Οδυσσέας Ελύτης, Το Μαγισσάκι

Οδυσσέας Ελύτης & Νένα Βενετσάνου, Το Μαγισσάκι (δίσκος: Νέα γη (1996))

Το Μαγισσάκι

[Ενότητα Τ’ αφανέρωτα]

Από τους χρόνους τους παλιούς
το ’χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες
να βρω το Μαγισσάκι

Τ’ άπιαστο σαν αερικό
στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς
αλίμονό σου — εκάης

Έβγα έβγα Μαγισσάκι
χτύπα χτύπα το ραβδάκι
Ντο και ρε και μι και φα
μες στα ροζ τα σύννεφα

Τι ζουμπούλια και τι κρίνα
Τι και τούτα τι κι εκείνα
Ντο και ρε και φα και μι
φούχτα μου και δύναμη

Ποιος θα μου δώκει δύναμη
κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες
να βρω το Μαγισσάκι

Που ’ναι σπηλιά του ο ουρανός
άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του
στην άκρια του κυμάτου

Χτύπα χτύπα το ραβδάκι
χύνε το νερό στ’ αυλάκι
Φα και ρε και μι και ντο
μες στο μπλε το ξάγναντο

Τα παπιά και τα βαπόρια
παν μαζί και πάνε χώρια
έξι τέσσερα κι οχτώ
γούρι μου και φυλαχτό

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές
ν’ ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά
για μέ το Μαγισσάκι

Που να κοιμάμαι ξυπνητός
να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά
μα να ’μαι ερωτευμένος

Από τη συλλογή Τα ρω του έρωτα (1973) του Οδυσσέα Ελύτη

Μάνος Ελευθερίου, Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Αυτές οι ρεματιές κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν και ξαναγυρνούν,
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο κωνσταντίνος ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες
παρά μονάχα ψεύτες
και ρουφιάνοι,
ω πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά, στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο,
είσαι η Πρέβεζα, τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι, ο Πόντος κι η Ερμούπολις,

ω πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια

μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα σπίτια
μ’ αυτά τα βράχια δίπλα στο γιαλό
μ’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους

θα ’ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.

Από τη συλλογή Τα ξόρκια (1973) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Το πέρασμα

Το πέρασμα

Στο δρόμο για το θάνατο και για την εξορία
καθώς λιγόστευαν οι φίλοι
κι οι στρατοδίκες έκλαιγαν γραμμή κατ’ άντρα
είδες κι εσύ να στερεώνουν το χρησμό στα αίματα
κι η Πύλη που περάσαμε μαζί
να ’ναι μονάχα πέρασμα φονιάδων.

Από τη συλλογή Τα ξόρκια (1973) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάρκος Μέσκος, Χριστίνα

Χριστίνα

Θλιβερό η φωνή να γυρίζει πίσω χωρίς απόκριση
ο στίχος της Ασκληπιού και το φεγγάρι ευτυχώς χαμηλά
και ο ψηλός μονόχειρας στο επιτάφιο αεράκι
κάθε απόγευμα γύρω τριγύρω του Λυκαβηττού.

Ένας άνθρωπος της ηλικίας μου λοιπόν που βαδίζει
στους δρόμους με την ωραία ψευδαίσθηση
τι ωραία
τι ωραία
όλα χαρούμενα όλα φωτεινά και καταπώς
βαθιά τα επιθυμεί η ψυχούλα που μες στη φυλακή
γεννιέται.

Πίσω από τα φύλλα πίσω από τα πουλιά
πάλι φοβάμαι.

Από τη συλλογή Άλογα στον Ιππόδρομο (1973) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Το πόρισμα

Το πόρισμα

Κι εσύ τι νομίζεις, έτσι δεν είναι;
μπακάλης ο Θεός κυλάει τα βαρέλια
στα καλντερίμια τ’ ουρανού, νεκροταφεία
οι κατοικίες των στρατηγών κι από
τα χέρια μου γκρεμίζω τους κεραυνούς
δράκοντες του αέρα φωτιές στα σύννεφα
είναι τα δέντρα γεμάτα πουλιά πουλιά πουλιά
πουλιά πλια πουλιά πλια πουλιά —
όλα κοράκια.
Κι ο ήλιος στη Δύση πλαστό πεντόλιρο.

Από τη συλλογή Άλογα στον Ιππόδρομο (1973) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Ελπίδα ελπίδα ελπί

Ελπίδα ελπίδα ελπί

Κι όμως στο τέλος πάντα κάτι μένει
έστω ξερά χορτάρια στην αυλή των κρεμασμένων
(στο διάβολο κι εσύ και στο σχοινί σου)
ρίζα χλωρή λοιπόν και φωνή από μακριά που θυμάται
και ξαναγεννιέται
ένα πουκάμισο λευκό
εκεί κάτω στους μεταλλικούς αιώνες
θροΐζει πάντα σαν τελευταία ελπίδα.

Από τη συλλογή Άλογα στον Ιππόδρομο (1973) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Νίκος Βρεττός, Ο ύπνος της ημέρας (Γ)

Ο ύπνος της ημέρας

Γ

Είχαν στα μάτια τους μια ήρεμη αγωνία
τη σάρκα ρυτιδωμένη και σκληρή.
Καθισμένοι στις εξώπορτες μιλούσαν
την ώρα που η μέρα χάνει το φως της.

Ποιος μόχθος, ποια πανάρχαια ρίζα
μέσα στην εγκαρτέρηση!

Μηρυκάζοντας αργά τη σοφία του χόρτου
οι αγελάδες γυρνούσαν στους στάβλους
φορτωμένες τον γεμάτο μαστό τους.
Σηκώνονταν ευλαβικά και προσεύχονταν όλοι.

Τώρα τα σούρουπα είναι όλα χωρίς γείτονες
καμιά ευγνωμοσύνη και καμιά εγκαρτέρηση
ένας δε θα σπάσει με τη γροθιά το τραπέζι.

Από τη συλλογή Ο ύπνος της ημέρας (1973) του Νίκου Βρεττού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Βρεττός

Νίκος Βρεττός, Ο ύπνος της ημέρας (Α)

Ο ύπνος της ημέρας

Α

Βυθίζομαι αργά στον ύπνο της ημέρας
δίχως όνειρο, δίχως καημό να υπάρξω.

Το σώμα φθαρτό και η ψυχή στεγνώνει
σβήνει ολοένα η αίσθηση του κόσμου.

Οι ώρες περνούν και πέφτει το βράδυ
αύριο ίσως δε θα μπορώ να λυπάμαι.

Περνούν καθώς την έρημο οι καμήλες
μέχρι το τέλος τίποτα δε θα μείνει.

Πηγές και μνήμες μου έξω από τον ύπνο
κι όλο το πάθος για τη γέννησή μου.

Από τη συλλογή Ο ύπνος της ημέρας (1973) του Νίκου Βρεττού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Βρεττός

Βασίλης Καραβίτης, Το άδοξο τέλος της αλήθειας

Το άδοξο τέλος της αλήθειας

Απ’ όλους τους μύθους, είναι γνωστό,
Προσφέρεται πάντοτε μια ελκυστική αλήθεια
Που αρχίζει την κρυφή ζωή της σαν μεταξοσκώληκας
Σα μουσική ιδέα αν θέλετε
Που ξετυλίγεται αργά στη σκέψη και στο αίμα
Σβήνει μία μία τις φωνές που αντιστέκονται
Δίνει υπόσταση και νόημα στο όραμα
Τρέφει κατάλληλα και συντηρεί το θαύμα
Επικρατεί κι αποθεώνεται.
Στο τέλος μεθυσμένη απ’ τη δύναμή της
Γίνεται απρόσεχτη, δεν βλέπει τις παγίδες.
Βρίσκει μια πόρτα ανοιχτή
Κι ανύποπτη χώνεται
Σ’ ένα μοναχικό δωμάτιο:
Εκεί, χαμένη κι αβοήθητη,
Πεθαίνει κάποτε από αμφιβολία.

Από την ποιητική συλλογή Το παιχνίδι της επαφής (1973) του Βασίλη Καραβίτη

Βασίλης Καραβίτης, Ακόμη

Ακόμη

Ακόμη οι πόλεις τρώνε ήσυχα τα θύματά τους.
Ακόμη τίποτα δεν πήρε φωτιά.

Ακόμη η δυστυχία δεν αποδείχτηκε τυχαίο γεγονός.
Ακόμη είσαι ζωντανός και ανέπαφος.

Ακόμη χαίρεσαι μικρά διαλείμματα σιωπής.
Ακόμη μεταφράζεις θορύβους σε μουσική.

Ακόμη έχεις ένα δωμάτιο να καταφεύγεις.
Ακόμη βρίσκεις λέξεις και κρύβεσαι.

Ακόμη δεν ήρθε η ώρα να πληρώσεις.

Από την ποιητική συλλογή Το παιχνίδι της επαφής (1973) του Βασίλη Καραβίτη

Βασίλης Καραβίτης, Μικρή εμπειρία της εξοχής

Μικρή εμπειρία της εξοχής

Επ’ ευκαιρία της κυριακάτικης εκδρομής
Ας δούμε πιο προσεχτικά
Αυτό το άλογο μες στο χωράφι.
Τρώει αργά, με σύστημα, το χόρτο του
(Κανένα άλογο δεν έπαθε ποτέ έλκος).
Πλούσια σιωπή αναπαύεται στο δέρμα του
(Κανένα άλογο δεν υποφέρει απ’ τις λέξεις).
Επιθυμία δεν ταξιδεύει στα μάτια του
(Κανένα άλογο δεν χρειάζεται τα όνειρα).

Πολύ σωστά.
Ένα άλογο
Μπορεί να ’ναι ευχαριστημένο
Σ’ αυτή τη γη.

Από την ποιητική συλλογή Το παιχνίδι της επαφής (1973) του Βασίλη Καραβίτη

Ρούλα Αλαβέρα, Μετά

Μετά

Πολύ καλά∙ το επόμενο θύμα
ανατρίχιασε ως το θάνατο
το επόμενο θύμα περπάτησε
κυνηγώντας το δολοφόνο
το αμέσως επόμενο θύμα
έσβησε την κακία του
αμετάκλητα

Από τη συλλογή Κρανιοτρύπανο (1973) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Γιώργος Χρονάς, Όχι δεν πρέπει

Μέρος του ποιήματος μελοποιήθηκε τη δεκαετία του 1970 από τον Γιάννη Μαρκόπουλο και η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού ανήκει στον Θέμη Ανδρεάδη.
Στο βίντεο τραγουδούν ο Μάριος Φραγκούλης και ο Γιώργος Περρής (από την εκπομπή της ΝΕΤ «Στην υγειά μας»).

Όχι δεν πρέπει

[Ενότητα Οι Εβραίοι τής Νέας Υόρκης]

Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε
Πριν από τη δύση του ήλιου
Στο δάσος με τις άδειες κονσέρβες
Γιατί οι επιθυμίες μας είναι πλοία
Που θ’ αράξουν μια νύχτα τού χειμώνα
Απέναντι στη Σαλαμίνα ενώ εμείς
Θα ζητάμε τις νυχτερινές βάρδιες
Της Βηρυτού, της Όστιας

Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε
Πριν από τη δύση του ήλιου
Στο δάσος με τις πεταμένες καπότες
Γιατί οι επιθυμίες μας είναι ταβέρνες πρόστυχες
Στο Πέραμα
Που τις νύχτες διαιωνίζουν το είδος με ζεϊμπέκικο
Ενώ εμείς ναύτες σιωπηλοί και δυνατοί
Της θάλασσας παιδιά και του έρωτα
Κατεβαίνουμε αργά τα σκαλιά τού πλοίου

Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Οι υπόνομοι των νεκρών επιθυμιών
Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Οι υπόνομοι της Νέας Υόρκης
Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Η μάνα σου, η μάνα μου στα μαύρα
Στις μέσα κάμαρες εκεί που οι χαμένοι
Παίζουν στην πρέφα και στο τάβλι
Για ένα τσιγάρο
Για έναν καφέ
Τις νεκρές επιθυμίες τους

Εγώ διαλύομαι
Εγώ τεμαχίζομαι
Και συ με καλείς με πρόσκληση
Ανάμεσα σε επισήμους
Να παρακολουθήσω από την εξέδρα
Την κηδεία μου
Το δείπνο
Με τα μέλη τα διάσπαρτα του σώματός μου

Όχι προτιμώ να μην πάω στο δάσος
Με τις άδειες κονσέρβες
Όχι δε θα πάω στο δάσος
Με τις πεταμένες καπότες
Θα μείνω στις μέσα κάμαρες
Εκεί που αδιάκοπα περνούν
Οι υπόνομοι
Οι υπόνομοι της Νέας Υόρκης
Η μάνα σου, η μάνα μου στα μαύρα
Όχι δε θα πάω στο δάσος

Μπορείς λοιπόν
Απόψε να βγεις με τους Εβραίους της Νέας Υόρκης.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Τετάρτη

Τετάρτη

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Την πρώτη φορά αγαπηθήκαμε
Σε έρημους δρόμους
Πάνω από ένα σκεπασμένο ποτάμι
Βρώμικο
Σε ακατανόητους χωματόλοφους
Των οδών Καισαρείας, Περιστάσεως, Κοζάνης
Και των λοιπών.

Την πρώτη φορά αγαπηθήκαμε
Σε άδειους δρόμους
Πάνω από την παλίρροια των επιθυμιών μας
Σε γωνίες σκοτεινές
Πίσω από τρίκυκλα
Πίσω από φορτηγά
Σχολικά λεωφορεία
Και μπουλντόζες.

Ήταν Τετάρτη.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Ίβυκος

Ίβυκος

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Όπως η ψυχή τον πέταξε σαν ανάσα σε πνευστό
από τα χείλη στα δέντρα που πράσινα στο χώμα της Κορίνθου
τη μουσική από μόνα τους τριγύρω έφτιαναν
τους γερανούς στον ουρανό βαριά είδες να πετούν σαν άστρα
όταν το μαχαίρι μπαίνοντας βαθιά άνοιγε ζωή στο θάνατο.

Οι μέρες πέρασαν αφήνοντας τα κουμπιά ανοιχτά στο πουκάμισο
Οι γερανοί του Ιβύκου — είπαν
Τους γερανούς βαριά στον ουρανό να πετούν σαν είδαν.
Οι μέρες πέρασαν. Μα το πουκάμισο έμενε ανοιχτό.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Πάντα είναι Αύγουστος

Πάντα είναι Αύγουστος

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Πάντα είναι Αύγουστος
Το χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
Ξύλο μαυρισμένο.
Πάντα η φωτογραφία στον κίτρινο τοίχο
Δείχνει τη συνάντηση στο ποτάμι
Την ώρα που ο ήλιος μετέωρος ανάμεσα
Από δέντρα και άμμο ναρκισσεύεται
Στο νερό.
Πάντα φτάνει το τραίνο στο σταθμό
Οι πρώτες φωνές στους διαδρόμους, το πρώτο τσιγάρο, τα μεγάφωνα
Οι απίστευτες ματιές της Κυριακής για ένα ταξίδι στη μυθολογία
Το πλήθος, τα χέρια, τα μέλη, τα μάτια των υπνωτιστών.
Πάντα είναι Αύγουστος
Η μητέρα σου στο διπλανό δωμάτιο ξερνάει και συ αγωνίζεσαι
Για τη μετατόπιση ανάμεσα από λίμνες, έλη, νεκρούς
Σε βιβλία χημείας και φυσικής που τα οφείλεις τον Σεπτέμβρη
Σε σώματα απέραντα ανέπαφων
Που διατηρούνται στη ζωή
Με τη μυθολογία του Αυγούστου

– Ο πατέρας σου υπέγραψε πριν από λίγο
Δεν μπορείς να φύγεις
Είναι Αύγουστος.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]