Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη (ΙΙΙ. Μεταμεσονύχτιο)


Γιάννης Σταύρου: Αποθήκες, Θερμαϊκός (λάδι σε καμβά)
Πηγή: zografiki-yannisstavrou.blogspot.com

[Ενότητα Συμπτώσεις]

Θεσσαλονίκη

ΙΙΙ. Μεταμεσονύχτιο

Όταν αγγίζουν δάχτυλα ψάχνοντας φως,
Ώρες μικρές, μεταμεσονύχτιες, λάμπες σβηστές,
(Εωθινά σκηνώματα της Άνω-Νύχτας.)
Η Θεσσαλονίκη μπαίνει στο σώμα της,
Η Θεσσαλονίκη σβήνει το βλέμμα της, απογυμνώνεται.
Πιο από μέσα φωτεινή από τη φωτισμένη μέρα.
Ήλιους ανάβει αποβραδίς σε σύσκιο μεσουράνημα.

Ημιδιαφανείς αμφιβολίες, ημίθαμπα, αστραπές,
Αχνή, θρυμματισμένη πάχνη αραχνοΰφαντη.

Κανείς δεν υποπτεύεται που φέγγουν τα χέρια.
Σα να ’μαστε κάτω από βλέφαρα κρυσταλλωμένα,
Σα να ’μαστε από μέσα διάφωτοι και δεν το ξέρουμε.

Άλλη διαρρύθμιση κάτω οδών, άλλη διάθλαση:
–Βασιλέως Κωνσταντίνου (πρώην Βενιζέλου)– Διασταύρωση.
–Ένα κομμάτι Εγνατία– βόρεια, Βασιλική.
Η Παναγία Χαλκέων μισόφωτη, σταύρωση – λύπη.

Μήκος: – σκιές βαθαίνοντας τις επιφάνειες:
Γυναίκες, άγρυπνοι μοναχοί από σκήτες και μονές
Στους ώμους χάμω – σέρνοντας το σχήμα των Αγγέλων.
Βάθος: – ηχώ, αντανάκλαση, αποσιώπηση.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Advertisements

Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη (ΙΙ. Μεσονύχτιο)


Γιάννης Σταύρου: Αποθήκες, Θερμαϊκός (λάδι σε καμβά)
Πηγή: zografiki-yannisstavrou.blogspot.com

[Ενότητα Συμπτώσεις]

Θεσσαλονίκη

ΙΙ. Μεσονύχτιο

Ασύμμετρες διαστάσεις, ευρυχωρία κενού χώρου.
Εκεί κατά το Τελωνείο, στην άκρη του λιμανιού.
Καθίσματα οικτρά, υπολείμματα λεηλασίας,
Σα να σου λένε τρίζοντας μη μας αγγίζεις.
Γκαρσόνια αμίλητα και σαν ξυλένια.
Σταματημένα ρολόγια που χτυπούν μεσάνυχτα.

Δεν πάνε τώρα εκεί ψυχές, μα κάτι της Νύχτας.
Ζαρώνουν μες στα ρούχα τους σα να κρυώνουν,
Σα να φοβούνται και γλιστρούν, ξεφεύγουν απ’ το βλέμμα τους.

Μπορεί κανείς να δραπετεύει αθόρυβα
Αφήνοντας την ψυχή του σ’ ένα τραπέζι:
Να σκύβει και να σιωπά – να πίνει και να καπνίζει.
Μπορεί να εξαφανιστεί απ’ το πρόσωπο και να μην είναι,
Ένας νεκρός που υποκρίνεται τον κοιμισμένο.

Πίσω μας ένας μεγάλος, παλαιός καθρέφτης,
Φτωχά, χρωματιστά λαμπιόνια κάποιας γιορτής,
(Παλαιάς δόξας χορού μεταμφιεσμένων.)
Ξεθωριασμένα, περίλυπα και νυσταλέα.
Σε παίρνουν μ’ όλα ταύτα, δεν μπορείς
Να ξεφύγεις, σε τραβούν μαζί με τον παλαιό καθρέφτη, τόσο εκεί
Τυφλό, να πει κανείς, στραμμένο μέσα πρόσωπο.

Ώρες αργές ανάμεσα σε τόση ευρυχωρία,
Οκνές, δυσκίνητες, σέρνοντας πίσω – πλάνο.

Φτάνοντας τέλος οι μεσονύχτιες –παλιές κυρίες
Αριστοκρατικές γριές, τρικλίζοντας μέσα σου– γύρω σου,
Συνοδεία ψυχές μες απ’ τη νύχτα,
(Την Κάτω – Νύχτα), σκοτεινές σαλεύουν οι επιφάνειες,
Ακούγονται κρότοι, ακούγονται σιωπές,
Φουσκαλίδες λάμψεις σπάνοντας επάνω στο γυαλί.
Κάνεις να σηκωθείς, σε δένει μια πέτρα.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ιστιοφόρα

Ιστιοφόρα

Τα καράβια είναι σαν τα θλιμμένα μυστικά.
(Πανιά ριχτά, χείλος στη θάλασσα.)
Σαν τα θλιμμένα μυστικά που λησμονήθηκαν.

Μπορείς να τ’ αγγίξεις, να τ’ αφουγκραστείς.

Κάτι έχουν να πουν, τα καλύπτει, δεν μπορούν.
Σε κοιτάζουν, μάτια μεγάλα, σου χαρίζουν ονόματα:

ΜΑΙΡΗ, ΜΑΡΙΝΑ, ΕΛΠΙΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ…

Μπορεί να λάμψουν αμμουδιές, φυσιογνωμίες, ν’ ακουστούν
Φωνές και βόγκοι από ταξίδια που κάναμε.

Να πω τη μαύρη αλήθεια: Δε πάτησα ποτέ
Σε ξύλινο παλιό σκαρί, φοβόμουν τον καιρό,
Φοβόμουν τη σκοτεινή –κάτω μαύρη– ρωγμή.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Συνοδεία

[Ενότητα Κινήσεις]

Συνοδεία

Αυτό που περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή,

(Κάτι σα να ’χουμε ξεχάσει – κάτι γυρίζει μες στο νου.
Κοιτάζουμε παντού, παιδεύουμε την ανάμνηση,
Ανάβουμε φως να βλέπουμε και να βλεπόμαστε).

Αυτό που περιμένουμε μέσα στο αύριο,
Στο κάθε επόμενο άνθισμα των αριθμών,
Μπορεί να ’ναι μια χειρονομία ή ένα χαμόγελο,
Που έρχεται κι είναι παρόν στο δρόμο που πηγαίνουμε,
Όταν κινούμε πρωί απ’ το σπίτι μας μέσα στη μέρα,
Όταν γυρίζουμε πίσω κυρτοί απ’ τον άνεμο.

Μπορεί να ’ναι σε κάθε στάση που στεκόμαστε,
Στην κάθε πόρτα που χτυπάμε να μας ανοίξουν.
Στο ποτήρι που πίνουμε, στο κάθισμα που καθόμαστε.

Χαμογελάτε καθώς διαβαίνετε ανάμεσα στα πράγματα.

Μπορεί να είστε ο ήλιος που περιμένουν ή ένας ενάλιος θεός
Που έρχεται μες απ’ την πάχνη να τα κυλήσει
Σε νέες κοίτες, σε καινούργιους αριθμούς.
Μπορεί να πηγαίνετε και να γυρίζετε μέσα στην μνήμη τους.

Χαμογελάτε ο ένας στον άλλο, χαμογελάτε στον εαυτό σας.

Όταν συναπαντιέστε μονάχοι, όταν σωπαίνετε,
Όταν προσεύχεστε, θυμάστε, ή αφουγκράζεστε.

Χαμογελάτε στον ξενιτεμένο και στον άγνωστο,
Χαμογελάτε στους νεκρούς που προπορεύονται.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Αναζήτηση

[Ενότητα Κινήσεις]

Αναζήτηση

Δεν θ’ ακουστούν τα βήματά μας σε συνάντηση.

Σα να ’χουμε χάσει τον εαυτό μας και τον γυρεύουμε
Σε δρόμους που περάσαμε, σε κατοικίες που διανυκτερεύσαμε.

Σα να γυρίζουμε απ’ έξω κι ανάβουμε το φως
Και μιλούμε, όπως μιλούσαμε, βηματίζουμε,
Ή στεκόμαστε ν’ αφουγκραστούμε κάποιο θόρυβο.

Είμαστε θόρυβοι και θορυβούμε.
Είμαστε μικρά φτερά και χτυπούμε στον άνεμο.

Αγγίζουμε ο ένας τον άλλο και σωπαίνουμε ώρα πολλή
Σκύβοντας μέσα στα πρόσωπά μας να γνωριστούμε.

Η γνωριμία μας είναι μια μυστική υπόθεση που δεν τελειώνει.

Έρχεται σιγά σιγά ο ύπνος και μας τυλίγει.

Τα πρόσωπα που γνωρίσαμε, τα πράγματα που αγγίξαμε,
Φυσιογνωμίες, συναπαντήματα, χαμένες αστραπές,
Η γη που σπιθοβολούσε στην καρδιά μας,
Μπαίνουν μες στη γυμνή ψυχή μας, τη μοιράζονται.

Δεν ξέρω, αν είναι ο άνεμος που σηκώσαμε,
Που τον γεμίσαμε με τη μικρή βοή μας και μας θρηνεί
Στους δρόμους που περάσαμε, στις κατοικίες που διανυκτερεύσαμε.

Δεν ξέρω αν είναι χιόνι που έρχεται να μας σκεπάσει.

(Πού θα βρεθούμε το πρωί, σαν θα σημάνουν οι καμπάνες).

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Μιχάλης Κατσαρός, Κατά Σαδδουκαίων

Κατά Σαδδουκαίων

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
Κραυγές απ’ τον προνάρθηκα του Ναού.
Απ’ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκιπος
Οι Χριστιανοί νάχουνε δούλους Χριστιανούς.
Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.

Εγώ απέναντί σας ένας μάρτυρας
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατους εγώ ανέδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου —
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απ’ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τούς είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ’ άλογά τους απ’ τον κάμπο μου∙

δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους ύπατους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέλησή μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκιπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στεφάνους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι του
αυτοκράτορος
τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλισή τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούρια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.

Από τη συλλογή Κατά Σαδδουκαίων (1953) του Μιχάλη Κατσαρού

Φαίδων ο Πολίτης, Ευχή

Ευχή

Μόλις άκουσε
τα βήματα στη σκάλα
έριξε στον καθρέφτη
μια τελευταία
αμφίβολη ματιά,
πέρασε φευγαλέα
με συγκίνηση το χέρι
ακόμη μια φορά
απ’ τα μαλλιά,
κι η ευχή γοργή
πέρασε απ’ το νου
σαν αστραπή:
Να ’ταν το χτένι σμίλη,
το χέρι να ’ταν Πραξιτέλη.

Από τη συλλογή Ersatz? (1953) του Φαίδωνα του Πολίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φαίδων ο Πολίτης

Γιώργος Θέμελης, Ερημία

Μάνος Χατζιδάκις, Ερημιά [Taki] (δίσκος: Never on Sunday (1960))

Ερημία

[Ενότητα Κινήσεις]

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ’ όπου περάσεις νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνει από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιεις νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη (I. Τοπίο)


Γιάννης Σταύρου: Τιρκουάζ (λάδι σε καμβά)
Πηγή: zografiki-yannisstavrou.blogspot.com

[Ενότητα Συμπτώσεις]

Θεσσαλονίκη

I. Τοπίο

Πολιτεία καταχωμένη σε συσσωρεύσεις,
Πολιτεία διάφωτη σα μες στη νύχτα,
Μεταφυσική, ανυπόστατη, αμφιβολία.

Μες στην αφή, στα πράγματα, είν’ ένας ουρανός.

Μες στην υπόσχεση, στα όνειρα, είν’ ένας δεύτερος.

Ο άλλος μυστικός, απρόσιτος, σαν τους Αγίους.

Μπορούμε να τον υποκαταστήσουμε
Με κείνο το γαλάζιο στις παλιές εικόνες,
Ή μ’ ένα σύμβολο διαστατό – ένα πρόσωπο,
Μονάχο, ανακλώμενο σ’ ερήμους από φως.

Οι άνθρωποι βλέπουν μέσα τους.

Οι γυναίκες περνούν κι αφήνουν,
Σα να ’σαι η εμπιστευτική τους διαμονή,
Κάτι σα φέγγος μελιχρό, που σε διαπερνά,
Σε συνοδεύει στις περιπλανήσεις σου, χαμηλωμένος φωτισμός.

Εδώ μπορεί να υπάρχεις και να μην υπάρχεις.
Να σβήνεις και να χάνεσαι.
Να περπατείς και να βουλιάζεις.

Μπορείς να λάμπεις, να προσεύχεσαι, ή ν’ αντηχείς σαν τις καμπάνες.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης