Ζωή Σαμαρά, [Γράφω…]

Ελένη Καραΐνδρου, Eternity theme (από τη μουσική της ταινίας Μια αιωνιότητα και μια μέρα (1998) του Θόδωρου Αγγελόπουλου)

Γράφω

χαράζω με μαύρα γράμματα
το όνομά μου
σε λευκή ταφόπετρα

παλεύω την αιωνιότητα της γραφής
με τη δική μου φευγαλέα υπόσταση
θραύω
μέσα στα χέρια μου
την ανέκφραση του λόγου

σκάβω βαθιά μέσα στην
πέτρα
μ’ αυτά τα χέρια
που αύριο κληρονομούν
την ακινησία της

γράφω

Το συγκεκριμένο ποίημα της Ζωής Σαμαρά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό νέα πορεία (τεύχος 530-533, Απρίλιος-Ιούνιος 1999).

Πηγή: https://genesis.ee.auth.gr/dimakis/neapor/530-532/6.html

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Σαμαρά

Advertisements

Γιάννης Μασμανίδης, [Στον πεζόδρομο…]

στον πεζόδρομο
πεσμένα φύλλα
απαλή ροή
την εικόνα της σβήνει
κρυστάλλινη σταγόνα
που έπεφτε
ένα μπουκάλι
γεμάτο μηνύματα
επιπλέει

στο τοπίο της ερημιάς
το κερί κάπνιζε ακόμα
ειρήνη

Από τη συλλογή Χωρίς αποσκευές (1999) του Γιάννη Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Μασμανίδης

Γιάννης Μασμανίδης, [Ασταμάτητη βροχή…]

Γιώργος Χατζηνάσιος & Νίκος Γκάτσος, Πέφτει βροχή
(τραγούδι: Νάνα Μούσχουρη / δίσκος: Η ενδεκάτη εντολή (1985))

Ασταμάτητη βροχή
παιχνίδι αγριεμένου αγέρα
που φέρνει στην ακτή
τους ψίθυρους των παγωμένων
ποταμών

Αφήνομαι
στη βυθισμένη κοιλάδα
σημαδούρα παλιά
στο πέτρινο σπίτι του πατέρα
ίσκιος παιδικού συλλογισμού
στο κατώφλι της πόρτας

κομμάτια εφημερίδων
σε παράκτιες συνοικίες

Από τη συλλογή Χωρίς αποσκευές (1999) του Γιάννη Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Μασμανίδης

Ρουμπίνα Θεοδώρου, Περί θνητών και αθανάτων

Περί θνητών και αθανάτων

[…]

Με κλειστά μάτια πια
αναγνωρίζω τη γεύση που δεν έχω γευτεί.
Με κλειστά μάτια πια
αναγνωρίζω τις αφές που δεν έχω αγγίξει.
Δώσ’ μου λίγο παρόν ακόμα
δώσ’ μου μια άδεια θέση
σε τούτο το καλοκαίρι,
μόνο μια στάλα κατολίσθησης σου λέω,
για να φύγει από πάνω μου
το δυσανάγνωστο της ύπαρξης.

Ασύδοτο πληθαίνει το κόκκινο
που άθλος μοιάζει κι άθλος δεν είναι
Αχνιστό μεσουρανεί το κίτρινο
που έλεος μοιάζει κι έλεος δεν είναι
Πελώριο σπαράζει το γαλαζοπράσινο
που εφτάψυχο μοιάζει κι εφτάψυχο δεν είναι.
Όχι, δεν ήταν καθόλου απροσδόκητη
η καταρρακτώδης πτώση μετεωριτών
στις επιφάνειες
της πολυμεταχειρισμένης σκέψης μου,
ούτε και ήταν αντίθετη
προς τους νόμους της φύσης
η φυγόκεντρος εκτίναξη
των κεντρομόλων επιθυμιών μου.

Ελπίζω να έμαθες κάτι απ’ αυτό
και να μην σκορπάς τα συντρίμμια σου
στ’ αθέατα σημεία της αιωνιότητας.
Μη με παίρνεις στα σοβαρά,
κατέχει και κάποια εκατοστά η τρέλα
στο εμβαδόν της απελπισίας μου,
ανάλογα πόσο πυρομανής
είναι η ανάγκη μου ν’ αφανιστώ
κι όχι όπου να ’ναι
αλλά σε ανίατες τρυφερότητες
την ώρα που χαράζει η μορφή σου.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999) της Ρουμπίνας Θεοδώρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρουμπίνα Θεοδώρου

Ρουμπίνα Θεοδώρου, Ιπτάμενοι σχηματισμοί

Ιπτάμενοι σχηματισμοί

Ξημέρωσε το σήμερα
με τους κραδασμούς της χτεσινής επάρκειας.
Πώς πλήθυνα έτσι σ’ αυτόν τον περίπατο
του απρόσμενου
και πώς εισχώρησα έτσι απαλά
στη διάσταση του χειραφετημένου χρόνου;
Είναι άξιον απορίας,
όμως μπορείς και όχι
μια και χιλιάδες των ημερών ακούσματα
προφήτευσαν την ανεύρεση των αγνοούμενων είμαι.

Δεν ξέρω αν μου επιτρέπεται
το αύριο να κοστολογήσω,
δεν ξέρω αν στην αβλαβή επιδίωξη του λιγοστού
μου επιτρέπεται την άρνηση να θεσμοθετήσω,
ούτε ξέρω,
αν στον κώδικα της ενταξιακής συνάθροισης
μου επιτρέπεται το ανένταχτο ν’ αθροίσω.
Μια μονοδρόμηση όλη κι όλη
που ξέπνοα κυνηγά την υποσημείωση
στην τοποθεσία των ψιλών γραμμάτων.

Ω εσύ λαθραναγνώστη ήλιε των συστολών μου
σε πόσες σελίδες ακόμη θα μονομαχήσω
και με πόσες λέξεις ακόμη θα διασταυρωθώ
ως μνηστήρας κι εραστής
ως αντίζηλος μιας εκ προθέσεως διαστροφής.
Είτε το θέλεις, είτε όχι
η ανυπόδητη αντοχή μου
στα κατατόπια της αφθαρσίας με σέρνει
σ’ εκείνη, δεν ξέρω αν το θυμάσαι,
την πυκνή αραίωση του απροσπέλαστου.

Και είναι ώρα να ξεκουραστώ
από το κάποτε των καιρών
και είναι ώρα να ξεπλύνω την αίσθηση
του απολεσθέντος ίσκιου
που κουβαλώ κατάσαρκα των απομνημονευμάτων.

Μια νωχελική συνήθεια τώρα με φιλοξενεί
κι ήταν προχτές το σούρουπο
που άκουσα να λέει κάτι για τους γδάρτες
που στελέχωναν το σθένος της επιτάχυνσης,
μα δεν έδωσα σημασία.
Α τώρα πια το πήρα απόφαση,
δεν μπλέκω τις φτερούγες μου
στα συρματόσχοινα των συνωστισμένων αξιώσεων,
μια πανάρχαια περγαμηνή του αυθεντικού
που έχει πέσει στα χέρια μου
κι όχι τυχαία
μπορεί να συνηγορήσει προς αυτήν ή την άλλη
κατεύθυνση της παρέκκλισής μου.

Και δε με νοιάζει που πρέπει ν’ αφήσω
το ανεξήγητο στην επίκτητη διάθεσή του
ούτε και με πειράζει που πρέπει να προσδώσω
στο απροσδιόριστο τα θέλγητρα της απροδιοριστίας του,
μόνο που σ’ αυτήν την ανώφελη οφειλή
συνωμότης μου το όνειρο και
δικαίωμά μου η φυγή.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999) της Ρουμπίνας Θεοδώρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρουμπίνα Θεοδώρου

Ρουμπίνα Θεοδώρου, Δακτυλικά αποτυπώματα

Δακτυλικά αποτυπώματα

Δεν είμαι ούτε μυστικό ούτε αστέρι
δεν είμαι ούτε ψίθυρος ούτε βροντή
δεν είμαι ούτε χελιδόνι ούτε πνοή
είμαι μόνο μια υποτροπιάζουσα προσθήκη
τυλιγμένη με τη χλομάδα των καημών,
κι απλώς ιχνογραφώ φεγγίτες γνώσης
στα τσιμεντένια τετράδια του κελιού μου
και τσιμέντο να γίνει
το λίγο του πολύ
και το πολύ του λίγου
που καταχράσθηκα τόσα χρόνια
τους πονοκεφάλους μου.
Και παρ’ όλο που πάντα είχα
σε υπόληψη τις χαριτωμένες συζητήσεις
κατάφερα και ξερίζωσα
το υπέρβαρον της μοναξιάς μου
κι έτσι όπως απέμεινα
–πλάσμα άπλαστο κι απατηλό–
από τις τέσσερις εποχές,
ανάθρεψα την πέμπτη και προχωρώ.

Φάσκεις και αντιφάσκεις ήλιε
που μια λάμπεις κι επαινείς
και μια κρύβεσαι και κατσαδιάζεις
αποφάσισε λοιπόν,
ποια είναι η μέρα που σου ταιριάζει
για να μη σε πάρει η μπόρα
και μαζί εξανεμιστούν
και οι λίγες στεγνές ευεργεσίες
που φυλάω μακριά απ’ τα γλέντια σου.
Και μια που δεν είμαι
ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία
που σ’ το ζητάει,
μια που δεν είμαι ούτε η χαϊδεμένη
ούτε η φυσική σου κόρη,
επιτρέπεται, νομίζω, να σε αποκαλώ πατριό.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999) της Ρουμπίνας Θεοδώρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρουμπίνα Θεοδώρου

Ρουμπίνα Θεοδώρου, Απρόβλεπτες καταστάσεις

Γιάννης Κωνσταντινίδης & Νίκος Μωραΐτης, Κάνε το χειμώνα καλοκαίρι
(τραγούδι: Γιάννης Κότσιρας / δίσκος: Και πάλι παιδί (2008))

Απρόβλεπτες καταστάσεις

Και ξαφνικά μέσα στο Νοέμβρη
καλοκαίρι!

Το μερτικό του ήλιου αιμορραγεί
στα χρυσαφένια δάση.
Χρεοκόπησαν τα ημερολόγια της ανίας
και η καταγραφή των ασάλευτων εποχών
αναιμική και αποκαμωμένη
εξωθείται σε παραίτηση.

Από τη διδαχή του άπειρου και του ρευστού
εξοικονόμησα το τεράστιο άλμα
της ανακολουθίας.
Και δεν είμαι περισσότερο αδέξια
απ’ όσο τα χρυσάνθεμα
που τις ξαφνιασμένες κλειδώσεις τους
τινάζουν.
Και δεν είμαι περισσότερο υπότροπη
απ’ όσο τα τριαντάφυλλα που παθιασμένα
δεν πειθαρχούν στους όρους
του εποχιακού τους συμβολαίου.

Όχι! δεν είμαι περισσότερο ένοχη
από την ανυπάκουη περιγραφή
που παραβαίνει το γράμμα του νόμου.
Πέρασα ξυστά από τον τόπο της ανατίναξης
και τα θραύσματα του αλάνθαστου
σκότωσαν τη μονοτονία.
Αφανής και άφθονη
καιόμενη και αυτοτελής
με το καπνισμένο χέρι μου
ψαχουλεύω
την ανακεφαλαίωση των κατορθωμάτων.
Το κατηφορικό δρομολόγιο
σβήστηκε από τον πίνακα των ανακοινώσεων,
μαζί και το ανηφορικό.
Και δεν είμαι περισσότερο
δέσμια του απρόοπτου απ’ όσο η αφαίρεση
φυσικών αθροισμάτων
στις σκέψεις που υφίστανται
χωρίς μαθηματικά.
Και δεν είμαι περισσότερο πράσινη και πλήρης
απ’ όσο τα φυλλώματα στην παραγωγή
της χλωροφύλλης
στο ενδεχόμενο μιας αυτοφυούς γενιάς.
Όχι! δεν είμαι περισσότερο χαώδης κι επιβλητική
απ’ όσο η σμαραγδένια λάμψη,
που στις πρόγονές μου στόλισε
κι ιδιωτικά μου δώρισε
το φεγγαρένιο ομφαλό.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999) της Ρουμπίνας Θεοδώρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρουμπίνα Θεοδώρου

Ρουμπίνα Θεοδώρου, Αναταράξεις

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μιχάλης Κορφιάτης (Άκος Δασκαλόπουλος), Το πουκάμισο το θαλασσί
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Αναταράξεις

Σε είδα χτες καθισμένο στο σκαλοπάτι της δύσης
φορούσες το ουρανί πουκάμισο της καρτερικότητας
κι όλο ξεφλούδιζες τον τυραννικό κλοιό
του ανεκπλήρωτου.
Στο καταφύγιο της παραίσθησής σου
τρύπωσα μέσα από μια συλλογισμένη δίοδο,
εκεί που έκανε τη λακκούβα της
η ανάμνηση του ημιτελούς.

Δεν τόλμησα να σου μιλήσω, ούτε καν ν’ αγγίξω
το διάφανο όρκο της γύμνιας σου.
Κι όμως, θα ’θελα να χυμήξω και να κατασπαράξω
την απόγνωση του σούρουπου.
Θα ’θελα να συρρικνώσω την ενάρετη προτομή
των καιρών
θα ’θελα να βαλσαμώσω το αδιατάρακτο του έρωτα
να φωνάξω χάδια, να τεντώσω φιλιά,
ν’ αφιερώσω όνειρα καθαρισμένα από τους λεκέδες
της αυταπάτης.
Μα να που ξανάρθε στη γεύση,
η γνωστή απ’ τα παλιά στιφάδα του ανομολόγητου.

Πόσες φορές θα σ’ το πω ωριμότητα
δε χρειάζομαι αυτή τη δωρεάν προφύλαξή σου,
μα πώς γίνεται πάντα
χωρίς καμία επιδίωξη, χωρίς κανένα τέχνασμα
να καταλαμβάνεις τόσο χώρο στ’ αδιέξοδά μου;

Έχω μείνει στη σελίδα 38, στο κεφάλαιο της ερημιάς
και μέσα απ’ τα εμπρηστικά φωνήεντα
σκέβρωσε και το χαρτί των προσχημάτων.

Δες με τώρα λοιπόν, ατόφια αποκοπή της πληρότητάς μου
έπρεπε να τεμαχίσω το πλάτος και το μήκος μου
και να ξαναπλάσω απ’ την αρχή
τ’ ανόμοια μέλη μου
για να μπορέσω να χωθώ στο αχανές των ήχων σου.
Έπρεπε δίχως άλλο,
στην προκύπτουσα αφύπνιση των συμπτωμάτων
να διαφυλάξω αυτήν την ανάλαφρη καταπάτηση
των αναστεναγμών σου
για να εξαπλωθώ ακόμη παραπέρα
και να γίνω ένα με το θρόισμα της λαχτάρας σου.
Κι αν έχω την ευχέρεια,
μερικά υπολείμματα αβεβαιότητας
που μου ’μειναν στο χέρι
–από αφηρημάδα κι όχι από αυταρέσκεια–
πριν απ’ το μετά της λησμονιάς
να θυμηθώ να τα πετάξω.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999) της Ρουμπίνας Θεοδώρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρουμπίνα Θεοδώρου

Εύα Λιάρου-Αργύρη, Λατρευτική Τέχνη

Kiki Lesendric & Λίνα Νικολακοπούλου, Άγγελοι
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Στο δρόμο με τα χάλκινα (1996))

Λατρευτική Τέχνη

Αν άκουσες ποτέ
των ηδονών το πλάνο κάλεσμα.
Αν έπεσες στη μέθη και τη μέθεξη
κάποτε του Ωραίου.

Τότε θα κατανοήσεις
τις παρεκτροπές των αγγέλων.

Της θέωσης μνηστήρες
και έρμαια του ύψους
έπεσαν από ένα λάθος του καθρέφτη,
που τυχαία σκόνη τον εσκέπαζε
και μνήμες των ερώτων εξεπλήττοντο.

Δίπλα τους ήταν και δύσκολο
να τους γνωρίζουν τους κατακριτές κριτές

Όμως όπου το πέταγμα
εκεί και συντριμμένα φτερά.

Και άπτεροι οι άγγελοι
πορεύονται στα Γόμορρα.

Από τη συλλογή Το μεταξύ των ζευγμάτων (1999) της Εύας Λιάρου-Αργύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Εύα Λιάρου-Αργύρη

Εύα Λιάρου-Αργύρη, 25η Δεκεμβρίου

25η Δεκεμβρίου

(Στην Πηγή του Βάλσαμου)

Των ακίνητων
Μητέρα των μεγάλων ημερών της Λαπωνίας
γιόρταζες άλλοτε τη γέννηση
του Μίσρα, του Οσίριδος, του Ηρακλή.

Μήτρα της τρικυμίας αρχέγονη
Ήταν καιρός να εξαγνίσουμε τις πόλεις μας
από το αίμα τη βοή και τον καπνό
όπου ελησμονήσαμε
και Άνθρωπο…..και Θεό…..και την Εστία

Ω! μαρτύρων βωβές κραυγές
και αιμόφυρτα βρέφη…

Πηγή των αστεριών μιας Ιουδαίας Νύχτας
Καιρός και πάλι να γιορτάσεις μία πατρίδα
Σε μακρινά αλειτούργητα ξωκλήσια
θα μνημονεύσεις τους νεκρούς
και θα τιμάς τους έρημους αγίους.

Μητέρα και Πηγή και των μύθων Μήτρα.

Από τη συλλογή Το μεταξύ των ζευγμάτων (1999) της Εύας Λιάρου-Αργύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Εύα Λιάρου-Αργύρη

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Νυχτερινή περίπολος

Νυχτερινή περίπολος

Μ’ όνειρα πάντα γαλανά
Στο πλάι της καρδιάς σου
Να ξέρεις θα κοιμάμαι
Μόνη στην άδεια κάμαρη
Σε πέπλους σκιάς καταχωμένη
Μόνη με τους αγγέλους μου
Σιωπηλή

Όμως, η μνήμη των ματιών σου
Πάντα θα κρύβεται στο μαξιλάρι μου
Επίμονη και τρυφερή
Και τα μαλλιά μου θ’ αναδεύει

Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Συμβαίνει

Συμβαίνει

Σπανίως
Κάποτε όμως συμβαίνει
Σ’ ακατοίκητες νύχτες
Να διανυκτερεύουνε ήλιοι
Επικηρυγμένοι δραπέτες
Των δειλινών περιπάτων μας
Κρατώντας ψηλά
Πάνω από σεντόνια ξέστρωτα
Αναρριχώμενα φιλιά
Όμοια με της Πασχαλιάς
Τα πολύχρωμα χαρτοφάναρα
Καταγράφοντας άφωνοι
Αφηγήσεις χεριών

Και αργά προς το χάραμα
Να παρακολουθούν εκστατικοί
Τον επαναπατρισμό μου
Στην κυριακάτικη αγκαλιά σου

Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Λέω να φύγουμε μαζί

Λέω να φύγουμε μαζί

Γιατί η λιμνάζουσα ζωή
Συνομιλεί τις Κυριακές
Με αγάπες πεθαμένες

Κι ύστερα απ’ το παράθυρο
Μέσα στο αγιάζι της νύχτας
Σχισμένα ποιήματα σκορπά
Που μοναχά τα αγάλματα
Κρυφά περισυλλέγουν
Για να σκεπάζουνε μ’ αυτά
Της λαξευτής τους μοναξιάς
Το ανελέητο ψύχος

Γι’ αυτό σου λέω
Θά ’ρθεις να φύγουμε μαζί;

Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ιστορία αγάπης με άσχημο τέλος

Ιστορία αγάπης με άσχημο τέλος

Κι ενώ η παρέλαση των βροχερών ημερών σου
με στοίχιση πειθαρχική τελούνταν στην παραλία, άξαφνα
ομπρέλες από ευγενή μέταλλα φτιαγμένες άρχισαν
να αιωρούνται, κλιμακωτά γεωμετρώντας το τοπίο,
τον παρ’ ολίγον θάνατο ν’ ακινητούν.
Ήτανε πια καιρός. Χρόνια τώρα η μονοσήμαντη ζωή
υπέφερε από ναυτία.
Ύστερα κατέφθασαν οι Αλκυονίδες τύψεις μιας πρώιμα
φευγάτης Άνοιξης που μες στο καταχείμωνο μεταμελούνταν,
εύκρατα παραμιλητά σε αυτοσχέδιους κήπους, λαθρεμπόριο φιλιών
στις στροφές των δρόμων και από κοινού η απόφαση
να παίξουμε τους δήμιους.

Φυλακίζαμε λοιπόν μες σε φωτογραφίες το κιόσκι που ’βλεπε
στο λούνα-παρκ, συνθήματα σε τοίχους ή στάσεις
λεωφορείων, ανορθόγραφες υποσχέσεις στα παγκάκια,
ματαιόδοξες αντανακλάσεις πρωινής λύπης πάνω σε
βρόχινα νερά, την ανοιγμένη μου παλάμη που σου θύμωνε
και πάντοτε το γέλιο μου –σου άρεσε το γέλιο μου–
ιδίως όταν το ξεναγούσες στη γενέθλια χώρα του.

Μόνο που η φωνή σου –σπασμένη και βραχνή όπως η
μνήμη των απωλειών– δραπέτευε μονίμως. Συνήθως
κάποιοι στίχοι, φίλοι καλοί απ’ τα παλιά, της πρόσφεραν
κατάλυμα, μόνο για μια νύχτα. Άλλοτε «της Σαλονίκης
μοναχά της πρέπει το καράβι…» ή «… πήγε ο νους σας
στην Άνοιξη που είναι σκληρή για τα μικρά παιδιά;» και
πάλι κυνηγημένη έφευγε, για να κρυφτεί σε αιθρίας
ημιτόνια, στην απαρχή του έγχρωμου να απορήσει:
«πού με πηγαίνεις;».

Ένα απόγευμα μου ανήγγειλες την είδηση.
Κάποιοι απήγαγαν το πάρκο μας. Φανατικοί διώκτες
των θρησκευόμενων του Έρωτα, ιερόσυλοι αιρετικοί
εισέβαλαν στην προστάτιδα φυλλοβόλα περιοχή,
ασέλγησαν στις ώρες μας, λήστεψαν τις πατημασιές,
έσβησαν τα φανάρια.
Σκοτείνιασε! Δε σ’ έβλεπα.
Δεν έχει μέρος πια για μας, μονολογούσες.
Μας άφησαν τη θάλασσα, σου έλεγα.
Δεν έχει μέρος πια.
Σου έδειξα τη θάλασσα. Δε μ’ έβλεπες.
Έχουν αφήσει και εμάς, σου φώναξα.
Είχες περάσει απέναντι. Δε μ’ άκουγες.

Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Γιατί πολύ πονέσαμε

Γιατί πολύ πονέσαμε

Κι άλλο ποτέ δε θέλησα από το να ραγίσω τη Μεγάλη Νύχτα
Ενός αιώνα βυθισμένου κάτω από σωρούς ονείρων
Και λυγμών και μέσα απ’ τη μικρή σχισμή
Κήπους να ρίξω ηλιόφωτους σαν ωσαννά αιωρούμενα

Να φυγαδεύσω το λευκό στον ύπνο μιας γαρδένιας
Σε επίθυρα χεράκια να κρύψω το γαλάζιο
Και πάνω απ’ τα ερείπια
Την τέφρα του θανάτου ν’ αφανίσω

Γιατί πολύ πονέσαμε μες στο μακρύ χειμώνα
Κι ούτε ένα τριαντάφυλλο
Απ’ την παλάμη του Θεού
Δε γλίστρησε στην άδεια αγκαλιά μας

Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ίσως γι’ αυτό και η ποίηση

Ίσως γι’ αυτό και η ποίηση

Μαργαρίτες ταγμένες στη νύχτα των κλειστών βιβλίων
Και υπνοβασίες παιδικές που βγαίνουν να τις μαζέψουν

Μ’ ένα ασημένιο μαχαιράκι απειλούνε τις λέξεις
Που αποξήραναν τα πέταλα
Να παραδοθούν τις εξαναγκάζουν
μνήμη, Ιούνιος, φυρονεριά, ενιαυτός
μικρό μου, λιποτάκτες
Κι εκείνες ν’ αντιστέκονται. Τι δύναμη, τι πείσμα
Γαντζωμένες από μια φράση θεατρικού στο τέλος της σελίδας:
… άλλοτε ήμουν η φλόγα σου, τώρα έγινα στάχτη…
Ξορκίζουν τη μετοικεσία και απειλούν με πυρκαγιές
Ποιες πυρκαγιές;
Ξέρουν καλά τα όνειρα να υπερασπίζονται τους νεκρούς τους
Τους κρύβουν μες στις φλέβες μας
Τους φυγαδεύουνε στις λέξεις
Σε τέφρα που λαμπυρίζει τους μεταμορφώνουν

Ίσως γι’ αυτό και η Ποίηση στα πέρατα όλων των καιρών
Φλεγόμενους εξαπολύει μονομάχους

Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Φράγμα Θέρμης

Φράγμα Θέρμης

Κατευοδώναμε την αναχώρηση
Των νηκτικών πτηνών
Αγιάζοντας τα ύδατα
Με παπαρούνες
Βγάλαμε και φωτογραφίες

Ανυποψίαστοι κι οι δυο
Για τον κατακλυσμό

Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου