Κωστής Μοσκώφ, [Το χέρι σου μελετούσε όλη νύχτα…]

[Ενότητα 1]

«ένα αρχαίο κλάμα
μας ενώνει…»

(Y. Amicai – «Love Poems»)

Το χέρι σου μελετούσε όλη νύχτα
χειρονομίες που δεν τόλμησες
«από ένα τριμμένο εγχειρίδιο», ερώτων…

Η σελήνη μάς έδειξε και τα επτά της πρόσωπα∙
– με ποιο, άραγε, πάλι θα με αγαπήσεις;

Είχαμε περισσότερο απ’ όλα τα όνειρα∙
τώρα
πρέπει να αποδώσουμε δικαιοσύνη,
στοιβάζοντας
Πράξεις βαριές…

Από τη συλλογή Για τον Έρωτα και την Επανάσταση (1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κωστής Μοσκώφ

Κωστής Μοσκώφ, [Ποιοι βγήκαν των Βαΐων…]

[Ενότητα 1]

Ποιοι βγήκαν των Βαΐων
να με δεχτούν;
Ποιοι με αλείψαν μύρο τη ματιά τους
τις παραμονές των Αγίων;
Ριπές οι μνήμες – χαρακιές
και το μπλουτζίν αγριεμένο…

Αυτό το μήνα η πανσέληνος
είναι τυφλή∙
στον τόπο μου ξένος
– ούτε Αφέντης ο Θεός
ούτε ο Αγαπημένος…

«Λεμονάκι, λεμονάκι μυρωδάτο…»

Ποιος λοιπόν θα βάλει
τα παιδιά να κοιμηθούν;
Ποιος θα πυκνώσει τα όνειρα;
Η ποίηση,
Πράξη καιρών
λυπημένων…
Βάζω στις λέξεις πυρκαγιά
να φωτίσω το σκοτάδι μου…

Από τη συλλογή Για τον Έρωτα και την Επανάσταση (1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κωστής Μοσκώφ

Κωστής Μοσκώφ, [«Περίμενες τους φανοστάτες να ανάψουν»…]

Γιώργος Ανδρέου, Ζωή δεν είναι
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Μυστήριο τραίνο (2006))

[Ενότητα 1]

«Περίμενες
τους φανοστάτες
να ανάψουν».
Και κάποιον, τέλος,
«τοις κείνων ρήμασι πειθόμενον»∙
«με ένα πουκάμισο καλοπλυμένο»
να περάσει
οδεύοντας
για το ικρίωμα…
«Όμως κανείς δεν πέρασε»
– οι φανοστάτες δεν ανάψαν
η πόλη δεν είχε κτιστεί
και Εσύ
δεν είχες ποτέ αγαπήσει…

Από τη συλλογή Για τον Έρωτα και την Επανάσταση (1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κωστής Μοσκώφ

Κωστής Μοσκώφ, [Ο έρωτας δεν ήταν…]

[Ενότητα 1]

Ο έρωτας δεν ήταν για μας γέφυρα∙
τρόμαξες∙
έμεινες μόνη στη σκοτεινή όχθη∙
– και εγώ
σε περιμένω από την εποχή του χαλκού.

Ποιος σήκωσε τα κύματα
και τους ανέμους;
Ποιος γέννησε την ιστορία
δίχως πρόσωπο;
Ποιος σε έριξε
ακόμα ζωντανή μες στους νεκρούς;

Έχω ανάψει την πυρά
να ζεστάνω
τον κόσμο όλο
με την αγάπη μας.

Πότε θα έρθεις;

Από τη συλλογή Για τον Έρωτα και την Επανάσταση (1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κωστής Μοσκώφ

Κωστής Μοσκώφ, [Αρχαίες φωνές πηγάζουν μέσα μου…]

[Ενότητα 1]

«Ποιος θα βρεθεί να κλάψει;»
Ά. Αλεξάνδρου, «Προχτές»

Αρχαίες φωνές πηγάζουν μέσα μου∙
η Επανάσταση
κοιμάται
στα ανάπηρα σκέλη του χρόνου…
«Ποιος θα βρεθεί να κλάψει;»
Το ταξίδι τελείωσε,
το ταξίδι ποτέ δεν έγινε∙
όλα από καιρό έχουν σιγήσει…
Είμαι μία σχισμένη ταυτότητα
κομματική
– ο έρωτας ανύπαρκτος
Σιωπή η ιστορία…

Από τη συλλογή Για τον Έρωτα και την Επανάσταση (1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κωστής Μοσκώφ

Θέμης Λιβεριάδης, Υπόδικος αλήθειας άνευ ελαφρυντικών

Υπόδικος αλήθειας άνευ ελαφρυντικών

Του Συμεών που είναι κι αυτός μοναχός

Από μικρός το ήθελα ν’ αξιωθώ
τη γυναίκα και τον άντρα γυμνούς
σε κείνες τις στιγμές που είναι μόνοι
και προσπαθούν να ενωθούν
καλύτερα αν τους προλάβαινα ντυμένους
και έβλεπα απ’ την αρχή
αυτό που ίσως φαίνεται ασήμαντο
τη διαδικασία της Αποκαλύψεως
ν’ αφουγκραζόμουν τους σφυγμούς και τους ψιθύρους
προσέχοντας τις φλέβες και τη γλώσσα
την κοσμογονική διαστολή στις ρώγες και τις κόρες
όταν ο λόγος δεν υπάρχει
μόνο οι φθόγγοι και τα βογγητά μέχρι το τέλος
προπαντός στο τέλος
καθώς ολοκληρώνεται η γνώση και καθορίζεται η σχέση
και διάφοροι μηχανισμοί ή τα ανθρώπινα τα χέρια
κλείνουν αργά αυτό που ονομάζουμε αυλαία
στο τελειωμένο έργο της Ζωής
στο σύνορο της αγωνίας
όπου δεν ξέρουνε πώς παίξαν
και περιμένουν χειροκρότημα
ή την αμείλικτη Σιωπή που μαστιγώνει

Θαρρώ πως κάτι τέτοιο δε συνιστά πλημμέλημα
είναι η στύση προς τη γύμνια της αλήθειας
μακριά από τη σκόνη των βιβλίων
έξω από τους διαδρόμους των μουσείων
μονάχα που αυτό έπρεπε να ’χει γίνει από χρόνια
τώρα αυτοί εφέτες και αφέτες
με πλήθος ψευδομάρτυρες που κατεβήκαν απ’ το τραμ
κρίνουνε απολιθωμένοι
πως παίζω ακόμα το κουτσό

Θέλω κάτι ακόμα τόσα χρόνια
να ξέρω πότε ακριβώς
σε ποιο πλευρό της αγρυπνίας
με βρίσκει καίρια ο ύπνος
αυτός που λέγεται μικρός
και να προλάβω τη στιγμή
να κλείσω μόνος μου το Φως

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1958-1988 (1989) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Τον τελευταίο καιρό

Τον τελευταίο καιρό

Τον τελευταίο καιρό
έβλεπα μέσα τους
ο τελευταίος καιρός
γεμάτος φωνές
σφιξίματα χεριών
σα ν’ άρχιζε ή
σα να τελείωνε κάτι
κι εγώ διαφανής
τώρα
που τελειώνει ο τελευταίος καιρός
σκέπτομαι πως έζησα
καλύτερα από ένα σκύλο
και περισσότερο

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1958-1988 (1989) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Το σπίτι και τα αισθήματα (V)

Σπύρος Παππάς & Γιάννης Αργύρης, Μην κουραστείς να μ’ αγαπάς (τραγούδι: Λάκης Παππάς, 1972)

Το σπίτι και τα αισθήματα

V

Στον Γιάννη Ρίτσο
που το απάγγειλε με συγκίνηση στο Γαλλικό Ινστιτούτο

Σήμερα θέλω να ’ρθεις στην κάμαρά μου
Να ντυθείς πολλά χαμόγελα και μια ποδιά
Και ν’ αρχίσεις τη δουλειά – πολλή δουλειά
Να τραβήξεις τα παράθυρα
Να πάρεις τα καλύμματα των επίπλων
Να φέρεις σκούπες και ξεσκονόπανα
Να τα σκεπάσεις όλα μ’ ένα γκρίζο πανί
Να σκορπίσεις εφημερίδες και παλιές ημερομηνίες
Ν’ ανοίξεις και τις πόρτες
Να κατεβάσεις στο δάπεδο τα πολύφωτα
Να με σηκώσεις ψηλά – πολύ ψηλά
Να μου φωνάξεις δυνατά πως μ’ αγαπάς

Μέσα στην τόση ακαταστασία
Μέσα στην προσμονή μιας μελλοντικής καθαριότητας

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1958-1988 (1989) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Εν έτει 1986 υφιστάμενος

Εν έτει 1986 υφιστάμενος

Κάθισε ανάμεσό μας στο τραπέζι
είπε να σταματήσουμε αυτήν τη μουσική
διάλεξε τη μεγάλη καραβίδα
της τσάκισε τα πόδια
όπως παλιά το χέρι του
ρούφηξε το κρασί ως κάτω διψασμένος
και κάρφωσε το βλέμμα του στην όμορφη
χάρισε μου είπε βραχνά τ’ ονοματάκι σου
εκείνη έπαιζε τη δύσκολη
της έπιανα κι εγώ το γόνατο κάτω απ’ το τραπέζι
ίσως σε λεν Ελευθερία μουρμούρισε
και μες στα μάτια του χύθηκε αίμα
άμα σε βάλω από κάτου
μπορεί και να σε βαρεθώ
όπως αυτοί που σε πλαγιάζουν

έκανε πέρα την καρέκλα
πετώντας πάνω στ’ αποφάγια 165 γρόσια
για τόσο μέτρησε αυτόν τον ρεφενέ

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1958-1988 (1989) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Μαρία Κυρτζάκη, Ημέρια νύχτα (ΙΣΤ΄)

[ ΙΣΤ’ ]

Οι τρόποι μου είναι άξεστοι
της επαρχίας
τα δάχτυλα στραβώνουν
κι η ομιλία τους σαν σπαστικού.
Με την εικόνα μου ιδέα δεν έχω τι γίνεται
– φωτογραφίες κάποτε αβέρτα.
Μα όταν μ’ άγγιξες
(Τα πρόσωπα όλα έγιναν γραμμές
Οι όμορφες ασχημύναν)
Έμεινα εγώ
Στη μέση της πλατείας
Σαν σιντριβάνι

Από τη συλλογή Ημέρια νύχτα (1989) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Ημέρια νύχτα (Θ’-ΙΑ’)

[ Θ’ ]

Έρχεται προς εμένα
– και υποχωρώ
Με τα τεράστια φτερά του κάνει ουρανό.
Βυθίζομαι στην κόλασή του
Σαν θέρμες να τον πιάνουνε
σαν να ’μαι στο καζάνι του η φωτιά.
Δροσίζεται επάνω μου
Με γεύεται σαν παγωτό χωνάκι
σαν κάτι ξένο.
Δεν με τολμά ολόκληρος να με τυλίξει
απ’ τα βυζιά μου το αίμα να γευτεί.
Θέλει μαχαίρι να μου μπήξει στην κοιλιά
μέσα μου να χωθεί
με πρόσωπο και σώμα

[ Ι’ ]

Το σάλιο του ρουφώ Το αίμα του
Τον λόγο του σαν έρωτα στοιχειώνω
Με τριγυρνάς κι αέναα υποσκάπτεις με
Σαράκι μου Πολύχρωμο πουλί μου
κυλάνε τα νερά μες στα ποτάμια τους
το δέρμα μου σαν νύχτα αλωνίζεις

Ρυτίδα λυγμική Με σφράγισε

[ ΙΑ’ ]

Οι φθόγγοι περισσεύουνε
Οι λέξεις μου ασούμπαλες
Κι εγώ σαν έφηβη
σε ρούχο αμερικάνικο

Από τη συλλογή Ημέρια νύχτα (1989) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Ημέρια νύχτα (ΣΤ’-Η’)

[ ΣΤ’ ]

Τον θάνατο ζητά στο σώμα μου
Και απαλά τα χείλη μου κλειδώνει
Μην του ξεφύγω

[ Ζ’ ]

Πάνω μου απλώνεται. Σαν ουρανός.
Ύστερα γέρνει δήθεν ταπεινά
στην πλάτη στην κοιλιά
σαν μέταλλο χυτό στους ώμους μου.
Με ντύνει.

[ Η’ ]

Έχει διαλέξει τρόπο βάρβαρο.
Εκ της σαρκός μου σαρξ και εκ του αίματός μου
ούτος εστί.
Αρχίζει απ’ τις πατούσες.
Ανάποδα.
Σαν αίμα.
(Αιμορραγεί ολόκληρος και με φοβάται
Ευλαβικά μου αντιστέκεται σαν σε ναό)

Τα πόδια μου ορθώνονται Τεντώνουν
Αργά κυλά Δεν βιάζεται
Ανεβαίνει.
Κάπου στη μέση χύνεται ωκεανός.
Πριν φτάσει στο λαιμό
έχει ντυθεί στο κόκκινο
Και με βελούδο φθόγγο

Από τη συλλογή Ημέρια νύχτα (1989) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Ημέρια νύχτα (Α’-Ε’)

[ Α’ ]

Είδα τον άντρα σαν αρχάγγελο
— με τη ρομφαία
Σαν θάνατος μ’ αγκάλιασε

[ Β’ ]

Εσύριξε στο σώμα μου τον φόνο
Μου έκλεψε την ενοχή

[ Γ’ ]

Με περιμένει απών.
Σαν κίνηση μελετημένη
σαν βήμα που ηδονίζεται αργόσυρτα
σαν χέρι
που όλο τείνει να μ’ αγγίξει

[ Δ’ ]

Τα μάτια του στα μάτια μου φορά
Τα μάτια μου απασχολεί στα δάχτυλά του
Απεποιήθη όλα τ’ άλλα του χρυσαφικά.

[ Ε’ ]

Η καλοσύνη του σαν νύχτα με χωράει
Ο έρωτάς του σαν σώμα αφίλητο.
Από το βάθος της ημέρας με πλησίασε
άντρας σαν φύσημα ανέμου
τους κόκκους μου σαν στρόβιλος εμπέρδεψε
σύννεφο απλώθηκα να τον χωρέσω.

(Σαν έρημος το θαύμα μου περνώ στην ιστορία)

Από τη συλλογή Ημέρια νύχτα (1989) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Γιώργος Καλιεντζίδης, [Δεν έχω άλλη θέα από τα μάτια σου…]

Δημήτρης Ζερβουδάκης & Μάριος Μήτσιου, Κλείσ’ τα μάτια σου και κοίτα
(με τον Δημήτρη Ζερβουδάκη / δίσκος: Κλείσ’ τα μάτια σου και κοίτα (1998))

Δεν έχω άλλη θέα από τα μάτια σου.

Καθρεφτισμένη στην άκρη της σιωπής η απόγνωση.
Στα ασάλευτα χείλη μου ικεσία ανεκπλήρωτη.
Γονυπετής, μέσα στο γόο της θάλασσας, πλαταίνει
ο νους μου και χωρεί τη ζωή μου
κλεισμένη ως ήταν στου κορμιού τον κύκλο.
Ξετυλίγεται και χάνεται.
Κραδαίνοντας… νου και… σώμα!
περνώ στο πλαίσιο της μέρας. Τα μάτια μου
παίρνουν την όψη παράθυρου
ορθάνοιχτου σ’ ανέμου καλέσματα.

Σας αναφέρω πως οι ακροβολιστές
βρίσκονται από ώρα στις θέσεις τους.

Από τη συλλογή Εσωτερική έφοδος (1989) του Γιώργου Καλιεντζίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καλιεντζίδης

Μαρία Καραγιάννη, Εγώ σ’ επισκέπτομαι

Εγώ σ’ επισκέπτομαι

[Ενότητα Μυστική δίοδος, Ι (1980-1986)]

Όταν τα ρούχα σου αίφνης
μοσχοβολάνε κέδρο
και με θυμάσαι ανεξήγητα
ή το πρωί ξυπνάς σ’ ένα δωμάτιο
με ήσυχη θάλασσα
και γύρω σου πετάν ιδρωμένα φύλλα
εγώ σ’ επισκέπτομαι

Από τη συλλογή Μυστική δίοδος (1989) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Όταν ανάβουν οι καθρέφτες

Όταν ανάβουν οι καθρέφτες

[Ενότητα Μυστική δίοδος, Ι (1980-1986)]

Όταν τη νύχτα ανάβουν οι καθρέφτες
κι όλες οι μνήμες
οι φωνές που εξόρισες
παραβιάζουν βάναυσα τις κλειδωμένες πόρτες
του ύπνου σου
έρχονται λάμποντας αυτοί που αγάπησες
με όλα τα δώρα σου θρυμματισμένα
σε κυνηγούν
πριν μπεις στο σώμα σου
ψυχούλα σαστισμένη
με ένα φτερό να καίγεται ακόμα στο όνειρο
το άλλο φτερό να τριγυρνάει σπασμωδικά
στην κάμαρα

Από τη συλλογή Μυστική δίοδος (1989) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Ποίημα αγέννητο

Μάνος Χατζιδάκις, Η Μαριάνθη των ανέμων
(τραγούδι: Νένα Βενετσάνου / δίσκος: Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς (1983))

Ποίημα αγέννητο

[Ενότητα Μυστική δίοδος, Ι (1980-1986)]

Όπως ο έρωτας
όταν αρνιέται τον σπασμό
με πιλατεύεις
ποίημα αγέννητο

κι εγώ μια πόρνη
παζαρεύω τα ψιμύθια μου
με τον άχραντο άρτο και οίνο σου

Από τη συλλογή Μυστική δίοδος (1989) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Τα κρατημένα λόγια

Τα κρατημένα λόγια

[Ενότητα Μυστική δίοδος, ΙΙ (1987-1988)]

Να ειπωθούν παρακαλώ Σε
όσα προλάβω κι όσα δυνηθώ
Ν’ ανοίξει λίγο περισσότερο
η στομωμένη αρτηρία,
να τρέξουν πιο ανεμπόδιστα
μαζί με το αίμα
τα κρατημένα λόγια
Έστω από λίγους
ν’ ακουστούν∙ που ακόμα
πιο ανήμποροι από μένα
και σαν απορημένοι
τα κουβανούν σε κόμπους
ανομάτιστους
κι ο λόγος τους λειψός
κι η αγοραία γλώσσα
αλογάριαστα τους μαχαιρώνει
δίχως βάλσαμο

Από τη συλλογή Μυστική δίοδος (1989) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Η φροντίδα

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος: Καίγομαι, καίγομαι
(τραγούδι: Σωτηρία Λεονάρδου / δίσκος: Ρεμπέτικο (1983))

Η φροντίδα

[Ενότητα Μυστική δίοδος, Ι (1980-1986)]

Με βουλιμία
φροντίζω τη σάρκα. Ν’ αφανίσει
ο όγκος της
κάθε αναπόληση
της ιερής πυρκαγιάς
Αναπνέω με τους πόρους
κάτω απ’ το δέρμα. Κανείς
να μην ξέρει
τη δίοδο

πώς κατευθύνω τις καύσεις
πώς μεταμορφώνω το πρόσκαιρο
πρόσωπο
σε διαρκές προσωπείο

Από τη συλλογή Μυστική δίοδος (1989) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Γιατί αφέθηκα

Γιατί αφέθηκα

[Ενότητα Μυστική δίοδος, ΙΙ (1987-1988)]

Γιατί αφέθηκα στο τρομερό
και είδα
και λιποτάχτησα με τα ρούχα, τη σάρκα μου
να καίγονται
γι’ αυτό παραμιλώ όταν με πλησιάζει
πάλι
και το ξορκίζω και υπόσχομαι
να μην επαναπαύομαι
και δραπετεύω σε κήπο
αλλοτινό

εκεί να ξεχαστώ για λίγο

Από τη συλλογή Μυστική δίοδος (1989) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη