Κλείτος Κύρου, Σπουδή δέκατη

[Ενότητα Ενότητα 1: Περίοδος χάριτος
Δέκα σπουδές κι ένας επίλογος
]

Σπουδή δέκατη

Αυτοί που τους θυμάσαι παραμένουνε αθάνατοι ζούσες τόσον καιρό μέσα σε πλάνη ο χρόνος σφάδαζε ανυπεράσπιστος στα χέρια σου λαθρέμποροι ονείρων είχαν αποκόψει τις προσβάσεις έκλεισε κι ο δρόμος προς τη Δαμασκό τα βράδια όταν όλοι πέφτουν στο κρεβάτι εσύ ακολουθείς τους ελιγμούς των λέξεων πώς συνθέτουνε μεθοδικά την ποίηση τα βράδια τώρα αρχίζεις στερεότυπα την προσευχή σου όνειρο ύπνου κόσμημα μοναδικό γνωρίζοντας καλά πως απευθύνεσαι στην έκτη σου αίσθηση

Από τη συλλογή Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα (1992) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Advertisements

Κλείτος Κύρου, Σπουδή τρίτη

[Ενότητα Ενότητα 1: Περίοδος χάριτος
Δέκα σπουδές κι ένας επίλογος
]

Σπουδή τρίτη

Τα γεγονότα δεν έχουνε διαστάσεις την ώρα που τελούνται τις αποχτούνε με τον χρόνο κι όλα είναι γύρω σου σαν να μην είναι άλλωστε έτσι γράφεται κι η Ιστορία τελικά πρέπει να μάθεις πως καμιά θυσία δεν πάει χαμένη και τα βράδια όταν πλαγιάζεις έμφλογος και άγρυπνος ακούγονται τριγμοί στα σανίδια της οροφής καθώς περνούν τα τρένα με λυγμούς

Από τη συλλογή Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα (1992) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Ένας κόσμος θαυμάτων

[Ενότητα Άλλα ποιήματα: Β’]

Ένας κόσμος θαυμάτων

Ξανά και ξανά στα βήματά τους
Στα γαλανά τους βλέμματα που σ’ οδηγούνε προς τη θάλασσα
Μνήμες λανθάνουσες του γένους μας φυλακισμένες
Στα βάθη της Ανατολής ή στους κρυψώνες
Κάτω απ’ τον ήλιο της Καππαδοκίας ξυπνώντας κάθε τόσο
Κάποιους πυρρίχιους ψηλά στα οροπέδια
Κινήσεις ζυγιασμένες δίχως αποκλίσεις
Οργιαστικές φωνές σαν τότε που αλλότριες γυναίκες
Φράζαν το δρόμο μας κι εμείς τις παίρναμε
Για να μας ανεβάζουνε στον έβδομο ουρανό

Κι ύστερα ξεσπιτωμοί και ατέλειωτες περιπλανήσεις
Ν’ αλλάζεις δόγματα θρησκείες ή φορεσιές να συλλαβίζεις
Τη γλώσσα των πτηνών να μην μπορείς αόρατος να γίνεις
Κι ας ρίχνεις φίλτρα μαγικά στο αίμα σου να βάφεσαι
Στα χρώματα του δειλινού και να σε φανερώνουν
Τα ίχνη των πληγών από τ’ αδέσποτα και καταλυτικά
Φιλιά να συλλογίζεσαι πως είναι λίγο θάνατος
Η κάθε μετακίνηση πώς να μεταφερθούνε τέλος πάντων
Τα σκεύη εκείνα για μεγάλα όνειρα
Για μια καινούργια αρχή

Διαδρομή μέσα στο Χρόνο
Και πόσο χρόνο άραγε κρατάει μια διαδρομή
Με φόντο ένα παράθυρο πάνω απ’ το κύμα
Να βλέπει προς την άλλη όψη της αγάπης

Από τη συλλογή Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα (1992) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Ασκήσεις μνήμης

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Παλικάρι στα Σφακιά (με τον Νίκο Ξυλούρη)

[Ενότητα Άλλα ποιήματα: Α’]

Ασκήσεις μνήμης

Ο Μάης του ’68
Ο Δεκέμβρης του ’44
Πιο πρόσφατος ο Νοέμβρης του ’73
Σήμερα ενδείξεις μόνο χρονολογικές
Κι οι επίγονοι επιλήσμονες σαν πάντα

Μη βάζετε πια σημάδια σε λέξεις
Σε σπίτια ερειπωμένα ή σε τραγούδια παλιά
Πάντα θα βρίσκετε το δρόμο σας
Και πάντα θα τον χάνετε
Αναζητώντας κάθε τόσο καινούργιους θεούς

Από τη συλλογή Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα (1992) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Αλέξανδρος Ίσαρης, Περιχώρηση

[Ενότητα Πηγή χαρίτων]

Περιχώρηση

Τα χέρια μου έχουνε το χρώμα της
Μα ντρέπομαι να ’χω καρδιά τόσο λευκή.

Άλλοτε ψηλώνει ως το ταβάνι
Κι άλλοτε την κρατώ στη φούχτα μου
Σαν νεογέννητο πουλί.
Η άνοιξη έφτασε με ματόκλαδα κλειστά
Το ’να σεντόνι πίσω απ’ τ’ άλλο
Και στο τελευταίο ο Ουριήλ που άνοιξε την πόρτα.
Καληνύχτα γιατρέ μου, ψιθύρισε.
Καληνύχτα καρδιά μου.
Στο κρεβάτι η κοιμισμένη μας μέρα
Αναστενάζει και μουγκρίζει.
Από δω κύριέ μου
Γύρνα διαόλου σκύλε, γύρνα να σε δω!
Η γλώσσα μου είναι το σπαθί μου
Οι αναμνήσεις μου ωχρές
Οι μέρες κάτωχρες κύλησαν ως εδώ
Μέσα στην προσμονή χαραμιστήκανε.

Il faut choisir: Mentir ou mourir
Και γέλασε
Ο φίλος ο παλιός που γέρασε
Η αγάπη που ανέβηκε στο τρένο
Ο φόβος που έκατσε στην ψυχή
Εκείνος ο άνθρωπος με την ντροπή
Ο άλλος που μας έφτυσε στο πρόσωπο
Ο Άγγλος που μας πήγε στο νησί
Ο Ιταλός που μας δάγκωσε στην καρδιά
Οι Έλληνες που μπήκανε στη βάρκα
Il faut choisir: Mentir ou mourir
Τι τρέλα!
Τι απίστευτο θέαμα!
Να πετάς πάνω απ’ τα δάση
Και να βυθίζεσαι στην έξαψη
Στη θαλπωρή εκείνου του παλτού
Στο Χορευτό!

Από τη συλλογή Οι Τριστάνοι (1992) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης: Θυμάσαι Ρεγκίνα;

Θυμάσαι Ρεγκίνα;

Τις νύχτες πλάγιαζα νωρίς, Τριστάνε μου
Και σε ονειρευόμουν. Οι δρόμοι πλήγωναν
Τα βήματά μου και σε σκεφτόμουν.
Χιόνιζε στο δωμάτιο, το σώμα έπεφτε
Σαν πυρετός.

Το ξέρω πως θα ξυπνήσω αν ανοίξω
Την πόρτ’ αυτή. Τυλίγομαι με χρώματα
Ακούω τα φαντάσματα
Βλέπω το βράχο να επιπλέει
Στο κεφάλι μου
Που μόλις τον χωρά.
Τη θάλασσα να με παιδεύει.

Κι ο ποιητής;
Έσκασε μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο –
Άνοιξε, γέμισε καπνούς. Φούσκωσαν τα ποιήματα
Τον εκδικήθηκαν.

Η ποίηση είναι μνησίκακη.
Θυμάσαι που σου το ’λεγα, Ρεγκίνα;

Από τη συλλογή Οι Τριστάνοι (1992) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Horror a Manos Llenas

Horror a Manos Llenas

Λοξοδρομώντας βρίσκουμε το σωστό δρόμο.
Πρέπει να συνεχίζεις, πρέπει να προχωράς
Συνεχίζω, λοιπόν, μαθαίνοντας από την ένδεια κι απ’ τη σκιά.

Η χάλκινη πλευρά του απογεύματος
Κι οι πληγωμένοι άγγελοι στην πόρτα
Το πρόσωπο στραμμένο προς το πέλαγος
Και η ψυχή σκυφτή.

Τους κραδασμούς των άλλων αφουγκράζομαι
Κάτω απ’ τα φώτα τής εσπέρας.
Πρέπει να συνεχίζεις, θα συνεχίσω λοιπόν.
Χτίζοντας φράσεις, κι άλλες φράσεις
Με στολίδια και με μαιάνδρους
Με ψεύδη και χειρονομίες άχρηστες
Καμπύλες, τεθλασμένες περιττές
Στης αιωνιότητας τους χάρτες
Κουρδίζοντας τη σκέψη
Κολυμπώντας στις παγωμένες λίμνες του έρωτα
Με μια βαλίτσα να με περιμένει στην αποβάθρα.

Να τι σημαίνει να ’σαι άνθρωπος:
Χούφτες γεμάτες φρίκη.

Από τη συλλογή Οι Τριστάνοι (1992) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Αλέξανδρος Ίσαρης, Το ποίημα της Πλυτώς

Το ποίημα της Πλυτώς

Σιωπή είναι ένας πόνος που αρχίζει
Από το στήθος σαν μοναξιά.

Το μεσημέρι κιτρινίζει
Ρημάζει το δέρμα μου
Μπαίνει στο μυαλό.
Σκόνη σηκώνεται, τα τζάμια στάζουν
Η προσπάθεια αιμορραγεί.

Στηρίξου πάνω μου – είπα στον καθρέφτη.
Θα σε κρατήσω.

Από τη συλλογή Οι Τριστάνοι (1992) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Κατερίνα Καριζώνη, Αφήστε ήσυχα τ’ αγάλματα

Αφήστε ήσυχα τ’ αγάλματα

[Ενότητα Τρεις ιστορίες με αγάλματα]

Αφήστε ήσυχα τ’ αγάλματα στους τοίχους
άρχισαν πάλι ένα-ένα να ξυπνούν.

Χειρονομούν, συμπλέκονται, παλεύουν,
απ’ τον ασβέστη ξεπροβάλλει ένα χέρι
ένα μισοθαμένο πρόσωπο αναδύεται
κι άλλα κορμιά χωνεμένα ξεχωρίζουν
θέλουν να βγουν μα δεν μπορούν
αλλού είναι το πέρασμα, βαθύτερα,
εκεί, στο τραύμα που άφησε ο χρόνος
στο ρήγμα που άνοιξε κάποτε η αγάπη.

Αφήστε ήσυχα τ’ αγάλματα στους τοίχους
και μη ταράζετε τον μαγεμένο ύπνο τους
σκοτώνουν άμα τα ξυπνήσεις, έλεγες,
δεν ξέρουν άλλο τρόπο να υπάρχουν.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Τα παγόνια της μονής Βλατάδων

Μάνος Χατζιδάκις, Μια πόλη μαγική
(τραγούδι: Βασίλης Λέκκας / δίσκος: Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή αγορά (1986))

Τα παγόνια της μονής Βλατάδων

Τι γυρεύουν τα παγόνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων
και τι βλέπουν χρόνια τώρα
κοιτάζοντας από ψηλά την πόλη;

Εδώ οι ψυχές μας συνορεύουν με τη θάλασσα
κι οι πεθαμένοι ζουν ανάμεσά μας
ο ήλιος κατεβαίνει κάθε απόγευμα
λερώνοντας με τη σκουριά του τα νερά,
όταν νυχτώνει
λιγνοί καλόγεροι πάνω σε σκαλωσιές
ξύνουν το σύμπαν
για να φανεί η τοιχογραφία των αστεριών
ενώ άλλοι, ηγούμενοι,
με αρχαίους αστρολάβους και διαβήτες τρίποδους
χαράζουν σύμβολα ανεξήγητα
στους τοίχους του ουρανού.

Τι γυρεύουν τα παγόνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων;
Τις μέρες παίζουν με τα στάσιμα νερά
μέσα σε γούρνες ραγισμένες
τις νύχτες πετούν το φτέρωμά τους
και γίνονται γυναίκες
φορούν φορέματα δίχως ραφές
και βέλα μαγεμένα
και κατεβαίνουν κουβεντιάζοντας στην πόλη.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Το φεγγάρι κι οι τρεις Άραβες

Το φεγγάρι κι οι τρεις Άραβες

Η σκάλα που ακουμπούσε στο φεγγάρι
τι απέγινε;
ποιος το ανάβει τώρα;
πώς ανεβαίνει;

Τρεις μικροί Άραβες ήρθανε στην αγορά.

Ο πρώτος ρώτησε την τιμή του φεγγαριού
ο δεύτερος ζήτησε να μάθει την απόσταση
ο τρίτος έψαχνε μια καμήλα μαγεμένη.

Όταν έπεσε το δειλινό
πέρασε ένας τυφλός γενίτσαρος
κι άναψε τις λάμπες των δρόμων.
Πριν φύγει
μ’ ένα παράξενο χαμόγελο
έδωσε φως και στο φεγγάρι.

Πέρα στο βάθος
έφεγγε μια σκάλα ασημένια
ψηλές γυναίκες ανεβαίναν
κουβαλώντας λάδι σε αρχαία αγγεία
κι άλλες με μαγεμένα φυσερά
φυσούσανε
να δυναμώσει το φως το φεγγαριού.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Οι τρεις πριγκίπισσες

Οι τρεις πριγκίπισσες

[Ενότητα Τρεις ιστορίες κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο]

Τρεις μικρές πριγκίπισσες
ντυμένες με το φως του φεγγαριού
έπαιζαν όλη νύχτα στο χορτάρι
ένα πηγάδι έφεγγε εκεί κοντά.

Σκύβει η μια πριγκίπισσα να πιει νερό
και το νερό γίνεται γάλα
σκύβει η δεύτερη
και το νερό γίνεται χρυσό
σκύβει η τρίτη, η μικρότερη
και το νερό γίνεται αθάνατο.

Περνούσε κι η αγάπη μου και δίψασε
σκύβει να πιει
και το νερό έγινε δάκρυ.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Μαρμάρινη ιστορία

Μαρμάρινη ιστορία

[Ενότητα Τρεις ιστορίες με αγάλματα]

Στην άκρη της πόλης υπάρχει μια εκκλησία
και στην αυλή της μισοθαμένη
μια στέρνα με νερό
στη μέση βυθισμένο ένα κομμάτι μάρμαρο
με μια επιγραφή
που δεν μπορώ να τη διαβάσω.

Τις νύχτες ερχόταν ένα σπασμένο άγαλμα
και μελετούσε την επιγραφή.
«Εδώ υπήρχε κάποτε μια πόρτα
που έβγαζε στον ουρανό»,
έτσι το άκουγα να λέει.

Το άγαλμα άφηνε τα ρούχα του
στα χόρτα να λουστεί
μια άμαξα μαρμάρινη περίμενε απ’ έξω.

Ένας στρατιώτης το πρόσεξε μια νύχτα
κάπνιζε απόμερα εκστατικός και κοίταζε
ως το πρωί το ένα του χέρι είχε γίνει πέτρινο
και κράταγε σφιχτά ένα κλειδί.

Από παντού ερχόταν ο φλοίσβος του αιώνα.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Ιστορία χωρίς όνομα

Γιώργος Χατζηνάσιος & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Είσαι ποτάμι
(τραγούδι: Μαρινέλλα / δίσκος: Για σένα τον άγνωστο (1983))

Ιστορία χωρίς όνομα

Ήταν ένα ποτάμι κάποτε
που κοιμόταν στα χέρια σου
κι άλλοτε έφευγε σιωπηλό προς τη θάλασσα
αφήνοντας πίσω του
ένα φύλλο του φθινοπώρου.
Δεν ήξερα πως δίπλα στην καρδιά σου
χτυπούσε η καρδιά ενός ποταμού
πως ήσουν ποτάμι
πριν γίνεις η αγάπη μου
όπως εκείνα που κυλούν
πλάι στις σιδηροδρομικές γραμμές
που ενώνουν τις μεγάλες πρωτεύουσες
όπως η σιωπή τις μεγάλες σημασίες
κάτω απ’ τη μελαγχολική αυτοκρατορία της βροχής.

Ένα παιδί τρέχει πλάι στα τρένα που περνούν
γυρεύει κάποιο δικό του πρόσωπο
που ταξιδεύει.
Πάντοτε ταξιδεύουν οι αγαπημένοι μας
κι όταν ακόμη είναι κοντά μας ταξιδεύουν
μέσα στο φόβο μας μη χαθούν.

Πάντα μας ταξιδεύει η αγάπη.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Η πρώτη φράση

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Σ’ αγαπώ
(τραγούδι: Μαρινέλλα & Κώστας Χατζής / πρώτη εκτέλεση στο δίσκο Ρεσιτάλ (1976))

Η πρώτη φράση

Την έβδομη μέρα της δημιουργίας
ήρθε μια γυναίκα
κρατώντας ένα κλουβί με καναρίνι
και το κρέμασε σ’ ένα ανθισμένο κλαδί του παραδείσου
ύστερα βάλθηκε να συγυρίζει
σκούπισε τα σκοτάδια από τα τζάμια τ’ ουρανού
τη λάσπη του κόσμου από τα υποδήματα των αγγέλων
έβαλε καπνό
στο ανοιγμένο πλευρό του άντρα
κι ένα περιδέραιο από δάκρυα
στο λαιμό της γυναίκας
τέλος μάζεψε όλες τις φωνές των λουλουδιών
και τις ακούμπησε στα χείλη τους.

Η πρώτη φράση που ακούστηκε στον κόσμο
ήταν «σ’ αγαπώ».

Από τότε πέρασαν αιώνες σιωπής.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη