Γιώργης Μανουσάκης, Τα πνεύματα του βυθού

Τα πνεύματα του βυθού

Στον προθάλαμο του ύπνου
σα διώξουνε το φως
τα πρόθυμα ματόφυλλα
λικνισμένα από τους απαλούς κυματισμούς του σκοταδιού
αρχίζουν ν’ αναδεύουνται
τα πνεύματα του βυθού.

Ήχοι γνώριμων φωνών
σπασμένοι σπόνδυλοι από φράσεις
που θα θέλαμε να ξεχάσομε
βλέμματα επιτιμητικά
χαμόγελα γριφώδη.

Στον προθάλαμο του ύπνου
το ζεστό σκοτάδι επωάζει
τους σκορπιούς των σφαλμάτων μας
τους μονήρεις ερωδιούς των ονείρων μας
τους φυγάδες ναυτίλους πόθους μας.

Πλήθη βαθύβιων ίσκιων
τρυπώνουν στον ύπνο
ανοίγοντας μυστικές γαλαρίες
και λεηλατούν τη λυσίπονη νάρκη μας.
Το πρωί ξαναγυρίζουν στις κρύπτες τους
καραδοκώντας το καινούριο σκοτάδι
ενώ εμείς αναδυόμαστε στο φως
διάτρητοι από τα πνεύματα του βυθού.

Από τη συλλογή Το σώμα της σιωπής (1970) του Γιώργη Μανουσάκη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Αλέξης Ζακυθηνός, Πλοηγός

Πλοηγός

Με τον αφρό των πλοίων, που σάλπαραν χωρίς εμένα,
γράφεται σιγά σιγά το μακρινό ταξίδι μου. Οι πολλοί
νομίζουν πως γεννήθηκα πλοηγός, όμως κανείς αλήθεια
δε γεννιέται, μόνο γίνεται. Γεννήθηκα θαλασσοπόρος,
μα η κακή στιγμή μ’ έφερε εδώ, πάνω σε ξένες γέφυρες,
των άλλων τα ταξίδια να ετοιμάζω και να παραστέκομαι
σε ξένους γυρισμούς, γεμάτους μυρωδιά του ωκεανού.

Από τη συλλογή Η θέα των συνανθρώπων (1970) του Αλέξη Ζακυθηνού

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Δημήτρης Ποταμίτης, Ο Άλλος Δημήτριος

Νίκος Τάτσης & Κώστας Παπαγεωργίου, Παπαρούνα
(τραγούδι: Ελένη Βιτάλη / δίσκος: Άιντε και φύγαμε (1979))

Ο Άλλος Δημήτριος

Με τη ζωή στο πέλμα της νύχτας, πέντε χρονών παιδί, άκουγα τη μητέρα να λέει πως τα πουλιά είναι λευκά, μόνο λευκά. Έμαθα τότε ν’ αψηφώ τα χρώματα, ώσπου μια κόκκινη παπαρούνα μου έδειξε το μέρος όπου τα πράγματα κηλιδώνονται.

Άρχισα να γίνομαι άντρας, όμως στα χέρια μου γλιστρούσε η αμφιβολία, αν πρέπει να ονειρεύομαι φτερωτά ψάρια και φλεγόμενες θάλασσες. Τέλος, κυνήγησα τη χίμαιρα, ως τη σπηλιά που πέρσι πνίγηκε ακόμα ένας άντρας.

Τώρα είμαι ο Άλλος Δημήτριος, εντεταλμένος κατά της φορμάικας και των πολιορκητικών μηχανών. Όμως τα χέρια μου δεν υποφέρουν πια άλλους νεκρούς ελέφαντες. Ακόμα κι ένα σύννεφο να περάσει, με πληγώνει.

Από τη συλλογή Ο Άλλος Δημήτριος (1970) του Δημήτρη Ποταμίτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Δημήτρης Ποταμίτης, Ποιήματα 1964-2003 (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2007)

Θεόκλητος Καριπίδης, Χρονικό

Χρονικό

Στην πολιτεία μας απλώθηκε η σιωπή
Όπως στα οστά ενός αλόγου
Που το εγκατέλειψαν οι γυπαετοί
Στο άνερο ρέμα με τα φίδια
Και κάθε παράθυρο κλειστό
Με δύο ξιφολόγχες χιαστί
Μέσα παγωνιά
Κι έξω κατεδαφίζουν τον ουρανό

Και ήμασταν έφηβοι κι ωραίοι
Και τα σγουρά μας τα μαλλιά
Μας σκέπαζαν το μέτωπο.

Από τη συλλογή Επιστροφή (1970) του Θεόκλητου Καριπίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεόκλητος Καριπίδης

Βασίλης Καραβίτης, Προορισμός

Προορισμός

Καθένας πρέπει να ’χει
Την σκλαβιά του να μάχεται,
Έν’ άστοργο καιρό να ροκανίζει
Τα κόκαλά του
Και μιαν αγάπη ακούραστη
Να λαδώνει τις κλειδώσεις του.

Και μη ρωτάτε πιο πολλά.
Μην περιμένετε τίποτ’ άλλο.

Από την ποιητική συλλογή Υλικό μονώσεως (1970) του Βασίλη Καραβίτη

Θεόκλητος Καριπίδης, Αμφίβολη πορεία

Αμφίβολη πορεία

Έκλεισα τον κύκλο των αναζητήσεων
Τώρα μπορώ να σας μιλήσω
Η χρυσαφένια θάλασσα
Με μια βάρκα και δυο κουπιά
Παραμένει πρόκληση
Η αρχή ένας δρόμος άγνωστος
Η επιστροφή οδυνηρή
Με πληγωμένη χείλη γεύτηκα την αλμύρα
Η αλήθεια δεν προφταίνει τη σιωπή
Κι η σιωπή πλασματική
Κάθε ενέργεια μια αμφίβολη πορεία
Εκτός από την πορεία των απλών ανθρώπων.

Από τη συλλογή Επιστροφή (1970) του Θεόκλητου Καριπίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεόκλητος Καριπίδης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Αισθηματικό διήγημα

Διαβάζει ο ποιητής.

Αισθηματικό διήγημα

Στον Κώστα Κουλουφάκο

Ο πατέρας του του ’λεγε: «Βρε δε θα φτιάξεις εσύ το ρωμέικο…»
Προς στιγμήν πίστεψε κι αυτός, σχεδόν παιδί, πως θα το φτιάξει
(Τριάντα χρόνια τώρα, παλιά χρόνια, ποιος τα θυμάται…)
Αλλά το πρακτικό παράδειγμα το ’δωσε ο μεγάλος αδερφός
Επίδοξος σωτήρας κι αυτός κάποτε, πολύ νωρίς ανανήψας
Ή μάλλον προώρως λογικευθείς, υπουργικός κατόπιν ιδιαίτερος
Σε παραγωγικό υπουργείο με ευρύ κύκλο ιδιωτικών εργασιών.
Κι αυτός, πιστός υιός και αδερφός σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε,
Είδε τα λάθη, διέγνωσε προδοσίες, ζύγισε τα υπέρ και τα κατά
Μίλησε τέλος για εγκλήματα και για ξένους δακτύλους
–Είχαν αρχίσει άλλωστε λίγο-πολύ τα πράγματα να σφίγγουν–
Πάντα ξυπνό μυαλό δεν ήθελε πολύ να διαλέξει.
Όχι βέβαια πως ο Μάκης θα ’σωζε τότε το ρωμέικο
Εδώ δεν το ’σωσε ο … ή ο … μη λέμε τώρα ονόματα,
Αλλά, βρε αδελφέ, πώς να το κάνουμε, κάποτε ήπιαμε μαζί κρασί,
Χωθήκαμε στη οδό Αρριανού κυνηγημένοι από τους πεταλάδες,
Φιλήσαμε τα ίδια κορίτσια, αλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα
(Πολύ ρομάντζο όλα αυτά, συναισθηματικά, λες δεν το ξέρω,
Κι η ζωή θέλει σκληρότητα –μένα μου λες– και «ρεαλισμό» κυρίως)

Και τώρα

Εσύ πάλι από μέσα κι ο Μάκης πάλι απ’ όξω
(Έτσι χοντρά-χοντρά) παράγων πια τρανός της καταστάσεως
–όπως, εδώ που τα λέμε, της κάθε μέχρι τώρα καταστάσεως–
Να γίνεις, λέει, Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος
Κι εσύ μια φορά στην κοινωνία, να δουλέψεις γι’ αυτή τη δόλια την πατρίδα
Και να σου δίνει συμβουλές εν ονόματι της παλιάς παλιάς φιλίας και του «… για θυμήσου».

(Επιμένω να διηγούμαι και μάλιστα πολύ ωμά, πράγματα που τα ξέρετε όλοι
Που τα ’πα και τα ξανάπαν κι άλλοι πιο πριν πολύ καλύτερα από μένα
Πράγματα ανιαρά, που δεν κινούν πια διόλου το ενδιαφέρον σας
Όπως η δολοφονία της Σάρον Τέιτ π.χ. ή οι γάμοι της Τζάκυ ή το ψυγείο «Κελβινέιτορ».)

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Γιάννης Καρατζόγλου, Παραπάνω

Παραπάνω

Έκλαιγα χτες ώρα πολύ για την αφεντιά σου
αν με αγγίζανε θα μάτωνα νέγρικο αίμα

Ύστερα πήρα τα σοκάκια πήρα τις γειτονιές
τ’ αγαπημένα σου λημέρια πήρα σβάρνα
ταβερνεία σινεμά για να σε βρω

Λέγαν σε πέντε μήνες θα σε βαρεθώ,
μα ο πόνος τώρα με τρώει παραπάνω.

Από τη συλλογή Ένα καλοκαίρι (1970) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Θεόκλητος Καριπίδης, Η αγάπη

Μίκης Θεοδωράκης, Κόκκινο τριαντάφυλλο
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος 45 στροφών του 1976)

Η αγάπη

Δεκαεφτά χρονώ
Μαύρα μαλλιά ριγμένα στο πρόσωπο
Η αγάπη ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
Η αρκούδα με το διστακτικό της βήμα
Ακολουθεί τις αλυσίδες της
Χορεύει στους δρόμους των ανθρώπων
Για μια κόρα ψωμί
Γλυκιά ζωή
Η αγάπη ένα κόκκινο τριαντάφυλλο

Τούτος ο Βράχος με κρατά
Μ’ όλο το βάρος τής σιωπής του
Τ’ αστέρι μακριά
Κι η αγάπη ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.

Από τη συλλογή Επιστροφή (1970) του Θεόκλητου Καριπίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεόκλητος Καριπίδης

Νικηφόρος Βρεττάκος, Το σύννεφο

Το σύννεφο

Γιατί να ‘χω τόσο πολύ σκεφτεί, γιατί να ‘χω ζητήσει
ν’ ανοίξω πηγάδια εκεί που είναι πρόβλημα το νερό, που το βάθος
δεν είναι παρά η επιφάνεια των πραγμάτων ανεστραμμένων, γιατί
να μην έχω φυτέψει αχλαδιές και μηλιές στην πατρίδα
που θα ήθελα να πεθάνω, γιατί να στολίσω
τη μνήμη μου με ποιήματα κι όχι με δέντρα
κι ανθούς την ανωνυμία μου; Γιατί ν’ ανεβώ να παλέψω
σ’ αυτήν την εξέδρα για μια γης ανυπάκουη, και, τέλος,
γιατί να μην πάρω το νόμο μου ν’ ανεβώ στο βουνό, να σφυρίξω,
καθώς το τσακάλι που λαβαίνει συνείδηση της ερήμου
ουρλιάζοντας;

Από τη συλλογή Αυτά τα παιδιά του πλανήτη μας (1970) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Χρέος

Χρέος

Δεν θα ήθελα να κλείσω τα μάτια δίχως να ιδώ.
Δεν θα ιδώ χωρίς να μιλήσω.
Και δεν θα μιλήσω χωρίς
να τραβήξω το λόγο από μέσα βαθιά μου, όπως ένα
μπηγμένο μαχαίρι. Το φως έχει μέσα του
αίμα, το αίμα έχει φως,
κι η καρδιά μου, ευτυχώς, τρυπημένη απ’ τα βλέμματα
χιλιάδων παιδιών, είναι τώρα γιομάτη
καρφωμένα μαχαίρια.

Από τη συλλογή Αυτά τα παιδιά του πλανήτη μας (1970) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Αδιέξοδο

Αλκίνοος Ιωαννίδης, Αδιέξοδο
(τραγούδι: Αλκίνοος Ιωαννίδης, Ελευθερία Αρβανιτάκη & Διονύσης Σαββόπουλος / δίσκος: Ανεμοδείκτης (1999))

Αδιέξοδο

Καθώς ανεβαίνουμε, οργώνουνε δύσκολα
το χιόνι τα πόδια μας. Είμαστε μια μικρή επιτροπή
μ’ ένα κείμενο θλίψης μέσα στο βλέμμα μας.

Περπατώντας στο μέσο, κρατώ από τα χέρια

δυο παιδιά που κανένας Μεγάλος
δεν τα γνωρίζει σε τούτο τον κόσμο·
που δεν έχουνε σίγουρη πατρίδα, ούτε σίγουρο
πλανήτη να κάνουνε σίγουρα όνειρα.

Καθώς ανεβαίνουμε, μοιάζουνε σάμπως

να τα πήρα προς τον ορίζοντα. Κοιτάμε ψηλά,
κατά κει που ανατέλλει ο ήλιος και το
προγονικό μας φεγγάρι. Το βλέμμα μας
ψάχνει, σα να γυρεύουμε
στον ουρανό μια σπηλιά
με μια μάνα στην πόρτα.
……….Μπροστά μας βουνά,
στα πόδια μας χιόνια, πάνω μας σύννεφα.
Με κρατούν απ’ τα χέρια, σφιχτά,
σα να κρέμονται. Με κοιτάζουν στο πρόσωπο,
σα να ‘μαι η εγγύηση στο μέσο της νύχτας.

Το ίδιο κι εγώ τα κοιτάζω στα μάτια

σα να ‘ναι ένα άσυλο.
……….Κατεβαίνουμε πάλι.
Ανεβαίνουμε πάλι. Ας εχτιμήσει ο Θεός
αυτή την ανήσυχη κίνηση του πλανήτη μας.

Από τη συλλογή Αυτά τα παιδιά του πλανήτη μας (1970) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Νυχτερινό Γ (In memoriam)

Νυχτερινό Γ (In memoriam)

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (In memoriam από τη συλλογή Ο αλλήθωρος (1970))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996)

Αίμα στη χλαίνη, αίμα στο χορτάρι,
αίμα στο επικίνδυνο φεγγάρι.

Το επικίνδυνο φεγγάρι θα χαθεί,
το χορτάρι – κι αυτό θα μαραθεί.

Μα στην καθημερινή του χλαίνη,
άνθος αμάραντο, το αίμα μου θα μένει.

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Νυχτερινό Α (Το δάσος)

Νυχτερινό Α (Το δάσος)

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Το δάσος από τη συλλογή Ο αλλήθωρος (1970))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996)

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα και κλαδιά
κι έρχονται τα πουλιά του έρωτα και κελαηδούνε.

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
οι σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στις λόχμες του ο φόβος ενεδρεύει.

ζώα μικρά και ζώα άγρια το κατοικούν,
όχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας,
λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν.

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνουν.