Σαράντος Παυλέας, Παρηγοριά

Παρηγοριά

Έχω ακόμα το παράπονο του πεύκου με τα χοντρά κλωνάρια,
το αλύχτημα της αλεπούς στο σκοτεινό το δάσος
που λες μοιάζει φώκιας φωνή σ’ ακρωτήρι αφροπεριχυμένο,
έχω τ’ αλλάγματα του ποταμιού απ’ την πηγή ως την εκβολή του,
τις πρασινοσπηλιές με τις νεροκοπέλες να υφαίνουν εκεί το εξαίσιο τους στημόνι,
και στου χειμάρρου το γκρέμισμα να λούζονται, τη νύχτα να χορεύουν,
έχω της ελπίδας το φως και του χελιδονιού το μουσικό πριόνι του αιθέρα,
το μικρό έχω που παίζει στα τζάμια μου εφέτος πρωτοβρόχι
κλαίγοντας σε φυλλοσυρμή ή σε φωλιά κενήν αφημένη.
Έχω για να σώζομαι τα παιδικά σας μάτια.

Από τη συλλογή Θαλασσινή φήμη (1958) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Advertisements

Σαράντος Παυλέας, Επιθυμία

Επιθυμία

Να ’χα κάπου να προσορμίζουμαι όταν η θύελλα ανάβει το θυμό της,
όπως στο δάσος το πουλί πετάει και προστατεύεται ώσπου η μπόρα να περάσει,
σαν τις πεταλούδες με τα πολυχρωμάτιστα στίγματα στα φτερά τους
που βρίσκουν κάποιαν απανεμιά και σώζονται και μνήσκουν,
να ’χα κι ένα αργυρό ραβδί και να ’γγιζα τη λύπη
να μεταλλάζω το κλάμα σε χαρά
σε σπίτι ψηλόχτιστο
με την ανησυχία της γιορτής του στα κελάρια,
μ’ ένα πλατύ στη σάλα τραπέζι φωτοστόλιστο
για τους προσκαλεσμένους χαροκόπους,
να ’ρχονται τα φαρμάκια μας και κρασί να τα κερνάμε,
να ’ρχονται και τα πάθια μας και να γελούν και κείνα!

Από τη συλλογή Θαλασσινή φήμη (1958) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Ακινησία

Ακινησία

Σήμερα η θάλασσα είναι ήσυχη σα να ’ναι ζωγραφισμένη,
ατάραγη σαν ένα κομμάτι μάρμαρο, γαλάζια μακριά απλωμένη
κι είναι τα πλοία ακίνητα στο φως παραδομένα
μόλις να μισοφαίνονται σαν ονείρατα στο βάθος,
είναι οι θαλασσαετοί στεκάμενοι στους αχνούς βράχους
όπου το κύμα αφρομαρμάριζε, ροχθούσε∙
περπατάει τα πετράδια του το κύμα το μικρό
στην επιφάνειά του απάνω,
το χταπόδι βγαίνει από τη θαλάμη του και τη λεία του ερευνάει,
μένει ο ψαράς ακούνητος στο δίχτυ του σκυμμένος
και καρτεράει στα ρηχά ο κέφαλος να περάσει.
Κι είναι στα παράθυρα του γιαλού ανοιχτά μάτια
να προσμένουν τους ξενιτεμένους.

Από τη συλλογή Θαλασσινή φήμη (1958) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τους είδε το σπίτι

Τους είδε το σπίτι

Ανέσυραν δύο πνιγμένους
μαθητές του γυμνασίου
της Ελληνογαλλικής εμπορικής σχολής
τους είδε το σπίτι που μου ’διναν
όμως την κοπέλα δεν την πήρα
δέρμα πλιθιά με άχυρο
ανάστημα σαν κομπόδεμα
κάλτσα παραγεμισμένη
συρτά λαϊκής τέχνης κουφώματα
ανάμεσα στα μαλλιά
μια σοφίτα
πάνω από το μέτωπο
χειρομαντείας όνειρο ξεκούραστο
εικόνα γαλλικού vocabulaire
δασκάλα και των δύο μια κουτσή
καθώς ανεβαίνανε
μέσ’ απ’ τα γυαλιά της
μύριζε λάχανο
περπατούσαν με τερλίκια
ένα δύο τρία ή τέσσερα χρόνια
και ο εφοπλιστής έστειλε
εκ των αποθεμάτων του στην Ελβετία
αγοράσαν βότσαλα και χτίσανε
ασημικά πάνω στο μπουφέ
υαλόφρακτα δωμάτια
καναπέδες από δέρμα του Καναδά
θαυμάζουν το ένα και το άλλο τα ορφανά
γλάστρες με μαβιές ποδιές
μέσα στο θερμοκήπιο τραμπαλιζόντουσαν
από τον καιρό που πολεμώντας
πάνω από τις στέγες των εκκλησιών
εκδιωχθήκαν οι Βούλγαροι
που είχαν φθάσει
Λαγκαδόθεν και Γαλλικόθεν
με τον Σκυλογιάννη και τον Μαναστρά
στα πρόθυρα και τους σκόρπισε
ασπροφορώντας ο Άγιος Δημήτριος
και δεν αναπαυθήκαν
στο οίκημα με τα δέντρα
κατάντικρυ στα επικίνδυνα
θαλασσινά πηγάδια
που τρομάζουνε τα ορφανά
ότι ο δράκος θέλει να τα φάει
και τα κύματα σκέπασαν
την απαρνημένη του λοχία.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Νεαπόλεως της νυν Καβάλας
Προς Θεσσαλονικείς Α’ Επιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ’ ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάνα του
έξ’ απ’ την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ’ άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι έν’ άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφοσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Μαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκιες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάνας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβήνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενιτειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατιά
φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: Πετάει; Πετάει;

Πετάει; Πετάει;

Στο μπράτσο της εύσωμης μάνας
έβοσκε το δάχτυλο του τυφλού παιδιού
πεντάμορφη περνούσε στην παραλία
γεμάτη πόθο υπάρξεως μορφή
πηγαίνει το παιδί να πλύνει τα μάτια του
μια πόλη στα σκούρα στίγματα στο μωσαϊκό πλακάκι
χαρτογράφηση επακριβής τετρακοσίων χιλιάδων
ο κάθετος δρόμος από τις πλαγιές των λόφων
μόνο κατ’ όνομα συνεχίζει προς τη θάλασσα
πέρ’ απ’ τα σπίτια στη διασταύρωση και το μανάβικο
άνεμος αγριεμένος το πρόσωπο του παππού
υπομονή τα γυαλιά της κόρης που ψένει καφέ
αχτένιστα παραθυρόφυλλα τζάμια με μπαλώματα
μ’ ένα βουνό στο μέτωπο νύχτα χτυπά τη θύρα
κάγκελα παντού για τις κατοικίες εμπόδια
η μεγάλη αυτοκράτειρα αρνιέται ν’ ανοίξει
ώρ’ ακατάλληλη ρολά κατεβασμένα πόρτες μ’ αμπάρα
δεν βρίσκεις πάπλωμα ν’ αγοράσεις ή ρούχο
φυλάν οι πυροσβέστες αίμα να μη χυθεί
τη μάνα της η υδρορρόη βαρυπενθεί
δεν βλέπει πού πάει δεξιά ζερβά και κινδυνεύει
σκύβει στη σούπα της νεροποντής με τα πτώματα
«δεν μπορώ να ’ρθω», έλεγε, «πονάν στα χαλίκια τα πόδια μου»
με τους παράδες του ο εχτρός μάς κόβει την όρεξη
το ψωμί το ζυμαράκι ένα όμορφο παιδάκι
έσφαξ’ ο χασάπης και γεμίσαν λαβωμένους
λαβωμένους πληγωμένους στην καρδιά πετυχημένους
γνώση των βασάνων της καρδιάς η καρδιολογία
ρομαντική οδός μ’ αγριοτριανταφυλλιές η αορτή
τα στεφανιαία πλάτωμα με πλούσια σπίτια
τον κυνηγούσ’ η φαντασία του κι έτρεχε κωμικά
του Καραγκιόζη πρόγραμμα να γελά ο ντουνιάς
χτυπά η καμπάνα του σκολιού «εμπρός»
«εδώ σας παρακαλώ εγκαταστάθηκαν οι νεόνυμφοι;»
πόσα ακόμα έχει να πει ο δικηγόρος
ο γιατρός ή ο εφευρέτης αστροφυσικός;
δεξιά κι αριστερά εμπόδια «που πάμε;»
ήταν τόσ’ όμορφη με την ελιά στο μάγουλο
«όχι δεν έχω παράπονα για το σύζυγό μου πως μ’ απατά»
το τυφλό παιδί ονειρεύεται κήπους
πέρα στην άλλη άκρη βγαίνει ένα ζαρκάδι από το σπίτι
το σπίτι κόκκινο όχι αίμα μήτε φωτιά
σύννεφο αγάπης γεφυρώνει δύση κι ανατολή
πίσ’ από τον Χορτιάτη προβάλλει το φεγγάρι ολόγιομο
λιβάδι καταπράσινο πέρ’ απ’ το εμπόδιο των σπιτιών
βόσκοντας ρωτάει το δάχτυλο ποιο πετά
πετάει πετάει το πουλί πετάει το φεγγάρι
πετάν τα σπίτια και τα μαγαζιά κι οι δρόμοι
η οικογένεια βρίσκεται στη συνέχεια
φέρνει το πουλί φέρνει το φεγγάρι τα μάτια στον τυφλό
τρώνε στο παραθαλάσσιο και παν με τη βάρκα περίπατο.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Παράλιες σκέψεις

Παράλιες σκέψεις

Οι σκέψεις μας είναι ζώντες ιχθείς
επάργυροι σελαγισμοί στα υγρά κέλευθα
τα μητρικά νερά της βύθιας εγκατακρημνίσεως μαζεύονται
τα ψάρια κατ’ οριζόντιον έννοια σιωπηλές εκφράσεις
στην προκυμαία οι νεαρές μητέρες συνηθίζουν
να βγαίνουν με τ’ αμαξάκια των μωρών
σε όλο το μήκος με τα φανάρια και τους πάγκους
εικόνα ηθογραφική με πωλητάς ξηρών καρπών
«μην απομακρύνεσαι πολύ» φωνάζουν οι γονείς
το παιδί με ποδηλατάκι κάνει βόλτες
νεαρά κορίτσια σαν λουλούδια και αγόρια ερωτεύονται
ύστερ’ απ’ απουσία πολλών ετών ο κύριος καθηγητής
δυσκολεύεται με τα καθημερινά να επανασυνδεθεί
δε μπορεί να δικαιολογήσει τη διακοπή των σκέψεων
σχεδόν φοβάται πως η επιστροφή του μπορεί να ’ναι θάνατος
«έπιασε ψύχρα, καιρός να γυρίσουμε σπίτια μας»
λεν θωρακισμένοι με παλτά οι νοικοκύρηδες
φοβούνται μη τυχόν κρυολογήσουν τα παιδιά
αλλά ένα ορφανό ξεγυμνώνεται και για δεκάρες
από το κεφαλόσκαλο της κλίμακος για τις βαρκάδες
κάνει βουτιά και ξαναβγαίνει ανάσκελα στη στρώση
τ’ άγουρο τσουτσουνάκι σαν βρύση αλήθειας κοιτάει τον ουρανό
«πατέρα επουράνιε, δώσε του δύναμη να κάνει βουτιά
ξανά και ξανά για τη δεκάρα του ψωμιού»
οπωσδήποτε θα γυρίσει ο καιρός για βροχή
σύννεφα πάν’ απ’ τα κόκκινα κτήρια του λιμανιού
στάχτες που κρύβουν την στέρεα μορφή της ύλης
γιατί απαιτεί υγρασία η ενσάρκωση των ψυχών
καθώς το βασιλόπουλο βιάστηκε ν’ ανοίξει το καρύδι
η πεντάμορφη που ξεπετάχτηκε γυρεύοντας νερό
επειδή βρισκόντουσαν από βρύση μακριά δεν επέζησε
όλα θα τα παρουσιάσει αλλιώς ο αντίμαχος άνεμος
κρύβοντας τον ήλιο με ασκιά νερού
φέρνοντάς τον ξανά να στεγνώσουν τα ιστιοφόρα
ο κόσμος θα πάρει μια βράση θερμαντική
«γεια σου γυναίκα, τι καλό φαγί μαγείρεψες σήμερα;»
στο σήμερα και τ’ αύριο επεισόδια
ο ήλιος που απλώνει τις ποδάρες του κουρελιάζοντας τα σύννεφα
τα κύματα της θάλασσας που πρασινίζει σαν φρέσκο φύλλο μυγδαλιάς
οι έγνοιες των νοικοκύρηδων και του ορφανού
βαθιά οι τύψεις του κυρίου καθηγητού συνεχίζονται
«τώρα καταλαβαίνω ότι στην ενάλιο πλεύση
δεν υφίσταται μόνο η οριζόντιος έννοια
αποσπώνται από τα ζωόφυτα του βυθού
άνθη καθέτως ανερχόμενα οι μέδουσες
και ο ιππόκαμπος βαδίζει αλογάριαστα
ξαφνικά έξω απ’ το νερό σαλτέρνει το ψάρι
πλουμίδια πλούσια όλα εξυφαίνονται του λόγου
για την φούστα της Παμμακαρίστου Μητέρας»
λαχτάρα του βαποριού που σαλπάρ’ η καμπάνα
ως άρα διά γυναικός ερρύη τα φαύλα, θυμάμαι,
αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα κρείττονα, επαναλαμβάνω
εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσών.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ακρόπολις

Ακρόπολις

Γυψίνη ακρόπολις
πλησίον των τυφλών δασκαλοπαίδων
απομίμησις παρά τον αιγιαλό
απ’ όπου ερχόνταν ο άνεμος
απογυμνωτικός των ρόλων ενός εκάστου
εκείνη που ήταν μεν γυναίκα αλλά και άντρας
έχει αποθάνει
ο Υψίζων με βόλβο φορτηγό
των δώδεκα τόνων
σώριασε απάνω της καυσόξυλα,
πίσω της η θάλασσα στεριά
εδώ κτίζουν εκεί γκρεμίζουν
οι ψαράδες θεώνται από μακρυά
χάνει ο Μπέης το κρεμμυδένιο κεφάλι του
ξερριζωθήκαν από τον κήπο οι ντοματιές
πήραν τα μάτια το νεκροταφείο
τις κοπέλες που κολυμπούσανε
τις μετέφερε στο γαλακτοπωλείο το ποτάμι
επρόκειτο εκεί να ενοικιάσουμε
ούτε ως δημοσία αρχή
ούτε ως ΞΑ
ούτε ως πλούσιο με ΙΧ στο γκαράζ
από τότε που τα οχήματα τα ’σερναν άλογα
παρά τον πλουτισμό της κουζίνας
με ηλεκτρικές συσκευές, ψυγείο, πλυντήριο,
ίδιος ο νοικοκύρης στο πρόσωπο του γιου
ώστε να μη φαντάζεται απολύτως τίποτα
για τον ωρολογά,
το φαρμακείο
ή το καθαριστήριο
για όσους πηδούσαν τα κάγκελα
ώστε να μιλήσουν την πεντάμορφη
για τον γέρο που καλόβλεπε τα παλικάρια
από το κρεατάδικο
από τη φωλιά των κορακιών
όπου η μικρή Αλίκη ερωτευμένη
πήγε να τηλεφωνήσει
στο σπίτι που γκρέμισε
στον οδοντογιατρό πο’ ’χασε τους συγγενείς του
και κρατούσε ανωφέλευτα
στη χούφτα του το εκμαγείο της μασέλας
γυψίνη απομίμησις
αμενηνά κάρηνα
φαλακρή ακρόπολις.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Χρυσάνθη Ζιτσαία, Μικρό αφιέρωμα σε μεγάλη ψυχή

Μικρό αφιέρωμα σε μεγάλη ψυχή

Τ’ όνειρό σου ψήλωσε πολύ.
Δε μπορούσες άλλο να το φτάσεις.
Έγινε μια αχτίδα φωτεινή
κι έμεινε σαν όραμα της πλάσης.

Άστραψεν η σκέψη μου μ’ ορμή
Ξάφνιασμα στην έκπληκτη ματιά μας.
Σ’ έκαψε σαν φλόγα μυστική
κι έμεινε σαν άστρο στη ματιά μας.

Θέριεψε η αγάπη σου βαθιά.
–Τι μπορούσε πια να τη δαμάσει;–
Σ’ έπνιξε σαν θάλασσα πλατιά
κι άπλωσε τον κόσμο ν’ αγκαλιάσει.

Έμεινε σαν μύρο μαγικό
απ’ της ομορφιάς την άγια βρύση
κείνο το μεγάλο ιδανικό
που η ψυχή δεν χώραε να το κλείσει.

Αχ! και κείνη η πίστη σου η τρελή
που ’γινε για σε τόσο μοιραία,
τώρα ταξιδεύει στη ζωή
πάνω σ’ έναν άνεμο σημαία

Ήτανε μια φλόγα θεϊκή.
Δεν μπορούσες πια να την κρατήσεις.
Τώρα ταξιδεύει στη ζωή.
… Τι ποθούσες άλλο να κερδίσεις;

Το συγκεκριμένο ποίημα της Χρυσάνθης της Ζιτσαίας δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης (τεύχος 37-38, Γενάρης-Φλεβάρης 1958).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρυσάνθη Ζιτσαία

Γιάννης Νεγρεπόντης, Ένας διορισμός

Ένας διορισμός

Το μέσον –για να περάσει ο Τάκης τους απ’ τους γιατρούς–
ήταν ένας κύριος με κόκκινο πρόσωπο, γκρίζα μαλλιά
περιποιημένα νύχια∙ ένας πολύ σοβαρός κι ευγενικός κύριος.
Εκείνη μόνο δεκαοχτώ χρονώ κι αγαπούσε πολύ τον αδελφό της.

Κανείς δεν έκανε πως κατάλαβε τίποτα.
Την Κυριακή έκαναν κι ένα γλεντάκι
για το διορισμό κι έφτιαξαν και χαλβά.

Από τη συλλογή Πρόσωπα και χώρος (1958) του Γιάννη Νεγρεπόντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάρκος Μέσκος, Απολογία εραστή

Απολογία εραστή

Για να μη σε χάσω καλή μου
για να μη χάσω αυτόν τον ήλιο
τα βουνά και τα ποτάμια,
για να μη χάσω αυτά τα μάτια τα τυφλά της μπόρας
αυτά τα μάτια του παιδιού που φωσφορίζουνε το μέλλον
—για να μη χάσω τη ζωή και το τραγούδι μου
προτίμησα τον θάνατο…

Από τη συλλογή Πριν από τον θάνατο (1958) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Ποιητής

Ποιητής

Τελείωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
να τραγουδήσει νεκρούς…
Του ’δειχνα τ’ άσπρα μου μαλλιά μ’ αυτός δε φοβόταν
τον θάνατο,
του ’λεγα να ’ρθει μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ’ τη θλιμμένη βροχή
μ’ αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.

Από τη συλλογή Πριν από τον θάνατο (1958) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Αξιωματικός

Αξιωματικός

Στο σκολειό, πολλές φορές η δασκάλα μάς ρωτούσε:
– Και τι θα γίνετε σα μεγαλώσετε, τι θα γίνετε
όταν σκορπίσετε από δω,
σαν γίνετε άντρες;

Κατέβαζα το κεφάλι κι έλεγα μέσα μου:
– Αξιωματικός πάνω στο άλογο, αξιωματικός!…

Μα τώρα που γνωρίζω τι σημαίνουν τα παράσημα,
τ’ αστέρια πάνω στις επωμίδες, τώρα που γνωρίζω
τι σημαίνουν οι γυαλισμένες μπότες, τι σημαίνουν
τα σπιρούνια και οι ματωμένες σάλπιγγες,
προτιμώ να ’μαι βοσκός με τα γελάδια
όλη μέρα, βρέχει, χιονίζει, στο δάσος…

Από τη συλλογή Πριν από τον θάνατο (1958) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος