Ανδρέας Αγγελάκης, Θα μπορούσα

Θα μπορούσα

Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω το χέρι σου να γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τη λάμπα
ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο ή ανείπωτο.

Από τη συλλογή Ο πρίγκιπας των κρίνων (1964) του Ανδρέα Αγγελάκη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ανδρέας Αγγελάκης, Κάθε που τρέχει πράσινη βροχή

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Μικραίνει το φεγγάρι
(τραγούδι: Νένα Βενετσάνου / δίσκος: Η Νένα Βενετσάνου τραγουδά Μάνο Χατζιδάκι (1998))

Κάθε που τρέχει πράσινη βροχή

Κάθε που τρέχει πράσινη βροχή στις δάφνες
κι αλλάζουν φορεσιές αθόρυβα τα δέντρα
ρίχνοντας φλούδες και ψιθύρους στο βαθύ νερό,
μετράω τον χρόνο να γλιστρά στα δάχτυλά μου.
Ώρες που έφυγαν, με πρόσωπα μισοφωτισμένα
που αγάπησα, ριγμένα σαν πέτρες στο βυθό της θάλασσας.

Από τη συλλογή Ο πρίγκιπας των κρίνων (1964) του Ανδρέα Αγγελάκη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ρούλα Αλαβέρα, Η πόλη που ζω

Λουκιανός Κηλαηδόνης & Κωστούλα Μητροπούλου, Η πόλη μας
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Η πόλη μας (1970))

Η πόλη που ζω

Αυτή η πολιτεία καλλιεργεί τη μοναξιά μου
Επιβάλλει το βήμα μου να’ ναι πίσω
Εξαναγκάζει την καρδιά
Αυτή η πόλη γίνεται χώρα μοναδική
με τα καλντερίμια, τις γραμμές των τραμ
τους στρατιώτες της στα φυλάκια
Αυτή η χώρα μου μ’ εξαγοράζει

Κρύβομαι ανάμεσα σε σοκάκια
Λένε πως η μοναξιά
ζει με τους πεθαμένους
πως τα σπίτια που περιτριγυρίζονται
με κάγκελα, είναι σπίτια νεκρών.
Όνειρα με φωταγωγημένες εκκλησίες
και φρούτα παράκαιρα.
Τα πόδια εξακολουθούν να βαδίζουν.

Από τη συλλογή Πέρασμα (1964) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Άνθος Πωγωνίτης, Συρματοπλέγματα

Γιάννης Ρίτσος & Χρήστος Λεοντής, Τούτες τις μέρες
(τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης / έργο: Καπνισμένο τσουκάλι (1975))

Συρματοπλέγματα

Ο ήλιος αφήνει μια γλύκα στις καρδιές των ανθρώπων
καθώς περπατάει στους δρόμους της πολιτείας,
που καρτερεί τους αιώνες του μέλλοντος.
Στη χώρα τούτη άργησε νάρθει.

Η νύχτα ήταν περισσότερο μεγάλη και πικρή∙
είχε περάσει από τα κλειστά παράθυρα, τις πόρτες
και τους τοίχους, που κλείναν μέσα τους τα πάντα.

Ν’ ανέβω στο μεγάλο κλωνάρι του δέντρου
να πολεμήσω τα μολυβένια σύννεφα που στέκουν.
Μπορούν ν’ ανέβουν χιλιάδες άνθρωποι, χιλιάδες.

Να μη λάμπει το δάκρυ των παιδιών στο σκοτάδι,
να μη κρέμουνται τα δάχτυλα στους άδειους μαστούς,
να μη τονίζουν οι λυγμοί το θλιβερό τραγούδι της πείνας.

Αν δεν έλεγες να ελεούνται οι φτωχοί,
δε θάχαν εξισώσει τους αδελφούς σου με τα ζώα.
Δε θάλουζαν το κορμί τους με τον ιδρώτα και το δάκρυ τους.
Κι αν δε μας χάριζες τον παράδεισο των ουρανών.

Είναι και μαύροι είναι και κόκκινοι
αυτοί που θέλουν το δικό τους παράδεισο,
κι είναι ακόμα τα χέρια μας άδεια κι ο ίσκιος μας αγκαλιάζει το χώμα.

Τα συρματοπλέγματα, οι Καίσαρες και οι Καγιάφες,
καθρεφτίζονται στο πηγάδι του χρόνου.

Λίγη υπομονή κι’ ένα νεκροτομείο.

Από τη συλλογή Γραμμές σε καθρέφτη (1964) του Άνθου Πωγωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Άνθος Πωγωνίτης

Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, Αδιάφοροι

Σωκράτης Μάλαμας, Θίασος (δίσκος: Το άδειο δωμάτιο (2005))

Αδιάφοροι

Στα λασπωμένα πεζοδρόμια γονατίσαμε
ν’ αρπάξουμε της χαράς τον ψίθυρο,
υψώσαμε τα μάτια μας στα παράθυρα
να θρέψουμε την πείνα μας με μια καλημέρα
κι όταν πια το χιόνι αποκοίμισε
το σφύριγμα και του τελευταίου αλήτη
άρπαγες και μη γίναμε αδιάφοροι.
Τα κλαδιά και τα χέρια μας
ήταν το ίδιο φορτωμένα με παγωνιά,
καμιά σπίθα δεν απόμεινε μέσα μας
να συνδαυλίσει τη φωταψία των ονείρων μας.

Ακόμα και στους κινηματογράφους οι διαφημίσεις
τοιχοκολλούσαν ανθρώπους με μίσος στα μάτια και στα χέρια
με λιονταροτόμαρα στ’ αλύγιστα κορμιά
με δίσκο επαιτείας στην ψυχή.

Τον τόπο μας δεν τον αναγνωρίζαμε,
τις ανάβρες που ερωτικά ρουφούσαν τ’ αθώα μας χείλη
τις νανούριζε στα σπλάχνα της η γη
κι ο ήλιος πιο ξένος απ’ τον ξένο
ξαπλώθηκε πάνω στο χορτάρι κι ήπιε
τη δρόσο που ασήμωνε τα γυμνά μας πόδια.

Τώρα τι να ελπίσουμε;
Η άσπρη σιωπή του χιονιού είναι πιο βουβή κι απ’ το μαύρο θάνατο.

Από τη συλλογή Οι αποσταμένοι (1964) της Νίνας Κοκκαλίδου-Ναχμία

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία

Θαλασσινό 1 (Ιφιγένεια Διδασκάλου)

Δημήτρης Παπαδημητρίου & Οδυσσέας Ελύτης, Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
(τραγούδι: Ελευθερία Αρβανιτάκη / δίσκος: Τραγούδια για τους μήνες (1996))]

Θαλασσινό 1

Χτες και προχτές
κάθε μέρα
πασχίζαμε να μετρήσουμε τη χαρά μας.
Ήταν η καρδιά μου λεύτερη
άνοιγε σαν πέλαγο
άνοιγε καθώς η αγάπη μου.
Κι ήταν ατέλειωτη η θάλασσα
κι ήταν απέραντη η αμμουδιά
κι έγραφαν τα κοχύλια στον άμμο τ’ όνομά σου.

*
Πάνω στον άμμο
χτύπησε το κύμα
κι έσβησε τ’ όνομά σου.
Οι χτεσινές μέρες ανεμίζουν
το μαντήλι του αποχαιρετισμού
για μένα
για τα πουλιά
για τον ήλιο.
Η θάλασσα με ρώτησε πού πάω
κι εγώ σε φώναξα πού πας.
Κανείς δεν απάντησε
κι ο αντίλαλος έφυγε
με τα καράβια
με τους γλάρους
με το καλοκαίρι…

Από τη συλλογή Μνήμες και παρουσίες (1964) της Ιφιγένειας Διδασκάλου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Ιφιγένεια Διδασκάλου