Γιώργος Καφταντζής, Του ήλιου και της πανέμορφης

Federico Garcia Lorca & Χρήστος Λεοντής, Αχ… έρωτα (απόδοση στα Ελληνικά: Λευτέρης Παπαδόπουλος)
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς & Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: αχ… έρωτα (1974))

Του ήλιου και της πανέμορφης

Αρμέγει τις πορτοκαλιές ο Έλληνας ο ήλιος
στο ρόδο το αμάραντο χρυσοφόρες μέλισσες.

Τρέμοντας από γλύκα και φιλί κάθισες και προγεμάτισες
μ’ ένα καρβέλι ουρανό κι ένα ποτήρι ήλιο.

Μα πότε κιόλας στολίστηκες με ψηφί μαργαριτάρι
πότε γιόμισες τον κόρφο σου άνθια και λιακάδα;

Αν είναι πικρή η αγάπη σου τον ήλιο μην τον συνορίζεσαι
ήλιος είναι κι ας χαμογελά ήλιος είναι κι ας λάμπει.

Από τη συλλογή Ελεγείες (1971) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Advertisements

Γιώργος Καφταντζής, Ποιητική

Ποιητική

Το κάθε ποίημα είναι…
δεν τραγουδά κλειδώνει τη φλεγόμενη παραφορά
και περιμένει.

Αυτές που στόλιζαν τα στήθη με χρυσόψαρα
υφαίνουν στις φάμπρικες του καιρού
μια ελάχιστη αιωνιότητα.

Ήσυχο ήσυχο κυλάει το χορτάρι γύρω στο χορτάρι
ποτάμι κοραλλιού και κει αχάτης.
Λοιπόν εσείς κυρίες μου πώς βολευτήκατε με το θάνατο;

Υπήρξαν και άλλες που λαχτάρησαν πολύ
μια νέα λάμψη από άλλο πράσινο
όπως το αρπαχτικό κλαδί την άνοιξη.
Έτσι πικράθηκε ο κόσμος. Για μια σκιά.
Μα τι απόμεινε απ’ αυτές;
Κομμένα ρόδα υπνοβατικά
στη αγωνία του πέρα φεγγαριού
ξερή βροχή κουβαριασμένη
στο υπόγειο της νύχτας.

Τα μοναχικά τους χέρια
αμυδρές ανάβρες μεταξιού
κάτω από γκρίζα φύλλα, κρύα φύλλα βροχοφαγωμένα
συνάζουν τους σκιερούς ανθούς της Περσεφόνης
που όμως μυρίζουν μάταια.
Θαμπωμένο δρέπει και το δειλινό
κίτρινους κρόκους. Τι σιωπή εβένινη!
Έγιναν όλα ότι έγιναν τραγούδι
που αποζητά κι αυτό τη μούχλα του.

Το κάθε ποίημα είναι η ψυχή κάποιου πεθαμένου
δεν αναπνέει, δανείζει το ξένο πρόσωπο στον ουρανό
και περιμένει.

Από τη συλλογή Ελεγείες (1971) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Τάσος Κόρφης, Αποστολή διασώσεως

Κώστας Καλδάρας, Απ’ τα κρυμμένα να σωθείς
(τραγούδι: Μελίνα Κανά / δίσκος: Τραγούδια από το παράθυρο (1998))

Αποστολή διασώσεως

[Ενότητα Ημερολόγιο 4]

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον που κάνει το σταυρό του, παίρνει τη θεία μετάληψη και περιμένει ένα καράβι, ένα γιατρό, ένα χέρι να του κλείσει τα μάτια.

Τα σήματα μας ξεσήκωσαν από τον ύπνο, από τον απογευματινό μας καφέ, από το σώμα της γυναίκας μας. Τα χέρια χούφτωναν το τιμόνι. Τα μάτια επαγρυπνούν. Όλα τίθενται εν επιφυλακή.

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον –ίσως τον εαυτό μας– που κινδυνεύει, ανάμεσα σ’ αγγίγματα φτηνά, αισθήματα ξεπερασμένα, κύκλους ομόκεντρους, ένα δεσμώτη των μορφών, των διαγραμμάτων που δεν μπορεί ν’ αυτοσχεδιάσει πια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ημερολόγιο (1971) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Γιώργος Θέμελης: Ηλιοσκόπιο, 2

Αφιέρωμα της ΕΡΤ1 στον Διονύσιο Σολωμό

Ηλιοσκόπιο

Σχεδιάσματα

2

Στοχάσου, το δίχως άλλο, μαζί με τα λόγια και τα κόκαλα τα ιερά των Ελλήνων και των Ανθρώπων, των όσων είχαν και τ’ άφησαν στα καταλύματα της Καρτερίας.
Αντέχουν τα κόκαλα. Στήνουν το ανάστημα. Στηρίζουν τη σκαλωσιά…

Θυμήσου το:

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

μαζί με το:

Εκεί μέσα εκατοικούσες

Αντίς το:

Πικραμένη, εντροπαλή

να βάλεις:

Ακατάλυτη, πυκνή,

κλείνοντας με το:

Έλα πάλι, να σου πει.

Πρέπει να γίνει επιστροφή από το τότε στο τώρα, ωσάν Ανακομιδή ή Ανάκληση νεκρών, που δεν πεθάναν.
Αλλιώς δε θάβρεις πουθενά ψυχή να χτίσεις την κατοικία της. Οι ζώντες οι περιλειπόμενοι της Οικουμένης του αιώνα τούτου της Φτέρνας και της Γροθιάς, όπου το τεχνητό τριαντάφυλλο, το φονικό χαμόγελο, ανθούν στο ίδιο περιβόλι, δεν είναι κατοικήσιμοι.
Άλλος δεν έχει μάτια να φανεί· άλλος αναζητεί τα χαμένα του δάκρυα· άλλος αλλού το σώμα, αλλού η σκιά. Και δεν μπορούν ν’ ανταμωθούν ή ν’ αγαπήσουν.
Δεν έχουν το Λόγο, δεν έχουν το Θεό τους.
Και σκουντουφλούν, πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, γυρεύοντας το δίκιο τους μ’ απόκρυφα εγχειρίδια.
Ποιος ο φταίχτης, ποιος ο αδικημένος, κανείς δεν ξέρει. Και μάρτυρες δεν υπάρχουν. Ο καθείς και μάρτυρας του εαυτού του: μάρτυρας και καταδότης.
Και ποιος να βάλει το χέρι του ή το ζυγό του, ποιος Θεός!
Είναι ταμένοι από πριν. Για τούτο έρχονται και τίκτονται: για να πέσουν να πεθάνουν. Είναι φθινοπωρινοί.

Κι οι Ποιητές, ως να σηκώνουν πάνω τους το μίασμα μιας αμαρτίας κρυφής κι ανομολόγητης,
Αλλήθωροι, σημαδιακοί, με τo ’να μάτι κοιτάζοντας, με τ’ άλλο βλέποντας,
Δεν βρίσκουν άνθρωπο στον άνθρωπο να μιλήσουν, ψυχή στην ψυχή.
Οι δρόμοι αδειάζουν στο πέρασμά τους…

Ώσπου ν’ αλλάξει ο Καιρός, να το γυρίσει Μελτέμι, αυτό που το λένε Μπουκαδούρα, να προχωρήσει η πτήση των φτερών που πιάστηκαν στη Νηνεμία κι έπηξε το φως, και να βαθύνει η Ανασαιμιά.

Κόκαλα είναι όλα, τα εγκαταλειμμένα πίσω κόκαλα των πραγμάτων, σκόρπια παντού, εδώ κι εκεί, ξηρά, μα φυλάγοντας μέσα τους, άθραυστοι νάρθηκες, την παλιά κλεμμένη σπίθα την ακοίμητη.

Εφάρμοζε λοιπόν την Ανακομιδή και την Ανάκληση, ωσάν τελετή, ωσάν το Όγδοο Μυστήριο.

Τα κόκαλα, ξέρεις, ακούν, κι οι παλιοί νεκροί αποκρίνονται, όταν τους φωνάζεις με καθαρή φωνή και ακέραιη λέξη.
Τους μιλάς τη γλώσσα τους.
Κωφεύουν μονάχα στους τραυλούς, στους άγλωσσους λόγιους και στους κωφάλαλους.

Να προσέχεις πολύ την άρθρωση, και να βρίσκεις τη σωστή λέξη, την άμεση, την αναφωνητική, οπού ν’ ανακαλεί μεμιάς και ν’ ανασταίνει, γεμίζοντας την Απουσία.

Π.χ.

Ω τρακόσιοι! σηκωθείτε

Ή

Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
Που ό,τι θέλεις ημπορείς,

Κράζοντας πίσω την Ψυχή με τ’ όνομά της: Ελευθερία, ν’ ακούσει.

Από το ποιητικό βιβλίο Ηλιοσκόπιο (1971) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Το γαλάζιο λιβάδι

Το γαλάζιο λιβάδι

Θα ’μαστε μόνοι εγώ κι εσύ
Και δε θα υπάρχουν πια
Ούτε αποχωρισμοί ούτε αναχωρήσεις
Ούτε μέρα ούτε νύχτα
Και θα ’χει τόσο κάποια λάμψη απεριόριστη απλωθεί
Πάνω στα πρόσωπά μας
Που θα ελευθερωθούν τα βλέφαρα απ’ τον γύψο

Θα προχωρήσουμε μαζί στην όχθη του φωτός
Και τα δικά σου βήματα θ’ απορροφήσουν τα δικά μου
Μια σκουριασμένη αξίνα κι ένα φτυάρι θα ’ναι πάντα εκεί
Να μου θυμίζουνε το τρομερό εκείνο απόγευμα μιας Κυριακής
Θα περπατήσουμε μαζί σ’ ένα γαλάζιο λιβάδι
Κι από τους λόφους θ’ αναβλύζει
Κάποιο ανάκουστο τραγούδι
Που ποτέ δε θα τελειώσει

Από τη συλλογή Η μεταμόρφωση (1971) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Σ’ ανακαλύπτω πάλι

Σ’ ανακαλύπτω πάλι

Σ’ ανακαλύπτω πάλι
Ω επισκέπτρια νυχτερινή
Μαστιγωμένη απ’ όλους τους ανέμους
Και υψώνω ένα δέντρο
Για να στηρίξω τη λύπη μου
Και ξεδιπλώνω έναν ουρανό
Για να προετοιμάσω την πτήση μου
Ίσαμε σένα

Πόσο μακρύς ο δρόμος
Για να φτάσω την ερημιά των ματιών σου
Για ν’ ανασύρω τα μάτια σου
Μέσ’ απ’ τη στάχτη του καιρού
Να ξεχωρίσω τα λόγια σου
Που ολοένα ξεμακραίνουν
Και μόλις ακούγονται
Ίδιο ανατρίχιασμα νερού

Από τη συλλογή Η μεταμόρφωση (1971) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Ματθαίος Μουντές: από «Τα οθόνια κείμενα»

από «Τα οθόνια κείμενα»

Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.
Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.
Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;
Τα πηγάδια –ευτυχώς– φέτος γέμισαν.
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της.

Από τη συλλογή Η αντοχή των υλικών (1971) του Ματθαίου Μουντέ

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Πάνος Θασίτης, Η μαρμαρωμένη

Η μαρμαρωμένη

Περιμένοντας το μεγάλο νερό,
άδειο γαλανό, κεφάλι
και το φεγγάρι μελανιασμένο
στις αλυσίδες
και το καράβι στο κοιμητήρι.

Πίσω απ’ το μαύρο τοίχο
που στέκεσαι και κοιτάζει,
τίποτε πια δεν περνάει.

*

Μαρμαρωμένη βουλιάζεις αλλού.

Από τη συλλογή Εκατόνησος (1971) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Εικόνα για δυο

Εικόνα για δυο

Εσύ χάνεσαι όλη μέρα, στο βόμβο που έχουνε χιλιάδες κινητήρες,
στα κυκλικά παραπετάσματα της σκόνης.
Βουλιάζεις κάτω από σειρές μεγάλα σπίτια,
στοές, μεγάλοι δρόμοι που σ’ απορροφούν.
«Σταθμός-Χαριλάου» η γραμμή που παίρνεις,
για τη φανταστική δουλειά και το φανταστικό σου σπίτι,
απεγνωσμένα.

Το σωστό πρόγραμμα απ’ έξω, μια προσωπίδα για τους άλλους.
Για σένα, πιο βαθιά η σφαγή.

Τ’ άσπρο νερό ξαφνικά πορφυρό.
Η παγωνιά φυτρωμένη στα σπλάχνα,
μαύρα μεγάλα χάσματα στο δρόμο, χαμένα όλα τα σημάδια
κι από ψηλά, ο μακρινός βόμβος της καταστροφής.
Σιγή τυλίγει στο γυαλί, το κάθε τι που βλέπεις,
χέρια και πόδια και πρόσωπα απομένουν στον αέρα,
σαν την εικόνα στην οθόνη, τη στιγμή που κόβεται η ταινία.

Στο νου πυκνή βροχή σε λιώνει.

Από τη συλλογή Εκατόνησος (1971) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Επιφώνημα

Επιφώνημα

Εσύ ήσουν η αγάπη. Ίριδα ανοιχτή, απ’ το πορτοκαλί
ως το χρυσό κι ως τ’ άσπρο που τυφλώνει,
δρασκελώντας κρεμαστά νερά και κρυφά στερεώματα,
έρημη μεγάλη νύχτα, πάνδημο μεσημέρι.

Μαλλιά —ποτάμια που με πνίγατε
η γη κι ο πυρωμένος σπόρος της βαθιά,
ο ουρανός κι η αφανέρωτη όψη του,
μισό κι ολόκληρο του φεγγαριού,
φέξη και χάση του κόσμου.
Η προσευχή κι εικόνισμα για προσευχή,
ασήμαντα χαμένα λόγια την ώρα της καταστροφής,
τρίξιμο της θύρας για ζωή και για θάνατο.
Ναι ή όχι: κι υπάρχεις, δεν υπάρχεις.

*

Εσύ που ήσουν η αγάπη, πες μου τώρα πώς σταματούνε
το μυαλό, πώς το σκοτώνουν.

Ω μονοκύτταρο απολιθωμένο στο νεκρό σημείο,
κλειστό στο ναρκωμένο τείχος∙
και τ’ αυλάκι για το αίμα κομμένο∙
κι η φωνή, αγέρας που ζει και φέρνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο, φευγάτη∙
κι ο χτύπος της καρδιάς, ένας ρυθμός στ’ ανώνυμο ρολόγι
και το κορμί απονευρωμένο κι η σάρκα στο έλεος της βροχής.
Ένα μάτι, γι’ αυτό που λένε φως∙ τ’ άλλο για το σκοτάδι.
Ο ήλιος, πυρωμένο τρελό πορτοκαλί
κι η νύχτα, μαύρη κυκλοδίωκτη αμμουδιά όπου βουλιάζεις.
Η θρέψη, η πέψη, ο ύπνος.

Οι άλλοι: τα διπλανά μονοκύτταρα, στη σειρά.

Από τη συλλογή Εκατόνησος (1971) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Επταπύργιο

Επταπύργιο

Η θύμησή σου φέρνοντας
ευτυχισμένες ώρες ανάβασης
έρχεται
τις άσχημες μέρες του χρόνου
όταν συμβάντα και πεπραγμένα
συνωθούνται στα μάτια μου
σωστή λιτανεία.

Σαν ξανάρθεις πίσω
δε θα τα βρεις
τα μεσαιωνικά δρομάκια
που μας οδήγησαν συχνά
στην ανεύρεση του εαυτού μας.

Από τη συλλογή Οι φωνές των δρόμων (1971) του Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους

Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Διοικητήριο

Διοικητήριο

Είμαστε τα παιδιά του νοτιά
γι’ αυτό αγαπηθήκαμε τόσο απελπισμένα,
χρώμα μας το βαθυκύανο
και ώρα μας το ξεψύχισμα της μέρας.

Είμαστε τα εφήμερα παιδιά των κάστρων
που πετούν χαρταετούς σα φυσά.

Από τη συλλογή Οι φωνές των δρόμων (1971) του Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους

Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Οι φωνές των δρόμων

Οι φωνές των δρόμων

Τόσα χρόνια σε περίμενα
ετοιμάζοντας τον εαυτό μου,
οργανώνοντας δρομολόγια στην πάνω πόλη
μέσα σε συγκλονιστικές δύσεις,
γυρνώντας στις μυστικόπαθες εκκλησίες
τα δειλινά,
ακούγοντας τις πολύχρωμες ανταύγειες
στα πρόσωπα της Πανσελήνου.

Τόσα χρόνια αδίκως σε περίμενα.

Από τη συλλογή Οι φωνές των δρόμων (1971) του Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους

Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Βυζαντινό παραμύθι


Πηγή για τη φωτογραφία: https://greek-weather.org

Βυζαντινό παραμύθι

Όταν το χιόνι κατακτά το θερμαϊκό αμφιθέατρο
σε εξαπτέρυγους σχηματισμούς,
τότε παρακοιμώμενη στην πολύβουη πολιτεία
αναδεικνύεται αυτόνομη και αιώνια
η άνω πόλη,
πλησιάζοντας απόκοσμη
σε ενορατικές οντότητες,
υψώνοντας λευκά κεριά
σε αλλεπάλληλα μανουάλια.

Τότε διακρίνονται φανερότατες
οι οδοί
στα διαδοχικά άνω διαζώματα,
όπου κατέφευγα τρέχοντας με αγωνία
ν’ ακούσω την αληθινή ανάσα
της πόλης μου.

Τότε μετεωρίζονται ανάγλυφες
ανάμεσα σ’ ασκητικούς τρούλους
οι σεπτές οδοί πάνω στο χιόνι.

Από τη συλλογή Οι φωνές των δρόμων (1971) του Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους

Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Θάλασσα της Τροιζήνας

Θάλασσα της Τροιζήνας

Σαν κατηφορίζω προς τη θάλασσα
μέσα από λιτές σκιές
στους θροΐζοντες ελαιώνες
μια λάμψη ήσυχης παραφροσύνης
εγκαθιδρύεται στο νου μου.

Σε τούτη την άνυδρη
προέκταση της Αττικής
σ’ αναζητώ ανώφελα
στα ηχηρά βότσαλα
με επιμονή μέλισσας,
μέντας και θυμαριού.

Μικρή αναζήτηση,
θύμηση άλλης ζωής.

Από τη συλλογή Οι φωνές των δρόμων (1971) του Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους

Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Στάση Αναλήψεως

Στάση Αναλήψεως

Όταν άφηνες το Καλαμαρί
τα δειλινά
κάθε μέρα την ίδια ώρα
ανάμεσα στις κάτασπρες ακακίες
τα μάτια σου φάνταζαν πελώρια
σαν άνθη μανόλιας.

Όμως τούτη την ομορφιά σου
ο νους μου μόνον την είχε πλάσει∙
ήσουν σκληρή σα μαύρος όνυχας.

Από τη συλλογή Οι φωνές των δρόμων (1971) του Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους

Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Οι ερασταί της Γεωργίου

Οι ερασταί της Γεωργίου

Γνωρίζεις πόσο είναι δύσκολο
να ζεις την αγάπη σου
σε τούτους τους δρόμους
όπου βασιλεύει η ποίηση.

Τα δειλινά συνηθίζαμε
ν’ ανταμώνουμε
στον κόκκινο ορίζοντα
στο τέρμα βαθύσκιων παρόδων
που βλέπουν στη θάλασσα∙
τα βήματά μας σφυρηλάτησαν
την αγάπη μας
σ’ ένα μακρύ δρόμο
δεκαεπτά στάσεων,
έτσι που η λεωφόρος των Εξοχών
και η αγάπη μας
ήταν ταυτόσημα
στο νου μου.

Τώρα πια γυρνούν έξω από εποχές
έρημοι κήποι,
σκιές που μακραίνουν το σούρουπο
στο κάλεσμα αγαπημένου προσώπου,
που έγινε είδωλο
τον καιρό που ξήλωσαν τα τραμ.

Από τη συλλογή Ερημιά (1988) του Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους

Τάσος Πορφύρης, Αύρα

Αύρα

Είχα ξεθαρρέψει το περασμένο καλοκαίρι
Έλεγα πως όλα τέλειωσαν τραγουδούσα κάθε πρωί
Κολυμπούσα μ’ ένα δελφίνι πλάι μου
Ώσπου έφτασε κείνη η συντροφιά
Με το μελαχρινό κορίτσι
Που ’χε τα χέρια της φωλιές πουλιών
Και τα μαλλιά της ορμητήρια ανέμων
Με συνεπήρε ο καημός κι άρχισα πάλι να γράφω στίχους
Ξενυχτούσα μαζεύοντας αστέρια για τα μαύρα της μαλλιά
Την άλλη μέρα τα πετούσα
Σκούριαζαν
Μου ’παν πως τα πείραζε η υγρασία της θάλασσας
Φανταζόμουν τα δάχτυλά μου καταρράχτες στο κορμί της
Διάλεγα έρημες ακρογιαλιές
Και δεν θυμάμαι τι άλλο
Πάνε τόσοι μήνες ξανάρθαν οι ήσυχες μέρες
Με τα αισθήματα στη χειμωνιάτικη νάρκη τους
Με το κορμί τυλιγμένο στη μοναξιά του
Με τις πληγές του έρωτα επουλωμένες
Με σχέδια για τ’ άλλο καλοκαίρι

Από τη συλλογή Flash back (1971) του Τάσου Πορφύρη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάρκος Μέσκος, Ελευθερία…

XIV

Ελευθερία…

Μάρτης στον χρόνο, εποχή αμυγδαλιάς.
Τα φύτρα στους λόφους πράσινα
και οι ανθοί στα δένδρα όνειρο της μέρας
(και της νύχτας). Κι εσύ το ξέρεις;
αϊτοί στα βράχια, φίδια στο μαύρο της πέτρας
κι ασάλευτη στην απλωσιά
η φωνή απ’ το μικρό κατσίκι.

Σύννεφα του Νοτιά σύννεφα σ’ άλλες γωνιές τ’ ουρανού
κι ο Έγριππος στα μάτια σου με τα νερά
τα υπερήφανα ή τα χαμηλωμένα στον πυθμένα.

(Μέσα μου λιμνάζει ο λόγος και με σκοτώνει.
Με σκοτώνει).

Από τη συλλογή Τα ανώνυμα (1971) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Τα ανώνυμα (XXVI)

XXVI

Τι είναι λοιπόν η Ποίηση;
Ψηλά τα τείχη της κενής δεξαμενής
στο μέσον η κατάξερη φωνή
στίχοι που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Κατά τον πρωινό νοτιά ο καιρός
ξεφλουδισμένο αυγό. Κι από σένα
(το πιο κοντινό πουλί μου)
στερνό φιλί να μην υπάρχει.

Από τη συλλογή Τα ανώνυμα (1971) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Τα ανώνυμα (I)

I

Έλα λοιπόν όσον ακούγεται η μουσική
με τον φλογερό ήλιο και τη φεγγαριά
μέσα στην άσπρη φλοκάτη ενός σύννεφου.

Πουλάρια οι λέξεις μου – ποδοβολητό
στο αίμα δάγκωμα στην καρδιά. Πρόσεχε
μην ακουστούν οι χιονοστιβάδες του δάσους
και βγουν τα θηρία από τα σύνορα –
οι λέξεις ακίνητες με το καρφί στο μάτι
στη γλώσσα που είχε νερό
και γύριζε καθώς μύλος στο ποτάμι.

Τα χέρια πιστάγκωνα δεμένα, τ’ άλογα φοβούνται
και διαστέλλουν τα μάτια περίτρομα —
έλα λοιπόν όσον ακούγεται η μουσική
κι ο ψίθυρος των πουλιών σούρουπο
στου ύπνου τα στασίδια.

Από τη συλλογή Τα ανώνυμα (1971) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος