Σταύρος Ζαφειρίου: Δον Σάντσο Πάντσα Ντε Λα Μάντσα, ο ιπποκόμος της ελεεινής μορφής

Δον Σάντσο Πάντσα Ντε Λα Μάντσα, ο ιπποκόμος της ελεεινής μορφής

Να ’μαι και πάλι τώρα εδώ,
πάνω απ’ τους τόπους της φτωχής γεωγραφίας,
μια κι όπως λεν τα πάντα είναι παρόντα
κι αυτό που ήταν μια φορά ακόμα είναι.
Μέσα απ’ το φως κοιτάζοντας τη φλόγα
και μέσα από τη λάμψη τη φωτιά.

Καθήκον είχα ως παλιός χριστιανός
έργα και λόγια των κυρίων να πιστεύω·
ήσυχος του ύπνου τον μανδύα τυλιγόμουν.
Στα όνειρά μου έτρεχαν νερά
απ’ τις βρυσοπηγές της Αραγώνας∙
ήχοι άλλοι δεν με τάραξαν ποτέ
ούτε γητειές παραμυθένιων μάγων.

Τυχαία μου έπεσε στα χέρια η φυλλάδα
κι όπως κουτσά στραβά τις λέξεις σεργιανούσα
της σκευωρίας βρήκα την κλωστή.
Τα μυστικά τους πάρε δώσε αγνοώ, μα ξέρω τώρα
πως και οι δυο δοξάστηκαν στη ράχη μου πατώντας.

Πολλοί εξαρχής με είχαν συμβουλέψει:
μη βγεις στον δρόμο με τρελό, θα φορτωθείς μπελάδες,
μ’ αρχοντοπούλες μού είχε τάξει και οφίτσια∙
έτσι καβάλησα το γκρίζο μου γαϊδούρι
μια τίμια προσμένοντας συναλλαγή.

Ωστόσο ο Δον Κιχάνο με ξεγέλασε
στου κουλοχέρη εγκαταλείποντάς με τη γραφίδα∙
έρμαιο αφέθηκα πράξεων γελοίων
που οι ίδιοι μηχανεύτηκαν για μένα∙
ήμουν εγώ ο αλανιάρης σκύλος της Αποκριάς.

Ήμουν αυτός που απόμεινα στεγνά να ονομάζομαι
Σάντσο Πάντσα, ο πλανόδιος κοιλαράς,
ειρηνικός ακόλουθος του ιδάλγου∙
ένας αγροίκος, κουτοπόνηρος χωριάτης,
που σε όλα πίστευε και αμφέβαλλε για όλα,
ο πάντα δεύτερος σ’ αυτή την κωμωδία.

Κι αν τελικά με κράτησαν στα μέτρα της σειράς μου
και δεν ελπίζω σε τίποτε πια,
διόλου δεν θλίβομαι.
Ξέρω καλά πως η ιστορία ευνοεί τους ισχυρούς.
Δεν αφαιρώ και δεν προσθέτω∙
πέρα απ’ τον χρόνο σμίγω με τον χρόνο∙
μένω της μάνας μου ο γιος∙
μένω μονάχα ο Σάντσο.

Αυτός που είμαι εγώ.

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Νέρων πυρόμενος

Νέρων πυρόμενος

Έλα, ηδύποτη φωτιά, γιόρτασε τώρα
Την πόλη τούτη την εφήμερη, θυσία σου προσφέρω
Στο διαρκές ελπίζοντας κι αιώνιο
Θρέψου και ψήλωσε και άφησέ με
Στης φλόγας σου το κέντρο να υπνωτιστώ

Την πένθιμη αποθέωση να νιώσω
Της λύρας της επτάχορδης
Και του αρχιλόχειου μέτρου

Να λάμψει ο στίχος ο καλός
Κι η βλασφημία μου ας υψωθεί στο χρόνο
Χρεία ποτέ δεν είχα των θεών
Και παρελθόν κακό με καταδιώκει
Μα είναι η τέχνη που
Τη μοναξιά μου σαν συνείδηση φωτίζει

Βλέπω τον κύκλο γύρω μου να κλείνει
Συγκλητικοί και ιππείς συνωμοτούν
Κόλακες κι ανόητοι με πνίγουν
Το πολλαπλό μου είδωλο
Στην προστασία των κατόπτρων περιφέρω

Ομολογώ το κύρος του Αυγούστου δε διαφύλαξα
Αλλιώς τι γύρευα πεζός στην αγορά
Με φορεσιά απελεύθερου εμπόρου

Στα ταβερνεία με γυναίκες αργυρώνητες τι γύρευα
Όμως βαραίνει επάνω μου η πορφύρα
Κι η αγωνία στου θεάτρου τη σκηνή
Τον Καίσαρα επευφημούν ή το τραγούδι του

Μ’ απόψε είναι η φωτιά που με παρηγορεί
Φτερά πυρόμενα θερμαίνουν την καρδιά μου
Στην όχθη τούτη έκθαμβος μετρώ το φως
Μέχρι το θάνατο ακινητώ το χρόνο

Κι αν μαύρη η τέφρα μείνει της σορού
Γλυκός θα ’ναι και άπειρος ο αέρας

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Μανόλης Ξεξάκης, Νύχτα

Νύχτα

Βραδιάζει σε κατοικημένες χαράδρες κι άγρια πολλά ακούγονται για τις λαστιχένιες κούνιες της εξουσίας.
Τραβάς το δρόμο σου κοσμάκη, πηδηχτός πηδηχτός, και δε σου βρίσκω τίποτε να υπάρχει, έξω από τυρόψωμο, στην καρουδωτή πετσέτα του φαγιού.
Και όποιος παίζει στα χέρια του το τσεκούρι ποτίζει τα πράγματα με το ίδιο θολό νερό που του φέρνουν άγνωστες πηγές κι εμείς τι κάνουμε;
Η χώρα μικρή κι ο χορός μεγάλος.

Πηγή: Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα Φεραίο έως σήμερα [Βασίλης Βασιλικός (1993)]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Σταύρος Βαβούρης, Η δεύτερη μεταμόρφωση

Η δεύτερη μεταμόρφωση

Το μονοπάτι που έλπιζες να μην το λησμονήσεις.
Την Αγάπη δεν την λένε θάνατο.
(Μάθε πιο καλά τη γλώσσα των Ανθρώπων.)
Αγάπη να την ονομάζεις.
Αγάπη να τηνε ζητάς
τον Θάνατο τον λένε Θάνατο.

Φόρεσε μόνο πράσινα ξανά
και σβήσε τα κεριά
και μην εκπλήττεσαι,
που αλλάζω φως και χρώματα
σαν φαντασμαγορικό βεγγαλικό,
και μη νομίζεις λιμασμένα τα όνειρά μου.

Μη λησμονάς το φλογισμένο μονοπάτι
και το φλεγόμενο ταπέτο του.
Ό,τι μας καίει δε μας πεθαίνει
όχι, πώς να σου το πω;
Την Αγάπη δεν την λένε Θάνατο

την Αγάπη τηνε λένε Αγάπη.
Έτσι θα το βρεις παντού.
Ο δρόμος της
δε βγάζει όπως νομίζαμε στην άβυσσο.

Αγάπη μου
τελειώνοντας σ’ το γράφω πάλι:
Το μονοπάτι που έλπιζες
να μην το λησμονήσεις.

Πηγή: Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα (από τον Βασίλη Βασιλικό), εκδ. Πλειάς (1993)

Σταύρος Βαβούρης, Μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου

Μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου

Μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου προβάλλει
διακριτική μα εμφαντική
και τόσο επίμονη η μορφή του
γεμάτη τραγωδία κι έπαρση∙
επίμονη
και τώρα που δεν μπορεί πια να επιμένει
που δεν χτυπάει τραπέζια
που δεν γυρίζει και ξαναγυρίζει απελπισμένος κι έξαλλος
επιμένει τώρα περισσότερο
να είναι βασιλιάς στη μνήμη μας
επιμένει
τόσο βαριά να πλημμυρίζει τις καρδιές μας.

Και τώρα πια που δεν φωνάζει
ξαναχυμάει σα θύελλα ανεπαίσθητα
μας ξεκουφαίνει η σιωπή π’ άφησαν φεύγοντας
τ’ απέραντα πελώρια μάτια του

μας αφανίζει η απορία
π’ άφησαν φεύγοντας τα μάτια αυτά
που λησμονούσαμε όταν ολολύζανε παρόντα
και τώρα τόσο ανώφελα θυμόμαστε.

Πηγή: Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα (από τον Βασίλη Βασιλικό), εκδ. Πλειάς (1993)

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Τραγούδι του Δεκέμβρη

Τραγούδι του Δεκέμβρη

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με την κορνίζα μόνο
Ενός καθρέφτη
Απογυμνωμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Μ’ ένα φέρετρο να επιπλέει
Στην απεραντοσύνη του
Καταρρακωμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μιαν εφτάχορδη λύρα
Και μ’ όλο το ασήμι του
Αλλαγμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μια φάτνη
Και μ’ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο
Στολισμένος

Από τη συλλογή Τα δώρα των μάγων (1993) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Θανάσης Φωτιάδης, Οι καλεσμένοι

Θανάσης Φωτιάδης, Οι καλεσμένοι

Απόψε δε θα νυχτωθεί κανείς από τους καλεσμένους μας,
θ’ ανάψουμε νωρίς τα φώτα, θα κοιμηθούνε τα παιδιά,
θα βάλουμε το νυχτοφύλακα δίπλα στο πλατάνι
κι εσύ θ’ ακούς.

Τα γάντια σας στο πάτωμα, στις σκάλες, στις γλάστρες,
θα ’χουμε φάρσα απόψε, θα φορέσουμε φωνές κακές
κι εσύ θ’ ακούς.

Όσο κακός κι αν είναι ο καιρός, είτε κρύο είτε βροχή είναι,
αυτοί πάντοτε έρχονται, τόσο που ρωτιέσαι,
τι κέρδος μπορεί να φέρει σ’ αυτούς η προκοπή μας.

Χαριτωμένοι, αυτόχθονες, ξένοι υπομονετικοί, να μη νυστάξετε
δε θα νυστάξετε, να μιλήστε, τελευταία διορία,
όχι, όχι διήγηση θεμελιωμένη πάνω σε γινόμενα
κι εσύ θ’ ακούς.

Και μετά, κλείνοντας την υγρή μας ξώπορτα πίσω τους,
χαϊδεύοντας χειρόγραφα, κουτιά τσιγάρα με διορθωμένα ονόματα,
θα σας αφήσουμε να ταξιδέψετε με τους νεκρούς μας
κι εσύ θ’ ακούς, όχι, τότε θα μπορέσεις να κάνεις
δυο βήματα πάνω στα επίσημα μάρμαρα
και θα προχωρήσεις στην ομολογία.

Από την ανθολογία Η ελληνική ποίηση, ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα (1993) του Βασίλη Βασιλικού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Φωτιάδης

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Και μένει στον κόσμο το ελάχιστο

Και μένει στον κόσμο το ελάχιστο

Στον Ανέστη Ευαγγέλου

Και μένει στον κόσμο το ελάχιστο
Αυτό που δρώντας πάλι φορτίζει τις ψυχές

Ανακυκλώνεται φουσκώνει το άσπρο φως
Εδώ σημαίνεις εκεί πλέον είσαι αφανής
Αμετάκλητα όνειρα αποτρόπαια σφραγίζουν

Πώς να υπερβείς το σώμα σου με λέξεις
Λίγο το φως, βαθύ σκοτάδι

Και περιστρέφει ο έρωτας τις ψυχές
Τις χαράζει
Δε μιλιέται, σιωπά και μας καταδικάζει

Ενώ το είδωλο στον καθρέφτη είναι ένας άλλος
Και βλέπω στο χαμηλό νερό με τη σελήνη πάνω,
Έζησες για ένα τίποτε;

Πολλούς βρήκαν στη γύρα τα δρεπάνια
Προτού δοθεί απάντηση
Όχι γι’ αυτά τα συντελεσμένα
Αλλά για κείνα τα άλλα που δεν έγιναν
Κι όλα βουλιάξαν στο αίμα

Πικρή εποχή, μίζερος αέρας
Έρημα πρόσωπα, τυφλό παρελθόν
Και το παρόν πιο θλιβερό κι απ’ τη σελήνη
Περισσότερο μάταιο κι απ’ το θάνατο

Σύντροφοι άλλης υποσχεμένης ζωής
Ενοχή πράξεων ανατρέπει το δοσμένο νόημα
Κόκκινη σημαία απελπισμένο σύνορο ονείρων υποστέλλει
Σε ποιο μουσείο αυτή που σάρωσε εξουσίες
Χέρια την αναρριπίζουν στον άλλο αιώνα
Απρόσιτες μάνες θηλάζουν στόματα οργής

Θάλασσες και βράχοι μνήμες προσωπικής χαράς
Θάλασσες τώρα βούρκοι, φιλτραρισμένα υπερκέρδη
Και φέγγει βαλσαμωμένος ήλιος δειλινού
Εδώ χωρίς απόφαση μένεις χωρίς φωνή
Σ’ ανένδοτη προσαρμογή

Κι ό,τι έχει κατατεθεί ούτε ο θάνατος αναιρεί
Στο τώρα και στο πουθενά
Και συγκρούονται κι αναπαράγονται κι αλλάζουν
Αλλού δεν έχει

Τέλος μένει στον κόσμο το ελάχιστο
Αυτό που δρώντας φορτίζει τις ψυχές.

Δεκέμβρης 1991-Αύγουστος 1992

Από τη συλλογή Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν (1993) του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν

Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν

Καλπάζει η θάλασσα στον κυματοθραύστη
Μάρτης του ’73
Άκουγα βήχα κι ένα κλάμα
Χαμηλές φωνές
Νύχτα εφιαλτική μέσα στο ποίημα

Ένα ποίημα που γκρεμιζόταν το πρωί
Ενώ το βράδυ το σφήνωνα με λέξεις

Φυσάει
Αγέρας μπερδεύει τα χαρτιά
Ο διάδρομος που λέω
Στην αυλή καπνομάγαζου φτάνει, στον καφενέ του Ανθήλαου
Στο βάθος το μπορντέλο της Πόπης
Κάτω από την ακακία δίπλα στο ρέμα
Έγραφα για μια γυναίκα που χρόνια με βασάνισε
Σ’ ένα άλλο ποίημα
Καλοκαίρι του ’55 κι η θάλασσα με αχινούς
Σ’ ένα άλλο ποίημα
Γαλάζια μάτια φώτιζαν τις λέξεις στο χαρτί

Έγραφα

Ο χρόνος τότε σαν ασβέστης φούσκωνε
Τρίζαν τα δοκάρια του μυαλού

Γυρίζω στα βουβά χαρτιά, Οκτώβρης του ’67,
Στο χαμηλό δωμάτιο διαλυμένα ποιήματα
Κι η πόλη μια παγίδα

Κοιτώ τον κήπο
Δέντρα γυμνά
Πέτρινος τοίχος σπαρμένος γυαλιά
Πέρα η θάλασσα στάχτη
Che και Άρης στην ίδια ευθεία

Λαίμαργες φωνές κι ένα φως διαρπαγής
Ερημία σπέρνει η σιωπή της γνώσης

Έγραφα:
Χωρίς εσένα η αράχνη του ήλιου της μέρας θηλιά
Κι ο ουρανός μαύρος καταρράκτης
Μέχρι τα μάτια πλημμυράω
Μέχρι την τελευταία στροφή του εγκεφάλου,

Στα μαγεμένα μάτια η γυμνή Σελήνη έμεινε

Τότε

Λίγο πιο πέρα, μετά από χρόνια
Σε κείνα τα κατάλοιπα έβρεχε
Έβρεχε και σάρωνε στο λιθόστρωτο φύλλα
Άναψα τσιγάρο
Απ’ το στενό με τις τριανταφυλλιές
Έφτασε τυλιγμένος στο γκρίζο παλτό
Ο Φώτης
Λυπημένα μάτια υγρά στο λίγο φως:
Μην πετσοκόβεις, είπε
Άσε επίπεδα και κώδικες,
Γράφε…,
Καθίσαμε στο τραπέζι
Έσταζαν φύλλα της ακακίας, άσπριζε το ούζο

Έμεινε σε κείνα τα χαρτιά του ’70 η φωνή του Φώτη

Έτσι έγραφα ένα ποίημα που γκρεμιζόταν το πρωί
Ενώ τη νύχτα το σφήνωνα με λέξεις

1973-1983

Από τη συλλογή Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν (1993) του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου

Μιχάλης Γκανάς, [Έρχονται μέρες που ξεχνάω πώς με λένε…]

Έρχονται μέρες που ξεχνάω πώς με λένε.

Έρχονται νύχτες βροχερές βαμβακερές ομίχλες
τ’ αλεύρι γίνεται σπυρί ύστερα στάχυ
θροΐζει με πολλά δρεπάνια
αψύς Ιούλιος στη μέση του χειμώνα.
Βλέπω το υφαντό του κόσμου να ξηλώνεται
αόρατο το χέρι που ξηλώνει
και τρέμω μην κοπεί το νήμα.
Νήμα νερού στημόνι χωρίς μνήμη
σταγόνα διάφανη σε βρύα και λειχήνες
νιφάδα-χνούδι των βουνών
χαλάζι-φυλλοβόλο
κι άξαφνα σκάφανδρο ζεστό
στην κιβωτό της μήτρας.
Αρχαίο σκοτάδι τήκεται και τρίζει
αχειροποίητη φλογίτσα που το γλείφει.

Συναγωγές υδάτων υετοί πρόγονοι παγετώνες
στην πάχνη ακόμη της ανωνυμίας.

Από τη συλλογή Παραλογή (1993) του Μιχάλη Γκανά

Μιχάλης Γκανάς, Στο ποτάμι

Στο ποτάμι

Με τον καιρό πέφταν τα φύλλα
γίνονταν βούκινα οι καρποί, τι σάλπιζαν
δίπλα μου το νερό-νερό
η πέτρα-πέτρα
δεν είχε μονοπάτι ο θάνατος.

Ξάστερο το ποτάμι με λιγνά νερόφιδα
ίσκιοι πουλιών, χίλια τζιτζίκια.
Τι ’ταν που σάλεψε! Χαλίκια στη συρμή
κι ο τρομαγμένος πετροκότσυφας.
Γύρισα για να δω, κανένας.

Μόνο στην άκρη το νερό θολό,
σημάδια από θεόρατες πατούσες
κι οι πέτρες γύρω τους βρεγμένες.

Πρόλαβα κι έκλεισα τ’ αυτιά
την ώρα που ’σκαγε το γέλιο του.

Από τη συλλογή Μαύρα Λιθάρια (1993) του Μιχάλη Γκανά

Αντώνης Φωστιέρης, Η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες

Η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες

Πνεύμα σημαίνει φύσημα.

Όμως μη σπεύδεις. Άλλο το έωλο
Ρουθούνισμα μιας αύρας άλλο η λαίλαπα
Ενός γερού βοριά. Και πώς εσύ
Με πρωτοβάθμια σκέψη να εκπορθήσεις
Ποίημα;
Θυμάσαι: Πρέπει πρώτα να συλλάβει ο νους
Κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί.
Σαφείς οι οδηγίες. Λακωνικότατες.
Και όταν λέμε πρώτα να συλλάβει ο νους
Δεν εννοούμε σίγουρα τόπους κοινούς. Αθέατα
Νυστέρια ολόγυρα ορθοτομούν τα βάθη
Εγκέφαλοι μιας νέας εποχής εκφράζουνε
Το αόριστο
Με όλως ακριβή
Αοριστία.

Όπως και να ’χει
Ο Μαλλαρμέ το απέκλεισε:
Η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες.
(Ωραία ιδέα. Μπορεί να γίνει ποίημα; Δύσκολο).

Άρα
Σου μένει το αίσθημα.

Το αίσθημα σου μένει
Συντριβής
Για τον αιώνιο θρίαμβο
Των αισθημάτων.

Από τη συλλογή Πολύτιμη λήθη (1993) του Αντώνη Φωστιέρη

Translatum: Favourite Poetry / Αντώνης Φωστιέρης

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Το γαϊδουράκι

Το γαϊδουράκι

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Το αδέσποτο γαϊδουράκι από τη συλλογή τραγουδιών Το αιώνιο παράπονο (1993))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996)

Αδέσποτο στους δρόμους τριγυρνάει
ένα μικρό γαϊδούρι μοναχό,
κανένα χορταράκι μασουλάει
γιατί ’ναι πεινασμένο το φτωχό.

Κοιτάει τ’ αυτοκίνητα θλιμμένο
και σκύβει το κεφάλι καταγής,
κι εκείνα σταματούνε να περάσει
σα λείψανο μιας άλλης εποχής.

–Καημένο γαϊδουράκι, που ποτέ σου
δε χάρηκες αγάπη και στοργή,
ποιος ξέρει σε ποιο δρόμο κάποια μέρα
μια ρόδα θα σου πάρει τη ζωή.

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Τα σκύβαλα των ημερών

Τα σκύβαλα των ημερών

Είναι που έχουν φύγει τα πουλιά
Και τα παιδιά
Γι’ αυτό με βλέπεις
Να κουβαλάω στην πλάτη μου
Ένα έρημο σκοτεινό δέντρο

Είναι που ξενύχτησα πάλι
Με κείνο το τρελό όνειρο
Γι’ αυτό με βλέπεις
Με το πρόσωπο στο μαξιλάρι

Είναι που ξεχνώ το πρόσωπό σου
Και χάνω τον ήχο της φωνής σου
Γι’ αυτό με βλέπεις πιο σκοτεινό τη μέρα
Και τη νύχτα πιο τεφρό

Είναι που γερνώ και γέρνω
Γι’ αυτό με βλέπεις όλο να σκουπίζω
Τα σκύβαλα των ημερών μου

Από τη συλλογή Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών (1993) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Νανούρισμα

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Νανούρισμα (Νάνι του Ρήγα το παιδί) (με την Πόπη Αστεριάδη)

Νανούρισμα

Κοιμήσου τώρα
Έχεις ανάγκη από όνειρο
Θα έρθει από την πίσω πόρτα
Νυχοπατώντας όπως παλιά
Εσύ μη βγάλεις άχνα
Ξέρει εκείνο —όνειρο είναι—
Μες στα ζεστά σεντόνια θα χωθεί
Εσύ κοιμήσου μόνο
Εκείνο ξέρει να φερθεί — όνειρο είναι

Από τη συλλογή Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών (1993) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Αλληλογραφία

Μάνος Χατζιδάκις, Το βαλς των χαμένων ονείρων

Αλληλογραφία

Το γράμμα σου τοπίο δυσδιάκριτο
Και δυσανάγνωστα τα λόγια της αγάπης
Παίρνω φακό καθρέφτη μεγεθυντικό
Να δω του σώματός σου τα κρυμμένα μέλη
Σκύβω επικίνδυνα επάνω στις γραμμές
Απονενοημένες διακρίνω αποφάσεις
Χωρίς προφάσεις πια για το επανιδείν
Ούτε στο υστερόγραφο του τέλους

Από τη συλλογή Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών (1993) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ο γείτονας

Κώστας Χατζής & Γιώργος Βραδυνός, Ραμόνα

Ο γείτονας

Αν μπεις κρυφά να κλέψεις ρεπανάκια
Απ’ τον μπαξέ του πεθαμένου γείτονα
Και κείνος σηκωθεί μέσα στη νύχτα
Και σου προσφέρει ούζο ελιές ψωμί κρεμμύδι

Αν σου χαμογελάσει εγκάρδια
Και βγάλει από τις τσέπες του μια ρέγκα καπνιστή
Μια τσούσκα μια ντομάτα ένα αγγουράκι
Όπως ο μάγος βγάζει περιστέρια απ’ το καπέλο του

Αν φέρει ένα γραμμόφωνο
Και ρίξει μια γυροβολιά
Πάνω στο μαύρο του τακούνι
Και τρίξει το λουστρίνι του σαν πένθιμο τριζόνι

Όχι μην πεις στο γείτονα
Έντρομος μην τραπείς σε φυγή
Μη δείξεις καν σημείο δυσαρέσκειας
Γιατί οι πιο φιλόξενοι οι πιο αισθηματίες
Είναι οι πεθαμένοι στους μπαξέδες

Από τη συλλογή Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών (1993) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Φωτογραφία η ποίηση

Κική Δημουλά, Φωτογραφία 1948 (από τη συλλογή «Το λίγο του κόσμου» (1971))

Φωτογραφία η ποίηση

στην Κ. Δ.

Έρχεται και ξανάρχεται η ποίηση
Δωρίζεται «αίφνης» – Έστω
Σε μια δικαιοσύνη ανυπεράσπιστη

Μου έστειλε και τη φωτογραφία της
Σα να ποζάρει η ποίηση στο χάος:
Πρόσωπο φωτεινό να εμφανίζεται
Μέσα από μαύρο ένδυμα – κλειστό

Στη σκοτεινή των ημερών διάρκεια
Τα μάτια της κοιτάγματα κι οράματα
Βλέψεις και βλέμματα προθέσεως καλής

Χαμόγελο αγνώστου προελεύσεως ή
Μια μικρή επανάσταση: θα φύγω
Στο οριστικό: μένω και σαπίζω εδώ

Πάντως το όλον της πηγαίνει μακριά ήδη
Σωτήρια χαλάρωση σαν «αχ» του σώματος
Όταν πετάει σουτιέν κορσέ ή τα στενά παπούτσια

Αυτά τα λίγα για της ποίησης τη λήψη:
Απλώς το φως που γράφτηκε
Με φόντο το σκοτάδι

Από τη συλλογή Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών (1993) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Εδώ το σχόλιό μου είναι αναπόφευκτο. Γιατί έχουμε ένα από κάθε άποψη σημαντικό ποίημα της Μαρίας. Ένα ποίημα που αποκαλύπτει για μια ακόμα φορά τις λογοτεχνικές της αρετές, αλλά πρωτίστως αναδεικνύει το ήθος της συμπολίτισσάς μου ποιήτριας.

Και εξηγώ: η σημαντικότερη εν ζωή ποιήτρια της Θεσσαλονίκης εμπνέεται από ένα πολύ ωραίο ποίημα της σημαντικότερης εν ζωή ποιήτριας της Αθήνας και της αφιερώνει το δικό της γραπτό. Αυτό δείχνει τον βαθύτατο σεβασμό και την εκτίμηση της Μαρίας προς τη σχεδόν συνομήλική της Κική Δημουλά (η Μαρία γεννήθηκε το 1930 και η Δημουλά το 1931 και αμφότερες ανήκουν στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά). Μάλιστα, η Μαρία δεν χάνει ευκαιρία να πει πόσο σπουδαία ποιήτρια θεωρεί τη Δημουλά και πόσο αγαπά τη συλλογή της «Το λίγο του κόσμου» (του 1971).

Συμφωνώ απόλυτα με τη Μαρία. Η συλλογή αυτή είναι κατά την προσωπική μου γνώμη η καλύτερη της Κικής Δημουλά κι από τις πολύ καλές στιγμές της ελληνικής ποίησης τον 20ό αιώνα. Παρόλο που η Κική Δημουλά δεν είναι η αγαπημένη μου ποιήτρια συμμερίζομαι το θαυμασμό και την εκτίμηση που τρέφει για κείνην η Μαρία Αγαθοπούλου.

Πιστεύω πως η Κική Δημουλά έφερε την ποίηση μερικά βήματα πιο μπροστά και πιο ψηλά και της χρωστάμε ευγνωμοσύνη για τις ιδέες της, για τη λαμπερή της παρουσία, για την προσωπικότητά της και γιατί, βρε αδελφέ, είναι αυτή που είναι και δεν μοιάζει με κανέναν άλλο ποιητή. Θα την ήθελα πιο μελωδική, πιο ρυθμική, πιο «ποιήτρια» – αλλά, πάλι, ίσως δεν θα ξεχώριζε αν ήταν όπως θα την ήθελα. Από τη άλλη, δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ μπροστά στον σύγχρονο και ζωντανό λόγο της και στη θεματογραφία της που καλύπτει σχεδόν καθετί που ζούμε όλοι μας καθημερινά. Είναι μια ποιήτρια που με πείθει ότι ζει στην ίδια χώρα μ’ όλους εμάς, ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα και ότι δεν αιθεροβατεί με άλλοθι την τέχνη. Περιττεύει να πω ότι ως άνθρωπος μ’ αρέσει πολύ και συνήθως παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τις συνεντεύξεις της. Εξίσου με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι καταφέρνει (μόνο αυτή) να φέρνει κοντά στην ποίηση πολλούς νέους ανθρώπους κάθε φορά που εμφανίζεται σε κάποια λογοτεχνική εκδήλωση.

Ξαναγυρίζω στη Μαρία. Μ’ αρέσει αυτό το ποίημά της. Μ’ αρέσει το σκεπτικό της. Μ’ αρέσει η αφορμή του. Μ’ αρέσει που το αφιερώνει στη συνομήλική της Αθηναία ποιήτρια ανεπιτήδευτα, σχεδόν κρυφά (μόνο τα αρχικά της Δημουλά αναφέρει στην αφιέρωση). Μ’ αρέσει που δεν διστάζει να υπερασπιστεί τις απόψεις της και να εκφράσει τη δυσαρέσκειά της ή τη διαφωνία της όποτε ακούσει κάποιον να μιλά υποτιμητικά για τη Δημουλά. Το έκανε πρόσφατα, στα τέλη του Μάη, μπροστά σε αρκετά μεγάλο ακροατήριο σε μια σημαντική εκδήλωση για την ποίηση στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Και κατάφερε να κάνει όλους τους παριστάμενους να συμφωνήσουν ότι δεν πρέπει να μιλάμε αστόχαστα και υπεροπτικά για ανθρώπους που έχουν πολλά προσφέρει, όπως η Δημουλά, είτε είμαστε ομότεχνοι ή συνάδελφοί τους είτε απλοί αναγνώστες και παρατηρητές – βασικό είναι να αναγνωρίζουμε τις αξίες, να μην είμαστε αμετροεπείς, να μην επιχειρούμε να δημιουργούμε εντυπώσεις προς ίδιον όφελος και να προσπαθούμε να φερόμαστε και να ζούμε ως βαθιά σκεπτόμενοι άνθρωποι σε κάθε στιγμή, στην ιδιωτική μας ζωή ή στη δημόσια παρουσία μας. Και η Μαρία τον Μάη παρέδωσε με τον δικό της τρόπο μαθήματα ήθους προς όποιον θέλει ή μπορεί να καταλάβει.

Πλατείασα σκοπίμως γιατί ορισμένα πράγματα πρέπει να γίνονται γνωστά στο πλατύτερο κοινό της ποίησης που ξέρει να διαβάζει και ν’ αγαπά τα καλά γραπτά, αλλά δεν έχει πάντα την ευκαιρία, τον χρόνο ή τη δυνατότητα να παρίσταται σε κάθε εκδήλωση ή να γνωρίσει τους ποιητές από κοντά, οπότε διατρέχει τον κίνδυνο να παρασυρθεί από αερολογίες κάποιων «επαϊόντων» που συχνά έχουν ως μοναδικό τους στόχο την προσωπική τους προβολή και τίποτ’ άλλο, ακόμα κι αν έχουν σοβαρό προσωπικό έργο οι ίδιοι. Άποψή μου είναι ότι η τέχνη δεν χρειάζεται φωνασκίες και φανφαρονισμούς. Όπως λέει κι ο Μάρκος Μέσκος, το έργο μετράει και γι’ αυτό κρινόμαστε όλοι μας.

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Αυγουστιάτικο φεγγάρι (α)

Αυγουστιάτικο φεγγάρι

α

Φεγγάρι σπλαχνικό
Σκαρφαλωμένο σε μισόκλειστα παράθυρα
Όταν κοιτάζεις συγγενείς και φίλους
Να ξενυχτάνε τους νεκρούς τους
Την εξοικείωση βοηθάς
Ζώντων τε και τεθνεώτων

Από τη συλλογή Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών (1993) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Νίκος Γρηγοριάδης, Ο πίθος και το φανάρι [Ξένα λιμάνια κουβαλούν τα καράβια…]

Ο πίθος και το φανάρι [Ξένα λιμάνια κουβαλούν τα καράβια…]

Ξένα λιμάνια κουβαλούν τα καράβια, μα εγώ στον μέσα όρμο μου αρμενίζω κι αδιάκοπα ερευνώ, τι θέλει κι αγρυπνά η καρδιά μου, αφού η ζωή μικρή κι ανήμπορος ο θάνατος να τη μηκύνει.

Νωχελικά αναδύεται μέσ’ απ’ το πιθάρι του, ω κρύφια μέρη και κακοτοπιές των κοριτσιών, όπου βουλιάζει και το πιο καθαρόαιμο όνειρο. Κι από τότε σκοτώνει κάθε μέρα μέσα του τον καλό άνθρωπο και την κόρη του τη φεγγαροντυμένη, την ώρα τη γλυκιά που σμίγει στην κούπα της το δυνατό κρασί του αγαπημένου της ή τη νέα ελπίδα να πορευθεί ο κόσμος στα βαθιά και τα υπεράνω, μ’ ένα φτερό ή μ’ ένα ιστίο, ιστιοφόρο πάλλευκο επιπολής του ονείρου, ω σκοτεινό ανατρίχιασμα, ψυχή, ψυχή μου, λέει, που απλώνεις το ξαστόχημά σου και το παίρνει ποντιάς μετάτροπος αύρα θέουσα άμα κι αναπαυομένη, πού πότε άγνωστο γιατί. Η μέρα ανοίγει και κλείνει ξανά και ξανά όλα τα ανθρώπινα κι εκείνος ευθύβολος προορισμένος να άρχει και να αμαρτάνει.

[…]

Από τη συλλογή Ο πίθος και το φανάρι (1993) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης