Τόλης Νικηφόρου: Οι άταφοι (I)

Οι άταφοι

I

κατάγγιχτα στη νύχτα και την άσφαλτο
τα τείχη
η θάλασσα
οξυγώνια κτίσματα λογχίζουν τον ουρανό
καράβια σταχτωμένα από σιγή
της πολιτείας τα νεφελώματα
ρομφαίες στο νερό
μυριόχρωμες
βραχνές φωνές
αποχαμένες πριν την άρθρωση
στου μπετόν τους σπόνδυλους
γαλήνη
πηχτό το μαζούτ
πέτρα ο κάμπος
κάτω από του βορρά τον άνεμο
ως τα τεφρά βουνά
σφραγίδες του ορίζοντα

καμπάνες τοξεύουν την ατμόσφαιρα
οι θόρυβοι αναθρώσκουν
απ’ όλες τις μεριές
πάνω από δέντρα
σπίτια
διαφημίσεις
μέχρι το θόλο του καπνού
πόρτες σ’ εναλλαγή
άνθρωποι βιαστικοί
πυκνώνουν στου τέλματος τις όχτες
με μάτι αδίσταχτο

το άγαλμα του χρυσού θεού
στον ήλιο μεγαλόπρεπα απαστράφτοντας
αγέρωχο
γιομάτο υποσχέσεις κι απαιτήσεις

όλες της πολιτείας τις μέρες
τις νύχτες τον ανήσυχο ύπνο
η απόχτησή του βασανίζει
καθώς ο νους τους μηχανεύεται
τρόπους το τέλμα να διαβούνε

με τους αγκώνες
προχωρούν
με της παλάμης την ανάστροφη
σκουπίζονται
βούρκος το πρόσωπο
τυφλώνουν με λασπόνερα τους άλλους
κέρδος η καθυστέρησή τους

και του χρυσού θεού το άγαλμα
αστράφτει
ηλεχτρίζει
έλκει
μεθά
θαμπώνει

στο τέλος λίγοι
αστμαίνοντας
ηδονικά το μέτωπο αποθέτουν
στου αγάλματος τα πέλματα
ως ο χρυσός θεός
αμόλυντοι
δάχτυλα που στην άκρη της αχτής
γαντζώνονται
λιώμα στις αδυσώπητες πατούσες
στο βούρκο απολαχτίζουν
φωνές θριάμβου και κραυγές
ραπίσματα

απόγεμα
σκιές απ’ το παράθυρο
πρόσκαιρα σχήματα στο πάτωμα
στο λιθόστρωτο της επιστροφής
κατάκοπο το βήμα
της προσμονής αγκάλες ανοιχτές
υποδοχή
απόγεμα ως το βράδυ
λάφυρα στο τραπέζι και λεπίδες
καθαρά ρούχα
αλλαγή προσωπίδας
έξοδος

στη μήτρα της μνήμης
η τύψη αμβλώθηκε

αλαλαγμοί οι μέρες
για κάποιο αύριο
μέρας ωστόσο αλλιώτικης
ξημέρωμα

τα λάβαρα πολύχρωμα στον άνεμο
πολεμικοί παιάνες
για θαμασμό τα πλήθη
παιδιά με το ασπρογάλαζο της νίκης φόρεμα
μέρα γιορτής
στο στήθος περηφάνια αγκιστρωμένη
ορθά τα μέτωπα μετά την κλίση
τάξη απόλυτη
δεμένη με σκοινί
ζητωκραυγές
μέρα γιορτής το δίχως άλλο
άλογα
πλοία
πουλιά
ατσάλινα
λουλούδια στα μπαλκόνια
χαρά η πολιτεία ολάκερη

με δίχως όραση
για σάλπιγγες
ούτε ακοή
ύφος στις περιστάσεις άπρεπο
τέσσερις
κι άλλοι δυο
με εργαλεία κατάλληλα
βαθιές στους ώμους χαρακιές
στη μέση στέκονται
γυμνό το φέρετρό τους
ν’ αποθέσουν

λάθος
στοιχεία ενδειχτικά
περίφραξη
ανύπαρχτα
τα κυπαρίσσια λείπουν
ανώφελος ισχυρισμός
φως εκτυφλωτικό
προθήκες χρυσοποίκιλτες
μεγάλο λάθος
η πολιτεία τέλος τέλος
γιορτάζει σήμερα

και πάλι οι απροσάρμοστοι κινούνε
καλά ωστόσο ξέροντας
πως κοιμητήρι άλλο δεν υπάρχει
άκαμπτοι οι τρελοί
στις βίγλες κι άγρυπνοι
μια κάποιαν άφιξη προσμένουν
άταφοι
μες στους άταφους

πού ο ανείδωτος θεός
ήλιος επώδυνος
τα όνειρα απειροβαθή
και τα φάσματα της αγάπης
πού τ’ ανοξείδωτα χείλη
και των δαχτύλων ο μαγνητισμός
πού η ανάσα και πού η μετάγγιση
και της νιότης το γλαυκό φόρεμα;

Από τη συλλογή Οι άταφοι (1966) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

Θεοδώρα Ντάκου, Υγρό φεγγάρι

Υγρό φεγγάρι

Σ’ όλους τους δρόμους τρεμοσβήνει η φωνή σου
μέσα στον θόρυβο που πότε δυναμώνει
και πότε χάνεται βαθιά στην υγρασία
τόσο πνιχτά που κρύβει το παράπονο
και μένει η ζωή σκέτος ρυθμός.

Και η φωνή σου ξεχωρίζει μες στο νύχτωμα
επίμονη και μόνη, σα χαμόγελο
μέσα στα διαλυμένα σύννεφα που φεύγουν

κι όλα να σταματούνε στην καρδιά μου
κι όλα να αφουγκράζονται ελπίδες.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Το ουράνιο τόξο

Το ουράνιο τόξο

Έγινε όλη η μπόρα βρόμικο νερό
δίπλα στο πεζοδρόμιο να τρέχει.
Για σήμερα δεν έχει άλλους κεραυνούς.

Κάθε φορά που ξεγλιστράς έτοιμο το χαμόγελο
δήθεν εξαγνισμένο, συμβιβαστικό, αβέβαιο
πάνω απ’ τις λάσπες που γυαλίζουνε
και στολισμένο χρώματα σαν το ουράνιο τόξο.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Στην άμπωτη

Στην άμπωτη

Στην άμπωτη, όταν τραβιούνται τα νερά
κι αρχίζουν να σαλεύουν τα σκουλήκια
μέσα στην άμμο, να ξεγυμνώνονται τα φύκια
και να λιάζονται τα ξεπλυμένα χρώματα

τότε οι βράχοι ψηλώνουνε πολύ
στην καινούρια στεριά βουλιάζουνε τα βήματα
και τα ναυάγια φαίνονται πιο θλιβερά.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Λες και δεν είμαι εγώ

Λες και δεν είμαι εγώ

Κάποτε μου ’φτανε η σκέτη χυδαιότητα
(έξω απ’ τη ζωή μου. Καταβόθρα για την τρέλα μου).
Τώρα τελειώνει με μια πίκρα που δεν έχει αντίδοτο
που δεν σηκώνει ούτε νάρκωση ούτε αναβολή.

Έγινα πια πολύ απόλυτη, πολύ εκλεκτική
γεμάτη θράσος για τα δικαιώματά μου.
Λες και δεν είμαι εγώ
που πάντα φοβόμουνα μια κατά πρόσωπο ενατένιση.

Δεν υπάρχει «τύψη» ούτε προσπάθεια για προσαρμογή
μονάχα πείνα και κάτι σαν αγνότητα που καίει.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Ευκαιρία

Ευκαιρία

Υποχώρησε και το τελευταίο σύννεφο
σ’ αυτό τον άδειο ουρανό·
γι’ αυτούς που δεν κουράστηκαν να παίζουν
υπάρχει τόπος για πολλούς χαρταετούς.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Δεν έχει άλλο από παράπονο

Δήμος Μούτσης, Μ’ ένα παράπονο (ορχηστρικό) (δίσκος: Ένα χαμόγελο (1969))

Δεν έχει άλλο από παράπονο

Υπάρχουν νύχτες που δεν έχει άλλο από παράπονο,
όταν φωτίζουν ξαφνικά όλα μαζί τα σπίτια
και ξετυλίγεται αδιάφορα, σχεδόν ανεπαίσθητα η ζωή.

Και συ να τρέμεις στην ταράτσα ολοσκότεινος,
αποκομμένος κι απ’ την ίδια τη ζωή σου.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Βροχή

Βροχή

Στην αρχή προσπαθούσε να κρύψει τα σημάδια
απ’ το μαστίγωμα, ρουφούσε το νερό επίμονα
όσο μπορούσε πιο αδιάφορα στην όψη.
Σαν άρχισαν οι πρώτοι κεραυνοί, παρακαλούσε.
Ήταν η τελευταία του εικόνα πριν απ’ τη διάλυση
λίγο πριν γίνει λάσπη.

Αυτό που τώρα αχνίζει μουσκεμένο
καρτερικά, πνιγμένο μέσα στη ζωή του
σηκώνοντας ακίνητο το τέλος της εκμηδένισης·
αυτό το χώμα που δακρύζει κάτω απ’ τον ήλιο
δέχεται πάντα με την ίδια έκπληξη
κάθε καινούριο κατακλυσμό.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Αγρυπνία

Αγρυπνία

Συσπειρωθήκαν πάνω σου τα χέρια μου
θολώσανε τα δάχτυλά μου στον αχνό σου.

Κάθε φορά που ξενυχτάω την ανάσα σου
μετράω όλες τις πικρές μου υποψίες.

Και πάντα είναι λίγο το μαρτύριο
φτωχό, γι’ αυτόν τον έρωτα που φέγγει.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Βάγιος Μπαγλάνης, [Αγαπώ την ποίηση…]

Γιώργος Ζαμπέτας & Θόδωρος Ποάλας, Τι ωραίο ν’ αγαπάς
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Ο Μανώλης Μητσιάς τραγουδά Γιώργο Ζαμπέτα (2009))

Αγαπώ την ποίηση
ποια ζωή μπορώ να ζήσω
Και σήμερα θα χάσω ίχνη ανθρώπων
Ακατανίκητη γίνεται η ματαιοδοξία
Εδώ κάπου τελειώνει η ποίηση
Μεγαλώνουν ολοένα οι σκιές
που αφήνει στο πέρασμά της η αδικία
Πού θα μεταναστεύσει αύριο η αγάπη
Αναζητάω για ν’ αγαπήσω ωραίες ψυχές

Θεέ μου
αν δε θέλεις
να σου ζητήσω σήμερα νέα απόδειξη της αγάπης Σου
Σ’ ευχαριστώ για τη ζωή μου που έγινε ποίηση
ανακαλύπτοντας τη μεγαλοσύνη της…

Από τη συλλογή Αιχμηρά σκαλοπάτια (1966) του Βάγιου Μπαγλάνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βάγιος Μπαγλάνης

Γιώργος Καφταντζής, Εικοσιτρείς εκτελέσεις (Δέκατη όγδοη)

Εικοσιτρείς εκτελέσεις

Δέκατη όγδοη

Σα λεμονιά κίτρινη την πλαγιά που ευεργετούσε
σείστηκες, το πράο κελάρυσμα της φλέβας
ως να σβήσει ο σκοτεινός άνεμος
το φως των μαλλιών σου ξεφυλλίζοντας.

Μέσα στο Μύρκινο ήσουνα μια δανεισμένη
μολπή, τώρα ούρλιασμα έχεις γίνει
κι ο μέγας κηπουρός που τα μάτια αναποδογυρίζει
με αχνιστές κοπριές σ’ ανακατώνει.

Από τη συλλογή Αναθήματα (1966) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Γιώργος Καφταντζής, Εικοσιτρείς εκτελέσεις (Ενδέκατη)

Εικοσιτρείς εκτελέσεις

Ενδέκατη

Ο πέμπτος μελλοθάνατος
ένας τοσοδά κοντούλης
ανθρωπάκος
με κοιλίτσα
συλληφθείς τυχαίως
άδικα προσπαθούσε
να καταλάβει
αυτά που διάβαζαν
ένας Γερμανός αξιωματικός
και ο παπάς.
Πολύ περισσότερο
για ποια αιτία
ο επί κεφαλής
σηκώνοντας ένα σπαθί
τσίριξε
και η φωνή του
χύθηκε
σαν παγωμένο νερό
σ’ αναμμένο μαγκάλι με κάρβουνα
«Επί σκοπόν!
Έτοιμοι!
Πυρ!»
Τότε
σχεδόν χάραζε
και ο ανθρωπάκος
χωρίς κίνηση
χωρίς ήχο
δηλαδή τα «ζήτω η λευτεριά»
και τα τοιαύτα
έπεσε
αρχίζοντας αμέσως
να σκουριάζει.
Όταν έφεξε καλά
ο ανθρωπάκος
ήταν
ένας σπασμένος κοριός
στο άσπρο πουκάμισο
του Γενάρη.

Από τη συλλογή Αναθήματα (1966) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Γιώργος Καφταντζής, Εικοσιτρείς εκτελέσεις (Τρίτη)

Εικοσιτρείς εκτελέσεις

Τρίτη

Κι αυτή την αυγή όπως τις προηγούμενες
όλα γκρεμίστηκαν εδώ
η γέφυρα, η κρήνη, το σπιτάκι
των σταχυών οι χορδές
ο βράχος, το δέντρο και ο τοίχος.

Πιο πέρα, τα σπασμένα ματογυάλια
ένα λασπωμένο παπούτσι
κι η κίτρινη ζακέτα
με τα μερμήγκια που σεργιάνιζαν.

Από τη συλλογή Αναθήματα (1966) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Υποθήκες

Άγγελος Σφακιανάκης, Τα κορίτσια απ’ την επαρχία
(ερμηνεία: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ρηχά νερά (2003))

[Ενότητα Σάτιρες]

Υποθήκες

Μαζί μας τότε ζούσε η εμπνοή. Τα καλοκαίρια,
χαυνωμένοι απ’ τη ζέστη, ακούαμε τη φωνή της,
ή νομίζαμε πως την ακούμε. Οπωσδήποτε
τη μεταγράφαμε ευσυνείδητα σε στίχους.
Η εμπνοή τώρα δε ζει. Μ’ άλλους γνωστούς νεκρούς
κοιμάται κάτω απ’ τις ταφόπετρες των λεξικών.

Στο απόμακρο χωριό μας του νομού Πιερίας,
έρωτα κάμναμε με τα κορίτσια μιας γυναίκας,
που τη λέγαν Φροσύνη ή Μνημοσύνη ή κάτι τέτοιο.
Χάσαμε και τον έρωτα, σα φύγανε απ’ την επαρχία
και την τύχη τους ήρθαν να βρούνε στην πρωτεύουσα.

Η μια στο σπίτι μπήκε του κυρίου Παπαδοπούλου.
Άλλη πιάστηκε καθαρίστρια σε κατάστημα
μουσικών οργάνων και δίσκων γραμμοφώνων.
Η Μελπομένη τραγουδίστρια πήγε στα μπουζούκια.
Κι οι άλλες κάπως βολευτήκαν. Στην Αθήνα
δε χάνεσαι. Πάντα θα βρεις κάτι να κάμεις.

Μονάχα εσύ γυρίζεις σα χαμένος μες στους δρόμους.
Η εμπνοή πια δεν υπάρχει, για να παίζει μαζί σου,
πετώντας σου της Αριάδνης το κουβάρι. Τα κορίτσια
πιάσαν δουλειά και δε γυρίζουνε να σε κοιτάξουν.
Ούτε μπορείς και τα όνειρά σου να φορτώσεις
στη ράχη εκείνου του άλογου με τις φτερούγες.
Μασκαρεμένο τώρα, κόκκινο βαμμένο, το ’χουν ζέψει,
της Μόμπιλ Όιλ να κουβαλά τους τενεκέδες.

Αν τουλάχιστο εκείνα τα βιβλία με τα «Γράμματα»
της κοσμικής κυρίας Ρενέ Μαρίας Ρίλκε
δεν είχαν γίνει μικρές χαρτοσακούλες για φιστίκια,
θα ’χες σε τούτο το λαβύρινθο της μοναξιάς σου,
κάποιον, έστω μονόφθαλμο, οδηγό προσανατολισμού.

Ώστε σωτηρία δεν υπάρχει; Μα, θαρρώ, σου μένει
το μηχανάκι σου. Καβάλησέ το μάνι-μάνι
και γρήγορα μπες στων άλλων τροχοφόρων τη σειρά.
Γύρους θα κάνεις ως την έσχατή σου μέρα,
στην τροχιά ενός ατέρμονος κοχλία.
Ευτυχώς
τα πρατήρια του κόσμου έχουνε πολλή βενζίνη.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος