Ζωή Καρέλλη, Η στενή πύλη

Η Αψίδα του Γαλερίου (Καμάρα) στη Θεσσαλονίκη

Η στενή πύλη

(Αψίς Γαλερίου, Θεσσαλονίκη 1959)

Ονομασία της οδού Εγνατία,
από Βασιλευούσης μέχρι Δυρραχίου
δόξα του Βυζαντίου
στην πατρίδα, τότε,
«περικλεεστάτη, λογία, πρεσβυτάτη»
αυτή έχει μείνει, τώρα,
απομεινάρι της απέραντης κυριαρχίας,
της αχανούς επικράτειας.
Καθώς έχει διανοιχτεί, κοινή,
πόλης αρκετά μεγάλης, βέβαια∙
με τις καινούργιες πολυκατοικίες,
τα φαρδιά πεζοδρόμια, δε στερείται
σημασίας τούτη της πολιτείας η αρτηρία.
Άλλη όμως η δική μου αφετηρία,
απ’ όπου προσπαθώ να ξεκινήσω,
προς τα πίσω οδεύοντας.

Γνώση της ιστορίας, της μοίρας
του Ελληνισμού φιλοδοξίες
και κάποιες ευτυχισμένες του έθνους στιγμές.
Είσοδος του Ελληνικού στρατού,
ελευθερία τη μέρα της γιορτής του Πολιούχου.
Παρελάσεις, ζητωκραυγές,
ύστερα, οδομαχίες, φωτιές…

Μακραίνουν, μικραίνουν οι ενθυμήσεις, οι διηγήσεις,
η πραγματικότητα έχει αλλάξει
και σου εμποδίζει τη φαντασία
ο δρόμος ευρύς, καλοστρωμένος
προκαλεί νόμιμη αδιαφορία.

Μνήμη αχνή, παιδική,
όταν η αψίδα του Γαλερίου
με τα τριμμένα, γεμάτα σκόνη ανάγλυφα,
κατείχε το χώρο, επιβλητική
και σ’ αυτή γύρω, συγκεντρωμένα
τα μικρομάγαζα και τα πιο μεγάλα
καταστήματα, κάπως καινούργια, τότε –
τα μεγάλα σπίτια με τις κλεισμένες,
αρχοντικές αυλές και τα μικρότερα,
όλα τριγύρω στην Καμάρα.
Εκεί γύρω, πυκνώνονταν οι συνοικίες μας,
ημών των υποτελών μαζί κι οι εκκλησιές μας.

Νοσταλγία. Πώς αισθανόσουν, τότε,
τον εαυτό σου, μέσα στην πόλη σου!
Βεβαιότητα για τα γνωστά, στέρεα πλαίσια.
– Σχεδόν τίποτα, δεν έχει απομείνει
απ’ την παλιά Θεσσαλονίκη
με τους αυστηρούς της αστούς.
Παρατηρώ την παραμερισμένην αψίδα
του Γαλερίου, αυτοκράτορος των Ρωμαίων,
έτος 300 περίπου μ.Χ.
Προς το δείλι,
σκιές κυανές και οι ρόδινες
προσέρχονται απ’ τα γύρω στενορύμια,
αυτές προσθέτουν τη μουσική
ασύλληπτων ήχων στο αρχαίο μνημείο.
Ανάβουν ύστερα, ηλεκτρικοί γλόμποι,
μάλλον φτωχικοί.
Ώσπου,
πάνω απ’ τα σπίτια της πόλης,
να υψωθεί η σελήνη μαγεύουσα.
Αυτή αφήνει να φανερωθεί η σιωπηλή κουστωδία:
στρατιές, οι αρχοντικές παραστάσεις,
οι μάχες, δηώσεις, σφαγές.
Πού να περάσουν όλες αυτές
οι μεγάλες ιστορικές ώρες, να χωρέσουν
φοβερές και ογκώδεις, οι τρομερές κραυγές
θριάμβου και πόνου, τώρα φανταστικές,
κάτω απ’ το χαμηλό τόξο, που βαστά
τη μεγαλοπρέπεια τόσου βίου,
με μικρή πια την επιβολή!

Εγνατία Οδός
κι εσύ της Αψίδας πύλη στενή,
προς το μέλλον της μνήμης πορεία,
της ψυχής οδηγία διαρκής.

Θεσσαλονίκη 19…

Πότε το σώμα θα ξυπνήσει,
στην πάσα του Θεού αγάπη και σοφία,
τ’ όνειρο πότε θα εξηγήσει τη ζωή;

Παράκληση και η ανάκληση, η θαυμαστή
του ανθρώπου δύναμη κι αδυναμία άδολη,
επίμοχθα σ’ έχω αποζητήσει.
Ανήσυχος, πλανώμενος, μόνος
ή μ’ άλλους εγώ μαζί, εγώ,
περήφανος και ταπεινός,
με φοβισμένο θαυμασμό, απλός
ο μετρημένος και περίπλοκος άνθρωπος
ζητώ κι ως φαίνεται τη δύναμη δεν έχω
συγκεντρώσει κι εκείνον τον καημό,
μες στον περίβλεπτο ναό της πόλης
και πατρίδας μου τον κόρφο,
ονομαστή της πάνσεπτης Σοφίας οικοδομή,
εκεί να προσπέσω, ν’ αποκοιμηθώ
και ν’ αναβλέψω,
να ξυπνήσω, όπως πρέπει,
σε προστασία, σκέπη κι ανάπαυση.

Όψη της Πλατυτέρας, στην πάγχρυση Κόγχη,
συμπαραστάτις, η συμπονούσα, «γέφυρα
η μετάγουσα από την γη στον ουρανό»,
Συ, η των δύο μετέχουσα, πλησιφαής,
το διφυές μυστήριον γνωρίζουσα
και σιωπώσα την ιερή σιωπή!

Της γης κάποτε η θεά γονιμοτάτη,
το τέκνον που σου αφήρεσαν σε υποχθόνια
βάθη και ξέσπασες σε θρήνους γοερούς
που κι οι θεοί τους φοβήθηκαν.
Όμως, όταν σταυρώσαν τον Μονογενή,
του κόσμου έαρ το γλυκύτατον,
τότε, απόμεινες αμίλητη,
του πόνου η ευλαβεστάτη,
Μητέρα απειράριθμη, απέραντη,
η καθημένη στο θρονί και η προσβλέπουσα
το φως του κόσμου η κρατήσασα
«ως νήπιον νέον τον προ αιώνων Θεόν»,
τον κόσμον η κινήσασα προς νέαν αρχήν,
της γυναικός περιβληθείσα δόξα την απτόητη.
Φέγγει από Σε ο ισχυρός, βαρύς ναός,
κίονες και πεσσοί, οι σκοτεινοι
κι ορθοί, πνευματικά ορθούμενοι,
λάμπεις και ο ναός σε καταλάμπει
και Σε κρατεί η του Θεού Σοφία,
στην καρδιά της πόλης Θεσσαλονίκης,
«Επισημοτάτης».

Μικρά σκεπτόμενος, ο άνθρωπος εγώ,
πρέπει ν’ αρχίσω πάλι, στους δρόμους
περιδιαβάζοντας της πολιτείας, αγαπητής,
όπου ανήκω
κι έχω ακολουθήσει
σκολιάς οδούς κι έχω χαθεί και αρνηθεί
κι έχω παραιτηθεί και πάντα ξαναρχίζω,
ζητώντας την αρχή, και την επιστροφή
στους κόλπους της ορθοδοξίας, καθώς
τόσο με παιδεύουν οδηγίες πολύμορφες,
υποφέρω, δίχως να φέρω την υποταγή∙

το εναντίον, την αποστροφή του πόνου
δοξάζω, αντί τον πόνο των ανθρώπων να ομολογώ.
Βρίθει κι έβριθε στους δρόμους της πόλης,
γεμάτους αίματα και κοπριές.
Κράζω, ως πότε θα θεριεύει η τιμωρία;
Τόσες οι αμαρτίες μας, οι προσβολές
και οι αρνήσεις οι κρυφές και φανερές!
Κι έξαφνα, καθόλου δεν τις βλέπω,
τις προσταγές Σου δεν ακούω,
το ύψος δεν αισθάνομαι Σου.
Τι γίνεται ο άνθρωπος δίχως το νόημά Σου;
Προσκυνητής, αναζητώ κανόνα προσφυγής
τον τρόπο κι άλλους δε βρίσκω τρόπους
για να γρηγορήσω, παρά
ως έχω μάθει και διδαχτεί, ζητώ
σε όνειρο να μου δοθεί η χάρη
της παρουσίας Σου εντός μου.
Τους εφιάλτες ν’ απεκδυθώ των ημερών
που μ’ αποσπούν και με χωρίζουν,
απ’ το εφήμερό μου σχήμα ν’ αφαιρεθώ
και να εξηγηθώ στην ιστορία
της «περικλεεστάτης» πατρίδος μου
Θεσσαλονίκης.

Να επισκεφτώ
στον δρόμο, τον παράμερο ναό
του Αγίου Αντωνίου, βιώσαντος στην έρημο.
Με κατατρύχουν πειρασμοί διπλοί και δίχρονοι,
οι δίβουλοι, δισυπόστατοι, πολλοί
και τερατόμορφοι, πολύηχοι, με διπλοκεφαλές,
με γλώσσες τις διχαλωτές, λαλούν
του κόσμου όλες τις γλώσσες.
Και τις ακούω, εννοώ και μεγαλώνει μου
η ακοή κι είναι απρόσιτη η αναχώρησή μου,
γίνεται περιττή, όταν έρημος δεν υπάρχει
να δεχτεί, εκείνη την ερήμωση ψυχής
που περιφέρω.
Και πάλι, ούτε κατέχω,
ύστερα, την απελπισία κι απορώ
γιατί ποτέ την έχω φανταστεί,
αφού έχω τη δύναμη να γεωργήσω
τας ερήμους, μόνο του πνεύματός μου
την ξηρότητα δεν μπορώ να καρπίσω.
Στου σώματός μου την πυκνότητα,
βλέπω διπλό το νόημα του κόσμου,
ρωτιέμαι, ποιος ο εαυτός μου,
συ, των παράφορων ψυχών ο ιατρός
δεν μένεις βοηθός μου.

Μακριά δεν είναι η εκκλησιά, όπου
η θεοσεβής μητέρα μου πήγαινε τακτικά,
στη Γοργοεπήκοο ή την ελπιδοφόρο Δεξιά.
Παλιά κι η άλλη εκκλησία, γλυκιά η Γρηγορήτρα
«η Παναγούδα» ως την αποκαλούσαν
η μάμμη, η προμάμμη, όλες γυναίκες
φιλόθρησκες, σεμνές και σοβαρές,
στέκονταν στα στασίδια και προσεύχονταν
τις κατανυκτικές τους επικλήσεις,
αγνές, συνεσταλμένες έψαλλαν
παρακλήσεις μικρές και τις μεγάλες
δεήσεις, αγιασμούς και ωραία τροπάρια,
στις αγρυπνίες, ολονυκτίες κι άνοιγαν
τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες,
υπέρ υγείας αγαπημένων προσώπων
όταν ασθενούσαν και διάβαζαν ευχές∙

κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν,
επιμελώς
εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα
της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβομένων η χαρά»,
διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου
την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι
μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή
κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη.

Μένει κλειστή η πύλη, καθώς
κανείς δε σκέφτεται να την ανοίξει,
όπως εκείνη η μητέρα που ζήτησε και πήρε
το κλειδί, από το εκκλησάκι του Σωτήρος,
και ’τοίμασε την τελετή, ευχαριστίες
να προσφέρει για τη σωτηρία
του μικρού παιδιού. Την είδες στ’ όνειρό της
κι όχι μόνο αυτή, συγγενείς και φίλοι άλλοι
είδαν κι έβλεπαν όνειρα κι άκουγαν κρότους
μυστικούς κι ανακαλύπτονταν ναοί
αγίων και μαρτύρων κι οι εκκλησίες
ήταν μέσα στις κατοικίες των ανθρώπων
κι οι κατοικίες των ανθρώπων βρίσκονταν
γύρω σ’ αυτές, αυλές πλατύτατες,
περιοχές χριστιανικές, προφυλαγμένες.

Οδός η Εγνατία της πόλης Θεσσαλονίκης
είναι διανθισμένη απ’ αυτές,
Άγιος Αθανάσιος,
η Παναγία των Χαλκέων, περίκαλλη,
σαν άνθος λαξευμένη, η Αχειροποίητος,
κάποτε τουρκεμένη κι ενδόξως επιστραφείσα,
όπως του Μυροβλήτη η περίβλεπτος βασιλική.

Ανοδικοί οι δρόμοι προς τα εκεί,
σ’ αυτούς κτισμένοι ναοί μικροί κι ευρύτεροι,
της πόλης κόσμημα λαμπρό,
της Λαοδηγητρίας και της Αγίας Αικατερίνης,
του προστάτου των ορφανών Δαυίδ του Οσίου…

Και προς τα τείχη της πόλης μου η πίστη
των προγόνων με υψώνει, αγάπης άνθιση.
Η άνοδός μου όμως δύστροπη
κι άγνωστη μένει μου η παραδοχή.

Αιώνια των πραγμάτων η μορφή
που μεταλλάζει, χάνεται για να ξαναβρεθεί
ακόμα και στην άρνηση
έξοχη μνήμη μ’ ακολουθεί.

(Αυτού παρέμεινε η εξομολόγηση του ζητήσαντος τη χάρη της Εγκοίμησης και μη αξιωθέντος την δωρεάν οράματος.)

Από τη συλλογή Το σταυροδρόμι (1973) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Προλήψεις

[Ενότητα Ημερολόγιο (1955-1973)]

94
προλήψεις

Πάντα παίρναν το ίδιο παγωτό,
κρέμα με φρούτο,
όσο βάσταξε τ’ ωραίο εκείνο καλοκαίρι:
χαμόγελα και βλέμματα
κι ο ενθουσιασμός ειλικρινής.
Ο ήλιος ήταν δυνατός, πλούσιο το φως
γι’ αυτούς που συμφωνούσαν διαρκώς.

Μια μέρα, ζήτησε αυτός πραλίνα,
εκείνη δεν είχε προφτάσει
αυτή του την επιθυμία να συμμεριστεί.

Όταν φέραν το δίσκο με τα παγωτά
σε χρώματα διαφορετικά,
σφίχτηκε η καρδιά της,
αισθάνθηκε τη διαφορά της.

Προληπτική δεν ήταν, όμως,
αίφνης κατάλαβε τη σημασία της πρόληψης:
Όταν τα γεγονότα δεν τα προλαβαίνεις
κι αυτά, ήδη ετοιμασμένα, συμβαίνουν
και μαρτυρούν τα κρύφια συμβάντα.

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ζωή Καρέλλη | Τα ποιήματα, τόμος Β’ (1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Ημερολόγιο (34)

[Ενότητα Ημερολόγιο (1955-1973)]

34

Ο Κυρ-Βοριάς είναι σκληρός,
όταν υψώνεται σφοδρός και παγερός
μπροστά σου.
Το πρόσωπο σου αρπάζει
με την τραχιάν αναπνοή του
και σου αλαλιάζει τα χέρια.

Βάζει τα βίαια κι απότομα σκέλη του,
ανάμεσα στα δικά σου,
εμποδίζει τους ώμους με τα ψυχρά δάκτυλά του
και σου βουίζει στο κεφάλι ηχηρές διαταγές.
Σε ταράζει, πληθαίνει, αυξαίνει,

όμως, έξαφνα, μπορεί να κοπάσει,
να εξαφανιστεί
κι εσύ ν’ απορείς για όλα
όσα έγιναν την ώρα της πάλης.

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ζωή Καρέλλη | Τα ποιήματα, τόμος Β’ (1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Το πορτοκάλι ή χρυσόμηλον

[Ενότητα Ημερολόγιο (1955-1973)]

44
το πορτοκάλι ή χρυσόμηλον

Όταν μένεις βαρύθυμος:

σκέψου ένα πορτοκάλι.
Το βέβαιο, καθαρό του σχήμα,
τον πυκνό φλοιό, μα πιο πολύ
το ζωντανό του χρώμα, απερίσπαστο.

Ίσως μπορέσεις τότε να συλλογιστείς,
ίσως και να πιστέψεις
πως ο καρπός αυτός, αληθινά
είναι του ήλιου προσφορά.

Κι όταν τ’ ανοίξεις, την γεωμετρική του τάξη
θ’ αντιληφθείς, χυμώδη, κρυσταλλώδη.

Θυμούμαι ένα πρωινό του φθινοπώρου
και μια μαούνα μαύρη
απ’ την πολυκαιρία στα νερά∙
στο μώλο ήταν δεμένη,
με πορτοκάλια φορτωμένη χαρωπά,
ανάκατα ριγμένα, άφθονα,
φερμένα από ηλιόλουστα ακρογιάλια και νησιά.

Στον κόλπο της Θεσσαλονίκης,
η θάλασσά μας ήταν τη μέρα εκείνη,
πράσινη και σταχτιά, ακίνητη βαρειά,
όμως τα πορτοκάλια μέναν νικηφόρα
και νεανικά.

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ζωή Καρέλλη | Τα ποιήματα, τόμος Β’ (1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Μαρία Κυρτζάκη, Οι λέξεις

[Ενότητα Ανίχνευση (1968-1971)]

Οι λέξεις

Είναι εύκολο να σου δείξω
Το σώμα μου πώς διαθλάστηκε
Την όρασή μου πώς έμεινε κρυμμένη
Να σου απαριθμήσω τα γεγονότα.

Μόνο τις λέξεις μου
Τι να σου πω για τις λέξεις
Αφού και γω δεν ξέρω
Πώς βγαίνουν έτσι
Στραπατσαρισμένες κάθε φορά
Θαρρείς λεηλατημένες
Λειψές.

Από τη συλλογή Οι λέξεις (1973) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, Απόπειρα εξόδου (I, α’)

[Ενότητα Απόπειρα εξόδου (28 Απριλίου-24 Ιουνίου 1970), I]

[ α’ ]

Σ’ ένα σύννεφο όπου τα πουλιά
Μπορούν να πετάξουν.
Οι λέξεις θα κυλήσουν όμοια
Με ερυθρομόρφων σχημάτων τα κύματα.
Θα αποβάλεις τότε ενδύματα τετριμμένα
Του προσώπου την διπλή επιδερμίδα.
Τα βήματα όταν δεν θ’ ακούγονται πια

Πού θα σε βρει η άνοιξη.

Από τη συλλογή Οι λέξεις (1973) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Δημήτρης Καλοκύρης, Το πέρασμα

Το πέρασμα

Η λιγνή καμπύλη του μετώπου
καθώς ο μήνας μπαίνει ένοπλος
τεντώνοντας το στόρι
στη βρεμένη αχτίδα
του ήλιου,
που λέει,
και βλέποντας
ο μήνας ένοπλος – στρατιώτης το σχήμα
που τινάζεται ο νους μες στο φύλλο
και ότι σπαράζει∙
κι ο μήνας ήταν ένοπλος στρατιώτης
και περνούσες το φεγγάρι
κατεβαίνοντας

Από τη συλλογή Το νόμισμα ή η παραβολή του φεγγαριού (1973) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το πλοίο

Το πλοίο

Ο Μάης γύρισε στο πλάι αγριεύοντας∙ το ψάρι αντανακλώντας το λιοπύρι. Η λάμα ξεσηκώθηκε σαν έντομο.
Να βρέξει!

Κόβω μια βόλτα στο γιαλό: που έστησε τα βήματά μου ο ύπνος και στάζει το αφιόνι από το μάρμαρο, χύνεται κομματιάζοντας σ’ ανατολίτικο και πλουμιστό σαντούρι, σαπίζοντας στη στέγη και στα μπράτσα τους…

Αλλοπαρμένος ο περαματάρης, βιαστικός, τραβώντας το τοπίο στο κρικέλι του ίσκιου και πλανιέται, ό,τι και να γενεί θα ξημερώσει, λέει.
Λέει
_______________________________________________________________________

Τώρα μέσα στη χύτρα τα κομμάτια του, σηκώνεται να σβήσει την ένταση του τόξου μες στο ψάρι, λοξεύει το φανάρι με το ένδυμα βαρύ νερό γι’ αυτά τα μάτια στο σκοτάδι, –Ό,τι μου κατεβαίνει κάνω, λογαριασμό δε δίνω κανενός! Γυρνάει. Απλώνουν οι ξανθιές φτερούγες της, σφίγγει τ’ αστραφτερό τοπίο στη μασχάλη, ψάχνει το φουντωμένο της κορμί, ούτε θα βρέξει ούτε τίποτα∙ φωνάζει κάτι για τα χιόνια, σέρνει φωνή και στο παιδί, φέρε τ’ αλάτι, κόψε το ψωμί, βίρα το φοβερό μου μεροκάματο.

Τράβηξε το τοπίο με το κίτρινο απ’ τον ώμο, αγριεύει,
ο Μάης γύρισε στο πλάι το κατάρτι του, ξέπλενε τα στρωσίδια στο πηγάδι, στραφήκαν στο φανάρι τα εγκαύματα, ο Μάης ξαναγύρισε στο πλάι,

Από τη συλλογή Το νόμισμα ή η παραβολή του φεγγαριού (1973) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Προσευχή

Προσευχή

[Ενότητα Terminal]

Οι νύχτες μας κρύβουν τη θάλασσα
Ο ήλιος πεθαίνει από δίψα

Άγνωστο τοπίο
Της απουσίας Σου

Κύριε

Μοχθώ πάνω στη γη σου
Μια κοιλότητα από αίμα
Μια πλημμύρα από αναμενόμενο φως

Ας κρατήσουμε το χέρι του μύθου
Ας υπερασπιστούμε το πλίνθινο σπίτι μας

Στεφάνι ν’ αποθέσουμε τη ζωή μας
Στη δική σου ανάσταση

Κύριε.

Από τη συλλογή Βαθμίδες (1973) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Όταν εξαφανίζομαι

Όταν εξαφανίζομαι

[Ενότητα Ταξίδια κι εποχές]

Όταν μ’ αφήνετε μόνη
Μυστικά εξαφανίζομαι

Μοιράζω τα χέρια μου
Πουλιά για την ειρήνη
Μοιράζω τα χείλη μου
Σταφύλι στους διψασμένους
Στ’ άσπρα μου μάτια
Λούζεται το σκοτάδι
Και το κορμί προσφέρεται
Εξαγνισμός στις τύψεις του

Απομένουν τα φτερά μου
Ανεμπόδιστα κρόταλα χαράς
Για την τελείωση

Όταν εξαφανίζομαι
Μη μου χτυπάτε την πόρτα.

Από τη συλλογή Βαθμίδες (1973) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Κάλεσα τον ουρανό

Κάλεσα τον ουρανό

[Ενότητα Ταξίδια κι εποχές]

Κάλεσα τον ουρανό
Να συζητήσουμε
Για τους ήρωες
Τα πεινασμένα παιδιά
Τα πηγάδια της φαντασίας

Άκουσα
Πως στέρεψαν τα πηγάδια
Χάθηκαν τα παιδιά
Γιατί αχρηστεύτηκαν οι ήρωες

Αναρωτιέμαι
Αν η απόφαση πάρθηκε
Από ηλεκτρονικούς εγκεφάλους.

Από τη συλλογή Βαθμίδες (1973) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Αφιέρωμα

Η Σμύρνη πριν και μετά την καταστροφή

Αφιέρωμα

[Ενότητα Terminal]

Ας έμεινε μονάχο το λιμάνι
Και τυφλωμένα τα κουμπούρια του παππού

Η Σμύρνη εδώ στο σπίτι ανασαίνει
Να μας κοιτάζει με τα μάτια τ’ ουρανού
Γιατί ο πατέρας μου παιδί ξαναγυρίζει
Μια πολεμίστρα κλείνοντας στο χέρι

Κι ανασηκώνει τα σημάδια του καιρού.

Από τη συλλογή Βαθμίδες (1973) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου: [Αν είσαι…]

[Ενότητα Εικόνες στον καθρέφτη]

Αν είσαι
Το προσωπείο μιας ψυχής
Διαλεγμένο τυχαία
Τυχαία είναι κι η ψυχή σου

Είσαι όμως ο καθρέφτης
Της μοναδικής μου ψυχής
Πομπός και δέκτης
Της θανάσιμης ομορφιάς

Χάνονται οι πολυτελείς καθρέφτες
Αλλοιώνουν τα είδωλα οι παρανοϊκοί
Θολώνουν οι ετοιμοθάνατοι

Σπάζουν μόνο οι ζωντανοί

Στάσου να ζωγραφίσω τ’ αγαπημένο είδωλο

Να το κρατήσω στα μάτια μου
Ώσπου να γίνει ανεπίστροφο.

Από τη συλλογή Βαθμίδες (1973) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Μαρία Καραγιάννη, Στη Λίνδο

Σπήλιος Μεντής, Το καράβι
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Σερενάτα χωρίς φεγγάρι (1992))

Στη Λίνδο

[Ενότητα Η κατάδυση (1956-1963)]

Στη Λίνδο
περίμενα τα πλοία
χωρίς αγωνιώδεις προσμονές
στην προκυμαία
κι ύστερα
δεν έρχονταν πια
παρά μόνο γραμμής εμπορικά
που βιαστικά
την άλλη μέρα
φεύγαν
Και γέμιζε πάλι
με θάλασσα το ίχνος τους
κι οι σημαδούρες
με πουλιά
που ξανάρχονταν.

Από τη συλλογή Η κατάδυση και ο πυθμένας (1973) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Παλιά μνήμη

Τα καλικαντζαράκια

Παλιά μνήμη

[Ενότητα Ο πυθμένας (1967, 1970-1971)]

Και τα γαβγίσματα των σκύλων
τα μεσάνυχτα
–τι παλιά μνήμη–
γέμιζαν με φαντάσματα το σπίτι
το πέτρινο πηγάδι
με πνιγμένα παραμύθια
Χόρευαν καλικάντζαροι
στα καλντερίμια της αυλής
και φέρναν τη μητέρα στη σκεπή
άγγελοι με σουραύλι.

Από τη συλλογή Η κατάδυση και ο πυθμένας (1973) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Λένε για τη θάλασσα

Λένε για τη θάλασσα

[Ενότητα Η κατάδυση (1956-1963)]

Πάρε με μαζί σου στο Μπεϊρούτ
λένε για τη θάλασσα
πως πνίγει τη μνήμη.

Από τη συλλογή Η κατάδυση και ο πυθμένας (1973) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Σαν αντικείμενα νεκρών

Σαν αντικείμενα νεκρών

[Ενότητα Ο πυθμένας (1967, 1970-1971)]

Θα μας θυμούνται πότε-πότε εκείνοι
μείναν τα ρούχα μας εκεί
παπούτσια λασπωμένα με μισόδετα κορδόνια
ο χαλασμένος αναπτήρας
το τελευταίο βιβλίο που αγοράσαμε
Σαν αντικείμενα νεκρών που δεν χαρίστηκαν.

Από τη συλλογή Η κατάδυση και ο πυθμένας (1973) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Σαν πουλί που πεθαίνει

Σαν πουλί που πεθαίνει

[Ενότητα Η κατάδυση (1956-1963)]

Πνιγόμουν ξαφνικά
σαν πουλί που πεθαίνει
δεν υπήρχε αέρας
δεν υπήρχε φωνή
κοίταζα μονάχα τα μέλη μου
κι ήθελα να τα δωρίσω

Από τη συλλογή Η κατάδυση και ο πυθμένας (1973) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη

Μαρία Καραγιάννη, Κοντά και ανάπηρα

Κοντά και ανάπηρα

[Ενότητα Η κατάδυση (1956-1963)]

Κι όταν βρίσκω έναν ήλιο
προσιτό
σαν παιδικό τόπι
μικραίνουνε τα χέρια μου
κοντά κι ανάπηρα
ερειπωμένες γέφυρες

Από τη συλλογή Η κατάδυση και ο πυθμένας (1973) της Μαρίας Καραγιάννη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καραγιάννη