Μανόλης Αναγνωστάκης, Το σκάκι

Μανόλης Αναγνωστάκης & Δημήτρης Παπαδημητρίου, Το σκάκι
(τραγούδι: Γεράσιμος Ανδρεάτος / δίσκος: Λόγω τιμής (1996))

Το σκάκι

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

Από τη συλλογή Η συνέχεια (1954) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Advertisements

Μανόλης Αναγνωστάκης, Κι ήθελε ακόμη…

Μανόλης Αναγνωστάκης & Θάνος Μικρούτσικος, Κι ήθελε ακόμη
(ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Τραγούδια της λευτεριάς (1978))

Κι ήθελε ακόμη…

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσις σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

Από τη συλλογή Η συνέχεια (1954) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Έπρεπε…

Έπρεπε…

Έπρεπε –δεν έπρεπε– την τρίτη μέρα να ξαναγεννηθεί
(Δε σημαίνει πως ένας θάνατος ακόμη λιγοστεύει τη ζωή)
Άλλωστε τόσες μανάδες τον καρτερούσαν τόσες γυναίκες
Έπλεκαν τα μακριά μαλλιά τους με σπάνια αρώματα και χρυσαφικά.
Σιωπώντας τόσους αιώνες γνώριζε πια σοφά την αδημονία του αναμενόμενου
Κάτι πιο στέρεο από τα όνειρα που διαψεύδονται τα ξημερώματα
Κάτι σαν αυτό που λέμε Αύριο ή ζηλεύουμε στο γείτονα
Αυτό που δε μας ανήκει και το ανακαλύπτουμε σε ξένα χέρια
Πρόθυμοι πάντα ν’ αρνηθούμε το πρόσωπο που μας δωρήθηκε.
Γνώριζε τώρα πως ήρθε η στιγμή να γίνει ο ζεστός καθρέφτης
Παραλλάζοντας τις μορφές, αντανακλώντας ψεύτικες παραστάσεις
Χαμογελώντας πάνω στα κρεβάτια, δείχνοντας την προσιτή οδό
Ήρθε η στιγμή της πιο πικρής θυσίας: στα χέρια σοφών τυμβωρύχων,
Υστερικών πορνών και τρυφερών νηπίων
Ήρθε η στιγμή – φοβήθηκε στα μάτια να μας αντικρίσει
Μαντεύοντας την άρνηση που ρυτίδωνε τα πρόσωπά μας
Κι εμπρός στο πλήθος τίναξε τα σκονισμένα ρούχα του
Βούλιαξε μέσα στο στήθος του τη βεβαιότητα τόσων αιώνων που έρχονταν
Κι άνοιξε τρέμοντας τις παλάμες του με τα σημάδια των καρφιών.

(Κι έτσι τελείωσε. Όχι για μας που είχε από μέρες τελειώσει
Λαμπρή και μεγαλόπρεπη η Μόνη Στιγμή
Όταν μπροστά στο δήμιο που τόλμησε το «Τί εστιν…»
Εκείνος, πλήρης και άφθαρτος, δε μίλησε, απελθών).

Από τη συλλογή Η συνέχεια (1954) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Εκεί…

Εκεί…

Εκεί θα τα βρεις.

Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου – απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Και συ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά-βαθιά μες στα πυκνά νερά.

Τότε θα ξέρεις.

(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,
αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.)

Από τη συλλογή Η συνέχεια (1954) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι…

Διαβάζει ο ποιητής.

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι…

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.
Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου∙
Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
Κάποιοι –αναπόφευκτα– στα χείλη τους θα σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

Από τη συλλογή Η συνέχεια (1954) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Απολογισμός της μοναξιάς

Απολογισμός της μοναξιάς

Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης,
ρήμαγμα μέσα σε ξένες αγκαλιές,
απελπισμένο κρέμασμα από λαγόνια ξένα.

Πέσιμο εκεί που μοναχά η μοναξιά οδηγεί:
να υποτάξω ακόμα και το πνεύμα μου,
να το προσφέρω σαν την έσχατη υποταγή.

(1953)

Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Όλο και πιο πολύ

Όλο και πιο πολύ

Στους ανεπαίσθητους ψιθύρους της εσπέρας,
στα μυστικά καλέσματα της νύχτας,
ψυχή μου, άρχισες και συ να ξεθαρρεύεις
όλο και πιο πολύ∙ κι άρχισες να ’χεις
πιο εύκολα τα μάτια και τα λόγια,
πιο βιαστικά τα χρήματα του πάθους,
όλο και πιο λιγότερους τους δισταγμούς,
και δίνεσαι και τρέχεις και ξεφτίζεις
κι επιμένεις ακόμα να ελπίζεις
με μια πυρακτωμένη φαντασία,
μ’ ένα κορμί παρανάλωμα της έξαψης –

ώριμη πια για το χαμό…

Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Βρόχος

Βρόχος

Τώρα που σ’ έχω διαγράψει απ’ την καρδιά μου,
ξαναγυρνάς όλο και πιο πολύ επίμονα,
όλο και πιο πολύ τυραννικά∙
δεν έχουν έλεος τα μάτια σου για μένα,
δεν έχουν τρυφερότητα τα λόγια σου,
τα δάχτυλά σου έγιναν τώρα πιο σκληρά,
έγιναν πιο κατάλληλα για το λαιμό μου.

Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Τύψεις

Τύψεις

όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα
λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες –
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή ξενυχτισμένη και χλωμή

Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Το έγκλημα της μοναξιάς

Το έγκλημα της μοναξιάς

Κάθε που πέφτει επικίνδυνα το βράδυ,
ξυπνάει η φωνή σου μέσα μου και με ρημάζει∙
κι όταν η νύχτα όλες τις γλυκιές εικόνες διώχνει,
προβάλλει εντός μου η βρόμικη ομορφιά σου
και σβήνει από τα μάτια τη λάμψη του Θεού.

Και τότε δίνομαι στο έγκλημα της μοναξιάς,
που χρόνια τώρα μέσα μου το ετοιμάζω,
και πια δεν έχει ουράνιο φεγγοβόλημα,
δεν έχει πια παιδικές χορωδίες,
μονάχα μια προσπάθεια για σπασμούς,
νυχτερινά χαρτονομίσματα τσαλακωμένα.

Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ρήμαγμα

Ρήμαγμα

Τις παγωμένες νύχτες,
όταν κι ο τελευταίος τράχηλος σ’ αρνείται,
ποια αρετή σού μένει ακόμα να ρημάξεις,
ποια χαρά να στολίσεις τα όνειρά σου,
ποια αθωότητα να δικαιωθείς;

Τις παγωμένες νύχτες,
ψυχή μου, πώς αντέχεις τέτοιο ρήμαγμα,
εσύ που αναζήταγες τον ουρανό;

Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Βύρων Λεοντάρης, Στάζει το σπίτι μας

Στάζει το σπίτι μας

[Συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
–φλόκοι του ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης– Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου –και πού είναι;–
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ’ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός του πόνου μού γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
– Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

– Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ’σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006] του Βύρωνα Λεοντάρη

Βύρων Λεοντάρης, Αυτές οι εκβολές των ματιών σου…

Αυτές οι εκβολές των ματιών σου…

[Συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]

… Αυτές οι εκβολές των ματιών σου
πνιγμένες μες σε γαλανά συρματοπλέγματα
για να μην έρχονται ποτέ ως εμάς τ’ αγκάθια της λύπης σου
μα μόνο ο αχνός της λύπης που στεγνώνει
παρήγορα πάνω στο δέρμα σου – είχες ένα δέρμα
μυρουδιά κερήθρας
όταν καθίσαμε στην πιο σκληρή ακτή της ζωής μας.
Θυμάμαι, δεν σ’ άγγιξα, μα όπως μιλούσαμε, οι φωνές μας
εσφίχτηκαν σαν δυο μικρά παιδιά με τόση απελπισία
που τίποτε δε θα μπορέσει πια να τις χωρίσει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006] του Βύρωνα Λεοντάρη

Σταύρος Βαβούρης: Για τη Μεσσαλίνα, ακολασία και άρνηση

Για τη Μεσσαλίνα, ακολασία και άρνηση

Σε κάθε σιωπηλή πτυχή των ημερών μου
ελλόχευε ένα ποίημα∙
όχι απ’ αυτά που γράφουν στο χαρτί
αλλά από κείνα που ’ναι διάχυτα στον άνεμο
ή που κυλούν με το αίμα μας στις φλέβες
και που ’ναι αυτό καθ’ εαυτό το αίμα πιθανόν
μεθυσμένο από το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Η κάθε νύχτα μού μιλούσε μ’ ένα ποίημα
πούσπρωχνε και φούσκωνε τα τζάμια
σαν ιστία πλοίου επειγόμενου να φύγη
κι η κάμαρά μου τότε ναυαγούσε σε κυκλώνες
πυρετού και φαντασίας εξημμένης
απ’ το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Στα μπρούτζινα κορμιά των μονομάχων
στα διψασμένα μάτια των φρουρών
ελλόχευε παντού, με τόσο λυσσαλέα επιμονή
αυτό το διψασμένο κι αδηφάγο ποίημα
ώστε μ’ άναψε και μ’ έκαψε και μ’ έκανε
ολόκληρη και μένα ένα ποίημα που αναπτύχθηκε
και τέλειωσε στο χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Από τη συλλογή Τρία ποιήματα (1954) του Σταύρου Βαβούρη

Αλέξης Ζακυθηνός, Ένας θάνατος

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / έργο: Επιτάφιος (ηχογράφηση του 1960))

Ένας θάνατος

Κλαίμε που το τέλος έφτασε τόσο
νωρίς και που τον βρίσκει με καρδιά
γεμάτη αγάπη, όμως αυτός, το νέο
παιδί, δεν κλαίει καθόλου, χαμογελα-
στός κοιτάζει, σαν ευτυχισμένος
που το τέλος το δικό του είναι μιας
άλλης ομορφιάς, σωστή γιορτή.

Από τη συλλογή Τα θολά τζάμια (1954) του Αλέξη Ζακυθηνού

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάτση Χατζηλαζάρου, Σφήκες


Adult wasp feeding on nectar (wikipedia)

σφήκες

Κουκκίδα καϊκιού ταλαντεύεται πάνω στη γραμμή τού ορίζοντα φορτωμένο ψάρια και καρπούζια

μα είναι δυνατόν αλλού και την ίδια ώρα τα χώματα με τις πετζεμένιες σκιές και τις πυκνές νωθρότητες της ομίχλης να στολίζονται πάντα με τα κυκλάμινά τους αυτό τώρα που ο ήλιος πλένει το κατάστρωμα με μεγάλους κουβάδες αντηλιάς και που μονάχα δυο σφήκες βουίζουνε ακόμα

κι είναι οι σφήκες τα μάτια σου για μένα που πετάνε και ζυγιάζονται πάνω στις λέξεις γραμμή τού ορίζοντα τα δυο σου μάτια που πιάνουνται και μπερδεύουνται μες στα μαλλιά μου προτού σιμώσουνε εκείνο το καΐκι το φορτωμένο ψάρια και καρπούζια και τούτες οι σφήκες τα μάτια σου στριφογυρίζουνε στους ακραίους δεσμούς μας χαρακώνουνε φλέβες άλλου αίματος τα μάτια σου βέλη και καμάκια τα μάτια σου βάρκα πάνω στη θάλασσα όπου ορθώνεται ένα πρόσωπο πολύ μελαχρινό

Από τη συλλογή La Frange de Mots (Τα λόγια έχουν κρόσσια) (1954) της Μάτσης Χατζηλαζάρου [Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Javier Vilató, ζωγράφο, τότε σύζυγο της ποιήτριας και ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο.]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αφιέρωση

αφιέρωση

Πόσοι χώροι και χρόνια
με αντικείμενα
με ορέξεις
και με δάση με άγριες βιολέτες
εσύ αγγίζεις με τη ζωγραφική τα όρια
που χρωματίζεις τα πράματα και τα ονόματά τους
και τους σπαραγμούς τους μια αχτίδα
είναι η ριπή τής ορμής σου με τον ρυθμό και τον
σφυγμό και τη βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται
κάποτε ψηλά και κάποτε χαμηλά πάνω σε γκάμες έξω
από κάθε γραμμή είμαι πάντα μαζί σου.

Από τη συλλογή La Frange de Mots (Τα λόγια έχουν κρόσσια) (1954) της Μάτσης Χατζηλαζάρου [Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Javier Vilató, ζωγράφο, τότε σύζυγο της ποιήτριας και ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο.]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Σταθμός Λιτοχώρου

Σταθμός Λιτοχώρου

[Ενότητα Δύσκολος θάνατος (1950-1953)]

Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή. Είναι το φέγγρισμα
πίσω απ’ το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ’ τις γωνιές,
όπως τα δίχτυα που απλώνουν στα τηλέφωνα κι ακούς
ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές,
μιαν έκσταση από άτεχνες φωνές μες απ’ τα σύρματα,
το βράδυ στο σταθμό που συντροφεύει η θάλασσα,
δυο τρία βράχια κι ο κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα κάστρα.

Δεν θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό
το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από σάρκα γίνεται πνευματική αγωνία,
η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας
η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά
μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου.

Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο
χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν
οι σιγανές πατημασιές. Προσευχηθείτε
για τις σκοπιές που αγρυπνούν

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Αισθηματικό τραγούδι

Αισθηματικό τραγούδι

[Ενότητα Αισθηματική ηλικία (1946-1949)]

Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές και με φώτα
να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτό τον παράξενο κόσμο
δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα
που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Κάθε πρωί (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου)

Κάθε πρωί

Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης
(από τη συλλογή Η συνέχεια (1954))

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Έργο: Της εξορίας (1976)

Κάθε πρωί, καταργούμε τα όνειρα,
χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια.
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο,
κάθε πρωί, χαιρετάμε τους χθεσινούς φίλους.
Οι νύχτες μεγαλώνουν,
μεγαλώνουν σαν αρμόνικες,
ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά,
ασήμαντες απαριθμήσεις.
Τίποτα, τίποτα.
Λέξεις μόνο για τους άλλους,
μα πού τελειώνει η μοναξιά.

Πληροφορίες για τον δίσκο:

«Της εξορίας»: Με την επιστροφή του στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, ο Μίκης Θεοδωράκης πέραν των νέων έργων που έγραφε και ηχογραφούσε με διάφορους τραγουδιστές, συνήθιζε να περνάει στη δισκογραφία και ορισμένα τραγούδια που είχε συνθέσει σε δύσκολες για τον ίδιο και τη χώρα μας εποχές και για ευνόητους λόγους είχε απαγορευτεί να κυκλοφορήσουν.
Κάποια από αυτά είναι και «Της εξορίας», όπως ονομάστηκε ο συγκεκριμένος κύκλος και είναι γραμμένα σε διαφορετικά χρονικά σημεία που όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο: Την εξορία και τα παρεπόμενά της, τα οποία είχε βιώσει ουκ ολίγες φορές ο συνθέτης. Ορισμένα γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν ο Θεοδωράκης ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο, άλλα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και όλα μαζί παρουσιάστηκαν στη δισκογραφία τον Δεκέμβριο του 1976, με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Η ερμηνεία του είναι ιδανική, μ’ ένα ύφος εντελώς διαφορετικό από εκείνο που τον έκανε πρωταγωνιστή στην ελληνική μουσική μερικά χρόνια αργότερα. Να προσθέσουμε ότι ο «Πέτρουλας» είχε ηχογραφηθεί για πρώτη φορά με τον ίδιο τον Θεοδωράκη ένα χρόνο νωρίτερα (1975) στον «Εχθρό λαό», ενώ στη δεύτερη πλευρά του δίσκου μεταξύ των τραγουδιών παρεμβάλλεται η μελωδία που αργότερα θα γίνει πασίγνωστη ως «Νύχτα μαγικιά»…

Πηγή: «Στου χρόνου τον καθρέφτη» – 1976 (άρθρο του Τάσου Κριτσιώλη στο musiccorner.gr)