Μανόλης Αναγνωστάκης, Το ναυάγιο

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Το ναυάγιο
(τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Το ναυάγιο

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε –ψηλά-ψηλά–
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα

Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Advertisements

Μανόλης Αναγνωστάκης, Τη νύχτα έρχονται…

Τη νύχτα έρχονται…

Στον Κλείτο

Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Τη νύχτα πλάι στην αγαπημένη
Στους γλυκούς όρκους πριν από τη συνουσία
Τη νύχτα οδηγούν τα λεωφορεία στην αποθήκη
Όταν αρχίζουν να δουλεύουν τα πιεστήρια
Και σβήνουνε τα νυσταγμένα φώτα ένα-ένα
Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Των μυστικών, τα σχέδια, επαναστάσεων,
Η λειτουργία του καζίνου, εκείνο
Το τελευταίο γράμμα, απ’ το κελί σου,
Τα ιδεώδη, τελοσπάντων, για την αναπροσαρμογή.

Τη νύχτα εκείνη αρνήθηκα ν’ ακολουθήσω πια
Αρνήθηκα τη μοναξιά των λέξεων,
Των εσκεμμένων συνειρμών, τη λογική του ονείρου.
Τη νύχτα εκείνη κάηκε το διανυκτερεύον φαρμακείο
Αποκοιμήθηκε βαθιά ο σκοπός στρατιώτης
Βρέθηκε μες στο δρόμο νεκρός ο φτωχός νυχτοφύλακας.

Άτιμοι! Εσείς δολοφονήσατε τον τελευταίο νυχτοφύλακα!

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Στ’ αστεία παίζαμε…

Διαβάζει ο Κώστας Καζάκος.

Στ’ αστεία παίζαμε…

Στ’ αστεία παίζαμε!

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δεν βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Σε τι βοηθά λοιπόν…

Σε τι βοηθά λοιπόν…

Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
(Αυτή εδώ η ποίηση, λέω)
Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους
Στο μεγάλο πέρασμα από τον καταναγκασμό
Στις συνθήκες της ελευθερίας;

Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
–Αυτό, έστω, που εγώ ποίηση ονομάζω–

(Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’ αυτά ή μόνο μ’ αυτά).

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Όλο και πιο γυμνά…

Όλο και πιο γυμνά…

Όλο και πιο γυμνά
Όλο και πιο άναρθρα
Όχι πια φράσεις
Όχι πια λέξεις
Γραμμάτων σύμβολα
Αντί για την πόλη η πέτρα
Αντί για το σώμα το νύχι
Ακόμα πιο πολύ: μια αιμάτινη
Σκοτωμένη κηλίδα
Πάνω στο μικροσκόπιο.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Όλα τα πρόσωπα…

Όλα τα πρόσωπα…

Όλα τα πρόσωπα της ιστορίας μας είν’ εντελώς φανταστικά
Καμιά πλέον συσχέτιση με πρόσωπα υπάρξαντα.
Ή και ακόμα υπαρκτά σε μια δεδομένη εποχή.
Γιατί και η Εποχή δεν υπήρξε – μη μιλήσεις πια γι’ αυτήν
Με τα ίδια πάλι λόγια που δεν αλλοιώνονται από το χρόνο
Όπως το μέταλλο κάτω από τη σκουριά, το δέρμα κάτω από το ρούχο.
Γιατί τα πρόσωπα της ιστορίας μας είν’ εντελώς φανταστικά
Οι περιπέτειές τους αδιάφορες για την Ιστορία
Ούτε καν ίχνη σβησμένων ονομάτων για τους οπωσδήποτε επιζήσαντες.

Κατέβασε τις Μεγάλες Κουρτίνες, φράξε όσο είναι καιρός
Τις μυστικές ρωγμές των στίχων, μ’ ένα χαμόγελο και συ
Υποδέξου, αγνός, τη χαρούμενη καινούρια ημέρα.

Έλα Γιώργο – βάλε στη θήκη το μαχαίρι.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο Νεκρός

Διαβάζει ο ποιητής.

Ο Νεκρός

Ήρθαν τα πρώτα τηλεγραφήματα
Σταμάτησαν τα πιεστήρια και περιμέναν
Έγιναν οι παραγγελίες στις αρμόδιες αρχές.

Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Όλοι φόρεσαν τις μαύρες γραβάτες
Δοκίμασαν στον καθρέφτη τις συντριμμένες πόζες
Ακούστηκαν οι πρώτοι λυγμοί τα θλιβερά εγκώμια.

Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Στο τέλος οι ώρες γινήκαν μέρες
Εκείνες οι φριχτές μέρες της αναμονής
Οι φίλοι άρχισαν να διαμαρτύρονται
Έκλεισαν τα γραφεία τους σταμάτησαν τις πληρωμές
Γυρνούσαν τα παιδιά τους αδέσποτα στους δρόμους
Έβλεπαν τα λουλούδια να μαραίνονται.

Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Η απόφαση

Διαβάζει ο ποιητής.

Η απόφαση

Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε φυσικά να διακόψτε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Αφιέρωση

Διαβάζει ο ποιητής.

Αφιέρωση

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε

Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Κλείτος Κύρου, Προφητεία

[Ενότητα Έξι καημοί]

Προφητεία

Στα μάτια σου πετούν πουλιά
Και φλόγες στα μαλλιά σου.
Διατρέχουν σύννεφο φιλιά
Τ’ ανήσυχα όνειρά σου.

Στον κόρφο σου λιγοθυμούν
Νιογέννητα ζαρκάδια,
Στο στόμα σου λαμποκοπούν
Αστραφτερά πετράδια.

Θα φτερουγίσουν τα πουλιά,
Θα φύγουν τα ζαρκάδια,
Θα μείνει μόνο μια αντηλιά,
Κάτι θαμπά πετράδια.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Κλείτου Κύρου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εμπρός (φύλλο της 6ης Ιανουαρίου 1962).

Τα ποιήματα της σειράς «Έξι καημοί» είναι γυμνάσματα πάνω στον παραδοσιακό στίχο. Απόπειρες προσαρμογής στη σύγχρονη εποχή. Γράφτηκαν στην περίοδο 1948-1960.

Και τα έξι μαζί παρουσιάστηκαν στον τόμο Ποίηση ’77 των Θαν. Νιάρχου και Αντ. Φωστιέρη (εκδ. Κέδρος)

Πηγή για το ποίημα και τα σχόλια: η συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Κλείτου Κύρου εν όλω, συγκομιδή 1943-1997 (εκδ. Άγρα, 1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Τ. Κ. Παπατσώνης, Σοφία

Σοφία

Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στη γυμνότητα,
ένα ένα αποδοθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,
τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών,
και μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι από πριν,
κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει,
όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι
είδαμεν, ότι χους εσμέν. Άθλιας επίγνωση
σοφίας. Ένδεια σημερινή. Βραδύνοια της χθες.
Δουλειά μας τώρα να την αναγάγομε σε θρίαμβο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Εκλογή Β’ (1962) του Τάκη Παπατσώνη

Πάνος Θασίτης, Θαλασσινό φεγγάρι

Θαλασσινό φεγγάρι

[Ενότητα Πράγματα 2]

Του φεγγαριού βροχή ασημένια
πάνω στους μεθυσμένους ώμους του νερού
ως πέφτεις, από το σιωπηλό της πλώρης μας δρεπάνι
θερισμένη, πιο βαθιά
κι απ’ τη θνητή ψυχή μας φτάνεις.

Στενάζοντας σε δέχεται ο βυθός κι ανοίγει
Κύμα το κύμα η άμμος σε φιλεί
Όλα τα δάση των φυκιών λυσίκομα κυλούνε
και κυλούνε αγκαλιασμένα.

Κι ο πελαγίσιος Πάνας ο ερμαφρόδιτος ο αχτινωτός
στα βουβά των κοχυλιών κατώφλια σκούζει.

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Ο χορός των φτερών

Ο χορός των φτερών

[Ενότητα Πράγματα 2]

Πιο πάνω απ’ το φεγγάρι
πέταλα ενός άνθους
που μαδά βαθιά στον ουρανό
—κανένας δεν το βλέπει—
λείψανα από τις φτερούγες ίσως
του νεκρού Αρχαγγέλου
—κανένας δεν το ξέρει—
αγέρας μας φέρνει
αγέρας μας παίρνει
είδωλα της μιας στιγμής.

*

Ακούστε το θρήνο απ’ την κοιλάδα
τ’ αγαπημένα ονόματα στα δόντια της τίγρης
τους κρίκους της ζωντανής αλυσίδας
που η αόρατη βαριά συντρίβει.
Τίποτα δεν μας εγγίζει εμάς,
μες στο γοργό δίχτυ των ίσκιων μας
τίποτε δεν απομένει.

Όταν το φως στ’ αλύγιστα κοντάρια του
σηκώνει τον ήλιο
τα εύθυμα της μέρας πνεύματα
σκορπούν στον ουρανό
γοργά απλωμένη θάλασσα κι εμείς τ’ ακολουθούμε
στήλες γινόμαστε λευκές, άνθη
στις φτέρνες του αέρα

Άνεμος πάλι μας σκορπά.

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Το φως

Το φως

[Ενότητα Πράγματα 2]

Τώρα το φως το ρίχνουν στα κασόνια
το καρφώνουν και το πάνε.
Οι πράκτορες εισπράττουν τα ναύλα
χωρίς να το δουν∙ οι παραλήπτες το μοιράζουν
χωρίς να το δουν

Αθέατα χέρια
το συνάζουν πάλι στα κατώγια.

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Ο σοβάς

Ο σοβάς

[Ενότητα Πράγματα 2]

Σώριασαν τα χαρτιά
επάνω στα χαρτιά
λόγια και λόγια
στα λόγια∙
τις παλιές σκεπάσαν
με καινούριες μάσκες
με άλλον ασβέστη
τον ασβέστη.

Είπαν φωλιές
τους τάφους των πουλιών,
ψηλά σκορπίσαν τα φτερά τους
κι είπαν –φωνάζαν– πως είναι
πουλιά
οι άδειοι ίσκιοι.

Μόνο τ’ αγάλματα
μείναν αγάλματα
δείχνουν ποιοι είμαστε
μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
τις νύχτες στα φτερά τους.

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Ο Καραγκιόζης

Ο Καραγκιόζης

[Ενότητα Πράγματα 2]

Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι
στη μέση ο δρόμος
στο δρόμο το φανάρι
απ’ το φανάρι κάτω η σκιά του
πίσω απ’ το σκοτεινό βουβό πανί.
Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα στο δρόμο
τα λεωφορεία η Τροχαία
οι άνεργοι.

Ανάβει το φως∙
ο πρωταγωνιστής σηκώνεται μες στο κουτί του
βγαίνει
ακουμπά στο φανάρι
βγάζει το καρφί σπάνει το ξύλο
ξεκολλά το κεφάλι του
τ’ ακουμπά κάτω, λύνει τα μέλη του
ένα-ένα.
Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους,
με χέρια και πόδια που κλαίνε.
Ανεβαίνει ανεβαίνει το αίμα
το Σεράι βουλιάζει
το καλύβι πλέει.

*

Όμως ο θεατρώνης φτάνει.
Σβήνει το φως
κολλά τα χέρια κολλά τα πόδια
κολλά το κεφάλι καρφώνει το ξύλο
ξεθάβει το Σεράι
κατεβάζει το καλύβι
πλένει τα αίματα
ανάβει πάλι το φως

«Άρχοντές μου!…»

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Λεωνίδας Ζενάκος, Χιόνι

Χιόνι

Ήτανε τόσο ήσυχο μέσα στην πάχνη
με ξεγέλασε
πέρασε πάνω από τα βήματά μου
και χάθηκαν οι τόποι που είχα ανακαλύψει.

Από τη συλλογή Πηγές (1962) του Λεωνίδα Ζενάκου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Στοιχεία για μια ταυτότητα

Στοιχεία για μια ταυτότητα

Δεν εγεννήθηκα σε πέτρινο κρεβάτι
γι’ αυτό κι από παιδί ήμουν εχθρός των όπλων
και συμμαχίες σύναψα με ωδικά πουλιά.
Πόσο ήμουν ευαίσθητη
το γνώρισαν οι συριανοί ψαράδες
σαν έριχνα στα δίχτυα τους
από αβάσταγη λαχτάρα
το ασημένιο ψάρι της καρδιάς μου.
Δεν πρόδωσα το πελαγίσιο αίμα μου
μ’ έναν αγρό
την πρώτη μου τη δίψα
με μια τυχαία κρήνη,
μελέτησα τη θάλασσα που δεν μιλά
μα σκέπτεται κι οργίζεται καθώς εμένα
δανείστηκα στον κίνδυνο τη δύναμή της.
Αν κρύφτηκα νωρίς μες στα φυλλώματα των στίχων
τόκανα για να κλαίω αθέατη
για τη δυσαρμονία της εγκόσμιας τάξης
τη δυστυχία των καλών και των αθώων.
Εσπούδασα κοιτάζοντας με προσοχή τις εποχές
τις λεωφόρους τ’ ουρανού τη νύχτα
υπολογίζοντας τις αποστάσεις με κοινά μέτρα∙
ας έλεγε η μητέρα μου ότι
του Ιακώβ η σκάλα δεν στήνεται με λογαρίθμους.
Ερμήνευσα τον ψίθυρο του δάσους
στην ενδοχώρα του εισχωρώντας
λεπτές πρασινωπές σκιές εσήκωσα στους ώμους μου
κουβέντιασα με πέτρες∙
και σε ανώνυμα σκόρπια οστά
του χρόνου εψηλάφισα τις διαστάσεις.
Πολλές ώρες επέρασα κοιτώντας τα μυρμήγκια:
το μαύρο όλο φρόνηση κεφάλι τους
τ’ αδύναμα τα πόδια τους, η προκοπή τους
μου δίδαξαν πολλά.
Ό,τι επρόσεξα ως τώρα το ανακάλυψα
κι απ’ το χαμό ζήτησα να το σώσω
γιατί και το μηδαμινό
στην τέχνη μου υλικό προσφέρει, όταν
το ποίημα έρχεται ορμητικό σαν το γεράκι
και φεύγει αφού βοσκήσει μες στα σπλάχνα μου,
τότε που γίνομαι γλυκιά επίμονη σταγόνα
και μεταβάλλω βράχους σε αγάλματα.
Η οδύνη με πολέμησε δίχως να με νικήσει
ήπια όλους τους λυγμούς μου
και σύγκορμη εκάηκα μες στη φωτιά
που η μοίρα μού εμπιστεύθηκε,
μόνη
με αδρόσιστα τα εγκαύματά μου.
Μια λεπτομέρεια ακόμα
για τα δακτυλικά μου αποτυπώματα:
τα χέρια μου είναι ελαφρά
για δεν κράτησαν ποτέ χρυσάφι.

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Μια ζωγραφιά με έξι πρόσωπα

Μια ζωγραφιά με έξι πρόσωπα

Στο Μάνο Χατζιδάκι

Σιωπή. Το θέμα αρχίζει:
Στο βάθος της σκηνής η νύχτα με την ίδια θάλασσα
στην πρώτη φάση του το ίδιο υπάκουο φεγγάρι.
Το σκηνικό, ένα σπίτι δαρμένο από τις τρικυμίες
γεμάτο σχέδια καραβιών
υποθαλάσσιους θάμνους, όστρακα κι εγκαταλείψεις.
Χέρι μικρού παιδιού που μέσα μας κοιμάται
πιέζοντας το στήθος μας σαν βαριά λύπη
οδήγησε το σκηνοθέτη. Ένα παράθυρο μονάχα.
Ίδιο με της ψυχής. Κι από τη σκοτεινή κορνίζα
παρέλαση σιωπηλή προσώπων.
Μια στιγμή μόνο. Αμέσως ύστερα
τα καταπίνει η νύχτα
και δεν τα ξαναβλέπει πια κανείς.
Οι ηθοποιοί αδίδακτοι εντελώς
μα γεννημένοι όλοι τους να παίξουν ένα ρόλο.
Στου τραπεζιού τη μέση η λάμπα
καρτερική και σίγουρη σαν φάρος
και γύρω από το δείπνο το λιτό
ένα σφιχτό βραχιόλι αδέρφια
με την κλιμακωτή ηλικία. Το πιο μικρό
μ’ ένα ροδάκινο ρομαντικό στο χέρι.
Δίχως πατέρα. Εκείνος
με μια κιθάρα γυρίζει έξω αλλοπαρμένος
ν’ ανακαλύψει κάτι άλλο
πιο ανάλαφρο απ’ τη χαμοζωή.
Η μητέρα με τα θυμάρια αγκαλιά
τα εξωκλήσια στην καρδιά της
τις ζύμες μες στα νύχια της
απ’ το ψωμί που ζύμωσε πριν ξημερώσει.
Κύκλος αγνός, χαρούμενος μέσα σε τόση νύχτα.
Μόνο στην άδεια θέση του πατέρα
ένας καημός—
ένα μπουκέτο αμάραντα ερωτικά τραγούδια.
Πρόσωπα αγγελικά, μάτια λαμπρά, περίεργα
στην πρώτη κιόλας τη σελίδα του έργου
προφίλ ευγενικά από καθάριο φίλντισι
παιδικά γέλια—κύματος αφρός.
Του ρολογιού ο επίμονος ρυθμός
διδάσκει υπομονή και καρτερία.
Λίγα παλιά βιβλία στο ράφι, ένα καντηλέρι
και των επίπλων οι πιστές σκιές.
Και πάλι η εποπτεία της μητέρας
με τ’ άσπρα χέρια της πάνω σε όλους
και τ’ άνθος το εύγλωττο της σιωπής της.
Αν ο πατέρας δεν είχε το πάθος
της περιπλάνησης μέσα στη νύχτα
θάταν πληρέστερη η εικόνα
και πιο γλυκιά των γρύλων η ορχήστρα
στου παραθύρου το περβάζι.
Μα κι έτσι, η ζωγραφιά
απ’ τον καιρό ξεθωριασμένη
πιάνει ολόκληρο το παλκοσένικο.
Κι αν την προσέξετε
μπορεί απ’ το χαμό και να σωθεί.
Δεν είναι λίγο…
Η αυλαία κλείνει.
Ευχαριστώ.

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Κάποτε

Κάποτε

Κάποτε θα σταματήσει στη μέση το χειρόγραφο
το βήμα, η πάλη, το ρολόι, η ασχολία
ο ισόβιος διάλογος με τα πιστά αντικείμενα.
Κάποτε θα πάψει ν’ αναβρύζει
η μυστική πηγή που πλημμυρίζει το σπίτι
τα εξαίσια νούφαρα που με κοιτούν κατάπληκτα
καθώς τα μάτια του χιονιού στη σιωπή.
Δεν θα υπάρχω πια στο φεστιβάλ των λέξεων
για να χορέψω ευλύγιστα
με όσους κρατούν από μια πέννα στο χέρι
για να μεθύσω με ξανθό κρασί της Αττικής.
Με μια πανσέληνο αλλόφρονη ριγμένη στα ποτάμια
θα έχω φύγει φορτωμένη από χαμένα πράγματα
νωπά χειρόγραφα ακριβά
μια στερνή λέξη ανθρώπινη στ’ αυτιά μου.
Θάχω ριχτεί παρά τη θέλησή μου
γυμνή στο χώμα για να γίνω φύκι
μια παπαρούνα με το χρώμα που αγαπώ
ένα κοχύλι, νεύρο στο φύλλο της σημύδας
άνθος της παγωνιάς που ανθεί
απ’ την πνοή μικρού αγοριού στο τζάμι
γλάρος στο πατρικό αρχιπέλαγος
κοράκι του κοιμητηρίου
βρύο.
Κανείς δεν ξέρει από πού άρχισε
από ποιες φράσεις θα περάσει
πού θα τελειώσει:
σε αχτίδες, σε χαλίκια, σε φτερά…

Από τη συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962) της Ρίτας Μπούμη-Παπά