Γιώργος Θέμελης, Οίκος εμπορίου (Τέταρτο διάστημα)

Τέταρτο διάστημα

Ανεμπόρευτη η ψυχή μου, ανοικονόμητη,
φτώχυνε και πείνασε
Από πολλήν αγάπη, από πολλή σπατάλη
ανανταπόδοτη

Φτώχυνε η ψυχή μου, φτώχυνε και πείνασε,
δεν θυροδέρνει

Με ψίχουλα τρέφεται, με υπολείμματα,
περιβολή από ράκη
Το αυλακωμένο πρόσωπο στο ξεφτισμένο πέπλο

Μάταιη οδύνη! — την ψυχή σου
Μπορείς να την πουλήσεις
την ανυπόφορη
Μπορείς να τη βγάλεις στο σφυρί παλαιών αντικειμένων
και ν’ αγοράσεις μιαν άλλη ψυχή
τριμμένη, ανώδυνη, φτηνή

Μπορείς να ξεπουλήσεις την άχρηστη θλίψη σου

Έδωσα, μοίρασα – δεν πήρα, δεν εμπορεύτηκα
Το απόθεμα της Δωρεάς της παραχωρημένης

Ό,τι μου δόθηκε, μου δόθηκε για να δοθεί
Λάφυρο της ανεξαγόραστης εξαγοράς, πίσω δεν παίρνεται
Με λίγο αίμα ακόμα, μ’ ένα κομμάτι κρέας

Ο σάκος μου κενώθηκε, ο σάκος μου ο δερμάτινος

Έπρεπε να οικονομείς το ανοικονόμητο, έπρεπε ν’ αποταμιεύεις
Τον εαυτό σου κλέβοντας, κόβοντας από πάνω σου
Με υπεξαίρεση, με αποκοπή γυμνή, μ’ ένα μαχαίρι
Κομμάτι από τη σάρκα σου, λίγο από το χώμα σου

Χώμα για το χώμα, για την οφειλή της γης
Ο χρεώστης είμαι ο ανεξόφλητος, ο υποθηκευμένος
Όλος
τον Πιστωτή τον άτεγκτο, τον Αργυραμοιβό ψυχών και σωμάτων

Τον τελευταίον οβολό, την τελευταίαν ελπίδα…

Στην αγοραπωλησία των υποστάσεων
(Ζώα και Όντα κατά κεφαλήν)
Πολύ φτηνή τιμή το τίμημά σου:
Σε υπολογίζουν κατά το βάρος: σάρκα-οστά
Σε διατιμούν: αργύρια τριάντα.

Από το βιβλίο Οίκος εμπορίου [Ποίημα από σκηνής σε δύο φωνές και χορό] (1974) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Advertisements

Σαράντος Παυλέας, Το αραχνάκι

Σταμάτης Κραουνάκης & Λίνα Νικολακοπούλου, Αράχνη
(τραγούδι: Άλκηστη Πρωτοψάλτη / δίσκος: Ανθρώπων έργα (1993))

Το αραχνάκι

Σε μια ξερή πευκοβελόνα και σ’ ένα φύλλο τεφρό πεσμένο
το νήμα του στηρίζει ένα μικρό αραχνάκι.
Πηγαίνει κι έρχεται, επίμονο κι ακούραστο μες στη γλυκιά προσωρινότητά του.
Δεν το προσέχει ο μικρός άνεμος και το πουλί που τραγουδεί
στον ταπεινό του θάμνο.
Εικόνα του ελαχίστου, σκιά της ύπαρξης,
ψίχουλο από το συμπόσιο και τη γιορτή του Κόσμου,
σοφό κι ελεύθερο μες στην υπακοή του,
το γαλάζιο του δόλου του το ύφασμα
σχεδόν αθώρητο,
σαν ώριμο καρπό παρασκευάζει.

Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως (εκδ. Άγκυρα, 1974)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Υστερόγραφο

Θάνος Μικρούτσικος & Άλκης Αλκαίος, Ρόζα
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Στου αιώνα την παράγκα (1996))

Υστερόγραφο

Τότε, σκέφτηκε να την πει καλοκαίρι.
Γιατί τα καλοκαίρια ανατέλλουν χαρούμενα
κι είναι έμπιστα και δροσερά.

Σε λογαριάζουν δικό τους
και βγάζουν το καπέλο τους
μόλις σε ιδούν.

Εγώ, δεν έχω καπέλο,
έχω όμως μια μικρή πέτρα
στο δάχτυλό μου
που με συγκινεί,
όπως ένα φωτισμένο παράθυρο.

Άκουσε,
αγαπώ τα πράσινα δέντρα
αγαπώ τα νερά σου
αγαπώ την ψυχή σου.
Γι’ αυτό βγαίνω τη νύχτα
να σε συναντήσω.
Κουβαλώ τα χαρακτηριστικά σου
παντού.
Οι άνθρωποι πρέπει να σε καταλαβαίνουν
όταν σηκώνουν το βλέμμα τους
και σ’ ανασαίνουν βαθιά.

Αλλιώς,
είναι πράγματα περιττά
οι ποιήσεις
και τα αισθήματα.

Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως (εκδ. Άγκυρα, 1974)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γ. Ξ. Στογιαννίδης

Γιάννης Ρίτσος & Χρήστος Λεοντής: Και να, αδερφέ μου

Και να, αδερφέ μου

Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (συλλογή «Καπνισμένο τσουκάλι» (1974))
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης (και ταυτόχρονα διαβάζει το ποίημα ο Γιάννης Ρίτσος)
Δίσκος: Καπνισμένο τσουκάλι (1975)

Και να, αδερφέ μου
που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα
δε χρειάζονται περισσότερα.

Κι αύριο λέω θα γίνουμε
ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια
που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ’ όλες τις καρδιές,
σ’ όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια
τα σύκα-σύκα
και τη σκάφη-σκάφη.

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
«Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα».
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου,
απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε
για να σμίξουμε τον κόσμο.

Αναστάσης Βιστωνίτης, Τα πράγματα

Τα πράγματα

Τα πράγματα επιστρέφουν στον χρόνο
χωρίς ν’ αφήνουν πληγές.
Αδιάτρητα, ακίνητα, απέχοντα,
κυκλώνοντας τη ζωή και τον θάνατο,
αφήνοντας τον σπαραγμό να λανθάνει.

Τα πράγματα χάνονται δίχως να πεθαίνουν.
Βέβαια και ελεύθερα
υπάρχουν και σωπαίνουν.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Η επαύριος

Η επαύριος

Σφυρηλατημένο φως σε νύχτα τρόμου.
Φλεγόμενη τίγρη η αγριότητα
σκίζει το δέρμα μου.
Οι άλλοι πουλιά σε καταδίωξη
μυρίζουν τοίχο και σκοτάδι.
Τα μάτια τους αφιονισμένα αγρίμια στον κάμπο.

Ανάμεσα στην πόλη και το πρόσωπό μου
ο γυάλινος ποταμός του παραθύρου
διάτρητος από μηχανήματα που εκτελούν
πράξεις τρελών.

Η νύχτα διαρκεί μέσα στο χρόνο –
μαύρη φλόγα από σιδερένια κεριά
που έχουν φιτίλι την ενέδρα.

……………

Ξημέρωσε.
Ανοίγονται οι δρόμοι.
Η πέτρα τρίζει από το φως.
Η πανοπλία της θάλασσας.

Χάνομαι στην ωμή λευκότητα της μέρας.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Άνοιξη

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Άνοιξη μπαίνει
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Άνοιξη

Ο Μάρτης φέρνει παγωμένες φωτιές.
Στο άνυδρο φως με βυθίζει ένας
γερμανικός χειμώνας.

Η Άνοιξη είναι μια ορχήστρα χρωμάτων
κι εγώ ο σκοτεινός θεατής
άγνωστος μέσα στο πυκνό ψύχος,
παρατηρώντας την επιδρομή της εσπέρας
στα οροπέδια τ’ ουρανού.

Η Άνοιξη είναι το αίμα των ποταμών
που ορμούν με τη μανία της νιότης μου –
ο θάνατος στην εκτυφλωτική ορμή του.

Η Άνοιξη είναι ένα εμβατήριο τίγρεων
που κομματιάζει το μυαλό μου
καθώς ανθίζει το ατσάλινο φως.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Χρυσάνθη Ζιτσαία, Προχωρημένο φυλάκιο

Προχωρημένο φυλάκιο

Προχωρημένο φυλάκιο.
Ασάλευτο και σιωπηλό.
Πέρα απ’ τα σύνορα
της ζωής και του ονείρου.
Στου πυρπολημένου καιρού
το μεταίχμιο.
Τυλιγμένο με της ποίησης
το μυστήριο.
Το βαθύ κι αξεδιάλυτο.
Έγινα κύμα να σε τραγουδήσω.
Βράχος να σε προστατεύσω.
Άνεμος να σε πολεμήσω.
Χωρίς ποτέ να σε κατακτήσω.
Χωρίς να σε πλησιάσω ποτέ.
Έπειτα αλλάξαμε τη βάρδια.
Πήρα τη θέση σου
κι εσύ τη δική μου.
Ντύθηκα την ψυχή σου.
Με πολεμάς κι αντιστέκομαι
με τη σιωπή.

Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως (εκδ. Άγκυρα, 1974)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρυσάνθη Ζιτσαία

Σταύρος Βαβούρης: Από κει κάτω…

Από κει κάτω…

Από κει κάτω θα ’ρθει
το σκοτεινό πουλί της συμφοράς∙
Θ’ ανέβει
σίγουρα ζυγιάζοντας τ’ ατσάλινα φτερά του
για να ραμφίσει με το ράμφος του τη νηνεμία αυτή.
Θά ’ρθει και θα ξανάρθει, για να σκίσει στα δυο τις ήσυχες ημέρες
που θα ’χω ξεπληρώσει μ’ αίμα

Αλλά κι εγώ, θα είμαι ακονισμένος πια.
Θάχω ένα φίδι μες στα μάτια
για να δαγκώνει στην καρδιά το θάνατο
Θα έχω αυτή τη μυστική πληγή
που αιμορραγεί, χωρίς ποτέ να μ’ εξαντλεί,
να με τινάζει, πάντοτε σαν έλασμα απ’ ατσάλι
σα λόγχη που ανασύρεται απ’ τη θήκη της μ’ οργή

Να ’ρθει λοιπόν, να ’ρθει ο γύπας τ’ ουρανού
αν θέλει ακόμα το αίμα μου.
Μια του και μια μου ως το τέλος.
Να ’ρθει.
Εδώ ’μαι.

Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως, εκδ. Άγκυρα (1974)

Σταύρος Βαβούρης: Περίεργο, βρέχει στους χωρισμούς

Περίεργο, βρέχει στους χωρισμούς

Περίεργο, βρέχει στους χωρισμούς,
πάντοτε βρέχει.

Όλα τα βλέπεις να τρεμίζουν δυσδιάκριτα
πίσω από ’να τζάμι
που το χτυπάει ανήλεη η βροχή.
Κάνεις να το σκουπίσεις
μα το νερό,
αμέσως πάνω απ’ τ’ άλλο το νερό
όλο και το θαμπώνει πιο πολύ
καθώς απομακρύνεται στο δρόμο
έν’ απολύτως ακαθόριστο περίγραμμα
και να! θολό, που κοντοστέκει λίγο
πριν διαλυθεί μες στη βροχή.

Βρέχει στους χωρισμούς.
Ακόμα και ν’ αστράφτει, κάτω από το φως,
ο κόσμος όλος
Περίεργο! Βρέχει,
πάντοτε βρέχει.

Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως, εκδ. Άγκυρα (1974)

Σταύρος Βαβούρης, Θ’ ανοίξω πάλι την πόρτα…

Θ’ ανοίξω πάλι την πόρτα…

Θ’ ανοίξω πάλι την πόρτα μου στα σκληρά όνειρα,
στους κυκλώνες που με ψάχνει ο στρόβιλός τους
και θα δεχθώ να βγω γυμνός
στις κοφτερές μεταλλικές αυγές
που πάλλουν λυσσαλέες έξω από τα τζάμια μου
σα σπαθιά χιλιάδες μες στο φως

Θ’ αφεθώ λέγοντας «ναι» στ’ ανήλεα άστρα τους
στην ηδονή τους που εξοντώνει
θα διαλυθώ στη μέθη τους, θα τρελαθώ ξανά.
Και μ’ άγριες, σκληρές, πελώριες κινήσεις
μ’ αδίστακτα μεγάλα βήματα γελώντας
θα κατακρεουργηθώ την Άρνηση διασχίζοντας
μ’ αν φτάσω στην απέναντι μεριά κι υπάρχω ακόμα
θα ’χω διασωθεί από την Απολίθωση
που ανεβαίνει ήδη ακάθεκτη απ’ τα νύχια μου
προχωρώντας σταθερά προς την καρδιά.

Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως, εκδ. Άγκυρα (1974)

Σταύρος Βαβούρης, Μόνο στα όνειρά μου

Μόνο στα όνειρά μου

Μόνο στα όνειρά μου θα ξανάρθεις πια.
Πάντα σιωπηλά και διφορούμενα
κι ακόμα βέβαια τότε περισσότερο
δεδομένου ότι δεν έχουν ήχους τα όνειρα
και φέρνουν τόσ’ αόριστα ό,τι φέρνουν.

Θα μου μιλάς και δε θα ξεχωρίζω τι μου λες
«Ορκίσου» θα ικετεύω
δίχως να μπορώ ν’ αρθρώσω λέξη
μα εσύ θα φεύγεις
θα διαλύεσαι στο χώρο του ύπνου
κινώντας σιωπηλά και διφορούμενα τα χείλη
όπως πάντα
και τότε ακόμη βέβαια περισσότερο
αφού πραγματικά δεν θα ’χεις έρθει
αφού ποτέ πια δεν θα ξανάρθεις
παρά μονάχα στα όνειρά μου πια.

Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως, εκδ. Άγκυρα (1974)

Σταύρος Βαβούρης, Υπό δυσμένειαν

Υπό δυσμένειαν

Ω, δεν θα μάθετε ποτέ το τι υποφέραμε
από τον ένα σεισμογενή χώρο στον άλλο
από τη μια γη
που υποχωρούσε κάτω από τα πόδια μας
στην άλλη που απειλούσε
κι ανάσαινε σαν άνθρωπος μ’ οργή

Ποτέ, ποτέ σας δεν θα μάθετε το τι υποφέραμε
με τον μαγνήτη αυτό της κάθε συμφοράς στα μάτια
μια ολόκληρη ζωή πλάι στο μπαρούτι
και τη φωτιά να τρέχει μες στις φλέβες
με το αίμα μας μαζί ασθμαίνοντας.

Ποτέ σας δεν θα μάθετε, ποτέ.

Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως, εκδ. Άγκυρα (1974)

Θάνος Παπαδόπουλος: Αθήνα, χειμώνας του 1971 (II)

Θάνος Παπαδόπουλος: Αθήνα, χειμώνας του 1971

Αλήθεια,
ποιος ξέρει τι σημαίνει ένας δρόμος
με την πυκνή ομίχλη σάπιου αίματος
να κολυμπά ατέλειωτα ανάμεσά μας

II

Και δε μιλώ μονάχα για την ώρα
που το μαχαίρι ξανασμίγει στη σφαγή
κι ακούς τα πρόβατα γεμάτα θλίψη να βελάζουν
Και τα περάσματα να κλείνουν ένα-ένα
Και του θανάτου ακούς τη μυστική φωνή που φτάνει
Μες στον παροξυσμό της μοναξιάς τους.

Αλλά μιλώ για κείνους που κρατήσαν
με νύχια και με δόντια τη ζωή τους
μέσα στη νύχτα που ούρλιαζε σα σκύλα
τη φλόγα μιας φωτιάς που κάποτε θ’ ανάψει
την πόλη των αυτοκινήτων ν’ αφανίσει

Γι’ αυτούς μιλώ
Και για το σκοτεινό τους αίμα.

Από την ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως (έκδ. Άγκυρα, 1974)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος