Χλόη Κουτσουμπέλη, Φάσεις φεγγαριού (III)

Φάσεις φεγγαριού

III

Ήταν μια πανσέληνος κόκκινη.
Ένα συναρπαστικό ολοστρόγγυλο στόμα
κρεμασμένο στον ουρανό,
ήταν μια πανσέληνος κόκκινη,
πυρπολούσε τους δρόμους και τα όνειρα,
κάτω από τα βήματά μου
σιγά, σιγά έλιωνε το πλακόστρωτο του δρόμου.
Ήταν μια πανσέληνος πόνος,
μια πρόφαση,
μια άγραφη μοίρα,
άνθρωποι περνούσαν
άνθρωποι έρχονταν
σαν φάσεις του ίδιου φεγγαριού,
το ποτό αργοσάλευε
παλίρροια από υγρό μεθύσι στο ποτήρι μου,
άνθρωποι έφευγαν,
άνθρωποι χάνονταν.
Κι ήταν η καρδιά μου μια κόκκινη πανσέληνος.
Για όσο διαρκεί μια νύχτα.

Από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα (1990) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Φάσεις φεγγαριού (II)

Φάσεις φεγγαριού

II

Πλανήθηκα στις κατηφόρες
των αποστεωμένων προσώπων,
γλίστρησα σε μοβ παράλληλες
απέφυγα τους σκόπελους
των μαύρων δελεαστικών μαξιλαριών,
ξεκουράστηκα στους άσπρους τοίχους
των κυλινδρικών σπιτιών,
δεν μ’ άγγιξε κανείς
μα ούτε εγώ πλησίασα κανένα,
πού και πού
μερικοί τολμηροί
βούλιαζαν τα δάχτυλά τους
στο πρόσωπό μου
και σαν πείθονταν
πως δεν έχω πρόσωπο,
τότε ανακουφισμένοι
με χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη,
ενώ εγώ ταξίδευα
όλο το βράδυ,
ακροβατώντας
πάνω στα ζαχαρωμένα χείλη ενός ποτηριού
γεμάτου από ουίσκι.

Από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα (1990) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Φάσεις φεγγαριού (I)

Φάσεις φεγγαριού

I

Ταξιδεύω πάνω στη νύχτα,
κατάσπαρτο το γυμνό κορμί της
από πολύχρωμα φωτάκια διαθλασμένων θυμήσεων,
μπαράκια με έντονη την οσμή της σήψης,
φαντάσματα χαμένης τρυφερότητας
ανοίγουν βουβές τρύπες μέσα στο σκοτάδι,
κρύο και κενό,
τρομαγμένες αντιλόπες ο φόβος στα δυο σου μάτια,
όταν πάω να σ’ αγκαλιάσω
γίνεσαι αχνή βροχή,
χάνεσαι μέσα στο τούνελ ενός σαξόφωνου,
διαλύεσαι μέσα σ’ ένα μπλουζ,
γίνεσαι μέγεθος απόστασης,
βεβήλωση και εξαγνισμός,
ένας φραγμός, μια απιστία,
ένα ποτέ, ένα γιατί,
ένας δρόμος,
μια νύχτα.

Από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα (1990) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα (Β’)

Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα

Β’

Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Στη γλώσσα νιώθεις την αλμυρή τραχύτητα της νύχτας που περνά
και στα χείλη την υπόγλυκη προσμονή της μέρας που έρχεται,
παραπαίεις
ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, στο ποτέ και στο ξανά,
στην ψευδαίσθηση και στην απελπισία,
στην τόλμη και στη δειλία.
Τα μεσάνυχτα είναι η ώρα του έρωτα,
αυτού που ζεις ή αυτού που χάνεις,
η εκσπερμάτωση της νύχτας
στα λευκά σεντόνια του πρωινού,
ή ένα μισοτελειωμένο άγγιγμα στο μάγουλο,
από το χέρι του ψυχρού εκτελεστή
με τα χρωματιστά εσώρουχα.
Τα μεσάνυχτα είναι η ώρα που πουλάς ή αγοράζεις,
που παραδίνεσαι ή αποχωρείς.
Είναι καιρός τώρα που κάθε μεσάνυχτα
βάφω μαύρο το κορμί μου
και διαλύομαι στη νύχτα,
ως τα άλλα μεσάνυχτα.

Ήταν η στιγμιαία γέφυρα
(ο χρόνος επιλεκτικός και όλα επιλογές χρόνου)
όταν οι λέξεις μου
απέκτησαν χέρια,
όλα μετριούνται με στιγμές,
στιγμιαίοι πόθοι,
στιγμιαίες ανάγκες,
στιγμιαίες συζητήσεις,
στιγμιαίες μεταγγίσεις
κι ύστερα για πάντα ένα ταξίδι,
ένας μονόδρομος
και ο χρόνος επιχρυσωμένο είδωλο,
τον καίμε πάνω στο βωμό της λογικής,
όμως ξεπηδάει από τη στάχτη
σαν αρχέγονος φοίνικας
και δεν είναι η απώλεια που πληγώνει,
είναι ο χρόνος που εξαντλείται,
η αντίστροφη μέτρηση,
είναι που μάθαμε να ζούμε
μόνο με δόσεις.
Ικανοποιημένοι ιθαγενείς
με γυαλιστερές γυάλινες χάντρες χρόνου
να γλιστρούν ανάμεσα
στα πλεγμένα μας χέρια,
ανάμεσα στις πλεγμένες μας λέξεις,
και το μόνο που μένει
είναι πως κάπου
μίλησες με κάποιον
κάποτε.

Από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα (1990) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα (Α’)

Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα

Α’

Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Είναι η ώρα που αποχαιρετάς τους φίλους
το τελικό τους χαμόγελο σε καταδιώκει στο δρόμο,
πλαδαρή σκιά πάνω στους τοίχους,
είναι η ώρα που θυμάσαι τους εραστές
όχι αυτούς που απόκτησες.
Ανάμεσα σε ακατάστατα κρεβάτια και σκληρά πατώματα,
μα αυτούς που αγνάντεψες
κάποιες νύχτες κιτρινισμένες από όξινο φεγγάρι,
με τρίμματα λεμονιού στην παλάμη
και ματωμένες πληγές ανοιχτού πόθου
να αιμορραγούν τώρα τα μεσάνυχτα.
Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Ξάφνου μετράς και συλλογιέσαι
όχι αυτά που έκανες ως τώρα,
μα εκείνα τα ανεκπλήρωτα,
τα όνειρα, τις πεθυμιές, τα ανέλπιστα,
τα ελπιδοφόρα απελπισμένα,
η μισή νύχτα γίνεται μισή ζωή.
Και η άλλη μισή χάνεται
σκαλωμένη στους δείχτες του ρολογιού,
και ο χρόνος μασκοφόρος δολοφόνος
αμείλικτα πλανιέται μες στη νύχτα.

Από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα (1990) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Μονάχα αν

Μονάχα αν

Αν υπήρχες,
έστω σαν αποσπασματικό φως
ταριχευμένου φεγγαριού σε μαυσωλείο,
χωρίς οστά και σάρκα,
χωρίς τέλος, χωρίς σύνορα,
τότε και τότε μόνο
ίσως μπορούσα να σ’ αγαπώ
και τα βράδια να σε κλειδώνω
στο μικρό φιλντισένιο μου κουτί,
με ηρεμία δεσμοφύλακα
γιατί τότε θα ’ξερα
πως κι αν ακόμα με πλημμυρίσεις
και έξω ξεχυθείς,
θα ’ξερα πως δεν θα μπορούσα να πνιγώ
στο λιωμένο, ορειχάλκινο κορμί σου,
γιατί μέσα μου
θα σ’ είχα εξημερώσει
κι έτσι αργά θα σε σκότωνα
αγαπώντας σε τόσο.

Από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα (1990) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Διαφορά χρωμάτων

Διαφορά χρωμάτων

Το μοβ μου
σαν ανάσαινε
άφηνε μικρές κραυγές βελούδου,
μα ήταν το κίτρινό σου
κοφτερό και κρύο
δεν έκλαιγε, διαπερνούσε
και όταν πονούσε
άστραφτε με το σκληρό του φως,
κάθε που η νύχτα
χαϊδευότανε στα πόδια μου,
βύθιζα τα δάχτυλά μου
στη μαλακή μαύρη της σάρκα
και τα έγλειφα,
μα εσύ δεν καταλάβαινες,
την αλυσόδενες, την κατακτούσες
κι ύστερα της κρεμούσες
μια ταμπέλα στο λαιμό
και την αρχειοθετούσες.
Σαν άρχιζε το μοβ μου σιγά-σιγά να χάνεται
το πρόσωπό μου να στραγγίζει
και τα δάχτυλά μου αργά-αργά να κιτρινίζουν,
χαιρόσουνα,
κι όταν το κίτρινό μου
έγινε λείο σαν ατσάλι
και ο χορός της φωτοσύνθεσης
έκανε επιτέλους έναν κύκλο,
τότε μου κρέμασες μια ταμπέλα στο λαιμό
κι έτσι με αρχειοθέτησες
σ’ ένα δωμάτιο, σε μια νύχτα της ζωής σου.

Από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα (1990) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Υστερόγραφο δεύτερο

[Ενότητα Υστερόγραφα (1985-1988)]

Υστερόγραφο δεύτερο

Ξέχασα κάτι να σας πω και για τις λέξεις.
Έτσι καθώς απερίσκεπτα παίζουμε μαζί τους,
είναι σάμπως ν’ ανακατεύουμε μια τράπουλα.

Η Ποίηση δεν οικοδομείται μοναχά με λέξεις.
Ούτε κι οι πύργοι στήνονται με τραπουλόχαρτα.

Αντί λοιπόν να ψήνουμε ομελέτες με τις λέξεις,
θα ’ταν σοφότερο να τις ταξιθετούσαμε
σα φαντάρους κατ’ αυστηρή αλφαβητική σειρά.

Επί τέλους, κάποτε και τα λεξικά χρειάζονται,
τιμητές λεκτικών τεράτων που ατακτούνε.

Φυσικά, θα μας πούνε και «ξεπερασμένους»,
αν κάτι λέγαμε και για συντακτικό ή γραμματική,
γι’ αυτά τα σκωληκόβρωτα έντυπα του παρελθόντος.

Ας μένουν ξεχασμένα στη μαθητική μας σάκα,
άχρηστες βακτηρίες του παραπαίοντος Λόγου.

Αύγουστος 1987

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Υπόμνηση

Υπόμνηση

Μνήμη Κώστα Γαρίδη

Πρέπει να τον μαλώσει πάλι.
«Μίλησε λοιπόν» του φωνάζει «πες κάτι
χαμογέλασε, έστω,
κοίταξέ με
θαρρείς πως δε σε παρακολουθώ;
Το μυαλό σου όλο στην Αίγινα
κι είναι πέντε χρόνια τώρα που λείπεις».

Το συγκεκριμένο ποίημα του Γιώργου Στογιαννίδη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό το τραμ (τεύχος 15, Νοέμβριος 1990).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Πικ νικ

Πικ νικ

Οι επισκέπτες θα παίρναν μαζί τους
όλα τ’ απαραίτητα.
(βελόνες, κλωστές, ένα τόπι του τένις
κι εκείνη τη σπασμένη κούκλα
που σαν ζουλούσες
έβγαζε ένα «αχ» από μέσα της
και την παίρναν τα δάκρυα αμέσως)

Το συγκεκριμένο ποίημα του Γιώργου Στογιαννίδη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό το τραμ (τεύχος 15, Νοέμβριος 1990).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Εσύ δε θα ’σαι

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Κράτα λίγο ακόμα
(ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Εσύ δε θα ’σαι

Εσύ δε θα ’σαι του κόσμου αυτού
μιλάς μιαν άλλη γλώσσα, δε σε καταλαβαίνω,
τα μάτια σου ονειρεύονται, δε βλέπουν
σα να μην έχεις σάρκα, αέρας είσαι
κι όμως υπαρκτή.
Σ’ ακούω τη νύχτα μουσική που αγρυπνώ
ανεβαίνεις ολοένα με κατακλύζεις φως.

Θα πρέπει να ’χεις υποφέρει πολύ.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Γιώργου Στογιαννίδη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό το τραμ (τεύχος 15, Νοέμβριος 1990).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Ελευθερία

Ελευθερία

Να σε ζωγραφίσω ήθελα
όταν το πρωί ξυπνούσα
με τα μάτια κλειστά
ελεύθερος
ύστερα από πολλά ξενύχτια
από δοκιμασίες σκληρές,
αλλιώς τι θα ’σουν;

Το συγκεκριμένο ποίημα του Γιώργου Στογιαννίδη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό το τραμ (τεύχος 15, Νοέμβριος 1990).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Σάκης Σερέφας, Ο φιλημένος

Ο φιλημένος

Μοναχική επιστροφή μπρος στα σκαλιά, χαράματα:
«καλώς το πριγκιπόπουλο»
λέει το πνεύμα του σπιτιού
τραβώντας μ’ ένα πλοκάμι του τη βαλίτσα πιο μέσα
«έμπα βασιλοπούλα μου»
αναφωνεί η λάμπα του διαδρόμου
με το κακάδι μιας βδομάδας πάνω της να πυρακτώνεται
να στάζει αμέσως εκτυφλωτικό

«να ’μαι λοιπόν στο σπίτι μου»
αναλογίστηκε ο φιλημένος βάτραχος
και μπήκε.

Από τη συλλογή Με την ψυχή στο στόμα (1990) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Κατερίνα Καριζώνη, Παπάφειο

Παπάφειο

Καμιά φορά τις νύχτες που χιονίζει
πετούν θροΐζοντας ανάμεσα απ’ τα δέντρα
τα ορφανά του προηγούμενου αιώνα.

Τότε ανάβουνε τα φώτα στο Παπάφειο
ξυπνούν οι επιστάτες με τα γκρίζα νυχτικά
οι φύλακες των θλίψεων του αιώνα μας
ξεχύνονται σε δρόμους που χαθήκαν
αναστατώνοντας την πολεοδομία των καιρών
ρωτούν για τα ορφανά που δεν μεγάλωσαν
τα χάδια που δεν δόθηκαν
στα μουχλιασμένα τους κρεβάτια.

Τις νύχτες που χιονίζει μέσα στα όνειρα
πετάει σαλπίζοντας ανάμεσα απ’ τα σπίτια
εκείνη η μπάντα των αδέσποτων παιδιών
σκορπίζουν φυματίωση και πούδρα
γυρεύουν ένα νόμισμα παλιό
ή ένα πένθιμο κομμάτι κέικ
από τα τσάγια των φιλοπτώχων κυριών
που ακόμη οργανώνονται αθόρυβα
στις γκρεμισμένες αίθουσες
του 19ου αιώνα.

Από τη συλλογή Πανσέληνος στην οδό Φράγκων (1990) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Δημήτρης Καλοκύρης, Χρώματα του υγρού ζώου (I)

Χρώματα του υγρού ζώου (I)

Με κέρματα που αντηχούν σαν συζυγίες αστερισμών
(αν γίνεται να φανταστείς συναλλαγές
με αστρολάβους και πυξίδες
στα χρηματιστήρια)
εξαγοράζεις μια νύχτα στο αργυρό της σεντόνι∙

κι όπως λύνει την εύκρατη ζώνη της
να σε πάρει στη Γη του Πυρός που ανατέλλει
αναγνωρίζεις να βρέχουν το σώμα της πόλης
αρτηρίες ανέμων
μυριάδες κεραίες αναδεύοντας νήματα
μιας πυκνής επουράνιας υφαντουργίας
που τυλίγει τα υπέρογκα μέγαρα
τις φαιές χειροποίητες συμπληγάδες.

Κάποιας μορφής ελληνικά στις Δυτικές Ινδίες.

Ο Αρπακτίας, ο Λευκόνοτος Αργέστης,
καιροί της Ανταρκτίδας
στα παγωμένα ιδιώματα των Παταγόνων
στρυμονίες, ανεμόβροχα, ζέφυροι
κεκαυμένοι βοριάδες θροΐζοντας
ρούμι της Γουιάνας, μπαρούτι, γουταπέρκα
οροσειρές λιπαρά περιττώματα
των πουλιών γουανό ή κακάο,
ξύλο πολύτιμο μπακάμι βραζιλιάνικο
κοχλάζοντας να βάψει τα ιστία των κατακτητών,
καταιγίδες από τα δάση της Αμαζονίας:

Οι πνοές της Ιππολύτης και της Πενθεσίλειας
από τον Σκάμανδρο ν’ αναταράζουνε τον Ορινόκο.

Από τη συλλογή Χρώματα του υγρού ζώου (1990) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης