Nίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η Θαλασσινή

Μιχάλης Κατσαρός & Γιάννης Μαρκόπουλος, Η Θαλασσινή
(ερμηνεία: Γιάννης Μαρκόπουλος / δίσκος: Τα τραγούδια του νέου πατέρα (1972))

Η Θαλασσινή

Στις εικόνες μπροστά των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας
δέεται πο’ ’χει τον άντρα της στα ξένα, η Θαλασσινή,
νιόνυμφη, σαν τον άρτο που ζυμώνουν πρόσφορο, γαλατένια,
την ώρα που ο ήλιος κατεβαίνει στης μάνας του να λουστεί.

Καθώς πριν προφτάσει να τον γνωρίσει καλά, ξεκίνησε,
κείνος που μέσα της σόδιασε και θέρισε, την ευλογία
του σπόρου της αγάπης στην καρδιά της, δε βολούν πια
νά ’ρθουν μέσα της σε συμβιβασμό αισθήσεις και νους.

Σ’ όλο το δρόμο μέσ’ απ’ το ρέμα και τους αγρούς μπροστά της,
τον έβλεπε, στο σχήμα της αγριαπιδιάς, καταμεσής στο στάρι,
με δύναμη ξέφρενη τ’ ώριμο κορμί της να χορτάσει,
μόνο μ’ ένα άγγιγμα των χεριών που τον διψούν.

Από το φόβο της αμαρτίας, λίγο πριν έμπει στο ξωκκλήσι,
πατώντας εκεί που ο Γιάννης είχε σκοτώσει ένα φίδι,
των απατηλών προσδοκιών απ’ τα μάτια της έσβησε η οπτασία,
λυπημένη λοιπόν και ταπεινή, έβανε λάδι κι άναψε τα καντήλια.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ένας ψαράς

Μάνος Χατζιδάκις, Κοντέσα Εστερχάζυ (έργο: Gioconda’s smile (Το χαμόγελο της Τζοκόντας) (1965))

Ένας ψαράς

Με την επάλληλη επαλλαγή, των κυμάτων του πεπρωμένου,
στον μυχό του ευρύστερνου κόλπου, ένας ψαράς στην άμμο,
κάτω από ’να πάπλωμα, αγρό της άνοιξης, κοιμάται,
ζώντας τους αιώνες της ιστορίας,
με τον αχό του φλοίσβου των πραγμάτων.

Η Κοντέσα καβάλα σε άσπρο άλογο
κι ο ψαράς από μόνος του συλλογιέται:
«Βάρκα θ’ αρματώσω για να σε κλέψω»,
στρέφοντας μέσα στον ύπνο το βλέμμα του,
μες στο σκοτάδι προς τ’ άστρα,
πάνω απ’ τα γυμνά ερείπια του πύργου.

Απάντεχε να ξημερώσει για να σηκώσει το πλεμάτι του,
με μπλεγμένες, κατά τη νυχτερινή βοσκή,
τις λαχτάρες του,
ταξίδι με γαλιότες κουρσάρικες, του βαλαντωμένου
με το υπερήφανο της Κοντέσας παράστημα.

Το χέρι του αποκοιμισμένου, αυτόματα,
προκειμένου να εκμηδενίσει κάθ’ αντίσταση στον πόθο του,
αρπάζει το κολοκοτρωνέικο σουγιά που χρησιμοποιεί,
στ’ άνοιγμα των μονόθυρων και δίθυρων οστράκων
της θάλασσας,
και σα να επρόκειτο γι’ απελατιλίκι αντρειωμένου,
το μπήγει στο χώμα της γης,
σκοτώνοντας την πραγματικότητα.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ατένιση θησαυρού

Ατένιση θησαυρού

Ο πεθαμένος άνθρωπος είν’ ένας λίθος πολύτιμος,
το ζώο τον κατέχει σαν κοιτά τον αφέντη του,
δίχως τη δύναμη να μιλήσει βυθισμένο στη σιωπή,
στο δάσος το μεγάλο που ευωδιάζει χαρά.

Εκείνο που ελπίζουμε δεν είναι ν’ αποκτήσουμε
το θησαυρό που λαχταράμε στ’ αντίκρισμά του,
αρκεί και μόνο η ματιά για τον περίπατο,
των ψυχών έξω από τις κάμαρες.

Ο δρόμος όπου χαιρετιόμαστε μοσκοβολά,
από τις βλαστικές ουσίες του δάσους που στάζουν,
ρυθμικά ανθίζοντας έξω απ’ τα όργανα,
αιώρες του έρωτος κρεμαστές απ’ τα κλώνια.

Τα πρόσωπα ξαπλώνουν εκεί κι ονειρεύονται,
ξεχνώντας των σκοτεινών σωμάτων την αριθμητική,
μπορούν και διακρίνουν την πολύτιμη ποιότητα
του λίθου, με τα μάτια τ’ άγρυπνα του νου.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αγών ψυχής

Αγών ψυχής

Μόνος μέσα στου ονόματός μου τη φυλακή,
παρ’ όλο τον ήλιο τον πλούσιο της ημέρας,
στενοχωριέμαι και νιώθω τυφλός,
τη γλυκιά στερημένος ελπίδα του κόσμου.

Σύννεφο άυλης ποιότητας άχρονης,
μπαίνει στο σπίτι των θυρών κεκλεισμένων,
αλλάζοντας τη νύχτα σε παράδεισο,
φως, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Εκεί που δεν την περιμένεις, αναπάντεχα,
από τις άκρες στο σώμα των δαχτύλων εισορμά
ακμή ζωής και θάνατος ταυτόχρονα,
ανάσα, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Μες στην απόγνωση της κάθε μέρας ερωτώ,
το δέντρο που με την απουσία της σαραβάλιασε,
πώς διψασμένο να χορτάσει μπορεί
ψωμί, τη γλυκιά ελπίδα του κόσμου;

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Ζωή Καρέλλη, Συνέπειες

Συνέπειες

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Είναι σαν Ερινύες οι Συνέπειες…
Σκληρές στέκονται και μας εμποδίζουν τη δράση.
Πίσω μάς γυρίζουν, μας κυνηγούν
φαντάσματα της φαντασίας μας,
φαντάσματ’ από πράξεις
που δε θανατώσαμε καν.
Ίσκιοι ψυχροί παγώνουν την κίνησή μας
οι Συνέπειες, καθώς μας περιμένουν.
Ποια γνώση της πραγματικότητας
εμπόδια τις υψώνει; Φανταστικά ίσως
ακόμα πιο τρομαχτικά,
αφού προέρχονται από μας τους ίδιους.
Δημιουργούνται οι Συνέπειες δυνατές
απ’ την αδυναμία μας,
για να μας κατατρέχουν.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Μίλτος Σαχτούρης, Η νοσταλγία γυρίζει

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακουγόνταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

Από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952) του Μίλτου Σαχτούρη

Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη νύχτα

Ολόκληρη νύχτα

Όπου να ’ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα του.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνιά της χαραυγής.
Απίθωσα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.

Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια και ήταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και ήταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

Από τη συλλογή Άγονος Γραμμή (1952) του Άρη Αλεξάνδρου

Translatum: Favourite Poetry / Άρης Αλεξάνδρου

Άρης Αλεξάνδρου, Επιστροφή

Επιστροφή

Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.

Από τη συλλογή Άγονος Γραμμή (1952) του Άρη Αλεξάνδρου

Translatum: Favourite Poetry / Άρης Αλεξάνδρου

Ζωή Καρέλλη, Τα θαύματα


Giuseppe Salviati, The Raising of Lazarus, 1540-1545 (oil on canvas)
Fondazione Querini Stampalia, Venice
Πηγή: wikipedia

Τα θαύματα

[Ενότητα Εικονίσματα]

Δεν είμαστε πλασμένοι
για να βλέπουμε τα θαύματα,
να τα γνωρίσουμε δεν ημπορούμε.
Τόσο μικροί κι ασήμαντοι
για το ανέλπιστα μεγάλο,
δεν καταλαβαίνουμε το θαύμα
που εκτελείται με το φτωχό μας σώμα βοηθό.
Ύστερα το μαθαίνουμε.
Γι’ αυτό μας βοηθούν τα οράματα.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Επίκληση


Michelangelo Merisi da Caravaggio, The Annunciation, 1608-1609 (oil on canvas)
Musée des beaux-arts de Nancy
Πηγή: wikipedia

Επίκληση

[Ενότητα Εικονίσματα]

Γραφή ωραιότητας, εικόνα πανέμορφη
Μαρία Παρθένος, χαίρε.
Η άφθονη χάρη σου
ας χαρίσει στη μαραμένη καρδιά μας
τη χαρά. Το πλήθος της πικρίας
απόγινε, τα πικρά λόγια μας
μαρτυρούν, φαρμακώνουν την ψυχή μας.
Μην αποστρέψεις τη ματιά σου
που βαθιά εξετάζει,
απ’ τη μάταιη μοίρα μας.
Πλήθος τ’ αμαρτήματα και το σώμα
βαρύ, καρπός που χάλασε.
Αδιάρρηκτη, άρρηκτη, άρρητη δωρεά,
αμόλυντη μητέρα, εσύ που φέγγεις
με την απλήν εμορφιά, γραφική
η του προσώπου σου, δίσκος ηλιακός,
στα σκοτεινά μας σπλάχνα που αστράφτει
φως ας είναι η αγάπη σου
εντός μας, πνοή ζωηρή, ανανέωση,
άνεμος δροσερός για την πύρα,
που τα πάθη πυρά αναμμένα,
δίχως να οδηγούν πουθενά
κατακαίουν τα σωθικά μας.

Ελπίδα που φέρνεις τη νίκη,
μπρος στην εικόνα σου προσπαθώ
τη συντριβή μου να φέρω
στο στόμα μου τ’ όνομά σου
μεταλαβιά και μετάνοια
ν’ αγγίξω ξανά την αρχή,
παρακαλώντας σε αγγίζοντας παρακαλεστικά
μ’ ευλάβεια, με το βλέμμα πασχίζοντας
να υψωθώ προς το σχήμα σου.

Άβατο μυστήριο, νικήτρια, αβασίλευτη
απλή δόξα, αλώβητη, αλάβωτη,
ασύγχιστη, διαυγής βοήθεια
για κείνους που πιστεύουν και σου ανήκουν.

Η αδυναμία μου δύναμη έγινε.
Μακριά σου με τραβούν
οι άπειροι, σκληροί λογισμοί.
Οι παραλογισμοί, πλήθος, αλαλάζουν,
την απιστία νίκη την κράζουν.
Άφθαρτη, στυλώνεις το φέγγος εσύ
της καθαρότητας στη μορφή σου
που γράφεται πολυπόθητη ανάγκη
μέσ’ στη ρημαγμένη καρδιά μας.
Μειλίχια εικόνα της άκρατης οντότητας,
της κραταιότητας της ψυχής οδηγήτρια,
μη βλέπεις την αμαρτία μας,
την ύπουλη σκληρότητά μας, υποχωρητική.
Άκουσε Συ, η αιώνια μητέρα,
τις προσκλήσεις που φωνάζουμε, καλούμε,
υμνούμε τη φωνή που σε ονομάζει.
Παρακαλούμε, δεν ξέρουμε την παράκληση
να λησμονήσουμε που τη δύναμή σου ομολογεί
κι ελέγχει τη δική μας αδυναμία.

Ουσία της ζωής μας η αυθόρμητη πίστη
σε Σένα, συνέχεια της γνώσης μας, κληρονομία
και παράδοση εντός μας
και παντού γύρω μας, συναίνεση.

Μαρία, μητέρα του κόσμου,
κόσμημα, δείγμα της αγάπης,
πολύτιμη ανάγκη, τόλμημα της ψυχής,
αποτέλεσμα απ’ τα δάκρυα,
αξιόπιστο βλέμμα της αλήθειας.
Συ, η ζωή που τη δύναμη αναγεννά
τ’ ωραίο φως που δεν πονά
στ’ ακάλυπτα μάτια μας.

Κινώ προς εσένα «των ουρανών
πλατυτέρα» που προφταίνεις και φτάνεις
σ’ όλους και κανέναν δε στερείς,
για όλους υπάρχεις και συνδέεις
και συγχωρείς, δέχεσαι
και πορίζεις τη δύναμη της ζωής,
τη συμβουλή και τη θέληση.

Ανάμνηση της χαράς, μνήμη, μνημείο
της αγάπης νικητήριο άσμα γλυκόηχο,
γνώμη, λογισμέ της αγάπης
που ενώνεις το πένθος και τη χαρά.
Αναφορά προς το πνεύμα,
προς τον Λόγον ξεκίνημα,
γεννήτρια του αγαθού πόθου.
Μοίρα διαλεχτή, ερμηνεία του πνεύματος,
ύλη και ουσία του Λόγου,
ορατή μητέρα του Λόγου,
αρχή τού Λόγου μέσα στο στόμα
του ανθρώπου ύμνος στην ομολογία
της αδυναμίας στην παραδοχή της ταπεινοσύνης.

Απαλλαγή απ’ της περιουσίας μας
τη φτώχεια, απ’ της περιωπής μας
τη φτωχική διαλογή, ανεξέλεγκτη
συ δύναμη ρέουσα και συμπαγής
συ, αχάλαστη διάρκεια.
Της γέννησης μορφή και διδασκαλία.
Ακατάβλητη διαταγή, συ χαρά
της υποταγής.
Κλίνω προς εσέ να σου προσφέρω
ζητώ ευχαριστήρια και δεήσεις,
βασίλισσα, βασιλική υποταγή,
παραδοχή και παροχή,
συνδιαλλαγή του ανθρώπου
προς τα καθαρό πνεύμα προσφυγή,
προσαρμογή, αρμογή, αρμονία.
Είδα την όψη σου και πίστεψα
στην καινούργια μορφή μου.

*

Θαυμάζω του Κυρίου μου τη δόξα!
Άγγελος ήρθε και μου έβαλε
τη φωνή μέσ’ στα σπλάχνα,
την ομιλία, για να μπορέσω
να μιλήσω, να ζήσω.

Χαρά
της απεριόριστης ζωής μου,
δώρα της πολλής φαντασίας μου,
βοήθησέ με, Κύριε της ζωής
να γνωρίσω το πρόσωπό μου
σ’ όλα τ’ ανθρώπινα πρόσωπα.
Λευκός ο άγγελος της αγάπης,
το φως, που περιέχει τα πάντα χρώματα.
Αγωνίες, αγώνας, να πιστέψω
στην αγάπη, που είναι όλα τα μίση
κι η πάλη μαζί
ενάντια στο θάνατο της ζωής.

Υπομονή της αγάπης
να μπορέσω να συγχωρέσω
την αμαρτία που εγώ φέρνω.
Ο άγγελος της αγάπης φέρνει
το μήλο και το κρίνο,
στην ίδια ανέγγιχτη παλάμη
σύμβολο καθαρό.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Ιωάννου του Βαπτιστού


Michelangelo Merisi da Caravaggio, The Beheading of St John, 1608
Valletta Co-Cathedral, Malta
Πηγή: wikipedia

Ιωάννου του Βαπτιστού

[Ενότητα Εικονίσματα]

Ούτε ακρίδες, ούτε άγριο μέλι αισθάνονταν,
δοκίμαζε τη δυνατή φωνή του
και στην έρημο πορευόμενος,
σ’ ανθρώπους ανάμεσα, έρημος συντηρούμενος,
έβλεπε μόνο το έξαλλο βλέμμα του.

Τον βαστούσε αγάπη έξοχη
προς το αχώρητο του χώρου σημείο.

Κάτι απομεινάρια συναλλαγής με τους ανθρώπους,
κάποια ψιχία συναναστροφής
συγκρατούσαν το σώμα του.
Βέβαια, τον καλούσαν σε συμπόσια,
ίσως από περιέργεια κιόλας,
οι άνθρωποι τον κοίταζαν με περιφρόνηση, όμως
ενδομύχως φοβούμενοι.

Αυτός ήταν σαν να μην άγγιζε τίποτα.
Δοκίμαζε την τροφή και την έχανε,
δοκίμαζε τη συναναστροφή και χάνονταν.
Είχε δεχτεί της σιωπής τη φωνή.

Ηρωδιάς κι η Σαλώμη
πήγαν να ψαύσουν το σώμα του.
Με τροφή ελάχιστη ζει το σώμα,
που το σκεπάζει τρίχινος σάκος,
όμως το αίμα τού έρωτα
αναβλύζει πύρινο απάνω του ένδυμα,
δόξα σχεδόν το σκεπάζει
επώδυνη περιβολή, καυτερή.

Αυτός που τη φωνή του έτρωγε
κι έβλεπε τη φωτιά απ’ το βλέμμα του,
τον εμπόδιζε ακόμα η αφή,
της βεβαιότητας πόθος διάπυρος,
τον πρόδινε η αφή, πιο πολύ
τον παράδινε απ’ τη φωνή του,
που βοούσε στην έρημο.

Πήγε ν’ αγγίξει με το σώμα τον έρωτα,
τον καρπό, τη συναίνεση της ζωής να γνωρίσει.
Όμως είχεν αισθανθεί
της άσπιλης φωνής τη σημασία
κι όταν πήγε να τη λησμονήσει,
την παρουσία του εγκόσμια ζητώντας,
ίσως εννόησε του κόσμου.
του πόθου τής συναλλαγής την δοκιμασία,
δεν βρήκε πουθενά στη συνοδειά.
Πιο μοναχός απ’ τη συνεύρεση βγήκε.

Ο αχός της σιωπής τον περιέβαλλε,
το θαύμα της οδυνηρής μοναξιάς
παρέμεινε άμεμπτο.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Έλεγχος

Έλεγχος

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Επίμονο περίμενε το πρόσωπο.
Η βεβαιότητα επέμενε της σκιάς.
Ήθελα να στραφώ και δίσταζα.
Φοβόμουν το νόημα της παρουσίας μου,
φοβόμουν. Ποτέ δεν το εγνώρισα
εντός μου με τόσην αυστηρότητα.

Τόση προσπάθεια…
Τόσες προσπάθειες, κινήσεις και πάλι
κινήσεις και τούτη τώρα
η βέβαια σκιά της πιο αληθινής κατάστασης.
Την αισθάνομαι καλά,
και δεν τολμώ να στρέψω προς τα εκεί
τη φευγαλέα του σώματός μου όραση.

*

Στέκομαι στο σημερινό καιρό
(της ζωής μου), σα σε κατώφλι οικοδομής
κι έξω κοιτάζω τα ερχόμενα.

Γιατί, γιατί το δρόμο δεν γνωρίζω
της απαντοχής, της καθημερινής ροής,
της συρροής των γεγονότων;
Γιατί δεν ξέρω τίποτα,
όταν τόσο πολύ τα υπάρχοντα αισθάνομαι,
τα μέλλοντα;

Ομίχλη της γνώσης κρυφής,
ω φαντασία των φαινομένων!
Αχλή πυκνώνει γύρω μου, δε βλέπω.
Δε βλέπω, όταν πολύ των πεπρωμένων
αισθάνομαι την τέλεια σημασία,
την ανένδοτη στιγμή.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Για την απελπισία

Για την απελπισία

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Μας έλκει το καταφύγιο
της Απελπισίας, ο δρόμος προς τα εκεί
κι αν είναι οδυνηρός, εκεί
μπορούμε να παραδοθούμε στις υπερβολές,
που μας ανακουφίζουν.
Κι ανακινούμαστε και φωνασκούμε
και κινούμαστε χωρίς να μας καταζητεί
το αποτέλεσμα. Δε στέκετ’ εκεί δα
σαν τιμωρία να μας περιμένει.

Αφού δεν έχουμε δυνάμεις άλλες,
να το φανταστούμε.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Για τις αισθήσεις

Για τις αισθήσεις

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Είν’ οι αισθήσεις μας καλές συντρόφισσες,
που μας κρατούνε συντροφιά καλή
στη μοναξιά μας.
Είν’ η ψυχή μας μοναχή και διπλοκλειδωμένη,
απόξω οι αισθήσεις καρτερούνε
την καλή στιγμή να της γλυκομιλήσουν.
Να μαλακώσουν την ψυχή
και να την πάρουνε μαζί τους,
να τη βοηθήσουνε να κοιμηθεί,
να ησυχάσει και να ονειρευτεί,

ας μη την τυραννήσουν.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Αλληγορία

Αλληγορία

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Περίμεναν οι Καρτερίες.
(Κάπως διαφορετικά τα πρόσωπά τους,
όμως το βλέμμα ίδιο, της αναμονής,
αναζητάει, ζητάει και περιμένει,
υπομένοντας). Στέκονταν στη μεγάλη πόρτα,
την ώρα της γλυκιάς εσπέρας,
ύστερ’ απ’ το μόχτο της ημέρας
κι ήταν συνεσταλμένες οι Καρτερίες,
ήσυχες, σεμνές δεν ήθελαν
να δείξουν πως περιμένουν.
Κοίταζαν το μεγάλο δρόμο
που μάκραινε και χάνονταν,
τόσα φέρνει και κουβαλά
απάνω του άσχημα και καλά
κι όλα καλά γίνονται όταν περνούν
κι απομακρύνονται φευγαλέα, περαστικά
πάνω στο δρόμο που περνά,
μπροστά στο σπίτι τους.

Με βλέμμα ονειροπόλο κοίταζαν
οι Καρτερίες, πώς προχωρούσαν οι σκιές,
έκρυβαν τις κακοτοπιές κι ο δρόμος
υπόσχονταν κάποιαν έλευση θαυμαστή.

Ώσπου εφάνηκε η μυστική Σελήνη,
τις περιέλουσε με το δικό της φως,
τις περιέβαλε με όνειρα και φαντασίες,
πύκνωσε τις μυρωδιές τις καλοκαιρινές.
Μυρωδιά των ελαίαγνων
που παράστεκαν την εξώπορτα,
ευωδιά τής δροσιάς και του χόρτου.
Πύκνωνε ολοένα η σκιά
κι ενώνονταν με το μελένιο φως
και σ’ αυτό μέσα, τότε, πώς
χώνεψαν, χώρεσαν, πώς επροχώρησαν οι Καρτερίες
που περίμεναν, χάθηκαν
στ’ ονειρώδες της σελήνης φως…

Εμείς γυρίσαμε στο σπίτι.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Τοιχοκολλήσεις

Τοιχοκολλήσεις

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Σκιαγμένη ψυχή, σκιώδης, σκισμένη
γιατί τα μυστικά των ανθρώπων
της ζωής περπατούν γυμνά,
μέσα σε ποικίλη οχλαγωγή,
στρώνονται άνομα κρεβάτια.
Αδιάντροπα περπατούν κινήσεις
αναιδείς εκφράσεις ασύστολες.
Έτσι προσφέρονται στους φοβισμένους, κάποτε, ανθρώπους,
που άλλοτε διαβαίνουν αδιάφοροι,
αδιαφορώντας για το μυστικό της ζωής,
μην αντέχοντας την ακέριαν εντύπωση.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Παραφορά

Παραφορά

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Είναι
τα μυστικά λουλούδια,
ακατάληπτα σχήματα τυραννισμένα
χρώματα σχεδόν ανύπαρχτα,
πάνω στο αχνό τούτο σχήμα,
οξύ, κουραστικό αίνιγμα,
όταν η ομορφιά αγγίζει
τα όρια της φρίκης και φοβάσαι,
φοβάσαι πολύ, πως δεν γίνεται
από κει ν’ αποσπάσεις το βλέμμα∙
θα φύγει μέσ’ απ’ το βλέμμα η ψυχή σου,
αναζητώντας τη λύτρωση, την απάντηση
σε τούτη την εμορφιά, την επώδυνη,
την αφύσικη, καμωμένη απ’ όλη τη στέρηση,
την ανθρώπινη επιθυμία,
για την εγκόσμια ζωή
που έχει περάσει σε όνειρο.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Όνειρο

Θάνος Μικρούτσικος & Λάκης Λαζόπουλος, Θυμάσαι
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Ελλάς κατόπιν αορτής (1989))

Όνειρο

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Ένα μεταξένιο μαγνάδι, ακαθόριστο
έπεφτε κάπως βαρύ, βαρύτατο ύστερα.

Γύρευα την αρχή του με το χέρι,
την κάθετην ούγια και το χέρι μου
χώθηκε στο βαρύ, αδιέξοδο ύφασμα.

Τόσο, σε τούτο το εμπόδιο,
ύλη πηχτή! Οι πτυχές πυκνώνουν.
Κάποιο μαχαίρι ζητούσα, για ν’ ανοίξω
τη δίοδο.

Γιατί τούτο το ύφασμα
κολλάει πολύ πάνω στο σώμα,
τυλίγει τη ζωή μου,
δε φεύγει από πάνω μου.

Κάποιο μαχαίρι για να κοπούν
οι Συνήθειες, τα ύπουλα μάγια
που φαίνονται τόσο πολύτιμα,
ίσως ωραία κι είν’ αδυσώπητα.

Όμως, η λεπίδα, καθώς ελπίδα
πήγε να σκίσει το τύλιγμα
το πλεγμένο απάνω μου πλέγμα,
εμπόδιο βρήκε του σώματός μου
την ψυχή και πόνεσ’ επώδυνα
η τομή που έκανα, πολύ.

Για να φύγω έσκισα το ντυμένο
κορμί μου, για να φύγω από κει.
Πέρ’ απ’ της Συνήθειας το ένδυμα,
καθώς καίρια είχα χτυπηθεί
νόμισα, πως θα πέθαινα.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Χαλκογραφίες

Χαλκογραφίες

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

I

Ψες ο φόβος μου ήταν εραστής
φλογερός, τυραννικός.
Άδικη
νύχτα τυράννιας, άδικα
τον παρακαλούσα να φύγει,
να μ’ αφήσει, που σχεδόν τον φοβόμουν
πολύ, με τόση κούραση.
Μου έλεγε λόγια τυραννικά
κι η αγάπη μεγάλωνε μέσα μου,
γινόταν πάθος παράλογο, γινόταν
καημός γεμάτος ζωή.
Πού η δύσκολη ν’ αποκοιμηθεί
ψυχή μου; Ν’ αναπαυτεί ζητούσε,
ζητούσε, ν’ αποδιώξει τους εναγκαλισμούς
γεμάτους έρωτα του φόβου,
που την ήθελε δική του,
γόνιμη με όνειρα και φαντάσματα.

II

Απ’ τους δυο αγγέλους που φτεροκοπούσαν
με φτερά μυτερά,
που έξαφνα γίνονταν χαϊδευτικά,
που έξαφνα με φοβέριζαν
με τις οξείες σκιές τους,
δεν ξέρω,
δεν ξέρω ποιος είχε τα σκοτεινά,
φλογερά εκείνα μάτια;
Απ’ τους δυο αγγέλους, ποιος
ήταν δεν ήξερα ο πιο φοβερός
ο έρωτας ή ο φόβος;

Κι ήμουν εγώ, η ώρα,
η μοναδική που έτρεμε και δονούνταν
μετέωρη κι ήμουν κρυστάλλινη
και συμπαγής στιγμή, που δέχονταν
την πύρινη πνοή και πάλλονταν
έξαλλη κι ήμουν αλλόφρονη,
είχα δυνάμεις μέσα μου παράφορες
κι όμως έξοχες από διαύγεια.
Ήμουν φωτιά και δροσιά,
σαν διάφανη της αυγής σημασία.

Ω, η δοκιμασία εκείνης της πάλης!
Πώς με κυνηγούσαν επιτήδεια
όμως περηφάνια οι λαμπροί άγγελοι,
ο φόβος κι ο έρωτας.

Γιατί, κι οι δυο μαζί
των ανθρώπων οι δαίμονες
υπήρχαν κοντά μου, εναλλάξ
ψιθυρίζοντας τ’ ακατάληπτα λόγια,
που ζαλίζουν την απίθανη του ανθρώπου ψυχή;

Ήθελα να φύγω,
ω αθλιότητα της ανθρώπινης αδυναμίας!
Μετρήσου λοιπόν με της ζωής τις δυνάμεις,
σκιά μου αχόρταστη.
Ποιον παρακαλείς εναγώνια;
Παραδώσου, για να πιστέψεις πως ζεις.
Μη σφαδάζεις ασήμαντο σώμα,
χωρείς μέσα σου
τα πιο υπέροχα σπέρματα.

III

Η Σιωπή, ο Έρωτας κι ο Θάνατος
έγιναν ερμαφρόδιτα σχήματα,
πρόσωπα γίναν ανίκητα, πέτρινα
σχήματα σχεδόν ακίνητα.

Γιατί, γιατί η αγάπη απόστασε
και δεν μπορεί να συγκινήσει
τις πιο άκαμπτες σημασίες;

Γιατί, γιατί η Μοναξιά
έγινε παντοδύναμη παρουσία;
Προφταίνει παντού, τούτη
με πλοκάμους η αδρανής ανησυχία.

Τρεις άγγελοι, ο Θάνατος,
ο Έρωτας κι η Σιωπή έχουν
αποτραβηχτεί απ’ τη συστροφή
των ανθρώπων.
Τους βλέπουν πώς
παιδεύονται δίχως αγγέλους,
δίχως Σιωπή, Θάνατο
δίχως Έρωτα με άπειρη
σημασία
κι αποστρέφονται.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Πόθοι

Πόθοι

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Πόθοι νεανικοί,
σαν πολύ ωραίοι, νεανικοί εραστές,
με άψογη την αγνότητα της ορμής,
μ’ απαράμιλλη περηφάνια κι ευγένεια.

Έσβησαν.
Όπως για κάποιους νέους λεν,
πως ο θεός τούς αγάπησε
και νέοι πεθάναν.
Ίσως να εξαφανίστηκαν δίχως επιστροφή,
κάποιαν ωραία βραδιά,
με πλήρες φως, μελιχρό, της σελήνης.
Η εκδοχή, πως ανίερα χέρια
τους έπνιξαν σε άνομα πάνω κρεβάτια,
σε δωμάτια για φτηνή ηδονή,
-ας την αποτρέψουμε,
τούτη την αποτρόπαια σκέψη.

Τα φαντάσματα που ξανάρχονται
ανήσυχα των πόθων,
πανέμορφα, τραγικά πρόσωπα,
ομολογούν κάποιο έγκλημα,
εν τούτοις.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη