Σταύρος Ζαφειρίου, Άλυτο μάτι

Άλυτο μάτι

Τότε ήταν η εποχή των Ελλήνων
που ταξίδευαν στη στεριά τα τοπία του πόντου,
ορειβατώντας κάτισχνοι σαν ένθεοι ερημίτες,
μνήμες φέροντες και φαντάσματα στις ποδιές τους.

Τότε ήταν που η γρια-Σουλτάνα
έπλενε κάθε μέρα στην αυλή
τα ρούχα της καταστροφής
κι άδειαζε στις τσουκνίδες τ’ απονέρια,
όπου λίγο μετά ανάβλυζαν πομφόλυγες αίματος.

Ώσπου ήρθε στον ύπνο της η πεθαμένη
ντυμένη πορφύρα και στέμμα.

Κυρία, είπε,
κόρη της Άννας της Ανατολής και του αρκουδιάρη,
εκεί όπου ρίχνεις της πλύσης τα νερά και τα σαπούνια
βρίσκεται μαζεμένο το αίμα του πνιγμού
και των δαχτύλων του φονιά το βάθεμα.
Λίγη κανέλλα με λεμόνι ή παγωμένο τσάι πότισέ με,
όπως τη μέρα εκείνη στην πατρίδα,
που τα μαλλιά μου έκοψες
να ξεβασκάνεις τον γιο σου,
πυρώνοντάς τα στο καρβουνάκι του θυμιατού,
και με χαμόμηλο δρόσισες το χώμα,
σπένδοντας στους νεκρούς.
Τούτος ο τόπος της ταφής ήρθε μαζί σου,
ακολουθώντας το άνοιγμα της γης,
Ρώμη, Ελλήσποντο και τώρα εδώ,
στις παρυφές των ηπείρων.

Τότε ήταν που η γρια-Σουλτάνα
–νύχτα, με το φεγγάρι στο σημείο του φόβου–
στα δόντια σφίγγοντας μαύρου κόκορα φτερό,
έμπηξε δεκατρείς φορές το φτυάρι,
τ’ όνομα ιχνηλατώντας και το στόμα
Αμαλασούνθης Βασιλίσσης θύματος φθόνου,
ξεθάβοντας το διάδημα πρώτα και μετά
τον αρραβώνα του γιου της Δημητράκη,
που πήγε δεκαοχτώ χρονώ
από άλυτο μάτι.

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Λίλιθ

Λίλιθ

Και η δωδεκάχρονη αμαζόνα
με το βαθύχρωμο σαλβάρι
και τα μικρά βυζιά κάτω απ’ το μαύρο μπολερό,
έλα, μου είπε,
να κοιμηθείς μαζί μου.
Βραδιά σου υπόσχομαι με χάρες νυφικές,
σώμα ζεστό, στα σχήματα της φλόγας.

Τυφλός την ακολούθησα σε σκοτεινές στοές,
απ’ τη βουή ξεφεύγοντας της αγοράς.

Κι είδα κιλίμια περσικά, χρυσές χοάνες,
σκηνές ερωτικές με παχουλά κορμιά
και στο μιντέρι καθισμένη τη γριά
μισόγδυτη, τρελή, με τα μαλλιά
σαν ξέπλεκους ιστούς πάνω στους ώμους
και το μαρκούτσι του αργιλέ στο στόμα.

Κι ύστερα είδα την ωραία αμαζόνα
με τα μικρά βυζιά κάτω απ’ του τόξου τη χορδή
και στον καθρέφτη είδα
νύχτα που βάθαινε,
μαύρη τη σελήνη,
τους τέσσερις μοναχικούς προσκυνητές,
γύφτους που χόρευαν έξω από τους ρυθμούς,
μες στους ρυθμούς των μαύρων τους σωμάτων.

Κι ένα κοπάδι πέτρινα άλογα,
καλπάζοντας ορμητικά ν’ ανηφορίζουν.
Στα γκρίζα πέτρινα λαγόνια τους
τη λάμψη του ιδρώτα
και στα ρουθούνια τους αφρούς, δρόμος μακρύς
ως του γκρεμού το χείλος.
Ορθοποδίζοντας σαν γυμνασμένοι ακροβάτες
μ’ ένα χλιμίντρισμα άγριο πήδηξαν στο κενό.

Τα μάτια ανοίγοντας βρέθηκα πίσω.

Γυμνή, ανάσκελα πεσμένη στο μιντέρι,
με το βαθύχρωμο σαλβάρι, το μαύρο μπολερό
πλάι στο μαξιλάρι διπλωμένα,
μ’ ένα χαμόγελο στεγνό μέσα από άδειο στόμα
είδα μονάχα τη γριά.
Έλα, μου είπε,
να κοιμηθείς μαζί μου.
Το μαύρο χάθηκε στο κόκκινο.
Θα σβήσω τα κεριά.

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Διάλογος

Διάλογος

«Θέλω να φύγω κάπου και να ξαναδιαβάσω Προυστ»
Είπε ένας εκδότης του Φόρτσιουν σ’ έναν άνθρωπο του Τάιμ

Γουέλντον Κιζ

Του μίλησε για τον Ηράκλειτο
και για την Μπαγκαβάτ Γκιτά.
Του μίλησε για τον Οντίν και τον Μπαλντούρ
τους θεούς του βορρά.
Του μίλησε για το πνεύμα του δάσους
και τον χορό των Μαγισσών μες στη φωτιά.

Ο άλλος άκουγε κουνώντας το κεφάλι.
Απ’ όλα αυτά, στο τέλος είπε,
τίποτα δεν υπάρχει.
Ούτε θεοί ούτε δαίμονες
ούτε ο Αρζούνα ο Ινδός πολεμιστής.
Αν κάτι υπήρχε
θα μας το είχε δείξει η τηλεόραση.

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Δον Σάντσο Πάντσα Ντε Λα Μάντσα, ο ιπποκόμος της ελεεινής μορφής

Δον Σάντσο Πάντσα Ντε Λα Μάντσα, ο ιπποκόμος της ελεεινής μορφής

Να ’μαι και πάλι τώρα εδώ,
πάνω απ’ τους τόπους της φτωχής γεωγραφίας,
μια κι όπως λεν τα πάντα είναι παρόντα
κι αυτό που ήταν μια φορά ακόμα είναι.
Μέσα απ’ το φως κοιτάζοντας τη φλόγα
και μέσα από τη λάμψη τη φωτιά.

Καθήκον είχα ως παλιός χριστιανός
έργα και λόγια των κυρίων να πιστεύω·
ήσυχος του ύπνου τον μανδύα τυλιγόμουν.
Στα όνειρά μου έτρεχαν νερά
απ’ τις βρυσοπηγές της Αραγώνας∙
ήχοι άλλοι δεν με τάραξαν ποτέ
ούτε γητειές παραμυθένιων μάγων.

Τυχαία μου έπεσε στα χέρια η φυλλάδα
κι όπως κουτσά στραβά τις λέξεις σεργιανούσα
της σκευωρίας βρήκα την κλωστή.
Τα μυστικά τους πάρε δώσε αγνοώ, μα ξέρω τώρα
πως και οι δυο δοξάστηκαν στη ράχη μου πατώντας.

Πολλοί εξαρχής με είχαν συμβουλέψει:
μη βγεις στον δρόμο με τρελό, θα φορτωθείς μπελάδες,
μ’ αρχοντοπούλες μού είχε τάξει και οφίτσια∙
έτσι καβάλησα το γκρίζο μου γαϊδούρι
μια τίμια προσμένοντας συναλλαγή.

Ωστόσο ο Δον Κιχάνο με ξεγέλασε
στου κουλοχέρη εγκαταλείποντάς με τη γραφίδα∙
έρμαιο αφέθηκα πράξεων γελοίων
που οι ίδιοι μηχανεύτηκαν για μένα∙
ήμουν εγώ ο αλανιάρης σκύλος της Αποκριάς.

Ήμουν αυτός που απόμεινα στεγνά να ονομάζομαι
Σάντσο Πάντσα, ο πλανόδιος κοιλαράς,
ειρηνικός ακόλουθος του ιδάλγου∙
ένας αγροίκος, κουτοπόνηρος χωριάτης,
που σε όλα πίστευε και αμφέβαλλε για όλα,
ο πάντα δεύτερος σ’ αυτή την κωμωδία.

Κι αν τελικά με κράτησαν στα μέτρα της σειράς μου
και δεν ελπίζω σε τίποτε πια,
διόλου δεν θλίβομαι.
Ξέρω καλά πως η ιστορία ευνοεί τους ισχυρούς.
Δεν αφαιρώ και δεν προσθέτω∙
πέρα απ’ τον χρόνο σμίγω με τον χρόνο∙
μένω της μάνας μου ο γιος∙
μένω μονάχα ο Σάντσο.

Αυτός που είμαι εγώ.

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Νέρων πυρόμενος

Νέρων πυρόμενος

Έλα, ηδύποτη φωτιά, γιόρτασε τώρα
Την πόλη τούτη την εφήμερη, θυσία σου προσφέρω
Στο διαρκές ελπίζοντας κι αιώνιο
Θρέψου και ψήλωσε και άφησέ με
Στης φλόγας σου το κέντρο να υπνωτιστώ

Την πένθιμη αποθέωση να νιώσω
Της λύρας της επτάχορδης
Και του αρχιλόχειου μέτρου

Να λάμψει ο στίχος ο καλός
Κι η βλασφημία μου ας υψωθεί στο χρόνο
Χρεία ποτέ δεν είχα των θεών
Και παρελθόν κακό με καταδιώκει
Μα είναι η τέχνη που
Τη μοναξιά μου σαν συνείδηση φωτίζει

Βλέπω τον κύκλο γύρω μου να κλείνει
Συγκλητικοί και ιππείς συνωμοτούν
Κόλακες κι ανόητοι με πνίγουν
Το πολλαπλό μου είδωλο
Στην προστασία των κατόπτρων περιφέρω

Ομολογώ το κύρος του Αυγούστου δε διαφύλαξα
Αλλιώς τι γύρευα πεζός στην αγορά
Με φορεσιά απελεύθερου εμπόρου

Στα ταβερνεία με γυναίκες αργυρώνητες τι γύρευα
Όμως βαραίνει επάνω μου η πορφύρα
Κι η αγωνία στου θεάτρου τη σκηνή
Τον Καίσαρα επευφημούν ή το τραγούδι του

Μ’ απόψε είναι η φωτιά που με παρηγορεί
Φτερά πυρόμενα θερμαίνουν την καρδιά μου
Στην όχθη τούτη έκθαμβος μετρώ το φως
Μέχρι το θάνατο ακινητώ το χρόνο

Κι αν μαύρη η τέφρα μείνει της σορού
Γλυκός θα ’ναι και άπειρος ο αέρας

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Μανόλης Ξεξάκης, Νύχτα

Νύχτα

Βραδιάζει σε κατοικημένες χαράδρες κι άγρια πολλά ακούγονται για τις λαστιχένιες κούνιες της εξουσίας.
Τραβάς το δρόμο σου κοσμάκη, πηδηχτός πηδηχτός, και δε σου βρίσκω τίποτε να υπάρχει, έξω από τυρόψωμο, στην καρουδωτή πετσέτα του φαγιού.
Και όποιος παίζει στα χέρια του το τσεκούρι ποτίζει τα πράγματα με το ίδιο θολό νερό που του φέρνουν άγνωστες πηγές κι εμείς τι κάνουμε;
Η χώρα μικρή κι ο χορός μεγάλος.

Πηγή: Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα Φεραίο έως σήμερα [Βασίλης Βασιλικός (1993)]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Ξεξάκης

Σταύρος Βαβούρης, Η δεύτερη μεταμόρφωση

Η δεύτερη μεταμόρφωση

Το μονοπάτι που έλπιζες να μην το λησμονήσεις.
Την Αγάπη δεν την λένε θάνατο.
(Μάθε πιο καλά τη γλώσσα των Ανθρώπων.)
Αγάπη να την ονομάζεις.
Αγάπη να τηνε ζητάς
τον Θάνατο τον λένε Θάνατο.

Φόρεσε μόνο πράσινα ξανά
και σβήσε τα κεριά
και μην εκπλήττεσαι,
που αλλάζω φως και χρώματα
σαν φαντασμαγορικό βεγγαλικό,
και μη νομίζεις λιμασμένα τα όνειρά μου.

Μη λησμονάς το φλογισμένο μονοπάτι
και το φλεγόμενο ταπέτο του.
Ό,τι μας καίει δε μας πεθαίνει
όχι, πώς να σου το πω;
Την Αγάπη δεν την λένε Θάνατο

την Αγάπη τηνε λένε Αγάπη.
Έτσι θα το βρεις παντού.
Ο δρόμος της
δε βγάζει όπως νομίζαμε στην άβυσσο.

Αγάπη μου
τελειώνοντας σ’ το γράφω πάλι:
Το μονοπάτι που έλπιζες
να μην το λησμονήσεις.

Πηγή: Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα (από τον Βασίλη Βασιλικό), εκδ. Πλειάς (1993)

Σταύρος Βαβούρης, Μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου

Μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου

Μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου προβάλλει
διακριτική μα εμφαντική
και τόσο επίμονη η μορφή του
γεμάτη τραγωδία κι έπαρση∙
επίμονη
και τώρα που δεν μπορεί πια να επιμένει
που δεν χτυπάει τραπέζια
που δεν γυρίζει και ξαναγυρίζει απελπισμένος κι έξαλλος
επιμένει τώρα περισσότερο
να είναι βασιλιάς στη μνήμη μας
επιμένει
τόσο βαριά να πλημμυρίζει τις καρδιές μας.

Και τώρα πια που δεν φωνάζει
ξαναχυμάει σα θύελλα ανεπαίσθητα
μας ξεκουφαίνει η σιωπή π’ άφησαν φεύγοντας
τ’ απέραντα πελώρια μάτια του

μας αφανίζει η απορία
π’ άφησαν φεύγοντας τα μάτια αυτά
που λησμονούσαμε όταν ολολύζανε παρόντα
και τώρα τόσο ανώφελα θυμόμαστε.

Πηγή: Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα (από τον Βασίλη Βασιλικό), εκδ. Πλειάς (1993)

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Τραγούδι του Δεκέμβρη

Τραγούδι του Δεκέμβρη

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με την κορνίζα μόνο
Ενός καθρέφτη
Απογυμνωμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Μ’ ένα φέρετρο να επιπλέει
Στην απεραντοσύνη του
Καταρρακωμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μιαν εφτάχορδη λύρα
Και μ’ όλο το ασήμι του
Αλλαγμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μια φάτνη
Και μ’ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο
Στολισμένος

Από τη συλλογή Τα δώρα των μάγων (1993) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Θανάσης Φωτιάδης, Οι καλεσμένοι

Θανάσης Φωτιάδης, Οι καλεσμένοι

Απόψε δε θα νυχτωθεί κανείς από τους καλεσμένους μας,
θ’ ανάψουμε νωρίς τα φώτα, θα κοιμηθούνε τα παιδιά,
θα βάλουμε το νυχτοφύλακα δίπλα στο πλατάνι
κι εσύ θ’ ακούς.

Τα γάντια σας στο πάτωμα, στις σκάλες, στις γλάστρες,
θα ’χουμε φάρσα απόψε, θα φορέσουμε φωνές κακές
κι εσύ θ’ ακούς.

Όσο κακός κι αν είναι ο καιρός, είτε κρύο είτε βροχή είναι,
αυτοί πάντοτε έρχονται, τόσο που ρωτιέσαι,
τι κέρδος μπορεί να φέρει σ’ αυτούς η προκοπή μας.

Χαριτωμένοι, αυτόχθονες, ξένοι υπομονετικοί, να μη νυστάξετε
δε θα νυστάξετε, να μιλήστε, τελευταία διορία,
όχι, όχι διήγηση θεμελιωμένη πάνω σε γινόμενα
κι εσύ θ’ ακούς.

Και μετά, κλείνοντας την υγρή μας ξώπορτα πίσω τους,
χαϊδεύοντας χειρόγραφα, κουτιά τσιγάρα με διορθωμένα ονόματα,
θα σας αφήσουμε να ταξιδέψετε με τους νεκρούς μας
κι εσύ θ’ ακούς, όχι, τότε θα μπορέσεις να κάνεις
δυο βήματα πάνω στα επίσημα μάρμαρα
και θα προχωρήσεις στην ομολογία.

Από την ανθολογία Η ελληνική ποίηση, ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα (1993) του Βασίλη Βασιλικού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Φωτιάδης

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Και μένει στον κόσμο το ελάχιστο

Και μένει στον κόσμο το ελάχιστο

Στον Ανέστη Ευαγγέλου

Και μένει στον κόσμο το ελάχιστο
Αυτό που δρώντας πάλι φορτίζει τις ψυχές

Ανακυκλώνεται φουσκώνει το άσπρο φως
Εδώ σημαίνεις εκεί πλέον είσαι αφανής
Αμετάκλητα όνειρα αποτρόπαια σφραγίζουν

Πώς να υπερβείς το σώμα σου με λέξεις
Λίγο το φως, βαθύ σκοτάδι

Και περιστρέφει ο έρωτας τις ψυχές
Τις χαράζει
Δε μιλιέται, σιωπά και μας καταδικάζει

Ενώ το είδωλο στον καθρέφτη είναι ένας άλλος
Και βλέπω στο χαμηλό νερό με τη σελήνη πάνω,
Έζησες για ένα τίποτε;

Πολλούς βρήκαν στη γύρα τα δρεπάνια
Προτού δοθεί απάντηση
Όχι γι’ αυτά τα συντελεσμένα
Αλλά για κείνα τα άλλα που δεν έγιναν
Κι όλα βουλιάξαν στο αίμα

Πικρή εποχή, μίζερος αέρας
Έρημα πρόσωπα, τυφλό παρελθόν
Και το παρόν πιο θλιβερό κι απ’ τη σελήνη
Περισσότερο μάταιο κι απ’ το θάνατο

Σύντροφοι άλλης υποσχεμένης ζωής
Ενοχή πράξεων ανατρέπει το δοσμένο νόημα
Κόκκινη σημαία απελπισμένο σύνορο ονείρων υποστέλλει
Σε ποιο μουσείο αυτή που σάρωσε εξουσίες
Χέρια την αναρριπίζουν στον άλλο αιώνα
Απρόσιτες μάνες θηλάζουν στόματα οργής

Θάλασσες και βράχοι μνήμες προσωπικής χαράς
Θάλασσες τώρα βούρκοι, φιλτραρισμένα υπερκέρδη
Και φέγγει βαλσαμωμένος ήλιος δειλινού
Εδώ χωρίς απόφαση μένεις χωρίς φωνή
Σ’ ανένδοτη προσαρμογή

Κι ό,τι έχει κατατεθεί ούτε ο θάνατος αναιρεί
Στο τώρα και στο πουθενά
Και συγκρούονται κι αναπαράγονται κι αλλάζουν
Αλλού δεν έχει

Τέλος μένει στον κόσμο το ελάχιστο
Αυτό που δρώντας φορτίζει τις ψυχές.

Δεκέμβρης 1991-Αύγουστος 1992

Από τη συλλογή Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν (1993) του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν

Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν

Καλπάζει η θάλασσα στον κυματοθραύστη
Μάρτης του ’73
Άκουγα βήχα κι ένα κλάμα
Χαμηλές φωνές
Νύχτα εφιαλτική μέσα στο ποίημα

Ένα ποίημα που γκρεμιζόταν το πρωί
Ενώ το βράδυ το σφήνωνα με λέξεις

Φυσάει
Αγέρας μπερδεύει τα χαρτιά
Ο διάδρομος που λέω
Στην αυλή καπνομάγαζου φτάνει, στον καφενέ του Ανθήλαου
Στο βάθος το μπορντέλο της Πόπης
Κάτω από την ακακία δίπλα στο ρέμα
Έγραφα για μια γυναίκα που χρόνια με βασάνισε
Σ’ ένα άλλο ποίημα
Καλοκαίρι του ’55 κι η θάλασσα με αχινούς
Σ’ ένα άλλο ποίημα
Γαλάζια μάτια φώτιζαν τις λέξεις στο χαρτί

Έγραφα

Ο χρόνος τότε σαν ασβέστης φούσκωνε
Τρίζαν τα δοκάρια του μυαλού

Γυρίζω στα βουβά χαρτιά, Οκτώβρης του ’67,
Στο χαμηλό δωμάτιο διαλυμένα ποιήματα
Κι η πόλη μια παγίδα

Κοιτώ τον κήπο
Δέντρα γυμνά
Πέτρινος τοίχος σπαρμένος γυαλιά
Πέρα η θάλασσα στάχτη
Che και Άρης στην ίδια ευθεία

Λαίμαργες φωνές κι ένα φως διαρπαγής
Ερημία σπέρνει η σιωπή της γνώσης

Έγραφα:
Χωρίς εσένα η αράχνη του ήλιου της μέρας θηλιά
Κι ο ουρανός μαύρος καταρράκτης
Μέχρι τα μάτια πλημμυράω
Μέχρι την τελευταία στροφή του εγκεφάλου,

Στα μαγεμένα μάτια η γυμνή Σελήνη έμεινε

Τότε

Λίγο πιο πέρα, μετά από χρόνια
Σε κείνα τα κατάλοιπα έβρεχε
Έβρεχε και σάρωνε στο λιθόστρωτο φύλλα
Άναψα τσιγάρο
Απ’ το στενό με τις τριανταφυλλιές
Έφτασε τυλιγμένος στο γκρίζο παλτό
Ο Φώτης
Λυπημένα μάτια υγρά στο λίγο φως:
Μην πετσοκόβεις, είπε
Άσε επίπεδα και κώδικες,
Γράφε…,
Καθίσαμε στο τραπέζι
Έσταζαν φύλλα της ακακίας, άσπριζε το ούζο

Έμεινε σε κείνα τα χαρτιά του ’70 η φωνή του Φώτη

Έτσι έγραφα ένα ποίημα που γκρεμιζόταν το πρωί
Ενώ τη νύχτα το σφήνωνα με λέξεις

1973-1983

Από τη συλλογή Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν (1993) του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου

Μιχάλης Γκανάς, [Έρχονται μέρες που ξεχνάω πώς με λένε…]

Έρχονται μέρες που ξεχνάω πώς με λένε.

Έρχονται νύχτες βροχερές βαμβακερές ομίχλες
τ’ αλεύρι γίνεται σπυρί ύστερα στάχυ
θροΐζει με πολλά δρεπάνια
αψύς Ιούλιος στη μέση του χειμώνα.
Βλέπω το υφαντό του κόσμου να ξηλώνεται
αόρατο το χέρι που ξηλώνει
και τρέμω μην κοπεί το νήμα.
Νήμα νερού στημόνι χωρίς μνήμη
σταγόνα διάφανη σε βρύα και λειχήνες
νιφάδα-χνούδι των βουνών
χαλάζι-φυλλοβόλο
κι άξαφνα σκάφανδρο ζεστό
στην κιβωτό της μήτρας.
Αρχαίο σκοτάδι τήκεται και τρίζει
αχειροποίητη φλογίτσα που το γλείφει.

Συναγωγές υδάτων υετοί πρόγονοι παγετώνες
στην πάχνη ακόμη της ανωνυμίας.

Από τη συλλογή Παραλογή (1993) του Μιχάλη Γκανά

Μιχάλης Γκανάς, Στο ποτάμι

Στο ποτάμι

Με τον καιρό πέφταν τα φύλλα
γίνονταν βούκινα οι καρποί, τι σάλπιζαν
δίπλα μου το νερό-νερό
η πέτρα-πέτρα
δεν είχε μονοπάτι ο θάνατος.

Ξάστερο το ποτάμι με λιγνά νερόφιδα
ίσκιοι πουλιών, χίλια τζιτζίκια.
Τι ’ταν που σάλεψε! Χαλίκια στη συρμή
κι ο τρομαγμένος πετροκότσυφας.
Γύρισα για να δω, κανένας.

Μόνο στην άκρη το νερό θολό,
σημάδια από θεόρατες πατούσες
κι οι πέτρες γύρω τους βρεγμένες.

Πρόλαβα κι έκλεισα τ’ αυτιά
την ώρα που ’σκαγε το γέλιο του.

Από τη συλλογή Μαύρα Λιθάρια (1993) του Μιχάλη Γκανά

Αντώνης Φωστιέρης, Η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες

Η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες

Πνεύμα σημαίνει φύσημα.

Όμως μη σπεύδεις. Άλλο το έωλο
Ρουθούνισμα μιας αύρας άλλο η λαίλαπα
Ενός γερού βοριά. Και πώς εσύ
Με πρωτοβάθμια σκέψη να εκπορθήσεις
Ποίημα;
Θυμάσαι: Πρέπει πρώτα να συλλάβει ο νους
Κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί.
Σαφείς οι οδηγίες. Λακωνικότατες.
Και όταν λέμε πρώτα να συλλάβει ο νους
Δεν εννοούμε σίγουρα τόπους κοινούς. Αθέατα
Νυστέρια ολόγυρα ορθοτομούν τα βάθη
Εγκέφαλοι μιας νέας εποχής εκφράζουνε
Το αόριστο
Με όλως ακριβή
Αοριστία.

Όπως και να ’χει
Ο Μαλλαρμέ το απέκλεισε:
Η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες.
(Ωραία ιδέα. Μπορεί να γίνει ποίημα; Δύσκολο).

Άρα
Σου μένει το αίσθημα.

Το αίσθημα σου μένει
Συντριβής
Για τον αιώνιο θρίαμβο
Των αισθημάτων.

Από τη συλλογή Πολύτιμη λήθη (1993) του Αντώνη Φωστιέρη

Translatum: Favourite Poetry / Αντώνης Φωστιέρης

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Το γαϊδουράκι

Το γαϊδουράκι

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Το αδέσποτο γαϊδουράκι από τη συλλογή τραγουδιών Το αιώνιο παράπονο (1993))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996)

Αδέσποτο στους δρόμους τριγυρνάει
ένα μικρό γαϊδούρι μοναχό,
κανένα χορταράκι μασουλάει
γιατί ’ναι πεινασμένο το φτωχό.

Κοιτάει τ’ αυτοκίνητα θλιμμένο
και σκύβει το κεφάλι καταγής,
κι εκείνα σταματούνε να περάσει
σα λείψανο μιας άλλης εποχής.

–Καημένο γαϊδουράκι, που ποτέ σου
δε χάρηκες αγάπη και στοργή,
ποιος ξέρει σε ποιο δρόμο κάποια μέρα
μια ρόδα θα σου πάρει τη ζωή.

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Τα σκύβαλα των ημερών

Τα σκύβαλα των ημερών

Είναι που έχουν φύγει τα πουλιά
Και τα παιδιά
Γι’ αυτό με βλέπεις
Να κουβαλάω στην πλάτη μου
Ένα έρημο σκοτεινό δέντρο

Είναι που ξενύχτησα πάλι
Με κείνο το τρελό όνειρο
Γι’ αυτό με βλέπεις
Με το πρόσωπο στο μαξιλάρι

Είναι που ξεχνώ το πρόσωπό σου
Και χάνω τον ήχο της φωνής σου
Γι’ αυτό με βλέπεις πιο σκοτεινό τη μέρα
Και τη νύχτα πιο τεφρό

Είναι που γερνώ και γέρνω
Γι’ αυτό με βλέπεις όλο να σκουπίζω
Τα σκύβαλα των ημερών μου

Από τη συλλογή Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών (1993) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου