Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Πραιτόριο

Το Πραιτόριο

Πώς έγινε να μου φορέσουν τούτον τον μανδύα,
αυτή την ασήκωτη δικαστική τήβεννο;

Μ’ έσυραν έξω από της μοναξιάς μου το ενδιαίτημα
και μ’ ανέβασαν εντελώς αναπάντεχα
στην απότομη σκάλα του μεγάλου πραιτορίου.

Μου ’δωσαν στο ένα χέρι να κρατώ μια ζυγαριά,
για να ξεχωρίζω τους «εξαίρετους» απ’ τους «σημαντικούς».
Μου ’βαλαν στο άλλο μου χέρι ένα σπαθί,
για να καρατομήσω, δίχως έλεος, τους «ασήμαντους».
Όμως είχαν παραλείψει να μου δώσουν τη νομολογία
και της Ιστορίας της Ελληνικής Λογοτεχνίας.

Εκείνη έχει την πείρα της αλάνθαστης δικαιοσύνης.
Κάποτε υποβιβάζει τους «εξαίρετους».
Κάποτε διαγράφει τους «σημαντικούς».
Κάποτε τυχαίνει να προάγει τους «ασήμαντους».

Πώς λοιπόν να μεταχειρισθώ τα στυγνά τούτα
όργανα της ανθρώπινης δικαιοσύνης;
Σ’ όλη μου τη ζωή δεν είχα κάμει άλλο,
παρά να ζυγιάζω μονάχα τη δική μου συνείδηση,
να καρφώνω το σπαθί της μονάχα στην καρδιά μου.

Η ζυγαριά τούτη δεν είναι για να ξεχωρίζει
το ειδικό βάρος των μελανωμένων χειρογράφων.
Είναι για να ζυγίζει μονάχα τις καρδιές,
που σημάδεψαν μ’ αίμα τα γραμμένα κείμενα.

Για να μετρά τα γεροντικά δάκρυα των ποιητών,
που δε γνώρισαν τη δόξα της μεγάλης αγοράς.

Και το σπαθί είναι όργανο μονάχα αυτοκτονίας,
στη μεγάλη κρίση της δικής μας συνείδησης.

Παρακαλώ, βοηθήστε με να κατεβώ
απ’ το πραιτόριο τούτο της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.
Πάρτε απ’ τους κυρτούς μου ώμους
τον ασήκωτον αυτόν δικαστικό μανδύα.
Αφήστε με να γυρίσω στο καταφύγιο της μοναξιάς μου.

Καταθέτω στα πόδια της άλλης δικαιοσύνης
τα αμείλικτα όργανα της «συννόμου κρίσεως».

Συγχωρήστε με, αδελφοί μου, που κατέχετε
τους πρόσκαιρους τίτλους των «εξαίρετων»,
των «σημαντικών» και των «ασήμαντων».

Συγχωρήστε με, προ πάντων εσείς, Κύριε Υπουργέ
του Πολιτισμού και των Επιστημών.

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Advertisements

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Τα εβδομήντα τρία σκαλοπάτια

Τα εβδομήντα τρία σκαλοπάτια

Το ’χω ήδη πει: της αριθμητικής μου
η μόνη πράξη που έμεινε είναι η πρόσθεση.
Φαίνεται πως στην αρμονία του Σύμπαντος
η πρόσθεση ταυτίζεται με την αλήθεια.

Η αρχή μας βρίσκεται στην πράξη μιας προσθέσεως,
ενώ το τέλος μας σφραγίζεται με την προσθήκη
του ήδη τετελεσμένου στο αρχικώς υπάρχον.

Μετρώ λοιπόν τα σκαλοπάτια, που εν σπουδή
–όχι με βία, αλλά σπουδάζοντας– ανέβηκα.
Δεν απορώ πώς γρήγορα έτσι βρέθηκα
στο τρίτο κι εβδομηκοστό σκαλί της κλίμακος.

Ο αρχαίος αλχημιστής, που ο γέροντας της Βαϊμάρης
απ’ των περγαμηνών τη σκόνη τον ανέστησε
μες στο έκλαμπρο φως της πιο μεγάλης Ποίησης,
απ’ το ίδιο περίπου τούτο σκαλί είχεν εύρει
πως της σπουδής του ο μόχθος ήτανε μωρία.

Τώρα στοχάζομαι κι άλλον αρχαιότερο σοφό,
που εκείνος είχεν εύρει μόνο πως «ουδέν οίδεν».

Όμως ο πρώτος, σ’ ενός σήμαντρου τον ήχο,
που της μεγάλης Αναστάσεως έφερνε το μήνυμα,
στην κρίσιμη στιγμή, που ορίζει το εδώ απ’ το πέραν,
είχε δειλιάσει κι άφησε το χέρι του
απ’ τα χείλη του να τραβήξει το πικρό ποτήρι.

Ο άλλος με απλότητα κατέβασε το κύπελλο,
δίχως αηδίας μορφασμό ή οδύνης,
εξαγγέλλοντας τη σοφία τού «το μηδέν ειδέναι».

Στο εβδομηκοστό τρίτο τούτο σκαλοπάτι,
που είναι το μέτρο ισάριθμων ενιαυτών σπουδής,
τώρα καλούμαι αντίκρυ στον εαυτό μου να σταθώ,
για να εκτελέσω της στερνής
προσθέσεώς μου την πράξη.

Αλλά πώς το μηδέν να συντεθεί με τη μωρία,
όταν σημάνει η ώρα του αναπόφευκτου κυπέλλου,
αν πριν δεν εκδυθείς το ιμάτιο της σεμνότητας,
που την κρυφή σου φιλαυτία καλύπτει;
Αν δε βγάλεις το προσωπείο της δήθεν σωφροσύνης
απ’ την αυθεντική μορφή της αφροσύνης σου;
Αν της ματαιοδοξίας τη σκόνη δεν τινάξεις
απ’ το αρχικό πρωτογενές σου ρούχο;

Όμως κι αυτά τα ξεφλουδίσματα αρκετά δε θα ’ναι,
έτσι για να σταθείς ενώπιος ενωπίω,
αν απ’ το έσχατο σκαλοπάτι δεν εκσφενδονίσεις
και τις διόπτρες σου, που έβλεπες με δαύτες
τις θεατρικές του κόσμου παραστάσεις,
κι αν ακόμα την ακοή σου δε σφραγίσεις
στων θεατρίνων τα μεγάφωνα και στων σειρήνων
τα βάναυσα βραχνά δήθεν λαϊκά τραγούδια.

Η αναγωγή των παιδεμών σου σε μωρία,
με την απλή προσθήκη τού «μηδέν οίδα»,
ίσως να ’ναι το μυστικό κλειδί που ανοίγει
στων μακαρίων τον οίκο τη μεγάλη θύρα.

Αλλ’ αν δε σου δοθεί και τούτη η χάρη,
των μακαρίων το πνεύμα ν’ ανασάνεις,
κι αν άξιος δε σταθείς για να σε μακαρίζουν,
έστω και για τις δήθεν αγαθές προθέσεις σου,
νομίζω πως τουλάχιστο μπορείς να ψάλλεις
τους σύγχρονους μακαρισμούς των ημερών σου.

Μακάριος λοιπόν ο Σεφέρης, που δε βλέπει πια
των επιγόνων τα καμώματα και τις στροφές του,
από των μπουζουκιών τα τέλια κρεμασμένες.

Μακάριος κι ο αγαθός εκείνος Βάρναλης,
που των τυμπάνων δεν άκουγε τους κρότους,
γιατί της ακοής σπασμένα είχε τα τύμπανα,
κι ούτε πια τώρα βλέπει την απλή του πίστη
λάβαρο υψωμένο σε χέρια φωνασκούντων.

Μακάριος κι ο Παπατσώνης Nobilissimus,
που το προνόμιον έχει να μη βλέπει πια
τις φρεγάδες των ποντοπόρων της ποιήσεως,
που εξήντα χρόνια παραδέρνοντας σε θάλασσες
φυκιών και στίχων, επί τέλους μπόρεσαν,
με τα καινούργια δανεισμένα κιάλια τους,
το ροβινσώνειο να ξεκρίνουνε νησί του.

Μακάριοι οι των παιδεύσεων γνόντες την μωρίαν,
οι την γλώσσαν αυτών συνέχοντες, μηδέν ειδότες,
ότι αυτοί τουλάχιστον δικαιωθήσονται
ως καταπότια εν τω στόματι της Λήθης.

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο μεγάλος κώνος

Ο μεγάλος κώνος

Ας δεχθούμε πως η δομή του κόσμου
είν’ ένας κώνος, που απ’ τη βάση ως την κορφή του
διατρέχεται από μια γραμμή σπειροειδή.

Ο άνθρωπος του οιδιπόδειου αινίγματος
ξεκινά την αυγή, πάνω στ’ αχνάρια της γραμμής,
με τα τέσσερα πόδια. Στα μισά του δρόμου
στυλώνεται στα δυο του, για να ιδεί κατάματα
τον ήλιο του λαμπρού μεσημεριού.
Και το βράδυ φθάνει στην κορφή του κώνου,
σέρνοντας τώρα το τρίτο του ποδάρι,
έτοιμος ν’ αντικρίσει τη μεγάλη δύση.

Αλλ’ έμεινε ατελής του αινίγματος η λύση.
Παραλείφθηκε η εκδοχή της τελευταίας
οριζοντιώσεως. Κι ακόμα η αλληγορία
του λίκνου και του φέρετρου, που ήσαν δεμένα
στις δυο άκρες της σπειροειδούς γραμμής του κώνου.

Ο κόσμος θα μπορούσε να ’ναι κι ένας κύβος,
σαν εκείνον του Καίσαρος, που «ερρίφθη» στο Ρουβίκωνα.
Κι ακόμα θα μπορούσε να ’ναι κι ένας κύκλος,
όμοιος με το αλώνι του Διγενή Ακρίτα.

Το σχήμα του στερνά ο καθείς ανακαλύπτει,
κατά τον κόσμο που στη φύση του ταιριάζει.

Είναι άνθρωποι τετράγωνοι, ίσιοι ή τεθλασμένοι,
που βολεύονται μέσα στο περίγραμμά τους.
Κι είναι άλλοι πρηνείς και πεπλατυσμένοι,
που αρκούνται «μετριοφρόνως» σε μια τάβλα.

Όμως, εγώ επιμένω στου μεγάλου κώνου
το πολυσήμαντο σχήμα, όπου σ’ έναν κύκλο
αλλεπαλλήλων ενιαυτών, τα βήματά μου
οδηγηθήκαν με περίσκεψη προς την κορφή του,
ανάμεσ’ απ’ άνθη, πέτρες και σκιές θανάτου.

Στέκομαι τώρα στο στερνό σκαλί της σπείρας
κι αναμετρώ τα στάδια της μακράς πορείας μου.
Θα ’ναι μάταιο το χέρι μου να υψώσω,
αφού δε βλέπω να μου απλώνεται άλλο χέρι.

Όσοι γνωρίζανε πως στην κορφή του κώνου
του υποχθονίου πυρός έχασκε ο αρχαίος κρατήρας,
ήδη μπορούνε να εξηγήσουν την προτίμησή μου
προς το υπερούσιο σχήμα του μεγάλου κώνου.

Καθώς πια δεν υπάρχει ανάληψη στους ουρανούς,
μου αρκεί το έσχατο πήδημα του Εμπεδοκλέους.

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Η εξουσία

Η εξουσία

Ανατολικά της Εδέμ έβαλε ο Κύριος τους φρουρούς του
να φυλάξουν τον απορφανισμένο Παράδεισο
μετά την έξωσή μας.
Ωστόσο πιστεύαμε στη μεγαλοψυχία Του
λέγαμε πως κάποτε θα μας θυμηθεί,
νοσταλγούσαμε τη χαμένη μας αθανασία.
Τι μας χρειάζονταν το «πού», το «πώς», το «γιατί;»

Τώρα βέβαια μάθαμε πολύ καλά
τι θα πει Εξουσία

Από τη συλλογή Εσωτερική επένδυση (1977) του Γιώργου Στογιαννίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα φανταστικά φουγάρα

Lluis Llach & Πάνος Φαλάρας, Όλα τα ’χει ο μπαξές
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Τα φανταστικά φουγάρα

Παραμορφώσεις σ’ ένα ζώο στις εξορίες του νερού.

Μπαίνοντας το νερό στα κατώφλια και στις βιτρίνες της αγοράς, καθώς αστράφτουν τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, το άλλο, που έρχεται ένα σκυλί και προσπερνά, ανάμεσα στη ναυμαχία, ύστερα που ουρλιάζει ξαφνικά μια άλλη πλατεία, όπως χτυπιέται με τα μέγαρα το φως μέσα στο δρόμο.

Και πώς ξεφεύγεις τώρα τούτες τις φωτιές, που δε θα χαμηλώσουνε ποτέ, η τεχνική των μαχαιριών με το τραπέζι άβαφτο κι απάνω το χοντρό προσευχητάρι –χειμώνας στο άλλο τοπίο, που δε θα γίνει να το δει, πως από τούτο το κελί δεν έχει μείνει πέρασμα,

δάσος γεμάτο γλάρους ξαφνικά, χωρίς αιτία.

Κλωνάρι τα φουγάρα, με αρώματα του πεύκου και του ανυπόμονου θανάτου τα αρώματα, χωράφια, σπίτια, στάβλοι και καπηλειά όπως τις γυάλες με το χιόνι
με παγωμένα τα κεντήματα πάνω στο κίτρινο κλαδάκι του μυαλού, ένα παράξενο φυτό, που γύρισε το λαμπερό σημείο δεξιά, σαν τη χωρίστρα κοριτσιού που γέρνει από ώρες στους γιατρούς και που αρχίζει να νυχτώνει–

Ένα παράξενο φυτό που τριγυρνάει όλη τη μέρα έξω απ’ το σπίτι∙ κάτι που φαίνεται φωνή που τελειώνει σιγανά μες στον καπνό και που σε φτάνει, για μια στιγμή σιωπή απέραντη, για μια στιγμή, κι απάνω οι φιάμολες! φανάρια, κόρνες, διαταγές, φρούτα της αγοράς, καρότσια και σακούλες και Σειρήνες καρφιτσωμένες στις σκιές, σαν ξεραμένα έντομα στη σάλα καλογέρων που ξεγυμνώσαν τα ποδάρια και πλευρίζουν μανιασμένοι στο παράθυρο: οι εικόνες.

Ο νυχτοφύλακας που γράφει για να μην αποκοιμηθεί, πώς αποβιβαστήκανε χαράματα στην Πάτμο, βουίζοντας το ράδιο κουβέντες και απόμακρες χειρονομίες –μοιάζει να τελειώσανε πολλά καθώς γυρίζω, μέσα σε ώρες που ’χουν πια τελειώσει, και με προσπερνούν, μαζί με τις φορές που δεν αρχίνησαν ακόμη, ήχος του νυχτοφύλακα από φωνές μιανής που πέθαινε στο άλλο σπίτι, ένα κουτάκι με φωτογραφίες, θυμητάρια από βαφτίσια, γάμους συγγενών, αρραβώνες που μια φορά ήθελα,

τώρα,
κάπου εδώ ήτανε κάτι που δεν είναι πια, ένας συλλογισμός κενός που γέμισε σιγά σιγά με πολυθρόνες και με βάζα και ταπετσαρίες, το σπίτι όλο ένα πέρασμα στην άκρη του ματιού απ’ τα χαμηλωμένα φώτα και τα κάδρα, ο ύπνος λίγος που απομένει, μια καντήλα με παχιά βελούδα του λαδιού στ’ απανωχείλι, κομμένη σαν και σήμερα, καποιανού άγιου, μεριές μεριές να τρέχει να ξεχύνεται στ’ άσπρα σεντόνια, στα χαλιά, μέσα στα σπίτια και στις αγορές και τις βιτρίνες με τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, κι εκατομμύρια φανταστικά πηχτά πουλιά μ’ ένα τεράστιο κουρέλι μαύρο στις δαγκάνες –οι άγιοι, και τα ξωτικά, σειρήνες άγιες και Παναγιές πλατύτερες και στους πυκνούς καπνούς και τις στριγκλιές, οι κουστωδίες.
Μ’ αποφεύγουν τα πρόσωπα που περιμένω στο μύθο–

ένα δεντράκι ασβεστωμένο ως τα μισά, παίρνει τις φλόγες και σηκώνεται ψηλά, οι φωτογράφοι τα μαζεύουνε και φεύγουν, σαν τα ποντίκια, που θα πει, πως καβαλήσαν οι σπαθάριοι κι οι λογοθέτες το καράβι και πως σηκώσανε τα χέρια πάνω στα φτερά, στα ψέματα και στις αλήθειες για τους άλλους, για τη βουή που ξαναπάει και φέρνει βόλτες, πάλι μέσα στην ίδια φυλακή, στο σπίτι που έρχεται, για ν’ αποκοιμηθώ και να μείνω.

Και κάνει να γεμίσει αυτό το ζώο, τις σημαίες, τις αυλές και τα σταματημένα τροχοφόρα στους ιπποδρόμους και τα στάδια και τους στρατώνες, και βγάζει έξω την αγρύπνια στο λουρί πρωί πρωί, που σου ξεσήκωνε όλη τη νύχτα τις φωνές μες στους καπνούς, την παγωνιά και την αιτία, σα δυο φανταστικά φουγάρα ανεμίζοντας στο φως, θεόρατα ανοιγμένα μες στο βράδυ, καθώς κατηφορίζουν μες στα σύννεφα οι φρουρές, κι αστραποβολημένο πέφτει μες από τη νύχτα, μια για πάντα, το φεγγάρι.

Από τη συλλογή Τα φανταστικά φουγάρα (1977) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Αλέξης Τραϊανός, Κατοικίδιος σκορπιός

Κατοικίδιος σκορπιός

[Ενότητα Cancerpoems]

Έγινε βράδυ πάλι

Ποίημα του δωματίου
Κατοικίδιος σκορπιός κατεβαίνει απ’ το ταβάνι
Και πρέπει να μείνουν λίγες ώρες μαζί
Σ’ αυτό το τοπίο μόνο κι επιληπτικό
Απ’ τη λυπημένη σπατάλη μιας σκέψης

Μια Σαχάρα από καθρέφτες
Όπου εγώ και ο θάνατος
Συναντιόμαστε κάθε μέρα σχεδόν
Με τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις
Τις ίδιες νύχτες
Βλέποντας κι απόψε
Αυτό το ζαχαρί ζευγάρι
Με μια σκόρπια διάθεση
Απ’ το καπνισμένο μάτι
Λέξεων μόνον καθώς επιπλέουνε στο ποίημα
Ή με τη σίγουρη σημασία ενός σκορπιού
Να πλέει σ’ αυτό το κουβαριασμένο
Στο πάτωμα ζευγάρι κάλτσες

Για τι πράγμα Τι τέλος
Γιατί μιλώ όχι από μένα
Δε διατείνομαι τίποτα ούτε και διαθέτω
Ελάχιστα πράγματα βλέπω

Κάθε λίγο και κάτι χαλάει
Οι σωλήνες οι φλέβες ο ύπνος οι λάμπες

Γιατί έχω ένα μάτι γεμάτο καπνούς Άδειο

Αυτό να φωτογραφίσεις
Μα δεν μπόρεσες ούτε καν να στραφείς
Προς τα κει που αυτό καταστρέφεται

Γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω
Ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο
Πεταμένος σε τούτο το γήινο τοπίο του ’77
Θυμάμαι πότε πότε διάφορα πράγματα
Απορώ με διάφορα πράγματα

Τι κάνουν τα ρούχα της πεθαμένης
Μετά που φεύγει
Τι κάνουν τις λέξεις του ποιητή
Μετά που μένει

Γιατί τελείωσα σήμερα το προηγούμενο ποίημα
Με μιαν αμνησία γύρω από τις λέξεις
Πού γράψαν τις λέξεις μου

Γιατί τέλειωσα

Αυτή ’ναι η Σαχάρα
Με τους σκορπιούς της επάνω μου
Πάνω στην πλάτη μου
Στην πλάτη της πλάνης
Σ’ όλα τα πλάτη

Η γεωγραφία μ’ άρεζε κάποτε
Όμως τώρα τόσο χαμένες
Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου
Σε μια δίνη.

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Σπίτι του κάρβουνου

Σπίτι του κάρβουνου

[Ενότητα Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα]

Μέρες στενά παπούτσια
Σπίτι του κάρβουνου
καθώς απ’ τ’ ανοιγμένο δέρμα
Έπεσαν όλοι στο κενό

Ελαστικοί και αδιάφοροι
Που θα μπορούσες να ζεις ήσυχα
Μ’ ό,τι δε σ’ αφορά πια
Μες στο κενό του μηδενός

Κομμάτι από συνήθεια

Άσκηση του ζώου μες στο μάτι

Πιο σκοτεινά στο σκοτάδι

Και στο χαρτί
Μελανό μοναχικό χαρακίρι
Το σεληνιακό τοπίο
Να χαρακώνει και να σφίγγει το σαλόνι

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Η Βίκυ της αιμομιξίας

Η Βίκυ της αιμομιξίας

[Ενότητα Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα]

Κυνηγούσα το φως και μ’ αγκύλωνε
Σαρκοβόρο σκοτάδι από πέτρα πλάγιο
Κατεβαίνοντας μέσα στο στόμα

Με δένει η πέτρα ζοφερά ψυχανθή
Κύκλοι του αίματος μέσα στον ύπνο που ξύπναγε
Όταν κόκκινη Κοκκίνισε ο τόπος
Μ’ ένα φόρεμα ματωμένο απόρρητο ήταν

Δόθηκε η καρδιά μου και άδειασε

Χωρίς ηλικία γέννηση θάνατο
Μέσα στο στόμα μου μόνο ένα χάπι για τον ύπνο
Κι ένα

Αντίο η θάλασσα με την ίδια προσπάθεια εδώ και χρόνια
Αντίο η φλόγα ενός σάπιου ανέμου
Αντίο ξεκρέμαστε απ’ την ουσία σου κόσμε

Βλέπω αίμα αίμα πολύ
Γέμισε το παράθυρό μου χαμένος παράδεισος
Φυτεία της νικοτίνης και νύχτα

Τότε κάπου πάντα θέλει να πάει κανείς
Στο τίποτα έστω μέσα σε τόσα τίποτα

«Κι η χαμένη καρδιά σκληραίνει και αγάλλεται»
Τ’ όνειρο έμπαινε πια μέσα στη μέρα μου
Κι από παντού το κόκκινο το κολασμένο γέλιο σου

Εδώ ’μαι γέρος ερωτευμένος με το δωμάτιο και τα σκοτάδια
Δεν έχω μάτια να σε δω δεν έχω χέρια
Βήχω πίνω καφέ
Βάζω το ξύλινο πόδι μου το γυάλινο μάτι μου
Σου γράφω αυτά τα λόγια που γράφει πριν φύγει κανείς
Κάνει κρύο
Φοβάμαι

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Σημείωση
Η Βίκυ ήταν συνάδελφος του ποιητή στην Υ.Π.Α. Την είχε δει σ’ ένα όνειρο, όπου η Βίκυ φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα, αλλά και γενικά το όνειρο ολόκληρο ήταν κόκκινο. Μέσα σ’ αυτό, επίσης, η Βίκυ είχε κάποια συγγένεια μαζί του (μάλλον αδελφική)∙ μεταξύ τους, μάλιστα, υπήρξε και ερωτική επαφή (αιμομικτική συνεπώς).

Πηγή: έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα, εκδ. Πλέθρον (1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Μουσική από αλκοόλ

Μουσική από αλκοόλ

[Ενότητα Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα]

Αμαρτία της ποίησης
Νευρική ακτινογραφία ψυχή

Βλέμμα λείψανο μέσα σ’ ένα βόρειο σέλας
Και το παλιό λιμάνι όπου λιμνάζω

Τίποτα να με κοιτάζει τώρα που γράφω
Ζω φανταστικά
Γυρνώντας το κουμπί στα μακρά
Για λίγη Πλαθ
Μουσική από αλκοόλ
Άσπρη σάρκα της σιωπής
Μέρες

Που με γυρίζουνε στο ψέμα
Και σ’ άλλες μέρες
Που δεν έχω τίποτα να κοιτάξω

Ταξιδεύουμε στο σωλήνα αυτό
Κλινική ησυχία
Χιονίζει συνέχεια αίμα

Το πρόσωπό μου σκεπασμένο
Κομμένα χέρια

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

[Ενότητα Cancerpoems]

Αρχίζω να συνηθίζω αυτήν τη φωτογραφία που με κοιτά
Αρχίζω να συνηθίζω το μονάχο το μαύρο το πράγμα
Το νυχτωμένο που στράβωσε μέσα μου

Μια μέρα βούτηξα τον εαυτό μου μέσα στο αίμα του
Άνοιξ’ η μέρα μαύρη ομπρέλα
Κατέβαινε ως την κόλαση

Ο ανεμιστήρας έπαιξε τα μαλλιά μου
Το πικάπ το κομμένο κεφάλι μου

Έπειτα η φωνή μου ένα σκουριασμένο σύρμα

Τότε πέσανε από πάνω μου κάτι παιδικές πανάρχαιες μέρες

Ο λασπωμένος δρόμος δίχως το τέρμα
Το φάντασμα λεωφορείο
Το μουσείο ακορντεόν

Τότε είδα πως πάντοτε ήτανε νύχτα
Όπως όταν κάποτε ήτανε μέρα
Μ’ ένα κορδόνι
Κλείσαν κι οι φωτογραφίες των πάγων
Λίγο λίγο το αίμα μου μουσκεύοντας τον εγκέφαλο του τρελού
Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Γιάννης Υφαντής, Ζωγραφιές στην Άνω Πόλη

Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης

Ζωγραφιές στην Άνω Πόλη

[Ενότητα Α]

Ι

Γαλάζιο σπίτι εδώ κοιμούνται οι γοργόνες τ’ ουρανού;
Έριξαν άγκυρα στο πλάι σου οι μπαξέδες.
Στην άκρη του καλντεριμιού
κάτω απ’ το γαλάζιο σου παράθυρο
δυο τρία παλικάρια ηλιοτρόπια μ’ έγνοιες μέλισσες
σκυμμένα συζητούν.
Ζηλεύουν τάχα οι μενεξέδες;

ΙΙ

Το φως του ασβέστη που τυφλώνει τα πουλιά.
Πίσω απ’ τα καφασωτά
με κρεμασμένο κάτω απ’ το κρεβάτι το ’να χέρι
χορταριασμένος και με μάτια χαμομήλια, με τον ύπνο του
ευωδισμένο από άγρια ρήγανη
ρουχνίζει ο Ιούνης μες στο θείο μεσημέρι.

ΙΙΙ

Τούρκικο σπίτι βυσσινί
είσαι μια γάτα καθισμένη πάνω στο
χορταριασμένο του καλντεριμιού χαλί.
Στη πλάτη σού φυτέψαν μια συκιά
για να κουρνιάζουνε ο ίσκιος κι η δροσιά.
Τούρκικο σπίτι βυσσινί
καπέλο από κεραμίδια σου φορέσαν τα παιδιά
και με κοιτάς με δυο παράθυρα παλιά.

Από τη συλλογή Μανθρασπέντα (1977) του Γιάννη Υφαντή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Υφαντής

Γιάννης Υφαντής, Φωτισμός

Φωτισμός

[Ενότητα Γ]

Το φως χωρίζει τα πράγματα.
Το σκοτάδι ενώνει τα πράγματα.
Αυτή η πρώτη παρουσία των πραγμάτων
αυτός
ο θάνατος. Όμως
στη δεύτερη παρουσία τους

τα πράγματα
είναι
το φως.

Από τη συλλογή Μανθρασπέντα (1977) του Γιάννη Υφαντή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Υφαντής

Γιάννης Υφαντής, Χαρούμενο τραγούδι

Χαρούμενο τραγούδι

[Ενότητα Γ]

I

Έρχεται η φωνή μου άνεμος του απείρου.
Έρχεται η φωνή μου φορτωμένη την
αρσενική
Γύρη των άστρων∙ έρχεται
Στο λουλούδι του νου σου.

II

Έρχομαι από την άκρη μιας
Αιωνιότητας.
Με προβιά και με έκσταση
Μ’ ένα κομμάτι σεληνόφωτο στο μέτωπο
και μ’ ένα κέρατο στη ζώνη
Με μνήμες από πάχνη κι από φωτιά
Έρχομαι από την άκρη μιας
Αιωνιότητας.
Άφησα τα χνάρια μου πάνω στον
Πηλό του φωτός.
Φόρεσα τη θωριά του νερού.
Φόρεσα τη δυσκινησία των οστρακόδερμων.
Βόσκησα τους ανέμους κι εξημέρωσα τους ήχους.
Έζησα του λύκου την έκσταση
Μπροστά στον πάγο και τη φωτιά.
Έρχομαι από την άκρη μιας
Αιωνιότητας.
Έρχομαι από την έρημο των άστρων.

III

Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
Μοναχικός βαδίζω ερημώνοντας το μέλλον.
Στερεύουν οι πηγές της πλάνης τα πάντα ξηραίνονται.
Πλούσια απλώνεται η άμμος και μονάχα η άμμος
Χώρος για περισσότερη σκέψη
Χώρος για περισυλλογή κι ελευθερία
Χώρος του άδειου και της φωτιάς.
Έρχομαι από κει όπου πηγαίνετε
Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
Μοναχικός φυτρώνω μες στην έρημο των λαών. Ώριμος
Ήλιος
Γέρνω από γύρη σοφίας.

Από τη συλλογή Μανθρασπέντα (1977) του Γιάννη Υφαντή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Υφαντής

Γιάννης Υφαντής, Θα πει

Θα πει

[Ενότητα Α]

Τώρα ανοίγω πόρτες που ’ναι μόνο δικές μου
Καθένας τώρ’ ανοίγει τις δικές του πόρτες
Καθένας τώρα βλέπει τα
δικά του πράγματα.
Κι αν τύχει να βρεθούμε μπρος στα ίδια πράγματα
τα βλέπουμε
με χρώματα και σχήματα ο καθένας
διαφορετικά.
Κι αν τύχει να τα ιδούμε με
τα ίδια χρώματα
και με τα ίδια σχήματα τα βλέπουμε
όχι στην ίδια θέση
όχι απ’ την ίδια θέση
όχι στον ίδιο χρόνο.
Κι αν δούμε ακριβώς τα ίδια πράγματα
στην ίδια θέση από
την ίδια θέση
στο ίδιο χρώμα και
στο ίδιο σχήμα
στον ίδιο χρόνο ακριβώς
θα πει
θα πει πως ανοίξαμε την
τελευταία
πόρτα.

Από τη συλλογή Μανθρασπέντα (1977) του Γιάννη Υφαντή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Υφαντής