Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Φιλία

Φιλία

Σκοντάφτω σε μικρότητες
και κρυφοαλαζονείες της.

Κι όμως κάποτε η φιλία της
με στήριζε και με ανανέωνε.
Από τις ελάχιστες φιλίες μου
που υπήρξε μέθεξη.

Με την τριβή σκοντάφτω
σε κρυφοαλαζονείες της –
η πολυπόθητη μέθεξη ακυρώνεται.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Το βάπτισμα του πυρός

Το βάπτισμα του πυρός

Στην επιχείρηση που δουλεύω
η ιδιοκτήτρια με σβάρνισε με προσβολές,
επιπλήξεις και οργίλο ύφος,
όχι για κάποιο σοβαρό λάθος μου
αλλά για κάτι μηδαμινό και ασήμαντο.
Φεύγοντας βρόντηξε έξαλλη με πάταγο την πόρτα.
Σαν τσιφλικάς σε καθεστώς δουλοπαροικίας
και σαν δεσποτικός λεγεωνάριος με ποδοπάτησε.
Είναι η τακτική της να υποβιβάζει.

Στην επιχείρηση που δουλεύω
έλαβα για τα καλά το βάπτισμα του πυρός
από αγριάδα και βλοσυρότητα.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Τέλος δεκαετίας του ’80

Τέλος δεκαετίας του ’80

Εκθείαζαν τη Νέα Υόρκη,
που είναι ασύγκριτη, εκεί οι μεγάλες δουλειές
και ο πλούτος.
Τους αγνόησα και βυθίστηκα πάλι στα δικά μου.

Στη Νέα Υόρκη ταξίδεψα μια δεκαετία πριν.
Παρόλο τον δυναμισμό και την εκτυφλωτικότητα
κάτι παγερό και αγέλαστο ανέδυε η ζωή της πόλης.
Έφυγα σε μια βδομάδα.
Η Νέα Υόρκη μού είναι μια απειροελάχιστη ανάμνηση,
αλλά συνέβη στην αρχή της δεκαετίας
που μόλις τελείωσε.
Οι υψηλότερες θερμοκρασίες πάθους με εκτίναξαν
και με πυρπόλησαν στα χρόνια της δεκαετίας
που πέρασε.
Πρόσωπα μου χάρισαν ανεπανάληπτες στιγμές
κι ύστερα μόνα τους με εγκατέλειψαν
– κι ακόμη δυσκολεύομαι να το πιστέψω.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Τα μεγαλεπήβολα

Τα μεγαλεπήβολα

Αυτοπαινευόταν στην ομήγυρη
για τα μεγαλεπήβολα έργα του
που διαρκώς τον καταξιώνουν,
καθώς και για κύκλους υψηλών
συναναστροφών του – εφάμιλλους άλλωστε
του κύρους και της εξουσίας του.
Με τη μόνιμη και ακούραστη
επιτήδευσή του μακρηγορούσε.
Άνοστος μια ζωή.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Στο στόχαστρο

Στο στόχαστρο

Ήμουν κόκκινο πανί γι’ αυτόν
συνεχώς και με ένταση στο στόχαστρό του.
Στο διηνεκές με σκόπευε,
κι έβαζα επιτηδειότητα στους ελιγμούς, στα ξεγλιστρήματά μου,
λίγο ν’ αναβάλλεται το ξεμονάχιασμα,
που ανενδοίαστα θα έφτανε
στο επίμαχο θέμα: «Δεν μου αρκούνε τα φιλιά,
σε θέλω ολόκληρη».

Έγινε συμπτωματικά, απρογραμμάτιστα
και διαγράφηκε στην εντέλεια.
Διαγράφηκε όσο κράτησε
ο περίπατός μας στο λιμανάκι.
Μετά τη στροφή άρχιζαν οι ερημιές
και οι θάμνοι.
Ηλιοκαμένος και ντυμένος στα λευκά
έμοιαζε με φιγουρίνι.
Επέμενε να προχωρήσουμε
και ξαπλώσουμε στους θάμνους,
μέσα στη σκόνη και στο φως
που ανελέητα κυριαρχούσε.
Παράτολμος και αδίστακτος.
Όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Στο Σέιχ-σου, 1968

Στο Σέιχ-σου, 1968

Άστραφταν από νιάτα, κι ένα πρωί
στις αρχές μόλις της γνωριμίας τους
ανηφόρισαν στο Σέιχ-Σου.
Μπήκαν σ’ ένα ξέφωτο, και χωρίς καν να τη ζεστάνει
με τα απαραίτητα προκαταρκτικά χάδια,
την πρόσταξε να βγάλει τα ρούχα της
για να τη δει πρώτη φορά γυμνή στο φως της ημέρας.
Παρά τη θέλησή της
–έτσι κι αλλιώς η προσταγή την πάγωσε–
προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ο ίδιος με το ζόρι.
Εντελώς απρόσμενα το φέρσιμό του απότομο,
η αλαζονεία του ένα κράμα κυνισμού
και απροκάλυπτης ωμότητας.
Του έκοψε τη φόρα έστω κι ένα ρούχο να της βγάλει∙
αν κάτι από το βάθος του είναι της απεχθανόταν
ήταν η τραχύτητα από σκληρά, άτεγκτα αντράκια.

Σταμάτησε κάθε σχέση μαζί του μια κι έξω.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Σπάζουν τα κύματα

Σπάζουν τα κύματα

Στέριωσα μέσα στην ηδυπάθεια
και δεν την απαρνιέμαι.

Στην ακρογιαλιά κι όπως σπάζουν τα κύματα
αυτός ο νάρκισσος και ερωτύλος
που απόμακρος, κλεισμένος στον εαυτό του
σιγοτραγουδάει δίπλα μου, μονοπωλεί το ενδιαφέρον μου.
Γαληνεμένος σιγοτραγουδάει
από κάποιο όραμα ή βίωμα που δεν γνωρίζω.

Άδειασα από κάθε σκέψη
κι όχι μόνο επειδή τον περιεργάζομαι –
ζεστή, περιρρέουσα ηδυπάθεια
κατευνάζει κι εμένα την ψυχή μου.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Πικράθηκε

Πικράθηκε

Αν και ουδέποτε του έδινα
την παραμικρή ελπίδα,
πικράθηκε όταν ερωτικά
δεν τον αποδέχτηκα.
Μετά από μέρες τυχαία
ανταμώσαμε σε μια μικρή ομήγυρη.
Απαυδισμένος στο αδιέξοδό του
με έναν παγερό φθόνο με αντιμετώπισε.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Περιδιάβαση

Περιδιάβαση

«Οι λεβεντιές που θαυμάζεις
και δεν βγαίνουν απ’ τη σκέψη σου
εδώ μεταναστεύουν, εδώ καταχωνιάζονται
τη νύχτα», μου είπε, στρέφοντας την προσοχή μου
σ’ ένα χορευτικό κεντράκι, που σαν ζωγραφιά
–κλειστό και με άδεια καθίσματα–
αποκαλύπτονταν ανάμεσα στα δέντρα.

Πιο κάτω στην άκρη του δρόμου
ακούγονταν φωνές. Μια ομάδα νεαρών
σήκωνε με τα χέρια ένα σταματημένο αυτοκίνητο
που εμπόδιζε την κίνηση.
Όταν τελείωσε η επιχείρηση, έμειναν
στο ίδιο σημείο, κι αγγίζονταν με τα γερά,
τα άφοβα, τα αεικίνητα μπράτσα τους.
Το μάτι μου έψαχνε τον καλύτερο ανάμεσά τους
μέχρι που απομακρύνθηκαν.

Έρχονται και παρέρχονται αυτοί που θαυμάζω.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Περί φωτογραφίας

Περί φωτογραφίας

Γνώρισα τον λογοτέχνη
που ήταν και ερασιτέχνης φωτογράφος
πρώτη φορά σε κάποιο σπίτι.
Ιδιόρρυθμος, και μου είπε κοφτά:
«Έλα στο στούντιό μου, θέλω να φωτογραφίσω
το στήθος σου γυμνό.»

Σε αντίθεση, μετά από χρόνια
ένας επαγγελματίας φωτογράφος γεμάτος λαγγεμένη
αβρότητα μου είπε: «Μέσα από το πρόσωπό σου
θέλω να φωτογραφίσω την ψυχή σου.»

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Όπως με άγγιζες

Όπως με άγγιζες

Δυσκολευόμουν ακόμη και να μιλήσω
από την κούραση, όταν πήγαμε για ύπνο.
Όμως το δικό σου σώμα σε ερωτική υπερδιέγερση
με αποζητούσε με πλησιάσματα.
Αριστουργηματικά μπόλιαζες θαλπωρή
μέσα στη λαγνεία σου όπως με άγγιζες –
και όχι μόνο για να με παρασύρεις.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ο ζιγκολό

Ο ζιγκολό

Σε ανύποπτο χρόνο μου το ομολόγησε:
«Πανίσχυρες και πάμπλουτες γυναίκες
μου παραδίνονται.
Για την απόλαυση που προσφέρει η αγκαλιά μου
οποιαδήποτε αντίστασή τους παραλύει
και λίγο πριν τη στιγμή της αποκορύφωσης
γυρεύω μεγάλα ποσά, ακριβά ρούχα κι εκδουλεύσεις.
Υποκύπτουν σε κάθε μου αξίωση.»

Κρυφοκαμάρωνε για τα κατορθώματά του,
κι ήταν αδιάφορος πώς θα αντιδρούσα.
Ένα επιπόλαιο φλερτ είχαμε και τίποτα παραπάνω,
μια επιπόλαια γνωριμία της πρώτης εφηβείας μου.
Δεν ήμουν αφελής και σύντομα χωρίσαμε.

Απ’ την αρχή, όταν με συνόδευε, είχε τη μανία
να με στριμώχνει στις γωνίες.
Αντιμετώπιζα έναν μύστη, έναν γητευτή της αφής.
Στο άγγιγμά του το σώμα μου παθιάζονταν,
σάστιζα απ’ τα αλλεπάλληλα ρίγη της διέγερσης.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Λεπτό σακάκι

Λεπτό σακάκι

Δεν με περίμενες
με άφησες πίσω,
στα σκοτεινά σοκάκια χάθηκες
με τα χέρια στις τσέπες.
Ανέμιζε το λεπτό σακάκι σου
με τη σιγουριά, τον αέρα που περπατούσες.

Σου ανήκουν οι κινήσεις,
τα ρούχα σου, οι επιθυμίες που ανάβεις –
κι είσαι χωρίς ενδοιασμούς όταν παιδεύεις.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Ειρήνη Ιωαννίδου, Η κούκλα

Η κούκλα

Σούρουπο,
πρόσωπο παγωμένο,
ανάσα ζεστή, αχνιστή
μυρίζει σουσαμένιο κουλούρι
και ζεστή σοκολάτα.
Το πλήθος κοχλάζει,
η κούκλα κοιτάζει τη λατέρνα
που στρίβει στη γωνία.
Τα ίδια πρόσωπα, τα ίδια πόδια και χέρια.
Το φανάρι έχει χαλάσει,
τ’ αυτιά παύουν ν’ ακούν τη λεωφόρο.
Θέλω να φύγω.
Σκίζω την κορδέλα του περιτυλίγματος,
το ένα μου πόδι έχει σκαλώσει,
το άλλο ακολουθεί τις σκέψεις μου
πάνω σ’ ένα ροζ σύννεφο
υγρασίας και αιθαλομίχλης.
Τα φώτα σβήνουν,
η βιτρίνα τώρα είναι άδεια.
Είμαι εκεί με το ένα πόδι ακίνητο, κοκαλωμένο,
τα μάτια όμως εξακολουθούν να κινούνται.
Μπορώ να φύγω
για πού, αναρωτιέμαι.
Μυρίζω τα απόβλητα του λιμανιού.
Ένα περιστέρι μού πετά περιφρονητικά
την ακαθαρσία του στα μούτρα.
Θα βάλω τα κλάματα.
Τα μάτια παύουν, να υπακούν.
Το φανάρι της αποβάθρας ανάβει
κάτι υγρό κυλά στο μάγουλο μου
φθάνει στο στόμα μου.
Θα ’θελα ξανά μια ζεστή σοκολάτα.
Έχει σκοτεινιάσει πια για τα καλά.
Δεν έχω πια ούτε χέρια ούτε πόδια.
Είμαι ελεύθερη.
Νιώθω την άσφαλτο να παγώνει
δεν ακούω πια τον θόρυβο της.
Σήμερα θα κοιμηθώ πιο ήσυχα.

Από τη συλλογή Ονειροβάτης (2000) της Ειρήνης Ιωαννίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ειρήνη Ιωαννίδου

Αλέξανδρος Ίσαρης, Johann Sebastian Bach

[Ενότητα Προσωπογραφίες]

Johann Sebastian Bach

Καθισμένος στα χέρια του Θεού
Αφουγκράζεται τους κραδασμούς του στερεώματος
Και χτίζει ναούς καθεδρικούς
Διώχνοντας τη ματαιότητα του κόσμου.

Τόξα περίτεχνα μπαίνουν στο αυτί
Κι αλαβάστρινοι κανόνες στηρίζουν
Τα τόξα της αναμονής.
Πλήθη μαστίζονται από φόβο
Μα όταν τ’ αγγίζει
Στρέφονται προς τα μέσα και χαμογελούν.
Βαδίζουν σε κήπους από κρύσταλλο
Ή πάνω στο βυθό μιας φυτικής γαλήνης.

Άγγελοι αγκαλιάζοντας μικρά παιδιά
Φιλιούνται στη βροχή του Δόξα εν υψίστοις.
Αγάλματα βουλιάζουν στο νερό
Και πολιτείες αναδύονται
Μέσ’ από ορατόρια πολύτιμων βλεμμάτων.
Έγχορδα όνειρα σώματα στιλπνά
Φυτρώνουν έντρομα στο θάμβος του μεσημεριού.

Εκείνος πλέκει μουσική
Συμπλέει με τους ζωντανούς
Καβάλα σε απαστράπτοντα πνευστά
Χτυπώντας με μακρύ σπαθί το χρόνο.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Το τόξο του χαμόγελου

Μάνος Χατζιδάκις, Το χαμόγελο της Τζοκόντας (πρώτη ηχογράφηση: 1965)

Το τόξο του χαμόγελου

Ένα άλλο σώμα δίπλα σου τη νύχτα
Αγάλματα στολίζουν το κρεβάτι σου
Και ρόδα που μυρίζουν γιασεμί.
Λάμπουν στο σκοτάδι τα σκεπάσματα
Το δέρμα κρύσταλλο που στάζει.
Η γραμμή του στόματος στο τόξο του χαμόγελου
Τα μέλη απαλά μέσα στο μέλι
Τα μάτια σου σφιχτά και στο δωμάτιο
Φτερά αγγέλων και πουλιών που σε ζαλίζουνε
Με το φτερούγισμά τους.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Πρέπει να βρω μια γλώσσα

Πρέπει να βρω μια γλώσσα

Πρέπει να βρω μια γλώσσα
Που να ενώνει τα σύννεφα
Να χωρίζει τη θάλασσα
Να οξύνει τον πόνο
Για να μπορώ να σε κοιτάζω
Σκύβοντας και ρωτώντας
Ρουφώντας και παίζοντας
Περπατώντας στα τέσσερα.

Πρέπει να βρω μια γλώσσα
Που να ταιριάζει στις φωνές
Όταν θα δύουν οι αισθήσεις
Και θα ξυπνά το αίσθημα
Όταν θα βάζω το νύχι
Στις πληγές, το ακάνθινο στεφάνι
Στα μαλλιά μου.

Πρέπει να βρω μια γλώσσα πυρετού
Που να γεμίζει πύον
Θα γίνεται μπλε το πρωινό
Και τρυφερό το βράδυ.
Πρέπει να βρω μια γλώσσα
Που θα ’χει την πίκρα
Του πιο γλυκού φιλιού
Την αλαφράδα του πουλιού
Και το στυφό της γνώσης.

Πρέπει να βρω μια γλώσσα
Για να σου μιλήσω.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Η σιωπή του Θεού

Γιώργος Καζαντζής & Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, Μπάρκο ψυχής
(τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας / δίσκος: Μπάρκο ψυχής (1999))

Η σιωπή του Θεού

Η σιωπή του Θεού γέμιζε τ’ αυτιά μου
Όταν μικρός γυρνούσα στα λιβάδια
Κοίταζα τον ουρανό
Ξάπλωνα στο χώμα
Πάνω από γκρεμούς ώρες πολλές
Πετούσα μουρμουρίζοντας
Τα σύννεφα ασκεπή κολλούσαν στο πηχτό γαλάζιο.

Στων ματιών σου το Σ’ αγαπώ
Στο αντίο του τρένου
Στου φιδιού τα γυρίσματα
Στης λευκής ανηφόρας τις φυλλωσιές
Στου ανέμου τη λύσσα
Στου σπασμού τη χαρά
Πάντα εσένα διψούσα, Θεέ μου.

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Η μέρα που νυχτώνει

Σπύρος Βλασσόπουλος & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Αυτός που περιμένω
(τραγούδι: Άννα Βίσση / δίσκος: Κίτρινο γαλάζιο (1979))

Η μέρα που νυχτώνει

Η ψυχή βλέπει τη λίμνη
Στο είδωλό της
Στου χρόνου το βλέμμα που διστάζει
Και η προσμονή καλπάζει
Προς τα βουνά.

Αυτός που περιμένω
Έχει για πρόσωπο
Σμάρι από πουλιά.
Χαϊδεύει όμορφα όσο κανείς
Πετά επάνω από πόλεις
Ξαπλώνει σε αγρούς
Τρυπώνει σε σπηλιές.
Η ανάσα του βελούδινη πνοή
Κι η αγκαλιά του ανθισμένη.

Μούσκεψα μες στη βροχή
Τα δάκρυα κυλούν και τον καλούν.
Τόση επιθυμία
Κι αυτός ν’ αργεί!…

Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός [Ποιήματα 1993-1999] (2000) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης