Σταύρος Ζαφειρίου, Πού είναι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών

Πού είναι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών

Τέλος, εγώ εδώ
Θρύλους εξιστορώντας και μυθεύματα
Με ονόματα πεθαμένων μιλώντας τις νύχτες
Τόπους που απόμειναν κίτρινοι σε λαδωμένες σελίδες
Μπάλτζα, Χαρμάνκιοϊ και Αραπλί
Αμάσεια και γη ξερή της Αρμενίας

Απ’ όπου έφτασε τότε μ’ ένα χρυσό
Φλουρί στο μαντίλι δεμένο
Κι ένα εικόνισμα τυλιγμένο στον σάκο
Ζητώντας μέρος να πλάσει το χώμα
Και να λατρέψει τον άγιο
Για την έσχατη ώρα

Γυρεύοντας στων αγρών τα στερεμένα πηγάδια
Φωνές ερωτευμένων κοριτσιών
Με τα μεγάλα μάτια των Μακεδόνων
Κυνηγώντας σε κάποιο χαράκι να τύχω
Τον δράκο που λένε οι παλιοί
Πως κρατάει τις πηγές

Κείνο το βράδυ φάνηκαν οι νεράιδες
Κι έγειραν πάνω του με τα στήθη γυμνά
Παίζοντας και φιλώντας του τα ευαίσθητα
Κι αυτός νέος ως ήταν και σεβνταλής
Δάγκωνε μέχρι αίματος τη γλώσσα
Μην του ξεφύγει το αχ και χάσει τη μιλιά

Να ελευθερώσω τα νερά και τα όνειρα
Τα σημεία της λέξης Πατρίδα
Να σκάσει η μέρα σαν κεφάλι ανθού
Κι ύστερα πάλι το πρόσωπο να στρέψω
Στα υψωμένα κοντάρια όπου κρέμονται
Τα μέλη των σκύλων

Κι έπεσε εμπύρετος από τότε καιρό
Τυραννώντας τη μάνα του που ξημέρωνε
Να του αλλάζει κομπρέσες
Κι όταν συνέφερε ήταν το στόμα του πληγή
Μονάχος γύριζε, ο σαλός του χωριού
Κι ούτε η βαλεριάνα ούτε τ’ άλλα βοτάνια του ’καμναν κάτι

Γιατί φαίνεται πως τ’ ανερμήνευτα υπάρχουν
Κι όχι πως θέλει προσευχές ή ξόρκια
Ή, τρισχειρότερα, να νηστεύεις το λάδι
Αρκεί καθαρός ν’ αντικρίζεις τα θαύματα
Και τότε μονάχη η γλώσσα σου
Θ’ αξιωθεί τα πάθη

Ώσπου ήρθε ο καιρός και είδε τον άγγελο
Να του κρούει το στήθος
Κρεβάτι γύρεψε προς την Ανατολή
Όπου μερόνυχτα παιδευόταν να παραδώσει
Το σεντόνι μουσκεύοντας στον ιδρώτα
Και στο μύρο της βάφτισης

Όμως τώρα που ξετυλίγω το ειλητάρι
Ανακαλύπτω μοίρες κοινές των ανθρώπων
Που έσμιξαν ήσυχα κάτω από δέντρα
Λίγο αίμα αφήνοντας ο ένας στον άλλον
Την ίδια άνοιξη αλλάζοντας
Στόμα με στόμα

Τέλος οι πιο γριές, γονατίστε, τους είπαν
Κι αφήστε τα παράθυρα ανοιχτά
Έτσι έγινε κι ελευθερώθηκε ο χώρος
Και μπήκε ο άνεμος καθαρός
Τότε, πού είναι, ψιθύρισε
Πού είναι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών; και ησύχασε

Κι έμεινε στην αυλή το πετεινάρι
Με το μεγάλο νύχι να σκαλίζει
Το χώμα για να ’ρθει το φως
Από τους άλλους τόπους

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Ο χορός της Σαλώμης

Ο χορός της Σαλώμης

Εγώ ήμουν ζωσμένος το ποτάμι μου
Πιστός στων προφητών τις οπτασίες
Ο προπομπός, ο βαπτιστής του καθαρού νερού
Ο μυημένος στης ερήμου τους ανέμους
Εκεί ερχόταν ο χρόνος να με βρει
Εκεί η ακρίδα τρόχιζε τον ήλιο
Κι η άγρια μέλισσα θήλαζε τη φωτιά

Ήμουν φωνή
Πριν τη σιωπή της μετανοίας
Το τόξο σου ήμουν Κύριε το αλύγιστο
Από άλλα χέρια πάρεξ τα δικά σου

Μ’ απόψε η αγρύπνια μου τη νύχτα μεγαλώνει
Κι ούτε τολμώ τα μάτια μου να υψώσω
Μη με σαρώσει ο ουρανός
Το γύρισμα της ρόδας με οδηγεί
Στων τόπων τ’ απροστάτευτα θεμέλια

Βλέπω τη σαύρα να ξεραίνεται στον βράχο
Βλέπω του ταύρου το αίμα στον βωμό
Βλέπω τη λέαινα να πνίγει τα μικρά της
Κι εκείνη από την άμμο λειασμένη
Να διασχίζει τα κενά του κυανού
Γύρω της πλήθος αυλητές
Ορθούς στις προσταγές της

Όμορφα που έσμιγαν τα φρύδια της
Σαν κάτω από την τέντα με κοιτούσε
Αναπαμένη σε μαλακές προβιές
Πιο σιταρένια απ’ τον καρπό του σιταριού
Πιο φωτεινή απ’ την καρδιά της πέτρας
Όμορφη ήσουν αδερφή μου και ζεστή
Σαν γυρισμός ξενιτεμένου στην αυλή του
Πάνω στους ώμους σου έτρεχε
Ατέλειωτος του σούρουπου ο αέρας

Κι έτσι ως ο τόπος άδειαζε, περίσσευε η σιωπή
Κι άνοιξε η νύχτα τα σκοτάδια να γεμίσει
Του στόματός της τότε εσάλεψε η φωνή

Μέρες και μέρες σαν το αγρίμι
Οσμίζομαι τη θέρμη
Που το αγρίμι το κορμί σου αναδίνει
Στων περβολιών μου τις φωτιές
Ο νους μου σε πλανεύει
Και το άμαθο άγγιγμά σου κατευθύνει
Έλα μες στα δικά μου τα ποτάμια
Να βαφτιστείς. Να βυθιστείς. Ως την κραυγή
Που αποζητάς με προσευχές ν’ ακούσεις
Έλα, σαν το άφιλτρο κρασί
Τον πόθο μου να πιεις
Τη στάμνα μου άδειασε
Μέχρι να γίνει χώμα
Να, της ερήμου λύνω το κορδόνι
Κι όλες τις εποχές μου σου χαρίζω
Στην άμμο στρώνω τ’ ακριβά μου ρούχα
Στην άμμο απλώνω ξέμπλεκα μαλλιά

Ω! πυρωμένο κάρβουνο πάνω στα βλέφαρά μου
Ύπαρξη ενδόμυχα που ζεις στην ύπαρξή μου
Προτού χαθώ μες στου τυφλού το θάμπος
Προτού της σάρκας μου νιώσω τη συμφορά
Δαίμονα, φώναξα, τα νύχια μην μπήγεις
Στις κόχες που τα τείχη μου αφήνουν
Καλά τα είχα ως τώρα ταιριασμένα
Ήσυχο ζώο ολημερίς σκυμμένο
Δεμένο στο παχνί και στο αλέτρι

Μα εκείνη στράφηκε μονάχα προς τα πίσω
Και μ’ ένα νεύμα της ήχησαν οι αυλοί
Χτύπος βαθύς, της φλέβας, ο ρυθμός τους
Σαν που ανασαίνει το πλωτό νερό

Άνθος φωτιάς λικνίστηκε μπροστά μου
Δοξολογώντας μέσα μου το αίμα
Κύκλωσε αργά του κόρφου της τα ράμφη
Κύκλωσε αργά του φεγγαριού το σχήμα
Όπως το θύμα της κυκλώνει η γερακίνα
Πιο γρήγορα έπειτα, πιο γρήγορα ακόμα
Ξεφεύγοντας απ’ τους αρμούς του χρόνου
Θαρρείς συνεπαρμένη από το σώμα
Που με γύμνια του έσπαζε τη νύχτα
Πάνω από τα σημεία συστρεφόταν
Ξάφνου διπλώθηκε σαν πληγωμένο φίδι
Μάταια προσπαθώντας να δαγκώσει
Το πόδι που του τσάκισε τη ράχη
Ώσπου απόμεινε πάνω στα γόνατά της
Και σ’ ένα ξέφρενο αφέθηκε μαρτύριο
Που μέσα της σαν λάμψη ξεχυνόταν

Γερμένο πλάι της με βρήκαν οι στρατιώτες
Ευλογημένο απ’ της πνοής της τη ζωή
Και να ’μαι τώρα Κύριε σε τούτο
Το υπόγειο κελί να ονομάζω
Της μοίρας, που αξιώθηκα, τον Λόγο
Να ’μαι εγώ που ολονυχτίς αγκάλιαζα την πέτρα
Και που την πίκρα του αγριόχορτου γευόμουν
Ν’ ακούω απ’ έξω την κίνηση της ρόδας
Καθώς του πέλεκυ την κόψη ακονίζει

Γυρνά, γυρνά, στον στρόβιλό της βλέπω
Να ’χουν μεστώσει της όχθης μου τ’ αμπέλια
Βλέπω το μέλι καθαρό
Απ’ της μασχάλης της την κρύπτη να κυλάει

Κύριε, βλέπω μες στο φως
Τη μέρα των ανθρώπων

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Νικολάου Γύζη σημείωσις

Νικολάου Γύζη σημείωσις

Ήταν πλήθος πολύ της αγοράς
Έμποροι, φουστανελοφόροι χωρικοί
Φραγκοντυμένοι νέοι
Μέρα καλοκαιριού όπου βροντούσαν
Τα τύμπανα των προπομπών
Τοπία διασχίζοντας πέρα από τη φωτιά
Αναβαθμούς που οδηγούσαν στους ανέμους
Και του ηγεμόνα οι στρατιώτες με λαμπρές στολές
Μεσούρανα κραδαίνοντας αιματωμένα ξίφη

Και ενέπαιζον αυτόν

(Πώς της ματιάς τους τον χυδαίο φόβο ν’ αποδώσω;)

Και στα μαλλιά του υγρό θρηνούσε το αίμα
Ρόδο που στράγγιζε στα γένια του το σκότος
Τέλος ασάλευτο εκεί που σμίγει ο ήχος
Της πέτρας, των οστών και του μετάλλου
Κάποιος (ο πλέον του όχλου τολμηρός)
Στεφάνι έπλεξε με φύλλα κρεμμυδιού
Καί ἐπέθηκεν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ
Ἱμάτιον δέ πορφυροῦν περιέβαλε τό ξύλο

Και εχλεύαζον αυτόν

(Τα βλέφαρά του να ’ναι ανοιχτά
Τα μάτια θαμπωμένα από το φως
Ελληνικού μηνός Ιουλίου
Ή μάλλον να ’ναι μέσα του το φως)

Μια Βερονίκη μόνον κράτησε σαν μνήμη
Στην ταπεινή ποδιά της τη μορφή του
Το έσχατο φιλί προσφέροντάς του
Και του κορμιού της τα καμπύλα μέλη

Έμενα ασάλευτος στου θαύματος τη θέα
Καθώς διαρκώς περίσσευε ο χρόνος
Ανάμεσα στον ήλιο και στο φως
καθώς αυτός μες στη βοή καιγόταν
Όπως η πεταλούδα που αγκαλιάζει
Με τα φτερά τη φλόγα του κεριού
Ο Κύριος, ψιθύρισα
Ιδού το πρόσωπό Του στο μαντίλι
Ιδού της μοναξιάς Του το φορτίο
Κι η στάχτη της σαρκός

Εκείνος είναι, ούρλιαζεν ο όχλος
Να το κεφάλι του καβάλα στο παλούκι
Να το κορμί του πεταμένο στα σκυλιά
Χαίρε συ των ορέων βασιλεύ
Χαίρε συ Λήσταρχε Νταβέλη

(Όψη γαλήνια να σου δώσω και γλυκιά
Όπως ξεπλήρωσε της μοίρας του το χρέος)

Σημείωση του ποιητή:
«Κατά την παράδοση, το κεφάλι του Νταβέλη καρφώθηκε σε ένα κοντάρι και διαπομπεύθηκε στους δρόμους της Αθήνας από τους χωροφύλακες. Τότε το είδε και ο έφηβος Νικόλαος Γύζης κι έκατσε και το σχεδίασε. Του είχε κάνει εντύπωση η ομορφιά και η έκφρασή του. Κράτησε το σχέδιο στο ντοσιέ του. Κι όταν την ίδια χρονιά πήγε στο Μόναχο να σπουδάσει ζωγραφική, ο δάσκαλός του ζωγράφος Καρλ Φον Πιλότυ που είδε το σχέδιο, τόσο εντυπωσιάστηκε από τον ρεαλισμό του που το ξεσήκωσε και το ’βαλε σαν πρόσωπο του Χριστού στον πίνακά του «Το Άγιον Μανδήλιον».» (Αιμιλίου Αθηναίου Ο λήσταρχος Νταβέλης, εκδόσεις Διόνυσος, Αθήνα, 1982).

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Νεκρικό II

Νεκρικό II

Και βρέθηκε γυμνός στην ποταμιά
Κει που παραμονεύει η Μονοβύζα
Ξεδοντιασμένη και άχολη γριά

Ε! ασυλλόγιστε, του φώναξε, πού πας;
Στον κάτω κόσμο πού τραβάς με άδεια χέρια
Εκεί δεν έχει σύνορα το φως
Εκεί δεν έχει ο χρόνος εξουσία
Τη μαύρη πέτρα σαν διαβείς
Της νοσταλγίας μοναχά το γάλα θα βυζαίνεις
Πάρε μαζί του σπόρο και νερό
Πάρε τη μυρουδιά αγαπημένου
Τον δρόμο σου να βρεις στον γυρισμό
Πάρε κι απ’ το γλυκό κρασί να πιουν οι πεθαμένοι
Που θέλουνε καλόπιασμα για να σου δώσουν θώρι

Κι αν τύχεις σαραντάπηχους απ’ το παλιό το γένος
Πες τους θ’ ανάψω τις φωτιές νύχτα Μεγάλη Πέμπτη
Ν’ ανέβουνε να ζεσταθούν όπως τ’ αρχαία χρόνια
Ν’ ανέβει και τ’ αγόρι μου που το ’χουν σκοτωμένο
Ανήμερα που μου ’φευγε να βάλει το στεφάνι
Κι η δόλια αντάμα ετοίμαζα πικρό πιοτό και ρύζι
Αντάμα το ’ντυνα γαμπρό και το νεκροφιλούσα
Μ’ αν τύχεις μοναχά Ρωμιούς διπλοπροσκυνημένους
Στείλε θλιφτή παραγγελιά να κλάψω η ρημαγμένη
Ν’ απελπιστώ τα μαύρα μου ποτέ πως θα τα βγάλω
Και πως στα μάτια μου θα δω της χελιδόνας τ’ άσπρο
Ν’ ανέβω κει στ’ απάτητα που ο αμάραντος φυτρώνει
Να μαζευτώ στον ίσκιο μου σαν φίδι μες στην πέτρα

Σημείωση του ποιητή:
στ. 2. Μονοβύζα: «Η Μονοβύζα είναι μια μυθική μορφή του ηπειρωτικού λαού. Έξω από το ότι ήταν Ελλήνισα, πίστευαν γι’ αυτήν πως ήταν άλλης χώρας βασίλισσα, που ρήμαξε ολόκληρη την Ήπειρο, επειδή οι Ηπειρώτες τής σκότωσαν τον γιο ή επειδή ο βασιλιάς τους, μαθαίνοντας πως είχε ένα μόνο μαστό, της χάλασε τον αρραβώνα. Δοκίμασαν να τη συνδέσουν με τις μονόστηθες Λάμιες και να την παρουσιάσουν ως πανάρχαιη χθόνια θεότητα.» (Ι. Θ. Κακριδή Οι Αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση, Έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1989)

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Νεκρικό I

Νεκρικό I

Να κάψεις πρώτα τη βελόνα στη φωτιά
Ώσπου το ατσάλι, της φωτιάς
Το πύρινο δαιμόνιο ν’ ανταμώσει
Στ’ ακρόνυχα μετά να τη σταυρώσεις
Και στου νεκρού τον αφαλό
Μέχρι το μάτι της κλωστής να τη σταυρώσεις

Λόγια αρχαία που δε βρίσκονται
Γραμμένα σε χαρτί να ψιθυρίσεις
Έτσι θα λάβει σχήμα εντός του η σιωπή
Και θά ’ρθει ο θάνατος πολύς
Να λύσει το κορμί του

Έτσι δε θα γυρνά γυμνός τις πόρτες να χτυπά
Λερός από τα χώματα τυφλός από τα φίδια
Ούτε καβάλα σ’ άλογο μαύρο θ’ αναζητά
Τα δάση που ποτίζονται απ’ του αίματος τις στέρνες

Μόνον τ’ αχνάρια του σκυφτού νερού θ’ ακολουθά
Στην όχθη σημαδεύοντας της νύχτας τα λιθάρια

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Ήλθον Αμαζόνες αντιάνειραι

Ήλθον Αμαζόνες αντιάνειραι

Κοντεύει η ώρα
Κι ούτε στιγμή δε σφάλισα τα μάτια
Κοιτώντας πέρα απ’ τα νερά την τέντα του Ακρίτη
Στον ύπνο του ακούγοντας τον οίκτο
Έχω το ρίγος της αυγής
Και του αίματος των σπλάχνων μου τον φόβο

Μα τι μπορώ στον χρόνο να χωρίσω
Σταθερά αντικρίζοντας τον κάμπο
Να εκλιπαρήσω μόνο στο παρόν τη σωτηρία
Της παρθενίας μου και του μαστού μου το ανέγγιχτο
Παρούσα εδώ σε κίνηση αιώνων
Αναζητώντας στο ρευστό του ουρανού
Το αγκάλιασμα και τον χορό των Άρκτων

Πέτρωσες Άρτεμη
Η θεϊκή σαΐτα δεν ηχεί
Και τους μηρούς σου τύλιξε ανθεκτικό χορτάρι
Μόνη απόμεινα αιχμή
Των μύθων στην καρδιά της αυτοκρατορίας
Τούτο το σύνορο με θλίβει
Η θάλασσα κι ο ποταμός είναι το φως
Κι η άλλη όχθη πένθιμη ακινησία

Με τους απόβλητους συμμάχησα εν τέλει
Για μια αναμέτρηση που ήδη έχει κριθεί
Ωστόσο μόνη πάω στη ζωή μου
Τους οιωνούς και τα σημεία αγνοώντας
Στα χέρια μου λατρεύοντας τη μαλακή βροχή
Και το αραβίτικο γαλάζιο μου κοντάρι
Ας πλέξω τώρα τα μαλλιά μου
Γυναίκα πρώτα
Κόρη θηλύτεκνης φυλής
Που των αντρών το στέρνο δεν εγνώρισα
Παρά μονάχα ως σκεύος του πολέμου

Κι η κούπα με τον κρόκο να ’ναι έτοιμη
Τα νύχια του αλόγου μου να βάψω

Σημείωση του ποιητή:
στ. 27. Πρβλ. Α. Μηλιαράκη «Βασίλειος Διγενής Ακρίτας» από το χειρόγραφο της Άνδρου:
εν τη χειρί εβάσταζε πολλά λαμπρόν κοντάρι
κοντάριν αραβίτικον, βένετον, χρυσωμένον
στ. 33. Πρβλ. όπως παραπάνω:
Τα τέσσερα ονύχια του δηλωθέντος ίππου
βαμμένα όλα ήσασιν κίτρινα με τον κρόκον

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Η σπορά

Η σπορά

Τότε πάλι, χρόνους μετά τον ξεριζωμό
Έσβηνε κι άναβε απ’ τη θράκα το τσιγάρο
Κι ανεμοκύκλωνε τους χάρτες και τα ονόματα
Ο θειος Παναγιωτάκης

Κι όλο αναστέναζε κι όλο αναθυμιόταν
Την ακριβή τη μάνα την πατρίδα του
Την εκκλησιά της Παναγιάς της Χογουσιώτισσας
Με τις κολόνες από χυτό μολύβι
Και τις μουριές που ’καμνε σαρμανίτσα
Θυμόταν και την Αρετή, του μυλωνά την κόρη
Που ήταν δεκαεφτά χρονώ σαν έμεινε στο ρέμα

Κι έκανε όνειρα ν’ αφουγκραστεί τον ποταμό
Σβόλους υγρούς στα δάχτυλα να νιώσει
Το χώμα του και τον παλιό μπαχτσέ του

Κι ύστερα χάθηκε ο θειος Παναγιωτάκης
Κι άλλοι έλεγαν στο αντάρτικο πως βγήκε
Κι άλλοι πως είδε στα όνειρά του φως
Και βρήκε τον θεό

Μα εκείνος όλο και πλησίαζε
Πότε με τρένα εμπορικά και πότε με ζαρκάδια

Ξένος πλανιέται στο χωριό και βρίσκει ξένους μέσα
Αποζητά το σπίτι του, το βρίσκει ρημαγμένο
Ψάχνει και για την εκκλησιά, βρίσκει μονάχα πέτρες
Ροβόλησε στον ποταμό κι ακούει μοιρολόι
Τα ψάρια του καλόγερου που ’φυγαν απ’ τη στέρνα

Κι ύστερα κύκλον έφερε στ’ αμπελοχώραφά των
Γυρεύει τον παλιό μπαχτσέ, βρίσκει παλιά χορτάρια

Μωρέ Μουχτάρ, γερο-Μουχτάρ, εδώ ήταν το χωριό μας
Εδώ ήταν η μάνα μου η κυρα-Ευταλίτσα
Που κίναε με την αυγή κι επέστρεφε το δείλι
Κορμί σπαθάτο την αυγή, κορμί γερτό το δείλι

Φέρε μου ρούχα της δουλειάς στον κάμπο να κατέβω
Φέρε μου και μικρό τσαπί να τον ξεβοτανίσω

Τρεις μέρες τον καθάριζε, τέσσερις του μιλούσε
Την πέμπτη το ξημέρωμα μύρισε φρέσκο χώμα
Πιάνει γυνί και ζεύει το σε ρούσα φοραδίτσα
Οργώνει μια προς τον βοριά, ξεθάφτει τον Ακρίτη
Οργώνει προς τον ποταμό, τη Μαξιμώ απαντάει

Ανάθεμα γεράματα, ανάθεμά σε σώμα
Που ’μεινες έρμο και ξερό, χωρίς σπορά στα σκέλια
Και το παλιό χωράφι μου με τι να το φυτέψω
Το μπράτσο του φλεβοτομεί, με το αίμα του το σπέρνει

Ύστερα πέρασε καιρός κι ο θειος Παναγιωτάκης
Δε φαινόταν
Κι άλλοι έλεγαν πως βγήκε στους ανέμους
Να σβήνουν πίσω του οι πατημασιές
Κι άλλοι πως ντύθηκε το ράσο σε μακρινό νησί
Και κάθε βράδυ που ανάβει το καντήλι
Αφήνει μπρος στην Παναγιά
Τρία σπυριά σιτάρι

Σημείωση του ποιητή:
στ. 42. Πρβλ. με το δημοτικό τραγούδι «Φυλακισμένος και πουλί»:
Τον Κωνσταντή έχουν φυλακή, πουλάκι κανακίζει
δεν είχεν ο βαριόμοιρος φαΐ ναν το ταΐζει.
Το μπράτσο του φλεβοτομά και το αίμα του του δίνει

(Γιώργου Ιωάννου Τα δημοτικά μας τραγούδια, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα, 1987)

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Απέσβετο…

Απέσβετο…

Τα πάντα εν σοφίᾳ λοιπόν
Και η ευθεία και η τεθλασμένη
Οδοί παρούσες στον καταχθόνιο χρόνο
Και οι μυστικοί της Τετρακτύος αριθμοί
Ως και το ψάρι εκείνο του βορρά
Που αντιπαλεύει του ποταμού το ρεύμα

Εν σοφίᾳ η ζωή μες στη ζωή
Έτσι καθώς τ’ ορίζουν οι θεοί
Μα να που οφείλω
–Μόνος ελεύθερος εγώ ανάμεσα σε δούλους–
Ό,τι αρνούμαι να αποδεχτώ

Τάχα ποιος δαίμονας μικρός θα μ’ εξαγνίσει
Σε μαγικές χορεύοντας φωτιές
Ώρα που η σάρκα χάνει τον καρπό της
Ώρα που το άνθος σκύβει προς τη γη

Τις λυπημένες ρίζες
Του Κυπάρισσου ακούω
Στο κέρας να τυλίγονται του ιερού ελαφιού
Τον κορυφαίο βλέπω του χορού
Σε πολυδαίδαλες αυλές να περιφέρει
Τιθασευμένη τη δάφνη του χρησμού

Θα μείνω εδώ
Οδυνηρά αθροίζοντας το Γαλιλαίο σκότος
Ούτε σε σωτηρία να ελπίζω
Ούτε σε λάμψη νέα
Ν’ αναρωτιέμαι ωστόσο
Μέλλον αν σημαίνει
Ό,τι επιστρέφει στην ακίνητη αρχή

Όλα πρέπει να γίνουν στην εντέλεια
Κανείς μην υποψιαστεί τα προκαθορισμένα
Παράλληλα ή και υπόγεια να κινηθώ
Συμφιλιωμένος με τα βήματά του
Τον ρόλο του τον τραγικό να υποδυθώ
Αμνός κι εγώ
Με της θυσίας το σκοτάδι
Χάρη στην πτώση των θνητών
Δοξάζονται οι θεοί

Μόνο πίσω απ’ την πλάτη μου σαν δω
Τον συνωμότη τον βραχίονα υψωμένο
Να μη δειλιάσω, να μην αμυνθώ
Έτοιμος όντας κι αποφασισμένος
Στου δόρατος τον συριγμό να υποταχτώ

Κι έπειτα ας σκύψουν τα νερά
Κι όπου με πάνε οι βαρκάρηδες
Ας πάω

Από τη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1993) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Γιάννης Γ. Μασμανίδης: [Φανοί θυέλλης αντεστραμμένοι…]

Φανοί θυέλλης αντεστραμμένοι
στα κουρασμένα μάτια.
Αυτή.
Κατρακυλάει απότομα,
πήζει στα στήθια
ο χαμός της,
διασταυρώνεται
θραύοντας αψίδες,
άχρωμες λόγχες,
σβήνει η εκδίκηση
στα μάτια πεθαμένων…
Οι καθρέφτες,
οι καθρέφτες αλλοίωναν το είδωλο,
οι καθρέφτες τη φωνή της,
κι έτσι μόνος
φώναζε:
είσαι νύχτα
είσαι εκείνη η νύχτα…

Από τη συλλογή Ήταν κι η νύχτα (1993) του Γιάννη Γ. Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Γ. Μασμανίδης