Κλείτος Κύρου, Συλλογίστηκες

Συλλογίστηκες

Συλλογίστηκες
Μιαν αγάπη που άνθισε στην ερημιά
Τρίτη φορά χαράζοντας το ίδιο γνωστό σου όνομα
Πάνω στο φως που πλημμυρίζει όλο διαθλάσεις
Ξέροντας με ακρίβεια
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θα σβήσει
Σωστή κλεψύδρα

Κι ακόμα συλλογίστηκες
Μια ζωή μια οποιαδήποτε ζωή
Που σύρθηκε από το όχι στο ναι
Ανεβοκατέβηκε τις ατέλειωτες βαθμίδες του λογισμού
Έπαιξε στο κύμα στο σύννεφο στον κόρφο της γυναίκας
Γέλασε και σπάραξε κι έδωσε χωρίς απολαβή
Ξεστόμισε λόγια ακατάληπτα
Μη ξέροντας
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θ’ αδειάσει η κλεψύδρα

Από τη συλλογή Σε πρώτο πρόσωπο (1957) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Advertisements

Κλείτος Κύρου, Σ’ είδα να γελάς

Σ’ είδα να γελάς

Σε είδα να γελάς την αυγή σ’ ερημικά καταφύγια
Κομματιάζοντας έναν ύπνο δίχως όνειρα έναν ύπνο χωρίς δάκρυα
Το ’ξερα πως στον πρώτο σταθμό θα βουρκώναν τα μάτια μου
Στον επόμενο θα ’βγαζες από το μυστικό συρτάρι εκείνες τις φωτογραφίες δαγκώνοντας το χείλι
Μου ’λεγες πως το κάθε αστέρι δείχνει τη σωστή του κατεύθυνση
Τι σημασία κι αν ο δρόμος μας δεν ήταν ο αληθινός

*

Άλλοι χρόνια και χρόνια υποτάσσονται σε μια αναμονή χωρίς περιεχόμενο
Δεν έχουν να πουν τίποτα μεταξύ τους πιστεύουν σε κάποια άλλη μορφή της παρουσίας τους
Όταν φορούσα μια ξένη στολή έλιωνα τα κόκκινα μολύβια μου γράφοντας τ’ όνομά σου
Συλλάβιζα το σπίτι των παιδικών μου χρόνων που ζούσε ακόμη στο μνημονικό μου
Κι όσοι κατανοούσανε άρχιζαν λυπητερά τραγούδια της πατρίδας τους
Έδειχναν παλιές πληγές από βλήματα όλμου από μιαν άστοχη λέξη από μια προδοσία
Κι ύστερα όλοι σωπαίναμε γεμάτοι ένταση προσμένοντας τον αγγελιαφόρο που δεν θα έφτανε

*

Γι’ αυτό λοιπόν μη νοιάζεσαι για τη βροντή που σέρνεται κατά το πέλαγο
Μα συνερίσου εμάς που τυραννά η λειψονεριά
Μια μέρα θα βρεθεί δικαίωση σ’ αυτήν την ιστορία

Από τη συλλογή Σε πρώτο πρόσωπο (1957) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Όταν στους δρόμους

Όταν στους δρόμους

Όταν στους δρόμους βροντούσαν τα τύμπανα
Οι επιστροφές σκοτώναν τις ελπίδες

Κρατώ το χέρι σου μες στο σκοτάδι
Και προχωρώ
Εσύ και δυο άστρα που επιζήσαν
Οι μόνοι μου συνοδοί
Τα σχέδια που δεν πρόφτασα να χαράξω
Κι οι φαντασίες του σύννεφου στο ηλιοβασίλεμα
Σημαδεύουν την αρνητική πορεία
Δεν μένει παρά να πλαγιάσουμε στον κάμπο
Και ν’ αγαπήσουμε το πρώτο μαρτολούλουδο που δεν έκοψες
Αυτοί που μας αγάπησαν πεθάναν πριν μας μισήσουν
Αυτούς που θ’ αγαπούσαμε τους υπόταξε η λογική

Παιδιά σαν ήμασταν δεν παίξαμε ποτέ
Έφηβοι δεν κλάψαμε
Σαν γίναμε άντρες λησμονήσαμε το γέλιο
Πώς θέλετε να πάψουμε να νοσταλγούμε

Καθισμένη στα βράχια δαγκώνεις πικρόριζες
Κι ένας αγέρας επιβίωσης φυσάει απ’ τις σχισμές των ματιών σου
Έχω το φέρσιμο των σκοτωμένων Άγγλων ποιητών που τους διάβασα στα βιβλία
Συλλογίζομαι αυτούς που έφυγαν από κοντά μας σιωπηλά και με διάκριση τόση
Άλλοι χάθηκαν σε πλοία ναυαγισμένα άλλοι αφανίστηκαν από σιβυλλικές ασθένειες άλλοι δολοφονήθηκαν
Ζούμε στη βασιλεία της διασποράς
Η κάθε μέρα και μια εφήμερη προέκταση
Κάθε βράδυ οι εραστές ζητούν απόμερες γωνιές
Κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει κάποτε το αδύνατο ενός γυρισμού
Κι όμως δεν αντιστέκεται αποκτά συνήθειες
Διασταυρώνει το σπέρμα του με καινούργιες γυναίκες
Υποβάλλει τη μνήμη του σε συνεχή αφαίρεση
Και τέλος φεύγει από κοντά μας

Όταν στους δρόμους ξαναβροντήσουν τα τύμπανα
Θα ξεριζώσω τη φωνή μου
Και θ’ αγαπήσω δυο φορές το σχήμα της σιωπής σου

Από τη συλλογή Σε πρώτο πρόσωπο (1957) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Βόμβος μεσονυχτιού

Λόλα Βώττη, Ρεζεντά (τραγούδι: Ορέστης Μακρής στην επιθεώρηση «Παναθήναια 1931»)

Βόμβος μεσονυχτιού

Βόμβος μεσονυχτιού στο σιδηροδρομικό σταθμό
Φώτα των αμαξοστοιχιών που εναλλάσσονται με τη λεπτή βροχή
Το κορίτσι από την Πάτρα που μιλούσε στον πληθυντικό
Μες στο μπορντέλο το κατάφορτο από αξιωματικούς
Δίκες καταχραστών κλειστά δωμάτια επαρχιακών ξενοδοχείων
Μια παλινδρόμηση ερωτική σε πρότυπα εφηβικά
Μεγάφωνα χαρτιά στο καφενείο άνθρωποι νυσταγμένοι
Κι η λησμονημένη Ρεζεντά να στροβιλίζει σ’ ένα φωνογράφο
Μοιάζαν με μια συνωμοσία που στρέφονταν ενάντιά σου
Φύλλα ενός χιλιοδιαβασμένου βιβλίου που ξαναγυρίζουν
Μέρες μιας άλλης ζωής χωρίς δικαίωση
Πικρία

Από τη συλλογή Σε πρώτο πρόσωπο (1957) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Ζωή Καρέλλη, Καρκίνος (απόσπασμα)

Καρκίνος (απόσπασμα)

[…]

Σε κάθε σκαλοπάτι αχνάρια
από αίμα και λάσπη.
Μην τα πατήσεις νομίζοντας
πως εσύ θα τα σβήσεις.
Κοίταξέ τα καλά,
αίμα και λάσπη.

Όλα τα σκαλοπάτια είναι ίδια.
Κάποτε νομίζεις πως θα σε φέρουν
ψηλά, όπου δεν υπάρχουν πια
αυτά τα σημάδια.
Γελιέσαι. Κοίταξέ τα καλά,
αίμα και λάσπη.

Αυτά είναι τ’ ανθρώπινα αχνάρια
τ’ αληθινά. Ούτε βρίσκονται ποτέ
άλλα. Μη γελιέσαι.
Κοίταξέ τα καλά.
Να θυμάσαι, το σώμα είναι πάντα
αίμα και λάσπη.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Η άνθρωπος

John Lennon, Woman (album: Double fantasy (1980))

Η άνθρωπος

Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.

Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα, εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καημός;
Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα ιδώ το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.

«Ότι δια σου αρμόζεται
γυνί τω ανδρί.»

Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
Τι θα γίνει που τόσο καλά,
τόσο πολλά ξέρω και γνωρίζω καλύτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ, έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτε, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δεν θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δι’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,

εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Το τραγούδι της παλλακής

Το τραγούδι της παλλακής

Απόψε ο αφέντης θα πάει με την κυρά.
Εκείνη τον περιμένει. Στολίστηκε τη χαρά,
φόρεσε την αγάπη της.
Την έβαλε στα μάτια, στο πρόσωπό της,
την έχει στη λαλιά, στα χείλη
που θα του μιλήσουν, θα τον φιλήσουν
στα μάτια, στα σγουρά μαλλιά,
τρυφερά κι ύστερα πιο σκληρά∙
μα ίσως η κυρά να μη γνωρίζει
να φιλεί σκληρά. Δεν έχει μάθει,
έχει η αγάπη της τρανή σειρά.

Ο αφέντης είναι περήφανο,
γυμνό βουνό που το πυρώνει ο ήλιος.
Δέντρο μοναχικό,
τα χέρια του είναι κλαδιά που περιπλέκουν,
τα δάχτυλά του φύλλα δροσερά.
Τα πόδια του είναι κολόνες στο γεφύρι,
όπου περνούνε οι γυναίκες εκεί
που δεν θα τον ξεχάσουν πια.
Το μελαχρινό του στήθος είναι
μια μπρούτζινη πόρτα, απ’ όπου μπαίνεις
σε κάμαρη μυστική και χάνεσαι.

Κρατάει ψηλά την κεφαλή του
και σκύβεις δίχως να το σκεφτείς.
Τα μάτια του είναι σαν του άγριου πουλιού
που δε λογαριάζει.
Δεν λογαριάζει
ο αφέντης τίποτα όταν σε κοιτάζει.
Σε λυγίζει και φεύγει.
Απόψε γυρίζει στης κυράς.

Κλείνω τα μάτια για μην ιδώ
κι αυτόν βλέπω μπροστά μου.
Τα χέρια μου σφιχτά κλειδώνω,
τα πόδια μου βάζω να περπατούν,
θέλω να σκίσω τη λαλιά μου.

Τι ήθελε κι ακούμπησε το χέρι
στην καρδιά μου.
Γιατί έσκυψε απάνω μου,
δε μ’ άφηνε στη μοναξιά μου
και τώρα τον γνωρίζω και φαντάζομαι.

Ας δείξει εκείνη τη λαχτάρα της,
ας τον αγγίξει.
Αυτός
που ξέρει με τα λόγια να σ’ αγγίζει
επίτηδες, όπου πονείς, τι θα της πει;

Γυρεύω απάνω μου τ’ αχνάρια του
κι έχουνε φύγει τα καλά σημάδια.
Γυρεύω τη λαλιά του μέσα μου
και γλίστρησε η φωνή σαν το νερό
από στάμνα ραϊσμένη.

Πώς μου πονεί το ράισμα
και μου παθαίνεται η ψυχή,
που θέλει να κρυφτεί,
να μη φανεί πόσο υποφέρει.

Και μου τσακίζει το κορμί
υποταγή ασήκωτη
και προσμονή αφανισμένη.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Εστάμπα

Ζωή Καρέλλη & Νένα Βενετσάνου, Εστάμπα (δίσκος: Καφέ Γκρέκο (2003))

Εστάμπα

Από τις άκρες των δαχτύλων της
κυλάει φως.
Από τα δάχτυλά της κυλάει
ένας ήχος οπάλινος.
Γέρνουν τα δάχτυλά της
και γλιστράν οι σταγόνες στιλπνές
ξεφεύγουν, μικρές, διάφανες φωνές…

και στη μια παλάμη
έχει τον άγνωστο καρπό,
που τον κυβερνά το ευλύγιστο
λύγισμα, του λιγνού, δικού της καρπού.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη: Μνήμη απίθανη…

Μνήμη απίθανη…

… σαν όνειρο,
ή κάποια φαντασία ωραίου χρόνου
της ζωής.
Ιδανικής νεότητας χαρά,
άσπιλη καθαρότητα,
προτού αρχίσει η πάλη,
ακάθαρτη.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Σεχραζάντ

Σεχραζάντ

Της Κ.

Σαν πλησιάζει το ήσυχο βράδυ,
περιμένω τον ερχομό σου.
Τότε ζει η ψυχή μου,
το σώμα που, όλη τη μέρα,
σαν όνειρο συντροφεύει δική σου,
η σκέψη μου.
Δε χαλά,
καθημερινή, της αναμονής η χαρά
κι ας περνά της ζωής μου ο χρόνος.
Η αγάπη μου, της κάθε ώρας λαχτάρα,
κάθε βράδυ για σένα ξυπνά,
σαν τη μυστική αντηλιά του νυχτερινού άνθους,
που περιμένει να βασιλέψει ο ήλιος,
για να λάμψει η χλωμή του θωριά.

Όταν έρχεσαι από κει,
όπου εσύ βασιλεύεις και δείχνεις
της δύναμής σου τη σημασία,
τοιμάζομαι ανήσυχη.
Γλυκός ο τρόμος περνά
τις φλέβες των χεριών μου,
που θ’ απλωθούν σε σένα δισταχτικά,
προσφορά ορμητική
και συγκρατημένη παραφορά με κρατεί
και σε σένα με φέρνει.

Ολημερίς συλλογίστηκα την ομιλία
που θ’ αλαφρώσει τη δική σου προσπάθεια.
Το χαμόγελο να τοιμάσω
που σου αλλάζει την έκφραση
και ξεκουράζει τη δική σου ορμή.
Θα φανερώσει το πρόσωπό σου
όπως εγώ μονάχα το γνωρίζω.
Δόξα μου γίνεται η αλλαγή σου.

Τούτην αποζητώ και δική μου νίκη
την έχω εγώ μ’ αυτήν σε κρατώ
και σου δίνω, ό,τι σε κάνει
πιο βέβαιο και πιο δυνατό,
για να ξαναρχίζεις με τον πρωινό ήλιο
το δρόμο σου, αφήνοντάς με πάλι
να σε περιμένω, γνωρίζοντας
πως πάντα σ’ ακολουθώ με την έγνοια μου.

Τόσο υπάρχω για σένα,
που σ’ αισθάνομαι πάντα κι έχοντας
τη δική σου ζωή, εγώ ζω
κι είμαι κοντά σου, για να τη φυλάγω,
όταν η προσοχή σου καταλαγιάζει,
κι η δύναμή σου έχει ανάγκη
απ’ τη δική μου αδυναμία,
χρειάζεται να παραδοθεί,
για να ησυχάζει αμέριμνη.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Της δύσης


Claude Monet: Marine View | Sunset (1874)
Πηγή: famousartistsgallery.com

Της δύσης

Στο μέτωπο αχτίδα μελαγχολίας το φεγγάρι
και στο σώμα, ακόμα,
η φλόγα του ήλιου που βασιλεύει∙

εσπέρα, η δύναμή σου διπλόηχη μουσική
του λυκόφωτος κι η σιωπή που προχωρεί
είναι βαριά απ’ τη συγκομιδή
όλων των ήχων που φώναξε
η ξακουστή μέρα με τα ηχηρά λόγια,
το άφθονο φως.

Καθώς τώρα λιγοστεύει το φως,
ψίθυρος θ’ απομείνει πνοή γεμάτη σκιές
του χρόνου μαγεία, σκιόφως.

Εσπέρα, με περιβάλλεις
κι είναι τα σπλάχνα μου ρόδι
σκασμένο απ’ την πολλήν πύρα
που δέχτηκε πρόθυμη.

Η σκιά δροσίζει, εισχωρώντας,
ανάμεσα στους λάμποντας ρόδινους σπόρους.

Όταν παύεις να τοξεύεις, θείε Απόλλωνα,
ξεκινά η χλωμή, λυγερή αδελφή σου,
για το γοργό κυνήγι των ονείρων.

Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Βύρων Λεοντάρης, Η σιωπή που ακολουθεί

Η σιωπή που ακολουθεί

Όχι μόνο τ’ αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.

Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυο στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η «ενός λεπτού σιγή»,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

Από τη συλλογή Ορθοστασία (1957) του Βύρωνα Λεοντάρη

Βύρων Λεοντάρης, Μονάχα αντίο

Μονάχα αντίο

Μη λες: «Αντίο, μας χωρίζει ένα χάος»,
γιατί εγώ δε βλέπω κανένα χάος.
Όμορφη η νύχτα, με πουλιά, με ολάνθιστους θορύβους,
όμορφη η νύχτα και σπιθίζουν τ’ άστρα και γελούν
μακριά οι χαρούμενες επιγραφές της ευτυχίας…

Μη λες: «αντίο, μας χωρίζει το άπειρο»,
γιατί μετριούνται αυτά που μας χωρίζουν,
γιατί δεν είναι καθόλου το «άπειρο» που μας χωρίζει,
μα είναι το ανήλεο σφυροκόπημα της δυστυχίας, που θρυμματίζει καρδιές,
ξηλώνει σιδεροδεσιές και συνειδήσεις,
ξεριζώνει τα δέντρα,
κόβει τις άγκυρες και ρίχνει τα καράβια στη στεριά,
ισοπεδώνει τις κραυγές της άνοιξης, τους ουρανούς, τα όνειρα και τ’ αρώματα,
είναι τα δαγκωμένα χέρια μου,
το πρόσωπό μου, που το ανάσκαψαν τα σκάγια της κακίας,
είναι τα πληγωμένα χελιδόνια των ματιών μου
– κι οι αποδημητικές επιθυμίες του σώματός σου…
Ποιος σκέφτηκε ποτέ να τις σκλαβώσει;

Γι’ αυτό, μη λες: «αντίο, μας χωρίζει μια άβυσσος».
Κοίταξε τι απλός, τι καθαρός, που είναι τούτος ο δρομάκος με τις νεραντζιές και πες μονάχα «αντίο».

Από τη συλλογή Ορθοστασία (1957) του Βύρωνα Λεοντάρη

Νίκος Εγγονόπουλος: Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936…

Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936…

«… una acción vil y disgraciado»

η τέχνη κι η ποίηση δε μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών

μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
–και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα–
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς

Από τη συλλογή Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω (1957) του Νίκου Εγγονόπουλου