Γιώργος Θέμελης, Γυναικεία ονόματα

[Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Γυναικεία ονόματα

Είναι γυναίκες οι ψυχές, ανοίγουν
Η μια στην άλλη, αναζητούν.
Γυναίκα είναι η γη, πάσχει να είναι ωραία,
Ν’ απαστράπτει σαν σε καθρέφτη.
Γυναίκα είναι η θάλασσα κι η πόρτα,
Δέχεται και κλει, γυναίκα ο τάφος,
Μας σκεπάζει, γυναίκα είναι η νύχτα
Και σκοτεινιάζει, βαραίνει τα κόκαλα.
Γυναίκα η βρύση κι η πλατιά βροχή,
Η στέρηση, η ανάμνηση κι η προσευχή,
Η στάμνα, το σκαμνί, το καράβι,
Το δέντρο, το πουλί τ’ αηδόνι, και το ψάρι.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Advertisements

Γιώργος Θέμελης, Θάλασσα και ψυχή

Frederico de Brito & Ferrer Trindade, Canção do Mar (με την Dulce Pontes)

[Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Θάλασσα και ψυχή

Θάλασσα με τα μοναχικά και λυπημένα
Πλοία, ψυχές νεκρών που ταξιδεύουν.
Θάλασσα και ψυχή και ταραγμένη αγάπη,
Νερά μας παίρνουν, άνεμοι μας παν.
Άπληστη, ακατάτμητη και μοιρασμένη,
Σ’ ωκεανό, σε πέλαο, σε κοχύλι.
Άπειρη και κατάστενη σε μια σκαμμένη πέτρα.
Και ουρανέ, σαν άλλη θάλασσα πάνω στη θάλασσα,
Γαλάζιο αίμα και φτερό, γαλάζιο ψάρι.
Ερωτική βροχή, ουράνια δίψα,
Έρωτα, πιο έρωτα, που τίποτα δε σε χορταίνει.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Φάτνη

[Ενότητα Αθύρματα]

III. Φάτνη

Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται.

Εδώ που στήσαμε τη φάτνη,
Εδώ που κρεμάσανε το άστρο,
Είναι σα μια μεγάλη πέτρα –
Πέτρα υψηλή, μετέωρη.
Ένα πυκνό σημείο αιωνιότητας.

Το Βρέφος, ο Ιωσήφ και η Μαρία,
Τ’ αγαθά ζώα. Οι άγγελοι
Σταματημένοι σε μια πτήση
Ψηλά, στη σιωπή, παίζοντας όργανα.

Άρπα, κορνέτα, βιολί και φυσαρμόνικα.

Ακίνητοι σαν από πορσελάνη,
Με σιωπή απόλυτη, μουσική.

(Η Νύχτα απλώνεται σαν την ηχώ
Αυτής της μουσικής, της σιωπής,
Της μουσικής των Αγγέλων μέσα μας, έξω μας).

Αν στέκουν εδώ, πετούν εκεί,
Στον άλλο χώρο∙ αντλούν
Αίμα σκληρό απ’ το αίμα μας,
Αγάπη απ’ την αγάπη μας.

Παίρνουν τα όνειρά μας και τα ψηλώνουν.

Η Μόνα στέκει κοντά τους ακίνητη,
Σαν από πορσελάνη, αγγίζει τα εύθραυστα πόδια τους.

Βλέπει το αόρατο στο μαγικό καθρέφτη του ορατού.

Τι τώρα, τι πάντα.

Ω καθαρότατη ψυχή,
Άμωμη, αμόλυντη, ανυπόκριτη.

Ο χρόνος ανοίγει σαν το φεγγίτη που μας φωτίζει.

Τα παίρνουμε και τα πλαγιάζουμε
Μέσα σ’ ένα κουτί να κοιμηθούν
Πάνω σε χάρτινο άχυρο να μη ραγίσουν.

Από τη συλλογή Η Μόνα παίζει (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Φωτοσκιάσεις (Χ)

[Ενότητα Φωτοσκιάσεις]

Χ

Αγαπημένη πλάνη, αγαπημένη ματαιότητα.

Ίσως καθρέφτισμα, ίσως μουσική,
μια μουσική παράξενη, μαρμαρωμένη.

Τι κι αν ξυπνήσουμε κάποτε κι ανοίξουν
τούτα τα μάτια σε μια άλλη αυγή.

Λιπόσαρκοι, γυμνοί και πεινασμένοι.

(Πώς να σε δω, Θεέ μου, να σε γνωρίσω,
πώς να κοιτάξω το πρόσωπό Σου,
χωρίς μάτια, δίχως πρόσωπο).

Εγώ αγαπώ τη γη, τη μάταιη γη,
είμαι από γη∙ εγώ αγαπώ το φως,
εγώ αγαπώ τη θλίψη την απέραντη,
τη θλίψη της γης, του ήλιου και του αγέρα.

Εγώ αγαπώ το σώμα και το αίμα,
το τίμιον αίμα, τ’ άγιο σώμα.

Τον έρωτα εγώ αγαπώ, το θάνατο.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Μελέτη ψυχής (VI)

Μελέτη ψυχής

VI

Το στοιχειωμένο είμαι σπίτι το ετοιμόρροπο,
Που στέκει εδώ σαν το φυτό και γέρνει πέρα.

Διαμονή παλιών ψυχών, κατοικητήριο φαντασμάτων.

Υπάρχω, είμαι,
Ως να μην ξέρω,
Πως το χτισμένο τούτο σπίτι
Είναι σα μια κλωστή,
Ένας ψυχρός άδειος αγέρας
Ανάμεσα σε μένα
Και το θάνατο.

Υπάρχω, είμαι γεμάτος,
Η βαρύτητά μου με φοβίζει.

Πράξεις βαριές, ασήκωτες, μάταιες,
Πράγματα συντριπτικά, καθώς ένα τσουβάλι πέτρες.

Πώς θα με πάρουν να με σηκώσουν,
Ένα βαρύ φορτίο γεμάτο απ’ την ουσία του.

(Πίσω, Θεέ μου, πίσω, απ’ την αρχή).

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Οδοιπόροι

Μάνος Χατζιδάκις & Μάνος Ελευθερίου, Η μπαλάντα του οδοιπόρου
(ερμηνεία: Γιάννης Δημητράς / έργο: Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης (1974))

[Ενότητα Σημεία και σύμβολα]

Οδοιπόροι

Όταν περνώ τον εαυτό μου,
Σαν μέσα σ’ ένα άλλο ένδυμα,
Βγάζοντας τα καθημερινά κουρέλια,
Το φως
Ανατέλλει και δύει στο πρόσωπό μας.

Η τύχη του κρέμεται μετέωρη,
Σαν από κάποιον ήλιο δικό μας.

Λέμε το φως ημέρα, το σκότος νύχτα,
Μοιράζουμε ονόματα: άστρα, φυτά και ζώα.

Είμαστε δίχως τάφο και πατρίδα,
Σαν τους πλανόδιους μουσικούς.
Τραγουδούμε, χορεύουμε, παίζουμε όργανα.

Η μουσική μας είναι η ομιλία μας, ο έρωτας το μυστικό μας.

Οδοιπορείτε, ακούραστοι οδοιπόροι, μιλάτε.
Τι στοιχίζει μια λέξη ακόμα, ένα όνομα.
Ένα χαμόγελο ή μια χειρονομία.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Οι Απόντες

[Ενότητα Έρωτος Εγκώμια]

Οι Απόντες

Δεν είναι ο έρωτας, δεν είναι ο Θεός
Αυτό που μας λείπει∙ εμείς
Λείπουμε και μας λείπει,
Έχουμε φύγει κι είναι απών.

Τον γυρεύουμε τάχα ή μας γυρεύει
Και δε μας βρίσκει; Τον ποθούμε ή μας ποθεί
Και δε μας βλέπει το πρόσωπό του;

Εμείς έχουμε πεθάνει, ο θάνατός μας
Είναι ο μέγας θάνατος, δεν πέθανε ο Θεός.

Εμείς είμαστε οι απόντες απ’ το δείπνο,
Αυτοί που λείπουν και δεν είναι, κλείστηκαν έξω,
Δεν πρόφτασαν να ’ρθουν, τρέχουν στους δρόμους,
Και σκουντουφλούν στη γη, χτυπούν την πόρτα.

Δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν φως.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Υμέναιος

[Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Υμέναιος

Τέλεια, πυκνή, αναπόδραστη μοίρα του έρωτα
Και του θανάτου∙ κατάκτηση πρώτα, ύστερα παραίτηση.
Ανάβαση πρώτα, ύστερα κατάβαση,
Πτώση του σώματος και θλίψη της ψυχής,
Καθώς ανοίγει η μοναξιά και καταπίνει
Ταπεινωμένα κόκαλα και σωριασμένα.

Έρχεται ο έρωτας και μας εμπαίζει,
Ένας θεός ή ένας δαίμονας.
Μας γδύνει χωρίς ντροπή και φόβο.
Μας αφήνει γυμνούς για να κρυώνουμε,
Νηστικούς για να πεινούμε,
Καθώς στην έσχατη κρίση.

Πεινούμε την πείνα του, κρυώνουμε τη γύμνια του.

Έρχεται ο έρωτας και μας αλλάζει.

Σκιές μες στη σκιά,
Σιωπή μέσα στην άλλη σιωπή.

Τα χείλη μας μυρίζουν άνοιξη
Και χωματίλα, τα στήθη μας ώριμο μήλο.

Μέσ’ απ’ τους κήπους των νεκρών έρχεται ο έρωτας.
Τα μέλη μας τρέμουν και τα σπλάχνα.
Έχουν τον πυρετό μιας πυρκαγιάς,
Τρομαγμένα πετάγματα, ζώα που τρέχουν,
Και τον αναπαλμό μιας υψωμένης θάλασσας,
Υπόκωφα κύματα καμπυλωτά
Και το βαθύ νυχτοκολύμπι του ψαριού.

Λαμποκοπούνε τα μαλλιά επάνω στα προσκέφαλα,
Φέγγουν τα χέρια μες στο πάθος της αγάπης,
Δάχτυλα ψάχνοντας τυφλά μέσα στη σάρκα.

Από στήθος σε στήθος φτάνει στις ψυχές
Ο έρωτας, καθώς πάνω σε κλίμακα.

Οι ψυχές δε μπορούν να μιλήσουν.
Δεν έχουν γλώσσα, έχουν σιωπή,
Έκπληξη απόρρητη και θλίψη,
Ανάμνηση και τρόμο του κενού.

Ν’ αντιφεγγίσουν μόνο μπορούν,
Να κινήσουν τα δάχτυλα,
Ν’ ανοιγοκλείσουν τα μάτια και τα χείλη.

Να κοιταχτούν, η μια την άλλη, σαν σε καθρέφτη.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Φωτοσκιάσεις (I)

[Ενότητα Φωτοσκιάσεις]

I

Τα μάτια μου είναι από πηλό κι ανταύγεια.

Δεν το ’ξερα πως είναι τόσο ωραίο το φως.
Μέσα σε τόση λάμψη τόση απάτη.

Βουνά βουνών και δέντρα δέντρων,
Δέντρα βουνά, καθρεφτισμένα
Σαν μες σε μια αντανάκλαση.
Ετοιμόρροπα σπίτια, μυθικά φυτά.

Βλέπε το φως, ψυχή μου.

Είναι ωραίο, πολύ ωραίο,
Ένα ωραίο ψέμα αληθινό.

Το φως το αμφίβολο, το απόκρημνο.

Το ’χεις απάνω σου, το περπατείς,
Στα ρούχα σου, στη σάρκα, το σηκώνεις.
Το γεύεσαι, μάτια και χείλη, τ’ ανασαίνεις.

Αισθάνομαι να ’μαι από σκιά και φως, αντανακλώ.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τους είδε το σπίτι

Τους είδε το σπίτι

Ανέσυραν δύο πνιγμένους
μαθητές του γυμνασίου
της Ελληνογαλλικής εμπορικής σχολής
τους είδε το σπίτι που μου ’διναν
όμως την κοπέλα δεν την πήρα
δέρμα πλιθιά με άχυρο
ανάστημα σαν κομπόδεμα
κάλτσα παραγεμισμένη
συρτά λαϊκής τέχνης κουφώματα
ανάμεσα στα μαλλιά
μια σοφίτα
πάνω από το μέτωπο
χειρομαντείας όνειρο ξεκούραστο
εικόνα γαλλικού vocabulaire
δασκάλα και των δύο μια κουτσή
καθώς ανεβαίνανε
μέσ’ απ’ τα γυαλιά της
μύριζε λάχανο
περπατούσαν με τερλίκια
ένα δύο τρία ή τέσσερα χρόνια
και ο εφοπλιστής έστειλε
εκ των αποθεμάτων του στην Ελβετία
αγοράσαν βότσαλα και χτίσανε
ασημικά πάνω στο μπουφέ
υαλόφρακτα δωμάτια
καναπέδες από δέρμα του Καναδά
θαυμάζουν το ένα και το άλλο τα ορφανά
γλάστρες με μαβιές ποδιές
μέσα στο θερμοκήπιο τραμπαλιζόντουσαν
από τον καιρό που πολεμώντας
πάνω από τις στέγες των εκκλησιών
εκδιωχθήκαν οι Βούλγαροι
που είχαν φθάσει
Λαγκαδόθεν και Γαλλικόθεν
με τον Σκυλογιάννη και τον Μαναστρά
στα πρόθυρα και τους σκόρπισε
ασπροφορώντας ο Άγιος Δημήτριος
και δεν αναπαυθήκαν
στο οίκημα με τα δέντρα
κατάντικρυ στα επικίνδυνα
θαλασσινά πηγάδια
που τρομάζουνε τα ορφανά
ότι ο δράκος θέλει να τα φάει
και τα κύματα σκέπασαν
την απαρνημένη του λοχία.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τοπογραφία

Τοπογραφία

Ψηλότερ’ απ’ τα σπίτια που κρύβ’ η ομίχλη,
στο άνω της πλατείας με τους πολλούς ναούς,
(που σώζονται περίβλεπτοι ή κάηκαν,
και περισώθηκαν μόνο ως ονόματα)

στα μισά σχεδόν του λόφου όπ’ ανέβαιν’ η πόλη,
περίπου εις το ύψος του Κέντρου των εργατών,
σιμά εις τον μέγα του Πολιούχου Ναό,
αγνάντια στις κούνιες όπου διασκεδάζουν τα παιδιά,

στη θέση του παλαιού αθλητικού σταδίου,
(όπου την ισχύ του μονάρχη, που θαρρούσε ως άπαντο
τον υλικό πλούτο και έκτιζε ανάκτορα,
αντιμετώπισε ο Μάρτυς εγκαρδιωμένος,

απ’ τ’ άκουσμα διαμέσου των κιγκλίδων της φυλακής,
της φωνής του διδασκάλου του εν Χριστώ)
όπου πιθανόν ο Ναός και ο Τάφος του Νέστορος
πάνω στο κυλισμένο μάρμαρο, η αγάπη μου κάθεται.

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Νεαπόλεως της νυν Καβάλας
Προς Θεσσαλονικείς Α΄ Επιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ’ ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάνα του
έξ’ απ’ την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ’ άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι έν’ άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφοσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Μαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκιες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάνας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβήνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενιτειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατιά
φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: Πετάει; Πετάει;

Πετάει; Πετάει;

Στο μπράτσο της εύσωμης μάνας
έβοσκε το δάχτυλο του τυφλού παιδιού
πεντάμορφη περνούσε στην παραλία
γεμάτη πόθο υπάρξεως μορφή
πηγαίνει το παιδί να πλύνει τα μάτια του
μια πόλη στα σκούρα στίγματα στο μωσαϊκό πλακάκι
χαρτογράφηση επακριβής τετρακοσίων χιλιάδων
ο κάθετος δρόμος από τις πλαγιές των λόφων
μόνο κατ’ όνομα συνεχίζει προς τη θάλασσα
πέρ’ απ’ τα σπίτια στη διασταύρωση και το μανάβικο
άνεμος αγριεμένος το πρόσωπο του παππού
υπομονή τα γυαλιά της κόρης που ψένει καφέ
αχτένιστα παραθυρόφυλλα τζάμια με μπαλώματα
μ’ ένα βουνό στο μέτωπο νύχτα χτυπά τη θύρα
κάγκελα παντού για τις κατοικίες εμπόδια
η μεγάλη αυτοκράτειρα αρνιέται ν’ ανοίξει
ώρ’ ακατάλληλη ρολά κατεβασμένα πόρτες μ’ αμπάρα
δεν βρίσκεις πάπλωμα ν’ αγοράσεις ή ρούχο
φυλάν οι πυροσβέστες αίμα να μη χυθεί
τη μάνα της η υδρορρόη βαρυπενθεί
δεν βλέπει πού πάει δεξιά ζερβά και κινδυνεύει
σκύβει στη σούπα της νεροποντής με τα πτώματα
«δεν μπορώ να ’ρθω», έλεγε, «πονάν στα χαλίκια τα πόδια μου»
με τους παράδες του ο εχτρός μάς κόβει την όρεξη
το ψωμί το ζυμαράκι ένα όμορφο παιδάκι
έσφαξ’ ο χασάπης και γεμίσαν λαβωμένους
λαβωμένους πληγωμένους στην καρδιά πετυχημένους
γνώση των βασάνων της καρδιάς η καρδιολογία
ρομαντική οδός μ’ αγριοτριανταφυλλιές η αορτή
τα στεφανιαία πλάτωμα με πλούσια σπίτια
τον κυνηγούσ’ η φαντασία του κι έτρεχε κωμικά
του Καραγκιόζη πρόγραμμα να γελά ο ντουνιάς
χτυπά η καμπάνα του σκολιού «εμπρός»
«εδώ σας παρακαλώ εγκαταστάθηκαν οι νεόνυμφοι;»
πόσα ακόμα έχει να πει ο δικηγόρος
ο γιατρός ή ο εφευρέτης αστροφυσικός;
δεξιά κι αριστερά εμπόδια «που πάμε;»
ήταν τόσ’ όμορφη με την ελιά στο μάγουλο
«όχι δεν έχω παράπονα για το σύζυγό μου πως μ’ απατά»
το τυφλό παιδί ονειρεύεται κήπους
πέρα στην άλλη άκρη βγαίνει ένα ζαρκάδι από το σπίτι
το σπίτι κόκκινο όχι αίμα μήτε φωτιά
σύννεφο αγάπης γεφυρώνει δύση κι ανατολή
πίσ’ από τον Χορτιάτη προβάλλει το φεγγάρι ολόγιομο
λιβάδι καταπράσινο πέρ’ απ’ το εμπόδιο των σπιτιών
βόσκοντας ρωτάει το δάχτυλο ποιο πετά
πετάει πετάει το πουλί πετάει το φεγγάρι
πετάν τα σπίτια και τα μαγαζιά κι οι δρόμοι
η οικογένεια βρίσκεται στη συνέχεια
φέρνει το πουλί φέρνει το φεγγάρι τα μάτια στον τυφλό
τρώνε στο παραθαλάσσιο και παν με τη βάρκα περίπατο.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Παράλιες σκέψεις

Παράλιες σκέψεις

Οι σκέψεις μας είναι ζώντες ιχθείς
επάργυροι σελαγισμοί στα υγρά κέλευθα
τα μητρικά νερά της βύθιας εγκατακρημνίσεως μαζεύονται
τα ψάρια κατ’ οριζόντιον έννοια σιωπηλές εκφράσεις
στην προκυμαία οι νεαρές μητέρες συνηθίζουν
να βγαίνουν με τ’ αμαξάκια των μωρών
σε όλο το μήκος με τα φανάρια και τους πάγκους
εικόνα ηθογραφική με πωλητάς ξηρών καρπών
«μην απομακρύνεσαι πολύ» φωνάζουν οι γονείς
το παιδί με ποδηλατάκι κάνει βόλτες
νεαρά κορίτσια σαν λουλούδια και αγόρια ερωτεύονται
ύστερ’ απ’ απουσία πολλών ετών ο κύριος καθηγητής
δυσκολεύεται με τα καθημερινά να επανασυνδεθεί
δε μπορεί να δικαιολογήσει τη διακοπή των σκέψεων
σχεδόν φοβάται πως η επιστροφή του μπορεί να ’ναι θάνατος
«έπιασε ψύχρα, καιρός να γυρίσουμε σπίτια μας»
λεν θωρακισμένοι με παλτά οι νοικοκύρηδες
φοβούνται μη τυχόν κρυολογήσουν τα παιδιά
αλλά ένα ορφανό ξεγυμνώνεται και για δεκάρες
από το κεφαλόσκαλο της κλίμακος για τις βαρκάδες
κάνει βουτιά και ξαναβγαίνει ανάσκελα στη στρώση
τ’ άγουρο τσουτσουνάκι σαν βρύση αλήθειας κοιτάει τον ουρανό
«πατέρα επουράνιε, δώσε του δύναμη να κάνει βουτιά
ξανά και ξανά για τη δεκάρα του ψωμιού»
οπωσδήποτε θα γυρίσει ο καιρός για βροχή
σύννεφα πάν’ απ’ τα κόκκινα κτήρια του λιμανιού
στάχτες που κρύβουν την στέρεα μορφή της ύλης
γιατί απαιτεί υγρασία η ενσάρκωση των ψυχών
καθώς το βασιλόπουλο βιάστηκε ν’ ανοίξει το καρύδι
η πεντάμορφη που ξεπετάχτηκε γυρεύοντας νερό
επειδή βρισκόντουσαν από βρύση μακριά δεν επέζησε
όλα θα τα παρουσιάσει αλλιώς ο αντίμαχος άνεμος
κρύβοντας τον ήλιο με ασκιά νερού
φέρνοντάς τον ξανά να στεγνώσουν τα ιστιοφόρα
ο κόσμος θα πάρει μια βράση θερμαντική
«γεια σου γυναίκα, τι καλό φαγί μαγείρεψες σήμερα;»
στο σήμερα και τ’ αύριο επεισόδια
ο ήλιος που απλώνει τις ποδάρες του κουρελιάζοντας τα σύννεφα
τα κύματα της θάλασσας που πρασινίζει σαν φρέσκο φύλλο μυγδαλιάς
οι έγνοιες των νοικοκύρηδων και του ορφανού
βαθιά οι τύψεις του κυρίου καθηγητού συνεχίζονται
«τώρα καταλαβαίνω ότι στην ενάλιο πλεύση
δεν υφίσταται μόνο η οριζόντιος έννοια
αποσπώνται από τα ζωόφυτα του βυθού
άνθη καθέτως ανερχόμενα οι μέδουσες
και ο ιππόκαμπος βαδίζει αλογάριαστα
ξαφνικά έξω απ’ το νερό σαλτέρνει το ψάρι
πλουμίδια πλούσια όλα εξυφαίνονται του λόγου
για την φούστα της Παμμακαρίστου Μητέρας»
λαχτάρα του βαποριού που σαλπάρ’ η καμπάνα
ως άρα διά γυναικός ερρύη τα φαύλα, θυμάμαι,
αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα κρείττονα, επαναλαμβάνω
εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσών.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Νυν και αεί

Νυν και αεί

Ξέρω ότι δεν γίνομαι κατανοητός
αλλά όσοι αγαπούν τ’ αρχαία
επανέρχομαι ότ’ η θέση των ανακτόρων δεν είναι γνωστή
τα κάστρα προάσπιζαν και κατά των εσωτερικών εχθρών
όπως και κατά των εναντίων εθνών
η πύλη ανοίχτηκε μ’ εντολή της κραταιάς βασίλισσας
φρούραρχος ένας απ’ την ίδια γενιά του αγίου
τοποθέτησε την καρδιά του στην εκκλησία
κι έγινε το σωματικό όργανο κατοικία του Υψίστου
λοιπόν μαζί με τους φίλους του εκεί πάνω
πριν παντρευτεί τη γυναίκα του
πήγε για καντάδα με το φεγγάρι
της φυλακής τα παράθυρα άκουγαν την Εκάτη
οι στέγες των σπιτιών γινόντουσαν λίκνα
μεθυσμένα λευκά φτωχόσπιτα
πάνω στα βράχια με τις πικραγγουριές
ξενιτεύτηκαν τρελάθηκαν χάθηκαν
το σεμνό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου
ορφανών και παιδιών προστάτου
πιο κάτω απ’ την πλατεία με τον φούρνο
η καταγωγή του απίθανη
και φράγκικη και γερμανική και σλάβικη
πιθανόν και κομμάτι εβραίικη
μόνη τρυφερότητα το τσιγάρο στο στόμα
σα να το ’χε εξακριβώσει με σοβαρή έρευνα
έδειχνε ποιο ήταν τ’ αρχοντικό των γονιών του
ράφτρα η μάνα του φαρμακώθηκε
έτρεχε τον ανήφορο ακολουθώντας τη νεκροφόρο
τα χέρια που πάν’ απ’ την κολυμπήθρα αξιώθηκαν
τον βασιλέα να κρατήσουν στη σπηλιά
δωρεάν λαμβάνοντας δωρεάν δίνοντας
κι ο νικητής όταν δεν είχε δύναμη πια
κατάντησε στρατώνας ο ναός
της είπαν πως δεν θα τον έπαιρνε άντρα
και τα εργατόσπιτα πνιγήκαν στα δάκρυα
«μετρήστε τα δέντρα» έλεγ’ η γιαγιά
με τα βράχινα σάπια κάγκελα
όπου στη μέση έπλεκ’ η πάπια
δίπλα στο βασιλιά καβάλα στους πολέμους
κρατώντας στον κόρφο του κόρφου εικόνα
κατάστικτος με άρμενα λευκά γιαλός
κατά την αρχαία μάνα των ποταμών
σπίτια πράσινα
έπιπλα κόκκινα
σπόροι στον φυτικό πλακούντα
λαϊκοί και μαυροφορεμένοι καλόγεροι
στα τόσα βάσανα των θνητών
μουσική για το κορίτσι στο παράθυρο
από τις κλίμακες των οπλιτών στις επάλξεις
πριν και μετά την σφαγή των δεκατεσσάρων χιλιάδων
ώστε να ταπεινωθούν οι ισχυροί κοσμικοί
φθεγγόμενοι με λίθους αρχαίους
νυν και αεί.

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Διασταύρωση

Διασταύρωση

Ηρωική κατοικία γεροντοκόρης
ένα καμίνι κρυμμένο δεξιά
λειτουργούσε για πετεινάρια
πριν οι νοικοκυραίοι απογίνουν στάχτη
ενώ τον σούβλιζαν έβαφε τα μαλλιά της
με τις παντούφλες στα πλακάκια τα κόκκινα
μάθαινε για τη θεραπεία των αρρώστων
εξασφαλίζοντας την ευτυχία της εκ των προτέρων
καθόταν στον μοναδικό του σπιτιού καναπέ
σε λίγο δεν υπήρχαν ούτε παράθυρα
κηδεύσανε το άρρωστο παιδί
γέμισε η αυλή θεάματα
οι φαγάνες δουλέψαν για την εκσκαφή
εθεμελιώθη κατοικία αποδημητικών
με χρυσό επλαισιώθη ο λαχανόκηπος
ηλεκτροφωτίστηκε το γεφύρι
δεν έχουν τόπο πια να κρύβονται τα ζευγάρια
πλήθυναν στον αργαλειό οι κόμποι του τάπητος
η κόρη της είν’ ετοιμόγεννη
το δεύτερο παιδί αγόρι
«ουσιαστικά έχω πεθάνει», έλεγε,
«δεν ένιωσα ζωή παρά μαζί του»,
η δημοτική αρχή άφησε ανεπισκεύαστο
το ξύλινο κάγκελο της γέφυρας
τα παραπέτα με μπετόν
μπροστά στο σπίτι του ξένου
η ασφαλτοστρωμένη οδός διαγράφει καμπύλη
περνά η χήρα μάνα με το γιο της
σαστισμένη στο δαίδαλο μέσα των σοκακιών
διερωτάται μήπως ο άντρας της υπάρχει ακόμα
κάτω από το γεφύρι
ανάμεσα στις πέτρες του ξηροπόταμου
είναι ανήσυχη όταν βρέχει
μήπως πλημμυρίσουν αυλές και υπόγεια
της αγαθής γεροντικής σωφροσύνης.

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ακρόπολις

Ακρόπολις

Γυψίνη ακρόπολις
πλησίον των τυφλών δασκαλοπαίδων
απομίμησις παρά τον αιγιαλό
απ’ όπου ερχόνταν ο άνεμος
απογυμνωτικός των ρόλων ενός εκάστου
εκείνη που ήταν μεν γυναίκα αλλά και άντρας
έχει αποθάνει
ο Υψίζων με βόλβο φορτηγό
των δώδεκα τόνων
σώριασε απάνω της καυσόξυλα,
πίσω της η θάλασσα στεριά
εδώ κτίζουν εκεί γκρεμίζουν
οι ψαράδες θεώνται από μακρυά
χάνει ο Μπέης το κρεμμυδένιο κεφάλι του
ξερριζωθήκαν από τον κήπο οι ντοματιές
πήραν τα μάτια το νεκροταφείο
τις κοπέλες που κολυμπούσανε
τις μετέφερε στο γαλακτοπωλείο το ποτάμι
επρόκειτο εκεί να ενοικιάσουμε
ούτε ως δημοσία αρχή
ούτε ως ΞΑ
ούτε ως πλούσιο με ΙΧ στο γκαράζ
από τότε που τα οχήματα τα ’σερναν άλογα
παρά τον πλουτισμό της κουζίνας
με ηλεκτρικές συσκευές, ψυγείο, πλυντήριο,
ίδιος ο νοικοκύρης στο πρόσωπο του γιου
ώστε να μη φαντάζεται απολύτως τίποτα
για τον ωρολογά,
το φαρμακείο
ή το καθαριστήριο
για όσους πηδούσαν τα κάγκελα
ώστε να μιλήσουν την πεντάμορφη
για τον γέρο που καλόβλεπε τα παλικάρια
από το κρεατάδικο
από τη φωλιά των κορακιών
όπου η μικρή Αλίκη ερωτευμένη
πήγε να τηλεφωνήσει
στο σπίτι που γκρέμισε
στον οδοντογιατρό πο’ ’χασε τους συγγενείς του
και κρατούσε ανωφέλευτα
στη χούφτα του το εκμαγείο της μασέλας
γυψίνη απομίμησις
αμενηνά κάρηνα
φαλακρή ακρόπολις.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης