειρεύτηκε ένα καινούριο ωκεανό…»
Ρωξάνη Παυλέα

Εκείνα τα κοιμητήρια στα πολύ μικρά χωριά
σχεδόν ήταν άφρακτα κι ήταν σα ν’ αφήναμε
τη θάλασσα έτσι όπως ήταν
τόσο κοντά στα κύματά της
σα να φώναζαν τους θαλασσινούς μας
ναυτικούς, σα να θέλαν να τους άρπαζαν
σαν να τους ζητούσαν επίμονα αφρισμένα∙
δε σταματούσαν, πολύ κοντά τους έφταναν
σα να τους ζητούσαν, σαν να τους έπαιρναν
τους πεθαμένους, σα να τους σήκωναν
από τον παντοτινό τους, σαν να τους ξυπνούσαν τον ύπνο
έτσι όπως ήταν ενταφιασμένοι κοντά, πολύ σιμά
οι θαλασσινοί μας στα μικρά τους χωριά
στην κάποτε την αγαπημένη τους
των ταξιδιών τη θάλασσα.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Σαράντου Παυλέα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευθύνη (τεύχος 343, Ιούλιος 2000).

Πηγή: http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Euthini/343/5.html

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Πέσατε θύματα
(διασκευή, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Νότης Μαυρουδής,
τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Τραγούδια από την Ελληνική Αντίσταση (1974))

Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Διαβαίνοντας το γεφύρι τον πιάσανε.
Ξιφούλκησε, μα του ’ριξαν τρεις πιστολιές.

Ένας τον βαράει στο κεφάλι με το ρόπαλο.
Πήγαν σπίτι του κι άρπαξαν διαμαντικά κι έπιπλα.
Πήραν τη γυναίκα του στη φυλακή.
Έδιωξαν το πουλί απ’ το κλουβί που κελαηδούσε.
Στην κοντινή εκκλησία τον παράχωσαν.
Σαν ξημέρωσε ήρθαν και πάλι τον ξέθαψαν.
Δεμένο με σκοινί φέρναν γυμνό το πεθαμένο κορμί.
Κόσμος στους δρόμους φώναζε γιούχα.
Για τη φωτιά που θα το ’καιγε μάζευαν φρύγανα.
Δαυλό αναμμένο έφερε ένα νέο παιδί.
Τον κρέμασαν ανάποδα και γδαρμένο τον κομμάτιασαν.
Την ξεριζωμένη καρδιά την περάσαν στο ξίφος.
Ο μερακλής τη δάγκωνε ψημένη.
Μικρά παιδιά νομίζουμε τη ζωή παράδεισο,
γνωρίζοντας τον κόσμο βρισκόμαστε στην κόλαση.
Έντυσαν και παραγέμισαν το λείψανο,
για να δει την πρότερη όψη ο κόσμος ξανακόλλησαν
την πεσμένη μύτη με το ’να ρωθούνι φαγωμένο.
Αρλεκίνοι της ζωής π’ ασωτεύετε κάθε αξία,
μην ειρωνεύεστε ό,τι δε γενήκατ’ ακόμα.
Σκάβοντας, τα πονημένα της αδελφής λιανοδάκτυλα
ξέθαψαν έναν θώρακα ντυμένον με γκρίζο πουλόβερ
«αν είναι του σκοτωμένου μου» λέει «να το φυλάξω».
Πάνω από εκατό σφαίρες παρτάλιασαν το κάθε κορμί.
Τους συγκέντρωσαν έξω από τα σπίτια,
σε χώμα φτηνό όπου κάνουν κεραμίδια,
προσχώσεις που κομματιάζονται από τενάγη
γεμάτες αγκάθια σκουριασμένους τενεκέδες
ψοφίμια, σκελετούς, ριχμένα σκουπίδια
κοντά στα εργοστάσια και τα σφαγεία.
Ένας που δοκίμασε να φύγει τελειώθηκε στα καλάμια.
Ίσαμε την πρώτη βροχή, όλος ο τόπος,
μπροστά στη θάλασσα, άντικρυ στα βουνά,
ήταν σπαρμένος πόδια, χέρια, ματωμένα κομμάτια.
Ένας κηπουρός φύλαξε στο εικονοστάσι ένα κρανίο,
κόκαλο κιτρινισμένο και λίγα μαλλιά.
Η μαυροφόρα ρίχνει λουλούδια στους τάφους.
«Ποιο έτυχε τάχα απάνω στον Κώστα·
δεν ξέρω τη σειρά του στον κοινό τάφο.»
Κρατώντας την ανθοδέσμη θάρρεψε πως τον αγκάλιαζε.
Σκότωσαν κι ένα νέο φοιτητή με τον αδελφό του.
Σκότωσαν και τον Κοσμά τον κάλφα στο κουρείο.
Σκότωσαν πενήντα στις δυο Ιουλίου.
Σαρανταέξι την πρώτη Μαρτίου στη Μίκρα.
Δίχως διαδικασία παίρνουν και εκτελούν,
απ’ το συγκεντρωμένο πλήθος στις φυλακές
διαλέγουν τους πιστούς στην καλύτερη αύριο,
απ’ τη μοναξιά των κελιών μαζεμένοι κοινώνησαν.
Μαζί μας ήταν κι ένας παπάς που σκοτώθηκε.
Πεθαίνοντας ο Κώστας σ’ όλων το νου δικαιώθηκε.
Εκείνη που τον αγαπούσε σαν να παρηγοριέται.
Μέσα στη δικαιοσύνη τον βρίσκει σαν έννοια
«Όμως δε βρίσκω» λέει «το ζεστό του χέρι».
Δεν ξέρω τι να αποκριθώ στον καημό της στέρησης
Της καθαρίζω το μέτωπο απ’ το αίμα και τα χώματα,
«άσε τα παράπονα και κοίταξε να δουλέψεις» της λέω.
Έχω στο νου μου ότι δουλεύοντας ο άνθρωπος,
μπορεί να κάνει από ξύλο ένα χέρι τεχνητό,
να το εκθέσει στον κόσμο και να πάρει ζωή.
Μέσα στην απορία της η φτωχιά γυναίκα,
διατηρεί ένα κομμάτι που βρήκε δάκτυλο με το νύχι.
Κι ο σκοτωμένος τρομαχτικός για κάθε αίσθημα
το πρόσωπο δεμένο μ’ επιδέσμους σα με φασκιές,
το κορμί όλο τρύπες, κουρέλια τα ρούχα,
έρχεται, κάθεται στον καναπέ όπως συνήθιζε.
Επιστρέφει στη γυναίκα του τα γράμματά της
βαμμένα απ’ το αίμα πο’ ’χυσε η καρδιά του
λέει πως με τα χέρια δεμένα βάρεσε
κατακέφαλα το δυνάστη χαρούμενος,
χαρούμενη να ’ναι, μαύρα να μη ντυθεί.
Μα η Φτωχιά μην αντέχοντας σηκώνεται,
πέφτει απάνω στο νεκρό, που χάνεται,
με το θρήνο απ’ όλες τις γενιές
όταν κηδεύουν της ομορφιάς του το κορύφωμα.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά» (τεύχος 42, 1η Ιουνίου 1946).

Πηγή: Ανθολογία Η ελληνική ποίηση, τόμος Δ’ [Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου] (εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, 2000 / επιμέλεια Αλέξανδρου Αργυρίου)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Σάκης Σερέφας, Το πέρασμα του χρόνου

Το πέρασμα του χρόνου

Ήμασταν λέει σ’ ένα μουσείο
μέσα στ’ όνειρο
ξάφνου ανοίγει από μόνη της κάποια πόρτα
«εδώ είναι η Αίθουσα του Χρόνου»
ακούγεται μια φωνή
και τι βλέπουμε
σε μια τεράστια στέρνα
στήθια, πλάτες, λαιμοί σάλευαν αμίλητα μες στους ατμούς
κοπέλες γυμνές σε πόζες νωχελικές
με κομμώσεις μπελ επόκ όλο μπουκλάκια
άλλη ρουφούσε αργά μια φιλντισένια πίπα
άλλη ατένιζε το ταβάνι με βλέμμα θολό
άλλη έπαιζε στα δάχτυλά της το νερό
«εδώ, κύριοι, μετριέται ο Χρόνος»
ξανάπε η φωνή
κάθισα λίγη ώρα κάτι μ’ έτρωγε
«άντε τώρα, φεύγω, γεια» είπα σιγανά
έπρεπε να ξυπνήσω είχα χίλιες δουλειές
να ταΐσω κρεατάκι στο σκουλήκι να πρηστεί
να ποτίσω με φαρμάκι τη ροδιά μου να χαρεί
να πω τραγούδια στον μαύρο λύκο να ξεχαστεί
μα πόσο αλλιώτικη μέρα ξημέρωσε
το σκουλήκι τίναξε ανθούς
βέλαζε η ροδιά μου στους περαστικούς
«κάτσε πλάι μου» είπε ο λύκος
και ούρλιαξε έναν υπέροχο σκοπό, μια μελωδία
της φονικής του σάρκας ύμνος κι ευτυχία.

Από τη συλλογή Τρεις γάτες δρόμος (2000) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Τρεις γάτες δρόμος

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Οι γάτες
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της Σελήνης (2002)

Τρεις γάτες δρόμος

Η πλαγιά τσιτωνόταν στον μαγιάτικο ήλιο…

Εδώ τριγύρω λεν οι πηγές
πως έστησαν τ’ αντίσκηνα οι Άγγλοι στον Πρώτο Πόλεμο.
Σκυφτός, τους έψαχνα.
Καμιά φορά
σκοντάφτεις σ’ έναν κάλυκα, μιαν αρβύλα ξεχαρβαλωμένη
κάνα κονσερβοκούτι βοδινού, σκύβεις το μαζεύεις
το κουβαλάς στο σπίτι σου, το παρατάς σε μια ντουλάπα
κι αυτό γεννοβολά. Τίποτα όμως.
Κάθισα σε μια κοτρόνα κάθιδρος. Ο ήλιος ζεματούσε.
Αγριολούλουδα, μυρμήγκια. Ξεθυμασμένες μύγες
κοχλάζαν μες στην αντηλιά. Τσιμέντα χυμένα σε σβουνιές.
Κάτω στην πόλη, οι βορινοί συνοικισμοί βροντόσαυροι
χώνευαν τα βράχια του βουνού. Σιγά σιγά ξεχώρισαν
οι δρόμοι και τα σπίτια. Να κι η ταράτσα
με το ερειπωμένο πλυσταριό, τα κάγκελα πλαγιάζουν πέρα δώθε
να ’στε οι δυο σας, πόσο άχαρα τινάζεις νεαρέ μου τα χαλιά
σκορπάν οι ναφθαλίνες λαμπυρίζουν
μπαίνουν στα μάτια σου κορώνουν

«αχ! Λησμονημένη!» ο βόγκος αντηχεί στ’ απομεσήμερο
το χέρι φρενιασμένο φλέβες αφηνιασμένες να το ζώνουν
ζυμώνει τον αέρα στα τυφλά
μανιάζοντας να βρει την ακριβή παλάμη

… τρεχάτος άτι του Μαγιού κατέβηκα στην πόλη
για να σπουδάσω από κει το στοιχειωμένο όρος

Από τη συλλογή Τρεις γάτες δρόμος (2000) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Τα όνειρα

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Ο κυρ-Αντώνης (με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Μάνο Χατζιδάκι)

Τα όνειρα

Όσο περνούν τα χρόνια
κονταίνουν τα όνειρα,
άλλα στρέφουν προς τα πίσω
τα περισσότερα βαραίνουν
πέφτουν πιο χαμηλά,
συντροφικά σ’ ακολουθούν στο τέρμα
για μια στιγμή συνωστίζονται
αίφνης σε κοιτούν κατάματα και σβήνουν.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Τα δάκρυα

Τα δάκρυα

– Τα δάκρυα των ανθρώπων είναι εγωιστικά
εκτός κι αν ακολουθούν εσωτερικές διαδικασίες
θρηνούν για κάτι παντελώς ξένο,
στρέφονται στα μέσα τους,

δεν ακολουθούν κανένα συναίσθημα.
Και πνίγονται από μόνα τους.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Νανούρισμα

Νανούρισμα

Μην αφήνεσαι, μωρό μου, μην αφήνεσαι∙
κρατήσου, μωρό μου, κι ας κλάψεις.
Δε γλυτώνεις, μωρό μου, μην αφήνεσαι,
στη γλύκα θα κολλήσουν τα χεράκια σου.
Κρατήσου, μωρό μου, μην απλώνεις
στα χίλια δυο που θα βρεις να σου τάζουν,
θα σε ζαχαρώσουν, μωρό μου, μες στη γλύκα τους
μπορεί ακόμη και να τους αγαπήσεις∙
όχι, μωρό μου, μην αφήνεσαι
κλάψε, μωρό μου, καλύτερα κλάψε.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Λευκή


Claude Monet, Peupliers au bord de l’Epte, 1890, oil on canvas (100 x 65 cm) private collection
Πηγή: intermonet.com

Λευκή

Λεύκα λευκή με λένε
λες και με γνώριζαν,

Στον λαιμό μου τα χαμηλά ακονίζω σύννεφα
βροχές υπότροπες και μεσημέρια.
Τραβάω τους κεραυνούς και καίγομαι
ορίζω ποταμούς που με ξηλώνουν.
– Όμως κάποτε πολύ αγάπησα τις συνήθειές μου.
– Τρέχει το φως κάτω στη ρίζα μου,
και καθρεφτίζει ήλιους το ποτάμι
νοσταλγώ τις φωνές μικρών πουλιών,
και δεν μπορώ τις νύχτες
του κρύου πριονιού και του χειμώνα.
– Κάποτε πολύ αγάπησα τις συνήθειές μου
και κάποια διπλανή μου,
που στ’ αψηλά την τράβηξε τ’ αστέρι.
Τώρα στον αγέρα τρίζουν οι φλούδες μου
και στην δροσιά τους θυμάμαι
τις τόσες φορές που με χαμήλωσαν.
Όμως οι ρίζες μου
είναι αυτές που τραβούν τα ποτάμια.

Από τη συλλογή Προπατορικά (2000) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Μαρία Κυρτζάκη, Η γλώσσα η αμίλητη

Η γλώσσα η αμίλητη

Δεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα∙
σαν ψάρι έξω από τα νερά του
και σαν να βγήκε απ’ ό,τι τον προστάτευε
– την γλώσσα του.
Χτίζει τους κήπους τις αυλές
όχι το σπίτι
Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί
να φτιάξει μιας πατρίδας γη.

Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
την τρομάζεις, χαμογέλασες,
και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
και γλώσσα τιμημένη.
Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται
και προσπερνούν
Να μη θυμούνται
τον έρωτα που κάποτε
τους άνοιξε πανιά
– κι αυτήν την μόνη και μοναδική
γλώσσα για να μιλήσουν

Που ελησμόνησαν.

Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και
μη φοβάσαι – σαν μοναξιά
κατοίκησέ με μη φοβηθείς.
Και άσε με
τις πόρτες σου ν’ ανοίξω
τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι
ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους
και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων
δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια
βγάζει και καρπούς μυρωδικούς
η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα
σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο
και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και
μόσχου. Μη φοβηθείς.

Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός
σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς
θυμάται και πάντα νοσταλγεί
το φως
το φως
το άλλο φως
Του έρωτα.

Εσύ
ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις
Εγώ
ποιαν άλλη γη.

Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Έλληνες

Έλληνες

Σαν Έλληνες που ξέμειναν
σε άλλης γης πατρίδα.

Χάθηκε αυτή στα βάθη της Ασίας
σε παραλίες φιλοσόφων βούλιαξε
και στα νησιά των ποιητών έγινε κύμα
και αεράκι ήμαρ νοσταλγίας.

Πατρίδα είναι ό,τι νοσταλγείς.

Πέρα απ’ του Πύρρου την χαμένη ηδονή
της Πίνδου τ’ αποκούμπι
Πίσω απ’ του Αίμου τις κορφές
στην Θράκη του Ορφέα η Ευρυδίκη
μαύρο μαντίλι να φορεί
ρούχο μακρύ του πένθους

Γιατί πενθεί την μουσική.

Και ψάχνει ψάχνει στα τρανζίστορ στα FM
κι ύστερα πάλι αίματα μεσαία και
στα βραχέα αίματα τα σκοτεινά και συμπαγή
τα μέλη της το μέλος ψάχνει
λόγο πλάγιο να πει
την μελωδία που άστραψε
και σαν ζωή της φάνηκε.

Και σαν ζωή τους φάνηκε
πως νοσταλγούν αυτήν την άλλη την ζωή.
Πίσω από μάρμαρα ερείπια κρυφτήκαν
στον Παρθενώνα γύρισαν Εκοίταξαν
με τις Καρυάτιδες μαζί περπάτησαν
τον βράχο άκρη άκρη στην πόλη του Ζαλόγγου.
Μέσα σε κοίλα θέατρα παράστησαν.

Όχι. Αυτοί δεν ξέρουν δεν νοούν
Δεν ξέρουν ούτε νοσταλγούν

και τα τρανζίστορ παίζουν άλλες μουσικές.

Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Ικαρία

Ικαρία

Και έτσι έμαθε πως ήτανε νησί
και τ’ όνομά του Ικαρία.

Και ότι εκεί
σ’ αυτό που ήτανε σημείο
εμάχονταν και πολεμούσαν ηδονές
και πάλι αγκαλιάζονταν μέχρι να αλωθούν
στήθος με στήθος οι γλυκές με τις αιμοχαρείς
σώμα με σώμα αλάλαζαν να ξεχωρίσουν
ποιες της οδύνης και ποιες της γλύκας
που ακουμπάει το σώμα στην ψυχή.

Και είδαν ότι αχώριστες πως είναι
πλεγμένες μεταξύ τους τ’ αντίθετα σαν όμοια
τα όμοια σαν ξεμάκραιναν να μιμηθούν πολέμους
και πικρούς του έρωτα καημούς.
Σαν ίδια όψη που αντανακλά
το βάθος της ψυχής και
το απύθμενο το μάτι των σωμάτων —
εκείνο που σαν πέρασμα σε βγάζει στην στεριά.

Και έστερξαν αξεδιάλυτες πως είναι αξεχώριστες
Ένα κουβάρι μεταξύ τους κόσμος
Το αχ του αναστεναγμού
στο ακατοίκητο της μνήμης
μ’ αυτή την τόση δα ανάσα ηδονής
που αφήνουνε τα σώματα σαν νοσταλγία
πως κάποτε μία ήταν η πληγή

Σε νοσταλγώ συνέχεια.

Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Βίκινγκς

Βίκινγκς

Τους άρεσε η τζαζ
Και μιλούσαν μεταξύ τους τραγουδώντας

Στο πέλαγος τους έριξε ο Θεός
Και στα νησιά
Κι είπανε να ριζώσουν
Επειδή σκέφθηκαν πού να βρεθεί
τώρα μια Αργώ με ποιον Ιάσονα
Και ποια βάρβαρη Μήδεια
Στα μάγια τούς τυλίγει
και στα χρυσά τούς έντυσε

Κάθε σκαλί το τόνιζαν
της γλώσσας μονοπάτι
Απόηχος θαρρείς βηματισμού κάθε φορά
μέσ’ απ’ την θάλασσα που πήγαιναν
ν’ αγγίξουνε στεριά
Πόσα κουπιά να λάμνουν και να κωπηλατούν
Τι να παρακαλούν

Τους άρεσε η τζαζ
Μα πιο πολύ τους άρεσε το έρεβος της νύχτας
Το άσπρο φως της μοναξιάς
Το ρούχο που τους έντυσε η Μήδεια
Κόλλησε στο πετσί τους
Και σκέφτηκαν μόνος γεννιέται ο άνθρωπος
Μόνος του ζει Ξένος πεθαίνει
Εδώ θα μείνουν στα νησιά στο πέλαγος
Να πιάσουνε στεριά εδώ

Την είπαν πόλη τ’ ουρανού
Κρύφτηκαν στ’ όνομά της
και κλειδαμπάρωσαν διπλά τις πόρτες

Από τη συλλογή Μαύρη Θάλασσα (2000) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη