Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Δάκρυα των ματιών

Δάκρυα των ματιών

Η λίμνη της παραμυθένιας Καστοριάς (με τους γουναράδες,
με τις εκκλησίες σαν κοσμηματοθήκες, με τ’ αρχοντικά)
όλ’ η έκταση του νερού πο’ ’χει ο ποιητής μπρος στα μάτια του,
αγναντεύοντας μαρμαρωμένος απ’ τ’ Απόζαρι, το Τειχιό και το Απόσκεπο,

Όλο το νερό ίσαμε τα καλάμια και την εκκλησιά του Δισπηλιού,
που φαίνεται απ’ τα παράθυρα του γέρ’ οπλαρχηγού στον Ντουλτσό,
το νερό π’ απ’ τον Αϊ-Θανάση στην κορφή του βουνού της Χελώνας,
βλέπει ο χριστιανός ν’ αποκόβει το Μακροχώρι και το Παλιόρεμα,

η λίμνη έως πέρ’ απ’ την άκρη της Παναγιάς της Μαυρώτισσας,
γέμισε από τα δάκρυα ενός που τίποτα δεν έκαμε σωστό.
Όταν λιωμένος μέσα στα δάκρυα, ώστε να μοιάζει σαν αντάρα,
είδε αυτός πως πάλι με την αλμύρα τους κάμαν τ’ ανάποδο,

δίνοντας νερό ακατάλληλο για τ’ άλλα ψάρια και το γουλιανό,
για τη βοσκή των αρχοντοκόριτσων πουλιών της λίμνης,
ανέβηκε σ’ ένα ψηλό καμπαναριό και βάλθηκε να σημαίνει.
Γλυκός τόσο ήταν ο αχός της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης,

ώστε κάθε φορά, που άγγιζε το γλωσσίδι το χυτό μέταλλο,
χυνότανε κι ένα τσουβάλι ζάχαρη για να γλυκάν’ η λίμνη.
Τη γλύκα τούτη γεύονται εκείνοι π’ αναπαύονται, πέρα στ’ αμπέλια,
«τόση γλύκα μόν’ η αγάπη μπορεί να ’χει που τη ζητούσα κι άλλαξα».

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ατένιση θησαυρού

Ατένιση θησαυρού

Ο πεθαμένος άνθρωπος είν’ ένας λίθος πολύτιμος,
το ζώο τον κατέχει σαν κοιτά τον αφέντη του,
δίχως τη δύναμη να μιλήσει βυθισμένο στη σιωπή,
στο δάσος το μεγάλο που ευωδιάζει χαρά.

Εκείνο που ελπίζουμε δεν είναι ν’ αποκτήσουμε
το θησαυρό που λαχταράμε στ’ αντίκρισμά του,
αρκεί και μόνο η ματιά για τον περίπατο,
των ψυχών έξω από τις κάμαρες.

Ο δρόμος όπου χαιρετιόμαστε μοσκοβολά,
από τις βλαστικές ουσίες του δάσους που στάζουν,
ρυθμικά ανθίζοντας έξω απ’ τα όργανα,
αιώρες του έρωτος κρεμαστές απ’ τα κλώνια.

Τα πρόσωπα ξαπλώνουν εκεί κι ονειρεύονται,
ξεχνώντας των σκοτεινών σωμάτων την αριθμητική,
μπορούν και διακρίνουν την πολύτιμη ποιότητα
του λίθου, με τα μάτια τ’ άγρυπνα του νου.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ανάμνηση

Ανάμνηση

Ανάμνηση ενός ανθρώπου
στιγμές που σβήσαν με την ευκολία του σχηματισμού τους
δεσμώτες στον κύκλο των περιστατικών.
Ποτέ δεν ενεργούμε περισσότερο ώστε να σταματάμε,
λίγο μπορεί να καταλαγιάζουμε τη δράση μας
απορία για την κατασκευή.
Θάλασσα πέφτει σε κύματα η σταθερότητα
πόση αγωνία ώστε να μας σκεπάσει η διάρκεια
ξεχνούμε την ατομική ονομασία της
κλονισμός της συνέχειας της ζωής
εντυπωμένες ποιότητες της ύλης αναφέρω,
νερά αγαπημένα όραμα της θάλασσας,
αγκαλιά ποταμού μαξιλάρι της λίμνης
δέντρο της βλάστησης, πλάτανος, πράσινο
διάπλαση της γης στα μύχια.
Ουρανού προστασία φωτισμός της Σελήνης
άνεμος που τον διψά η αναπνοή
γνώριμο πλοίο με ξύλα προσάρμοσαν
σώμα ανθρώπου ράχη και πρόσωπο.

Χρωματιστές κορδέλες που πλέκονται στα μαλλιά
πράσινο και καφετί, μαβί και κίτρινο
πηγή προσκυνήματος, προσευχή στην εικόνα.

(1940)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αίσθημα

Αίσθημα

Δεν είναι ψέμα ο μύθος,
αρκεί να κοιμήσουμε το φίδι
προπατορικό εχτρό του ανθρώπου,
όσα επαγγέλλεται περί ουρανού.

Ανοίγω το παράθυρο κι έρχεται,
δικό μου τ’ αγαθό σύννεφο,
τ’ ακαθόριστο κι άπιαστο σχήμα του,
δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία στα ζώα.

Το μοσχάρι με το δέρμα ξανθό,
ο σκύλος με τα υποταχτικά μάτια,
φυλάγουν όλη την άπειρη αλήθεια του,
γι’ αυτό και λογαριάστηκαν Θεοί, κάποτε.

Τα πρωτοξύπνητα μάτια τ’ ανθρώπου,
που αγκαλιάζει την ευφορία του σύννεφου,
η χωμάτινή του καρδιά γεμίζει
με τη χαρούμενη ελπίδα της βροχής.

(1936)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αγών ψυχής

Αγών ψυχής

Μόνος μέσα στου ονόματός μου τη φυλακή,
παρ’ όλο τον ήλιο τον πλούσιο της ημέρας,
στενοχωριέμαι και νιώθω τυφλός,
τη γλυκιά στερημένος ελπίδα του κόσμου.

Σύννεφο άυλης ποιότητας άχρονης,
μπαίνει στο σπίτι των θυρών κεκλεισμένων,
αλλάζοντας τη νύχτα σε παράδεισο,
φως, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Εκεί που δεν την περιμένεις, αναπάντεχα,
από τις άκρες στο σώμα των δαχτύλων εισορμά
ακμή ζωής και θάνατος ταυτόχρονα,
ανάσα, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Μες στην απόγνωση της κάθε μέρας ερωτώ,
το δέντρο που με την απουσία της σαραβάλιασε,
πώς διψασμένο να χορτάσει μπορεί
ψωμί, τη γλυκιά ελπίδα του κόσμου;

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Παναγιώτης Μαυρίδης, Στον αντιχώρο (II)

Στον αντιχώρο

II

Στρέψε τον ούριο άνεμο
στα γραμμωτά πανιά σου,
και ακολούθα, νου, τους ναυαγούς,
μοναχικοί που ταξιδεύουν
σε πλόες δίχως τέρμα.

Φεύγουνε ασταμάτητα
οι τόποι της αθανασίας,
σχεδίες σε απέραντο ωκεανό,
γυμνοί σωροί
μαντείων που ερειπώθηκαν,
κατοπτρισμοί
στην ερημιά της μνήμης.

Στους καυτερούς της λήθης θινολόφους,
κατάφορτα της σκέψης καραβάνια,
μ’ ασάνδαλες πατούσες
κυματιστά την άμμο αυλακώνουν.

Από τη συλλογή Στον αντιχώρο (1988) του Παναγιώτη Μαυρίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Μαυρίδης

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Τέρμας

Τέρμας

Τερματοφύλαξ θα πει
ότι κατάγομαι απ’ τ’ Αγρίνιο
δεν κυλάω πέτρες κι έχω ετοιμότητα∙
μ’ απασχολούν ιδιαίτερα οι καμπύλες των πεπονιών
κι υστερότερα συμπαθώ τ’ άνθη του καπνού και τα μήλα.

Τέρμας – Τερματοφύλαξ
θα πει
το πλέγμα αγνοώ των πεφτάστερων∙
έχω προτιμήσεις ή ιππευτικές ικανότητες
αεροβατώ και αμύνομαι καλώς∙

επίσης θα πει
αναθρώσκω την δύναμη∙
(έχω κάποιον άγιο ή μπλοκάρω γερά)
και ιδίως
Τερματοφύλαξ θα πει
έχω ρεφλέξ
και προπάντων κρατώ το μηδέν.

Από τη συλλογή Τέρμας (1988) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Πομάκοι

Παραδοσιακό πομάκικο τραγούδι με την Εμινέ Μπουρουτζή

Πομάκοι

Κατεβαίνοντας τρυπώνουν στο παζάρι
αγοράζουν αλάτι και κουδούνια
βιαστικά
τα φορτώνουν στις γέρικες μούλες κι ανηφορίζουν.
Ο τόπος πλιθί και κατσικότριχα
άζυμα ψωμιά, και το κριθάρι να φτάνει ως τα μισά και να μη φτάνει.
Στα κοτρόνια η σπορά με τ’ αλάτι που γλείφουν οι πέρδικες,
και το κοπάδι το καύκαλο που τυλίγει ας μην ασπρίσει.

Αργά σαλιώνοντας εφημερίδες
τον καπνό τυλίγουν με ρετσίνι
μη φύγει το κατράμι στην φτέρνα και κατέβει,
ξεπετώντας πού και πού λυκίσιο δόντι
τις αυγές να δαγκώνει και να σκούζει
μη σηκωθεί αγέρας και νοτίσει
τη μαρμαριά μη ξετινάξει απ’ το σαμάρι.
Οπλές τριμμένες στο πυρολίθι∙
αστράφτει ο Θρακιάς, χαρακωμένο βράδυ –
άχυρο παστρικό δεν τ’ αφήνει.
Φύλλα ξερά αυτοί θα κυνηγούνε
κι ο ασκός να λύνει να γεμίζει κομμάτια σύννεφου και νύχια.

Το σάλιο που παράτησαν στους ρόζους
ας πάει κι αυτή η χρονιά χωρίς νυχτέρι
μόν’ το χαρμπί να τρυπάει την σανίδα
και τα όρνιά τους στον απάγγειο να δαγκώνουν
χαμηλά την προβιά με την γλίτζα

η μαρμαριά ας ήταν να κρατούσε.

Από τη συλλογή Λύθρον (1988) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Ο χορός των νομάδων

Ο χορός των νομάδων

Των παλιών τα πνεύματα
ποταμιών σκιές που απολιθώθηκαν,
σ’ ομίχλες άγριες και μεγάλα μεσημέρια
πίδακες υγρών που γυμνώνουν τα κόκαλα
πέτρες γίναν και μικρά βουνά
φυτρώνουν δέντρα και τρέχουν, βροχές και ποταμάκια
τρίβουν την ράχη τους και τα χαλίκια
χαμηλά κυλούν στους ανέμους
σε τόπους άλλους και ψηλώματα
που στις θύμησες δεν υπάρχουν
άμμος γίναν κι αγέρας κυνηγιού
τίγρεις που σαϊτεύουν την χλωμάδα της σαβάνας.

Από τη συλλογή Λύθρον (1988) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Η αστική τάξη είναι η άρχουσα

Η αστική τάξη είναι η άρχουσα

– Η αστική τάξη δεν έχει αντίπαλο
Όλα είναι δικά της
ρέστα αντιρρήσεις και ποιήματα∙
βρομόγρια η επανάσταση τελειωμένη
στο χτίκιασμά της εφεξής περιμένοντας
με τον τρόπο του καρκίνου να δουλέψει.

Από τη συλλογή Λύθρον (1988) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Εκείνοι είπαν

Εκείνοι είπαν

Δεν θα ’χουμε ό,τι αγαπήσαμε
γιατί είμαστε γενναίοι
μ’ ελεγχόμενες φοβίες.

Δεν θέλουμε ό,τι αγαπήσαμε
για να ’μαστε λεύτεροι
με αδέκαστες φοβίες.

Από τη συλλογή Λύθρον (1988) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Γαλλικός


Εχέδωρος ή Γαλλικός ποταμός
[Πηγή: Δήμος Εχεδώρου]

Γαλλικός

Άραχνες κορφές και πέτρες δύσκολες
σκαλαθρεύοντας
άρχισα να κυλάω το χρυσάφι.
Σε κατηφόρες βουνών άφησα
να κυλήσει το χρυσάφι.
Μέσ’ απ’ το νερό και τα χέρια μου
στην άκρη της άμμου να κυλήσει,
εκεί που βυθίζω τον ίσκιο μου
με τον ιδρώτα των βοδιών ανακάτευα
ξέβγαζα πολύ τις όχθες μου
και στα πατήματά μου να ξελασπώσει.
Σε φλέβες λόφων και ξεροπήγαδα
σε χρόνους ήσυχους και κατηφόρες
άφησα να κυλήσει το χρυσάφι.
Όπως περνάει η σπίθα του κομήτη
μέσ’ από δίστομο πιθάρι και απλώνει
άφησα να περάσει το χρυσάφι.

Σ’ ανήμερους χρόνους μπόρεσα να πνίξω τα νερά μου.

Από τη συλλογή Λύθρον (1988) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Σταύρος Ζαφειρίου, Ζεστή πανσέληνος

Ζεστή πανσέληνος

Στην Κατερίνα Γώγου

Να τη φοβάστε την πανσέληνο.
Να μαζεύεστε στα σπίτια σας νωρίς
και ν’ ασφαλίζετε καλά την εξώπορτα.
Να προσεύχεστε
και να κοιμάστε με το βαφτιστικό σας σταυρουδάκι
κρεμασμένο στο στήθος.
Γιατί έξω
κάθε πανσέληνο
κυκλοφορούν οι ποιητές
ίδιοι λυκάνθρωποι.
Κατασπαράζοντας τα ήθη
των αθώων,
διψώντας για το αίμα
των ανύποπτων,
καλώντας με ουρλιαχτά
το Αρχαίο Νερό
που θά ’ρθει κάποτε και θα σας κατακλύσει.
Να φοβάστε την πανσέληνο.

Στις γωνιές παραμονεύουν
τα επικίνδυνα όνειρα.

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Όπως τα μάτια

Όπως τα μάτια

Κάθομαι και κοιτάζω τα πουλιά μέσα στο σπίτι
Μίζερα πουλιά, κακοφτιαγμένα είναι
Απροσδιόριστα
Ούτε πετάνε, ούτε τραγουδάνε
Ούτε τσιμπολογάνε με τα ράμφη τους
Τις αισθήσεις
Στέκονται ασάλευτα πάνω στις ράγες του τραίνου
Που περνά τακτικά από δω
Ασάλευτα και τα μάτια τους
Στηλωμένα στο ίδιο σημείο

Περιμένουν το τρένο, μου λέει ο σταθμάρχης
Θα κάνουν ένα ταξιδάκι αναψυχής στην ενδοχώρα

Το τρένο περιμένω κι εγώ
—Γι’ αυτό εξ άλλου κι οι βαλίτσες πλάι στα πόδια μου—
Όχι εκείνο της ζωής
Με τα πολλά βαγόνια και τις ανέσεις
Μα αυτό της μία παρά τέταρτο
Που έχει καθυστέρηση στα σύνορα
Και θα ’ρθει χαράματα όπως συνήθως

Μέχρι να φτάσει
Καθόμαστε όλοι εδώ μέσα στο σπίτι
Χωρίς να μιλάμε
Χωρίς να καπνίζουμε
Χωρίς να λύνουμε σταυρόλεξα ή γόρδιους κόμπους

Στοιχειώνουμε μόνο

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Αδράνεια

Νίκος Μαμαγκάκης & Αθηνά Καραταράκη, Πόθος
(τραγούδι: Μελίνα Κανά / δίσκος: Τραγούδια για τη Μελίνα (2003))

Αδράνεια

Βγαίνουν με τ’ ακατάστατα μαλλιά τους στον αέρα
Εραστές των τυχαίων σκιών
Έτσι καθώς μαλακώνει η πυκνότητα
Εικόνες γλιστρούν απ’ την ίριδα μέσα τους
Σώματα μνήμες συναντούνε τον πόθο

Τοίχο-τοίχο βουλιάζοντας
Αισθήσεις απρόοπτες αποτεφρώνουν το λόγο

Κι όταν η νύχτα αστράψει στην καύτρα
Χωρίς μάγια και θαύματα κι αυτή τη φορά
Είναι οι ίδιοι
Που ρίχνουν το βλέμμα τους σαν μαχαιριά
Χωρίζουν τα σκέλια των γυναικών
Κι ακουμπούν ελαφρά το μυαλό τους
Στη ζεστή υγρασία των εσωρούχων

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Πέρα από τα σώματα

Πέρα από τα σώματα

Μες στο μυαλό μου σε γδύνω ξανά
Χωρίς χυδαίες κινήσεις
Χωρίς χαμηλούς φωτισμούς
Και πάνω απ’ όλα
Όχι εντελώς
Αφήνω απείραχτο στη θέση του το δέρμα σου
Να παίρνει χρώμα η φαντασίωση
Εκείνους τους ιριδισμούς εννοώ
Που ανατριχιάζει καθώς αγαπιέσαι

Είμαστε στην μπανιέρα σου
Όχι στην καθημερινή
Στην άλλη
Με τα χρυσά λιονταράκια στα ρουμπινέτα
Και τ’ αλαβάστρινα φεγγάρια
Του γέλιου σου
Γλιστρούν τα χείλη σου
Γλιστρούν τα μάτια σου στο νερό
Γλιστράς ολόκληρη
Μ’ αρέσει έτσι
Με τη σαμπάνια στον πάγο
Με τους αφρούς
Να σκεπάζουν τα πόδια σου
Με τα ξανθά σου μαλλιά να μυρίζουν
Μεσκαλίνη και έρωτα
Μ’ αρέσει εδώ
Με τους περίτεχνους καθρέφτες
Των φόβων σου
Με τις πετσέτες
Που στεγνώνουν τον πόθο

Με τα φτερά σου που ξεκουράζονται
Στην κρεμάστρα
Ζεστά είναι
Τρυφερά και διάχυτα
Εύπλαστα όλα για παιχνίδια
Των αισθήσεων

Πρέπει να φύγω όμως
Το τελευταίο λεωφορείο φτάνει
Κοντεύουν μεσάνυχτα
Την άλλη φορά
Θα φροντίσω να είμαι
Στη στάση νωρίς
Να προλάβουμε
Πέρα απ’ τα σώματα ν’ απολαύσουμε
Και κανένα τσιγάρο
Απ’ τα δικά σου
Τ’ αμερικάνικα
Γλυκιά μου Μέριλιν.

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Δημήτρης Καλοκύρης, [Αλλά και ο τίγρης, ακούω…]

Μάνος Χατζιδάκις & Γιάγκος Αραβαντινός: Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς
(τραγούδι: Ηλίας Λιούγκος & Μάνος Χατζιδάκις / δίσκος: Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή Αγορά (1986))

[Ενότητα XVIII. Πώς γίνεσαι όμως αόρατος; Η ιλαρή ιστορία των απογείων.]

Αλλά και ο τίγρης, ακούω,
είναι ζώο που ευφραίνεται
στα πεδινά της Ινδικής.

Κάτω από τα δασύφυλλα, μυρεψικά αετόξυλα
βαδίζει στη χλόη και αφουγκράζεται
το τρίξιμο του τροχού
στους θυσάνους ανάμεσα
των αιμοφόρων αγγείων
του αμέριμνου περαστικού
Κυρίου Θεόφιλου Κάνθερ
που περιφέρεται βαθμοφόρος και ενδεής
θηρεύοντας ορεκτικές μαϊμούδες,

και ιχνηλατεί στο νου του φέρνοντας
ο Περιηγητής
την παράξενη διήγηση
της ανήλικης, τότε, συζύγου του
ότι στα μέρη της υπήρχαν εντολές
από την εποχή των δεσποτάτων
να μη χτενίζεται γυναίκα
έξω από το σπίτι της
γιατί σηκώνεται νοτιάς
και με το φύσημα αλλάζουν
τα πρόσωπα των περαστικών
και οι εκδοχές της αλήθειας.

Από τη συλλογή Ο κακός αέρας (1988) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Γιάννης Μασμανίδης, Σημείο

Σωκράτης Μάλαμας & Γιώργος Αθανασόπουλος, Τσιγάρο ατέλειωτο
(τραγούδι: Σωκράτης Μάλαμας / δίσκος: Κύκλος (1993))

Σημείο

Σαν αμίλητος σβήνεσαι
επιθυμία μοναχή
που σαν ανακατευτεί στον βαρύ καπνό σου
στολίζεται σαν πρόσκληση.
Υπάρχουν τα «γιατί»
φάροι φωτεινοί που σ’ οδηγούν
απ’ την καθημερινή ομίχλη∙
τα πιστεύεις∙
τ’ ακολουθείς –
όπως και την αδυναμία σου
κι ύστερα
οι σειρήνες θα ξανασφυρίξουν των τρένων
ο κόσμος αόρατος θα ξεφωνίσει.
Φεύγει;
Γιατί;
Κι εσύ θα τραβάς
το δρόμο στην κορφή του λόφου.
Αδύναμη φιγούρα
μια μικρή τελεία βαλμένη απρόσεχτα
σε κάποιο λευκό χαρτί θα φαντάζεις

Από τη συλλογή Εσκεμμένα (1988) του Γιάννη Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Μασμανίδης

Γιάννης Μασμανίδης, Σε περιμένω

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Γιώργος Οικονομέας, Σε περιμένω
(τραγούδι: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας / δίσκος: Παυσίλυπον (1997))

Σε περιμένω

Με το σημάδι της άρνησης στο στήθος
με τις πληγές νωπές απ’ το καθημερινό σφυροκόπημα
σε περιμένω
θά ’ρθεις προσεκτικά
ανάλαφρο φτερούγισμα σ’ ετοιμόρροπο σπίτι
θα σ’ αγκαλιάσω σφιχτά
θ’ αφήσω τα χνάρια απ’ το κορμί μου στο δικό σου
κι ύστερα
θα φύγεις διωγμένη απ’ τις πληγές
που εσύ μου χάρισες

Από τη συλλογή Εσκεμμένα (1988) του Γιάννη Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Μασμανίδης