Τ. Κ. Παπατσώνης, Σοφία

Σοφία

Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στη γυμνότητα,
ένα ένα αποδοθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,
τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών,
και μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι από πριν,
κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει,
όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι
είδαμεν, ότι χους εσμέν. Άθλιας επίγνωση
σοφίας. Ένδεια σημερινή. Βραδύνοια της χθες.
Δουλειά μας τώρα να την αναγάγομε σε θρίαμβο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Εκλογή Β’ (1962) του Τάκη Παπατσώνη

Πάνος Θασίτης, Θαλασσινό φεγγάρι

Θαλασσινό φεγγάρι

[Ενότητα Πράγματα 2]

Του φεγγαριού βροχή ασημένια
πάνω στους μεθυσμένους ώμους του νερού
ως πέφτεις, από το σιωπηλό της πλώρης μας δρεπάνι
θερισμένη, πιο βαθιά
κι απ’ τη θνητή ψυχή μας φτάνεις.

Στενάζοντας σε δέχεται ο βυθός κι ανοίγει
Κύμα το κύμα η άμμος σε φιλεί
Όλα τα δάση των φυκιών λυσίκομα κυλούνε
και κυλούνε αγκαλιασμένα.

Κι ο πελαγίσιος Πάνας ο ερμαφρόδιτος ο αχτινωτός
στα βουβά των κοχυλιών κατώφλια σκούζει.

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Ο χορός των φτερών

Ο χορός των φτερών

[Ενότητα Πράγματα 2]

Πιο πάνω απ’ το φεγγάρι
πέταλα ενός άνθους
που μαδά βαθιά στον ουρανό
—κανένας δεν το βλέπει—
λείψανα από τις φτερούγες ίσως
του νεκρού Αρχαγγέλου
—κανένας δεν το ξέρει—
αγέρας μας φέρνει
αγέρας μας παίρνει
είδωλα της μιας στιγμής.

*

Ακούστε το θρήνο απ’ την κοιλάδα
τ’ αγαπημένα ονόματα στα δόντια της τίγρης
τους κρίκους της ζωντανής αλυσίδας
που η αόρατη βαριά συντρίβει.
Τίποτα δεν μας εγγίζει εμάς,
μες στο γοργό δίχτυ των ίσκιων μας
τίποτε δεν απομένει.

Όταν το φως στ’ αλύγιστα κοντάρια του
σηκώνει τον ήλιο
τα εύθυμα της μέρας πνεύματα
σκορπούν στον ουρανό
γοργά απλωμένη θάλασσα κι εμείς τ’ ακολουθούμε
στήλες γινόμαστε λευκές, άνθη
στις φτέρνες του αέρα

Άνεμος πάλι μας σκορπά.

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Το φως

Το φως

[Ενότητα Πράγματα 2]

Τώρα το φως το ρίχνουν στα κασόνια
το καρφώνουν και το πάνε.
Οι πράκτορες εισπράττουν τα ναύλα
χωρίς να το δουν∙ οι παραλήπτες το μοιράζουν
χωρίς να το δουν

Αθέατα χέρια
το συνάζουν πάλι στα κατώγια.

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Ο σοβάς

Ο σοβάς

[Ενότητα Πράγματα 2]

Σώριασαν τα χαρτιά
επάνω στα χαρτιά
λόγια και λόγια
στα λόγια∙
τις παλιές σκεπάσαν
με καινούριες μάσκες
με άλλον ασβέστη
τον ασβέστη.

Είπαν φωλιές
τους τάφους των πουλιών,
ψηλά σκορπίσαν τα φτερά τους
κι είπαν –φωνάζαν– πως είναι
πουλιά
οι άδειοι ίσκιοι.

Μόνο τ’ αγάλματα
μείναν αγάλματα
δείχνουν ποιοι είμαστε
μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
τις νύχτες στα φτερά τους.

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Ο Καραγκιόζης

Ο Καραγκιόζης

[Ενότητα Πράγματα 2]

Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι
στη μέση ο δρόμος
στο δρόμο το φανάρι
απ’ το φανάρι κάτω η σκιά του
πίσω απ’ το σκοτεινό βουβό πανί.
Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα στο δρόμο
τα λεωφορεία η Τροχαία
οι άνεργοι.

Ανάβει το φως∙
ο πρωταγωνιστής σηκώνεται μες στο κουτί του
βγαίνει
ακουμπά στο φανάρι
βγάζει το καρφί σπάνει το ξύλο
ξεκολλά το κεφάλι του
τ’ ακουμπά κάτω, λύνει τα μέλη του
ένα-ένα.
Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους,
με χέρια και πόδια που κλαίνε.
Ανεβαίνει ανεβαίνει το αίμα
το Σεράι βουλιάζει
το καλύβι πλέει.

*

Όμως ο θεατρώνης φτάνει.
Σβήνει το φως
κολλά τα χέρια κολλά τα πόδια
κολλά το κεφάλι καρφώνει το ξύλο
ξεθάβει το Σεράι
κατεβάζει το καλύβι
πλένει τα αίματα
ανάβει πάλι το φως

«Άρχοντές μου!…»

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Λεωνίδας Ζενάκος, Χιόνι

Χιόνι

Ήτανε τόσο ήσυχο μέσα στην πάχνη
με ξεγέλασε
πέρασε πάνω από τα βήματά μου
και χάθηκαν οι τόποι που είχα ανακαλύψει.

Από τη συλλογή Πηγές (1962) του Λεωνίδα Ζενάκου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Στοιχεία για μια ταυτότητα

Στοιχεία για μια ταυτότητα

Δεν εγεννήθηκα σε πέτρινο κρεβάτι
γι’ αυτό κι από παιδί ήμουν εχθρός των όπλων
και συμμαχίες σύναψα με ωδικά πουλιά.
Πόσο ήμουν ευαίσθητη
το γνώρισαν οι συριανοί ψαράδες
σαν έριχνα στα δίχτυα τους
από αβάσταγη λαχτάρα
το ασημένιο ψάρι της καρδιάς μου.
Δεν πρόδωσα το πελαγίσιο αίμα μου
μ’ έναν αγρό
την πρώτη μου τη δίψα
με μια τυχαία κρήνη,
μελέτησα τη θάλασσα που δεν μιλά
μα σκέπτεται κι οργίζεται καθώς εμένα
δανείστηκα στον κίνδυνο τη δύναμή της.
Αν κρύφτηκα νωρίς μες στα φυλλώματα των στίχων
τόκανα για να κλαίω αθέατη
για τη δυσαρμονία της εγκόσμιας τάξης
τη δυστυχία των καλών και των αθώων.
Εσπούδασα κοιτάζοντας με προσοχή τις εποχές
τις λεωφόρους τ’ ουρανού τη νύχτα
υπολογίζοντας τις αποστάσεις με κοινά μέτρα∙
ας έλεγε η μητέρα μου ότι
του Ιακώβ η σκάλα δεν στήνεται με λογαρίθμους.
Ερμήνευσα τον ψίθυρο του δάσους
στην ενδοχώρα του εισχωρώντας
λεπτές πρασινωπές σκιές εσήκωσα στους ώμους μου
κουβέντιασα με πέτρες∙
και σε ανώνυμα σκόρπια οστά
του χρόνου εψηλάφισα τις διαστάσεις.
Πολλές ώρες επέρασα κοιτώντας τα μυρμήγκια:
το μαύρο όλο φρόνηση κεφάλι τους
τ’ αδύναμα τα πόδια τους, η προκοπή τους
μου δίδαξαν πολλά.
Ό,τι επρόσεξα ως τώρα το ανακάλυψα
κι απ’ το χαμό ζήτησα να το σώσω
γιατί και το μηδαμινό
στην τέχνη μου υλικό προσφέρει, όταν
το ποίημα έρχεται ορμητικό σαν το γεράκι
και φεύγει αφού βοσκήσει μες στα σπλάχνα μου,
τότε που γίνομαι γλυκιά επίμονη σταγόνα
και μεταβάλλω βράχους σε αγάλματα.
Η οδύνη με πολέμησε δίχως να με νικήσει
ήπια όλους τους λυγμούς μου
και σύγκορμη εκάηκα μες στη φωτιά
που η μοίρα μού εμπιστεύθηκε,
μόνη
με αδρόσιστα τα εγκαύματά μου.
Μια λεπτομέρεια ακόμα
για τα δακτυλικά μου αποτυπώματα:
τα χέρια μου είναι ελαφρά
για δεν κράτησαν ποτέ χρυσάφι.

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Μια ζωγραφιά με έξι πρόσωπα

Μια ζωγραφιά με έξι πρόσωπα

Στο Μάνο Χατζιδάκι

Σιωπή. Το θέμα αρχίζει:
Στο βάθος της σκηνής η νύχτα με την ίδια θάλασσα
στην πρώτη φάση του το ίδιο υπάκουο φεγγάρι.
Το σκηνικό, ένα σπίτι δαρμένο από τις τρικυμίες
γεμάτο σχέδια καραβιών
υποθαλάσσιους θάμνους, όστρακα κι εγκαταλείψεις.
Χέρι μικρού παιδιού που μέσα μας κοιμάται
πιέζοντας το στήθος μας σαν βαριά λύπη
οδήγησε το σκηνοθέτη. Ένα παράθυρο μονάχα.
Ίδιο με της ψυχής. Κι από τη σκοτεινή κορνίζα
παρέλαση σιωπηλή προσώπων.
Μια στιγμή μόνο. Αμέσως ύστερα
τα καταπίνει η νύχτα
και δεν τα ξαναβλέπει πια κανείς.
Οι ηθοποιοί αδίδακτοι εντελώς
μα γεννημένοι όλοι τους να παίξουν ένα ρόλο.
Στου τραπεζιού τη μέση η λάμπα
καρτερική και σίγουρη σαν φάρος
και γύρω από το δείπνο το λιτό
ένα σφιχτό βραχιόλι αδέρφια
με την κλιμακωτή ηλικία. Το πιο μικρό
μ’ ένα ροδάκινο ρομαντικό στο χέρι.
Δίχως πατέρα. Εκείνος
με μια κιθάρα γυρίζει έξω αλλοπαρμένος
ν’ ανακαλύψει κάτι άλλο
πιο ανάλαφρο απ’ τη χαμοζωή.
Η μητέρα με τα θυμάρια αγκαλιά
τα εξωκλήσια στην καρδιά της
τις ζύμες μες στα νύχια της
απ’ το ψωμί που ζύμωσε πριν ξημερώσει.
Κύκλος αγνός, χαρούμενος μέσα σε τόση νύχτα.
Μόνο στην άδεια θέση του πατέρα
ένας καημός—
ένα μπουκέτο αμάραντα ερωτικά τραγούδια.
Πρόσωπα αγγελικά, μάτια λαμπρά, περίεργα
στην πρώτη κιόλας τη σελίδα του έργου
προφίλ ευγενικά από καθάριο φίλντισι
παιδικά γέλια—κύματος αφρός.
Του ρολογιού ο επίμονος ρυθμός
διδάσκει υπομονή και καρτερία.
Λίγα παλιά βιβλία στο ράφι, ένα καντηλέρι
και των επίπλων οι πιστές σκιές.
Και πάλι η εποπτεία της μητέρας
με τ’ άσπρα χέρια της πάνω σε όλους
και τ’ άνθος το εύγλωττο της σιωπής της.
Αν ο πατέρας δεν είχε το πάθος
της περιπλάνησης μέσα στη νύχτα
θάταν πληρέστερη η εικόνα
και πιο γλυκιά των γρύλων η ορχήστρα
στου παραθύρου το περβάζι.
Μα κι έτσι, η ζωγραφιά
απ’ τον καιρό ξεθωριασμένη
πιάνει ολόκληρο το παλκοσένικο.
Κι αν την προσέξετε
μπορεί απ’ το χαμό και να σωθεί.
Δεν είναι λίγο…
Η αυλαία κλείνει.
Ευχαριστώ.

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Κάποτε

Κάποτε

Κάποτε θα σταματήσει στη μέση το χειρόγραφο
το βήμα, η πάλη, το ρολόι, η ασχολία
ο ισόβιος διάλογος με τα πιστά αντικείμενα.
Κάποτε θα πάψει ν’ αναβρύζει
η μυστική πηγή που πλημμυρίζει το σπίτι
τα εξαίσια νούφαρα που με κοιτούν κατάπληκτα
καθώς τα μάτια του χιονιού στη σιωπή.
Δεν θα υπάρχω πια στο φεστιβάλ των λέξεων
για να χορέψω ευλύγιστα
με όσους κρατούν από μια πέννα στο χέρι
για να μεθύσω με ξανθό κρασί της Αττικής.
Με μια πανσέληνο αλλόφρονη ριγμένη στα ποτάμια
θα έχω φύγει φορτωμένη από χαμένα πράγματα
νωπά χειρόγραφα ακριβά
μια στερνή λέξη ανθρώπινη στ’ αυτιά μου.
Θάχω ριχτεί παρά τη θέλησή μου
γυμνή στο χώμα για να γίνω φύκι
μια παπαρούνα με το χρώμα που αγαπώ
ένα κοχύλι, νεύρο στο φύλλο της σημύδας
άνθος της παγωνιάς που ανθεί
απ’ την πνοή μικρού αγοριού στο τζάμι
γλάρος στο πατρικό αρχιπέλαγος
κοράκι του κοιμητηρίου
βρύο.
Κανείς δεν ξέρει από πού άρχισε
από ποιες φράσεις θα περάσει
πού θα τελειώσει:
σε αχτίδες, σε χαλίκια, σε φτερά…

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Όνειρο

Όνειρο

Είχε προηγηθεί μια σιωπή
ίδια με κείνη που απλώνεται
λίγες στιγμές προτού χιονίσει.
Και ξαφνικά
σάλπιγγες, σάλπιγγες
έφιπποι κήρυκες
και πλήθη.
Και πάλι σιωπή.
Θα έλεγε κανείς πως αναγγέλλονταν
η άφιξη ηγεμόνα
από τις πύλες. Όχι.
Στον ουρανό ένα ποίημα
ξετυλιγόταν σε περγαμηνή
κι όλο κατέβαινε κατέβαινε
πάνω απ’ τα πλήθη.
Και η μεμβράνη του χαρτιού όλο και άπλωνε
μέχρι που έγινε πελώρια σαν χώρα.
Τότε τα ιδεογράμματα των τελευταίων στίχων
αρχίσανε να στάζουνε και να κυλούν σαν δάκρυα
πάνω σε μυριάδες ανοιχτές παλάμες
σε χείλη, σε ώμους, σε μαλλιά
που δίψαγαν να κοινωνήσουν…

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Εκεί υπάρχω

Εκεί υπάρχω

Δεν είμαι ούτε στη σάρκα που εξατμίζεται
ούτε στα έργα τα καθημερινά και στα φορέματά μου
ούτε και στις ανώνυμες σελίδες που πουλώ
για να κερδίσω το ψωμί μου.
Κι αυτή η μορφή που αποτυπώθηκε
στην αστυνομική ταυτότητά μου
δεν είναι παρά προσωρινή απεικόνιση
μάσκα ισόβια
που μου τη φόρεσαν χωρίς να το ζητήσω
και που μπορεί χτες νάταν φοίνικας
και αύριο μαύρο κοράκι.
Κι όλα θα μεταμορφωθούν σαν λιώσουν
στων φάσεων το χωνευτήρι
σάρκα, οστά, χαμόγελο και βλέμμα.
Μονάχα το τραγούδι μου ανέπαφο θα παραμείνει
στο πύρινο περίβλημά του
κι όπως ακλόνητα πιστεύω
θάναι το όπλο που θα μου χαρίσει
τη νίκη την οριστική, κι ακόμα
η δύναμη που γρήγορα θα μ’ αναστήσει.
Εκεί, μες στο τραγούδι, υπάρχω
και κει θα συναντιόμαστε κάθε φορά που θα διψάτε
για μιαν αληθινή επαφή
σεις που δεν γεννηθήκατε ακόμα.
Κει θα με ψαύετε γυμνή και θα ριγάτε
κι εγώ από κει θα σας χαμογελώ
και τις αισθήσεις σας θα ευφραίνω
αιώνια νέα
σαν ανοιξιάτικο τοπίο.

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Ο αιώνιος δρόμος

Ο αιώνιος δρόμος

Δεν έχασα το δρόμο που οδηγεί σε κείνον,
όμως δεν μπορώ να φτάσω κοντά του
παρά σαν ένας ήχος δίχως όνομα
σαν μια αιώνια παρουσία
που κατεργάζεται ο χρόνος
κι εγώ με δέος από τώρα ψηλαφώ
στα απολιθωμένα όστρακα
στα προϊστορικά οστά και χαλίκια
στις ρίζες τις βαθιές της γης μου.
Και είμαι εντελώς ήσυχη
γιατί δεν θα χαθεί η ιστορία μου
ύστερα απ’ την ταφή μου
στα ευκολοσύντριφτα χαρτιά, στις πέτρες των κοιμητηρίων
αλλά, όπως της πρέπει,
για πάντα θα τη διηγούνται
οι φλοίσβοι στις ακτές
στα δάση τα θροΐσματα
η στριγκή φωνή των επίπλων στη νύχτα
κι ακόμα
ο απαρηγόρητος λυγμός ποιητών εφήβων
που μ’ αγάπησαν σαν μητέρα

Δεν έχασα το δρόμο που οδηγεί σε κείνον
αντίθετα τον άνοιξα σε μια παλίρροια σιωπής
όταν εξερευνούσα
τοπία εκπληκτικά απ’ τις αισθήσεις μου πλασμένα
ερήμους που δεν λέρωσαν πολιτισμοί
τη γη που έπινε το αίμα των παιδιών της
και μου ζητούσε να της δείξω τους ενόχους
κρατήρες σκεπασμένους από χιόνια
τριαντάφυλλα με την καρδιά τους αξεσφράγιστη.
Και προχωρούσα ασυμβίβαστη σ’ αυτό το δρόμο
(που η αξίνα μου άνοιξε σε μέγα μέρος)
σηκώνοντας αποσκευές με μυστικά εκρηκτικά
με πένθη, με ήττες αλλά και με νίκες
καπνισμένη από φωτιές κι επαναστάσεις, μεθυσμένη από κλάμα
ανεβαίνοντας, κατεβαίνοντας, φεύγοντας πάντα
σαν βέλος που δεν πέφτει αν δεν βρει το στόχο.
Και ξέρω, όπως και κείνος που με περιμένει,
πως το δρόμο αυτό δεν τον περνώ για τελευταία φορά:
Πάλι απ’ αυτόν θα επιστρέψω
να κατοικήσω στο βράχο είτε στο δάσος
να γίνω ρόδο, λύχνος, περιστέρι
μαχαίρι από πυρίτη λίθο…

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά