Μανόλης Αναγνωστάκης, Η αγάπη είναι ο φόβος…

Διαβάζει ο ποιητής.

Η αγάπη είναι ο φόβος…

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Επίλογος (από τη συλλογή «Εποχές 3»)

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Οι στίχοι αυτοί
(τραγούδι: Μαργαρίτα Ζορμπαλά / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Επίλογος

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ’ναι οι τελευταίοι
Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι.
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις.
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Αν θυμούμαι…

Αν θυμούμαι…

Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή
Σ’ αλλεπάλληλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση,

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Στους περιπατητές του έρωτα

Στους περιπατητές του έρωτα

στο Γιώργη Κιτσόπουλο

Δεν ξέρω αν πρέπει ν’ αρχίσω με τα κορίτσια ή τα σπίτια.
Σ’ ό,τι θέλω να πω τοπογραφία κι αίσθημα καταλήγουν στο θαύμα.
Το θαύμα αισθητοποιεί μορφές απ’ όσες δεν βλέπουμε,
ανοίγοντας τα μάτια μόνο για τα εφήμερα της ανάγκης και μάταια.

Με το σούρουπο η κόρη καθισμένη στην άσπρη πέτρα,
όπου τώρα το καινούριο σπίτι δίχως κουφώματα κι επίχρισμα,
αγαπώντας πολύ, καθώς δε θα ’μενε να παντρευτεί στη γης,
στον ουρανό σαν σύννεφο σκορπούσε πέρ’ απ’ τα πρόσκαιρα.

Για σας μιλώ εραστές που βγαίνοντας στην ανθισμένη εξοχή,
ακολουθάτε τον δρόμο τον παλιό που η κοινή χρήση εγκατέλειψε.
Σεις ξέρετε πόσο μακριά, πάν’ απ’ όλη της πόλης την έκταση,
μας ταξιδεύει έν’ αρμονικό προς τα γύρω χρώμα εμφάνισης.

Ούτε καν σαν ποιότητα εμφανούς χρώματος, στη μνήμη,
της άλλης κοπέλας της φίλης πώμεινε κι αποκαταστάθηκε,
περισώζεται η πεθαμένη κι αποδίδεται στη σκιά,
η αρχαία επίμονη φήμη για την καλλονή της.

Ούτε καν ο τάφος της με το σταυρό είναι σ’ αυτή τη γη.
Ξενιτεμένη αποχωρίστηκε εντελώς την τακτικιά της θέση,
όπου πολύχρωμα φτωχά χαμόσπιτα και κήποι ανέρπουν,
όπου βαδίζοντας γεμίζετε τις αγκαλιές σας κρίνα.

Ακούστε, στο κάθε χτύπημα πρέπει ν’ αρχίσουμε ν’ ανοίγουμε την πόρτα.
Στοιχειώνει και μένει ακατοίκητο το σπίτι αλλιώς.
Τα θαυμάσια φανερώνονται στα σπλάχνα της γης άμα ανοίγονται.
Αγίων εικόνες σκοτεινές που εις Κύριον απεδήμησαν.

Παρόμοια εικόνα ανευρέθη κάτω απ’ την άσπρη πέτρα,
όταν ησύχασε, απ’ τους μυστηριώδεις νυκτερινούς λιθοβολισμούς
η περιοικία, όπου περιδιαβάζετε αγκαλιασμένοι, με πόθο.
Κρατώντας σαν άπλερο πουλί θερμά το χέρι της αγαπημένης.

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όραμα

Σωτήρης Σκίπης & Γιάννης Σπανός, Άσπρα καράβια
(ερμηνεία: Πένυ Ξενάκη & Γιάννης Πουλόπουλος / δίσκος: Γιάννης Πουλόπουλος, μια φορά θυμάμαι… (1982))

Όραμα

Ελληνικό μες στο γαλάζιο θεώρημα ο άσπρος φλόκος.
Πάνω στην πλώρη ο κασιδιάρης μούτσος συλλογιέται.
Μια όμορφη στη σκότα είναι του τριγκέτου ζωγραφισμένη,
δεν είν’ αυτός που την αγαπά αλλ’ ο Καπετάνιος.

«Μέσα στη λεβέντικη καρδιά του Καπετάνιου με τα μουστάκια,
όλες τις θάλασσες και τους γιαλούς του κόσμου που δεν ξέρω αρμένισα.
Εσύ Αδελφή του Μέγ’ Αλέξανδρου που για τ’ αθάνατο τριγυρίζεις
ακολούθα μας σαν δέλφινας, γιατί ζει και βασιλεύει μα την πίστη μου.

»Από τις Ίντιες εκεί που λεν ότι έφτασε ίσως να γυρνάμε τώρα.
Μπορεί από πλιο μακρύτερα. Ποιο λιμάνι να πρωτοσυλλογιστεί ο νους;
Λαός πολύς παντού μ’ άλλες κουβέντες, που κι ο Καπετάνιος συνεννοόταν φαρσί.
Έχουμε τ’ αμπάρι με πραμάτεια κάργα και ρεγάλα για την όμορφη».

Συχαρίκια παίρνει ο Βίγλαρης και το μπάρκο άραξε.
Στα σοκάκια τον ανήφορο για τη σαστικιά του πάει ο Καπετάνιος.
Ανεβάζοντας από τη θάλασσα έναν κουβά, νίβεται ο Μούτσος.
Αγναντεύει τ’ άσπρο σπίτι της με τις γλάστρες στα παράθυρα.

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εις έν αγίασμα

Εις έν αγίασμα

Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ύπαρξης
τέλος της ύπαρξης βλέπει μόνο η εντροπή,
αυτή κρατά όλη την έννοια της αμαρτίας της αρχικής,
της αιτίας της αποβολής μας από τον παράδεισο.

Δεν ήθελα να πιστέψω στον άλλο κόσμο, όπου αδώνια
ίαμα ρέει πρόσχαρο, καθάριο, πλούσιο το νερό.
Δεν ήθελα την οδό της συνάντησης, όπου το ένα
το χέρι τείνεται σε χειραψία και βρίσκει τ’ άλλο.

Έτσι βλέποντας το τέλος των πάντων εγγύς
έλεγα ότι πεθαίνω, αλλά, μάλλον ντρεπόμουνα,
που ενώ έν’ άξιο μάτι μ’ έβλεπε, δεν άφηνα
με το νερό η βρύση να ποτίσει τη βλάστηση.

Έτσι, όσο κι αν προσπαθούσα, παγώνοντας τα νερά,
τα φυσικά να μιμηθώ φύλλα, πάντα ήμουν βρόμικος,
ο χρόνος μέρα με τη μέρα μέσα μου, σώριαζε
πράγματα, που δεν ήξερα πώς να τ’ αποβάλλω.

Αυτή ’ναι η ουσία της ακαθαρσίας που ντρεπόμαστε.
Ούτε τώρα μιλώ, αλλά τ’ ακούω εύγλωττα τη σιωπή μου
με τη μετακίνηση τριγύρω από το σώμα μου,
των νερών της πηγής όπου βυθίζομαι.

Αγίασμα Χριστιανικό, αρχαίας Νύμφης επώνυμο,
στους δαιδαλώδεις δρόμους της χώρας καταμεσής,
χάρις σου ανακτώ την υγεία μου την ψυχική,
μετ’ έναν θάνατο εικονικό, διώχνοντας την ντροπή.

(12 Μαρτίου 1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Δάκρυα των ματιών

Δάκρυα των ματιών

Η λίμνη της παραμυθένιας Καστοριάς (με τους γουναράδες,
με τις εκκλησίες σαν κοσμηματοθήκες, με τ’ αρχοντικά)
όλ’ η έκταση του νερού πο’ ’χει ο ποιητής μπρος στα μάτια του,
αγναντεύοντας μαρμαρωμένος απ’ τ’ Απόζαρι, το Τειχιό και το Απόσκεπο,

Όλο το νερό ίσαμε τα καλάμια και την εκκλησιά του Δισπηλιού,
που φαίνεται απ’ τα παράθυρα του γέρ’ οπλαρχηγού στον Ντουλτσό,
το νερό π’ απ’ τον Αϊ-Θανάση στην κορφή του βουνού της Χελώνας,
βλέπει ο χριστιανός ν’ αποκόβει το Μακροχώρι και το Παλιόρεμα,

η λίμνη έως πέρ’ απ’ την άκρη της Παναγιάς της Μαυρώτισσας,
γέμισε από τα δάκρυα ενός που τίποτα δεν έκαμε σωστό.
Όταν λιωμένος μέσα στα δάκρυα, ώστε να μοιάζει σαν αντάρα,
είδε αυτός πως πάλι με την αλμύρα τους κάμαν τ’ ανάποδο,

δίνοντας νερό ακατάλληλο για τ’ άλλα ψάρια και το γουλιανό,
για τη βοσκή των αρχοντοκόριτσων πουλιών της λίμνης,
ανέβηκε σ’ ένα ψηλό καμπαναριό και βάλθηκε να σημαίνει.
Γλυκός τόσο ήταν ο αχός της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης,

ώστε κάθε φορά, που άγγιζε το γλωσσίδι το χυτό μέταλλο,
χυνότανε κι ένα τσουβάλι ζάχαρη για να γλυκάν’ η λίμνη.
Τη γλύκα τούτη γεύονται εκείνοι π’ αναπαύονται, πέρα στ’ αμπέλια,
«τόση γλύκα μόν’ η αγάπη μπορεί να ’χει που τη ζητούσα κι άλλαξα».

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Οι θύρες

Οι θύρες

Κρούω και τούτη τη θύρα.
Ο σιωπηλός θυρωρός υποκλίνεται,
τραβώντας το μάνταλο πρόθυμος.
Και πίσω μου πάλιν ακούγεται
ο τελευταίος ασπασμός των θυρόφυλλων.

Κι άλλη μια θύρα, κι ακόμα μιαν άλλη.
Το ίδιο ανοίγονται πρόθυμα,
το ίδιο στριγγλίζει το μετάλλινο φίλημα.

Πόσες θύρες να ’χω τάχα περάσει
στον απέραντο τούτο διάδρομο;
Πόσα φράγματα εγκάρσια,
στην επάλληλη διαδοχή τους,
έκλεισαν πίσω μου;

Οι γυμνοί τοίχοι παράλληλοι τρίβουν
την παγωμένη τους ράχη
στης ανοιχτής μου παλάμης το ψάξιμο.

Κρυώνω. Και χτυπώ την επόμενη θύρα.
Κρυώνω. Και χτυπώ την επόμενη.

«Τῷ κρούοντι ανοιγήσεται».

Όμως δεν αρκεί
της θύρας μονάχα το χτύπημα.
Δεν αρκεί του σιωπηλού θυρωρού
η πρόθυμη υπόκλιση.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η πολιτεία

Μιχάλης Μικελής & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Μεθυσμένη πολιτεία
(τραγούδι: Άννα Βίσση / δίσκος: Ναι (1980))

Η πολιτεία

Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα.
Κοιμητήρι μ’ επάλληλους
πολυώροφους τάφους νεκρών,
που ροχαλίζουν.

Πόσοι τάχα μπορούν ν’ ακούσουν,
στο βαρύ τους ροχάλισμα,
της περιπόλου τα βήματα;

Εφτά στρατιώτες περνούνε.
Εφτά στρατιώτες σημαίνουν
τις καρδιές των νεκρών,
που δεν έχουν ακόμα πεθάνει.

Ο πρώτος είμαι εγώ.
Ο δεύτερος πάλιν εγώ.
Το ίδιο κι ο τρίτος κι ο τέταρτος.
Κι ο πέμπτος κι ο έκτος κι ο έβδομος.

Με δεκατέσσερα πόδια βαδίζω,
με δεκατέσσερα χέρια κρατώ
τα εφτά τουφέκια,
που μπορούν να ραγίσουν
των κοιμισμένων το τύμπανο.

Ένας σ’ εφτά θώρακες μέσα.
Ένας μ’ εφτά ζώνες ζωσμένος.
Περιφέρομαι τούτη τη νύχτα,
σαν πολύποδο έντομο,
πάνω στο ιδρωμένο πρόσωπο
της Πολιτείας, που ροχαλίζει.
Περιφέρομαι,
γαργαλώντας τη στο ρουθούνι,
γαργαλώντας
την κοιμισμένη της συνείδηση.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η ελεγεία των αδελφών (ΙΙ)

[Ενότητα Η ελεγεία των αδελφών]

Η ελεγεία των αδελφών

ΙΙ

Όταν βγαίνω το βράδυ στο ξάγναντο τούτο,
να προσμείνω τ’ αδέρφια μου νά ’ρθουν που φύγαν,
των βημάτων σου ακούω το περπάτημα
στο ρυθμό των δικών σου βημάτων.

Όταν μέσα στη νύχτα τ’ αδέρφια μου κράζω,
που το ξέρω πως πια δεν μπορούν να μ’ ακούσουν,
στην καρδιά μου η πικρή παρηγόρια μου μένει,
πως τουλάχιστον εσύ να μ’ ακούσεις μπορείς.

Είσαι η σκεπή, που στεγάζει το σπίτι.
Είσαι η φωτιά, που πηδάει μες στο τζάκι.
Ο λύχνος, που τρώει το σκοτάδι.

Όμως δίχως τ’ αδέρφια μου είναι άδειο το σπίτι.
Είναι άδειο, είναι άδειο το σπίτι, Θεέ μου,
δίχως τ’ αδέρφια μου, που έχουνε φύγει,
το ματωμένο κρατώντας μαχαίρι.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Ζωή Καρέλλη, Ενδυμίων

Ενδυμίων

Η Σελήνη αγάπησε τον Ενδυμίωνα,
ίσως γιατί αποκοιμήθηκε αυτός
τον γλυκόν ύπνο βαθιά.
Δεν θα ταράξει με λαμπρές κινήσεις
κι απότομες των νέων ανθρώπων,
την εμορφιά του προσώπου της,
ησυχία σχεδόν παγερή.
Ο νέος που κοιμάται ευτυχής,
δεν θα φοβηθεί την Κυρά της Νύχτας,
με το αργυρό, άσπιλο πρόσωπο, λείο
και την άχρονη ηλικία, άχροη
την παντοτινή της παρθενικότητα.

Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Επιτάφιος [Θυμούμαι του μόχθου της σποράς την εποχή…]

Θυμούμαι του μόχθου της σποράς την εποχή
Σέρνει το αμαξάκι της η βροχή
Η ομίχλη ανάβει τις λάμπες
Ναυάγια πνιγμένα αστέρια
Μες στις καμπάνες θαμμένοι αποχαιρετισμοί

Μα κάπου ένας άνεμος
Αναδεύει τα φρύγανα

Εκείνοι που χλεύασαν το φως
Χάθηκαν κάτω από τη γη

Εκείνες που έκλαιγαν
Νιώθουνε μέσα τους ν’ αναρριγεί
Το βλέφαρο της χαραυγής

Κάποια ρωγμή ουρανού
Χείλη κρεμασμένα
Που ονειρεύονται ρυάκια

Ανθίζουν κιόλας οι σταυροί

Τα φωτοστέφανα έκρυψαν
Μέσα στο χιόνι τα δάκρυά τους

Και τι θα πείτε για τις λεμονιές
Και τι θα πείτε για τα πορτοκάλια
Όταν φορέσουνε τα γιορτινά τους τα Χριστούγεννα

Μάγοι κι αρνάκια
Θα ξανασμίξουν τα χνώτα τους
Για να ζεστάνουν το άστρο
Πάντα ίδιο
Και πάντα καινούριο
Που τώρα κείτεται νεκρό

Από τη συλλογή Επιτάφιος (1951) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Πάνος Θασίτης, Νυχτερινό (από τη συλλογή «Δίχως κιβωτό»)

Νυχτερινό

Είμαστε δυο άνεμοι νυχτερινοί
Πουθενά πάνω σ’ εμάς δε βρίσκεται ένας δρόμος
Ένα τέλος μια αρχή ένα σχήμα

Υποθέτοντας τους εαυτούς μας αγαπιόμαστε
Για τον τρόμο και τον ίλιγγο του αγνώστου μας
Για τη μοναχική συνάντησή μας πέρ’ απ’ το χνούδι του Κόσμου.
Αγάπη μου
Σεισμέ του νου μου.

Από τη συλλογή Δίχως κιβωτό (1951) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Πάνος Θασίτης, Μόνο τα μάτια σου

Μόνο τα μάτια σου

Τούτη τη νύχτα της σιγής και της απελπισίας
μέσα στους κύκλους τους σφιχτούς της φυλακής,
μόνο τα μάτια σου είναι δρόμος,
μόνο τα μάτια σου,
μόνο τα μάτια σου όπου γνώρισα το χάος της ελευθερίας.

Από τη συλλογή Δίχως κιβωτό (1951) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Φαίδων ο Πολίτης, Ο πιο ενδεδειγμένος

Ο πιο ενδεδειγμένος

Το σταυρωμένο σαν αντίκρισα
πάνω από κείνο το κρεβάτι,
παραξενεύτηκα
κι ίσως και να ταράχτηκα λιγάκι,
αν και πιστός δεν είμαι.
Θυμούμαι, τον ερώτησα
σαν τι άραγε τούτο να σημαίνει.
Μου απάντησε θλιμμένα
πως, σαν Αυτός γυμνόν δεν τον ιδεί,
τότε ποιος θα ’ταν πιο ενδεδειγμένος;

Από τη συλλογή Σαχάρα – In memoriam (1951) του Φαίδωνα του Πολίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φαίδων ο Πολίτης

Φαίδων ο Πολίτης: A dive (Πνιγμός)

A dive

He said, he did not love her.
That was not all he said
but that was all that mattered.

Her little cosmos ruined.
She took her steps
to the nearest bar
and there drank herself drunk.

Then she gave herself
to the first sailor she met.
«What’s the idea lady», he said
when he found she was a virgin.

When he went away,
her steps more unsteady than ever,
she dived in the Thames.

Πνιγμός

Είπε πως δεν την αγαπούσε.
Δεν ήταν μόνο αυτό που είπε,
όμως αυτό ήταν που ’χε σημασία.

Ο μικρός της κόσμος ρημάχτηκε.
Σύρθηκε στο πιο κοντινό μπαρ
κι έγινε σκνίπα στο μεθύσι.

Ύστερα παραδόθηκε
στον πρώτο ναύτη που συνάντησε.
«Τι πράμα είσαι συ!» της είπε
σαν είδε πως ήταν παρθένα.

Όταν εξαφανίστηκε κι αυτός,
τότε κι εκείνη
τρεκλίζοντας όσο καμιά άλλη φορά
έπεσε μες στον Τάμεση.

μετάφραση Ντίνου Χριστιανόπουλου

Από τη συλλογή Σαχάρα – In memoriam (1951) του Φαίδωνα του Πολίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φαίδων ο Πολίτης

Φαίδων ο Πολίτης: I know… (Ξέρω…)

I know…

I know,
you want more,
I want more.

But,
is this a reason to squander
the treasures we already got,
running after visions
which rarely materialize,
running after unknown gods
who will most probably fail us?

I know,
it is probably monotonous.

But,
let us stick by each other,
let us stick in each other,
let us never part again.

Ξέρω…

Το ξέρω: θέλεις πιο πολλά.
Κι εγώ θέλω πολλά. Ωστόσο
είναι αυτό λόγος ν’ ασωτέψουμε
τους θησαυρούς που αποχτήσαμε
τρέχοντας πίσω από οράματα
που σπάνια πραγματοποιούνται,
τρέχοντας πίσω από άγνωστους
θεούς, που ίσως μας γελάσουν;

Το ξέρω: είναι μονότονο ίσως∙ όμως
ας ενωθούμε ο ένας με τον άλλο,
ας ενωθούμε ο ένας μες στον άλλο
κι ας μη χωρίσουμε ποτέ ξανά.

μετάφραση Ντίνου Χριστιανόπουλου

Από τη συλλογή Σαχάρα – In memoriam (1951) του Φαίδωνα του Πολίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φαίδων ο Πολίτης

Φαίδων ο Πολίτης, Κι όμως

Κι όμως

Κι όμως, δεν θα σ’ ονόμαζα ποτέ ντροπή,
δεν θα σ’ ονόμαζα ποτέ καταισχύνη,
γλυκέ μου έρωτα, που απρόσκλητος ήρθες
και στην καρδιά μου έφερες θαλασσοταραχή.

Δεν θα σ’ ονόμαζα ποτέ ντροπή.
Η άνοιξή σου είναι τόσο αγνή,
τόσο γεμάτη φρεσκάδα και ήλιο
τόσο γεμάτη γοητεία και χάρη,
τόσο ανυποψίαστη για τη θνητή της μοίρα,
που ώρες ώρες με κάνει κι απορώ…

Από τη συλλογή Σαχάρα – In memoriam (1951) του Φαίδωνα του Πολίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φαίδων ο Πολίτης

Γιώργος Βαφόπουλος, Το δάπεδο

Το δάπεδο

Άσπρα και μαύρα πλακάκια,
σ’ εναλλασσόμενη τάξη,
την επαφή των βημάτων μου δέχονται.

Στο διορισμένο μου δάπεδο τούτο
παίζω σαν ένα παιδί,
προσπαθώντας μονάχα
στις λευκές να πατώ επιφάνειες.

Δύσκολη άσκηση, ακροβασία περίτεχνη.

Κάποτε χάνω του σώματος
την ισορροπία.
Κάποτε χάνω του πνεύματος τον υπολογισμό.

Και μπερδεύεται τότε
των βημάτων μου η τάξη.
Και πλανημένο το πέλμα μου,
παραπατάει στα μαύρα πλακάκια.

Πρέπει πάλι ν’ αρχίσω
απ’ την αρχή το παιχνίδι.
Πρέπει ν’ ασκήσω το πνεύμα μου
στην τέλεια ακροβασία.

Όμως αρχίζοντας πάλι και πάλι,
το αποσταμένο μου πνεύμα
περιδινείται σε ιλίγγου στροβίλισμα.

Και του δαπέδου ο ακίνητος δίσκος
περιστρέφεται μ’ ένταση.
Και των χρωμάτων συγχέεται
η εναλλασσόμενη τάξη.

Των αισθήσεων σύγχυση.

Κι όπως ένα παιδί,
που του χαλούν το παιχνίδι,
κι όπως ένα παιδί,
που η υπομονή του εξαντλείται,
τρέχω με πείσμα,
τσαλαπατώντας
του δαπέδου την τάξη.
Με το πέλμα σκουπίζω
τις γραμμές που χωρίζουν
τα λευκά και τα μαύρα πλακάκια.

Και ξαπλώνομαι χάμου,
με βουρκωμένο το πνεύμα μου,
και ραντίζω με δάκρυα
τη συντριμμένη μου πίστη.

Πόσο με κούρασε η επίμονη άσκηση.
Όμως τώρα πια βλέπω
φανερά τι σημαίνει
του δαπέδου το γύρισμα.

Τώρα βλέπω το νόημα
της συνουσίας των χρωμάτων.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951) του Γ. Θ. Βαφόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Ζωή Καρέλλη, Έμπνευση


William-Adolphe Bouguereau, Inspiration, 1898
Πηγή: wikipedia

Έμπνευση

Επίμονο χάδι, πνοή
μουσική τού επίμονου λόγου
η συντροφιά μυστική συνοδεία,
τούτος ο έρως του λόγου, ρυθμός,
δοκιμασία και παρηγοριά μαζί,
με κάνει παράφορα έξαλλο.

Επίμονη μια καθαρή μυρωδιά,
δίχως μυρωδιά φλοίσβος,
ροή νερού, άσπιλη.
Σαν διαμάντι απίθανο, ψυχρό,
που αστράφτει ψυχρά, δυνατό,
αίσθημα δυνατό.

Κρυστάλλινη μοναξιά, έκσταση
μύχια η μοναξιά τότε,
είναι ακτινοβολία της ψυχής
αβάσταχτη έπαρση, σαν
δυστυχία έκθαμβη, πόνος
ερωτικά απαράμιλλος.

Ω του λόγου αγάπη περίκαλλη,
ο μονάχος άνθρωπος,
όταν σε γνωρίσει,
ξεπερνάει την ιδέα της ύπαρξης.

Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη