Σαράντος Παυλέας, Τα κοιμητήρια των μικρών θαλασσινών χωριών

Τα κοιμητήρια των μικρών θαλασσινών χωριών

«… Το πλοίο ονειρεύτηκε ένα καινούριο ωκεανό…»
Ρωξάνη Παυλέα

Εκείνα τα κοιμητήρια στα πολύ μικρά χωριά
σχεδόν ήταν άφρακτα κι ήταν σα ν’ αφήναμε
τη θάλασσα έτσι όπως ήταν
τόσο κοντά στα κύματά της
σα να φώναζαν τους θαλασσινούς μας
ναυτικούς, σα να θέλαν να τους άρπαζαν
σαν να τους ζητούσαν επίμονα αφρισμένα∙
δε σταματούσαν, πολύ κοντά τους έφταναν
σα να τους ζητούσαν, σαν να τους έπαιρναν
τους πεθαμένους, σα να τους σήκωναν
από τον παντοτινό τους, σαν να τους ξυπνούσαν τον ύπνο
έτσι όπως ήταν ενταφιασμένοι κοντά, πολύ σιμά
οι θαλασσινοί μας στα μικρά τους χωριά
στην κάποτε την αγαπημένη τους
των ταξιδιών τη θάλασσα.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Σαράντου Παυλέα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευθύνη (τεύχος 343, Ιούλιος 2000).

Πηγή: http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Euthini/343/5.html

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το τραγούδι του όρθρου (Ι)

[Ενότητα Το τραγούδι του όρθρου]

Ι

Ω νύχτα πόσες φορές δεν κατεβήκαμε
μέχρι το τελευταίο σκαλί την άβυσσό σου!
πόσες φορές δεν είχαμε μια δέηση στα μάτια,
μια φλόγα που άναβε τα βλέφαρα!
όρθρε, γλυκύτατε όρθρε της χαράς
πόσες φορές δεν πλάσαμε μες στα θεμέλια της νύχτας τ’ όνειρό σου!

Χαμογέλασε πάνω από τα ποτάμια μας.
Φώτισε το σκοτάδι μας μ’ ένα πάμφωτο λύχνο,
άγρυπνες για σένα κρατούσαμε την ακοήν την όρασή μας.
Χτύπησε τις βασανισμένες μας πύλες και θα σ’ ανοίξουμε,
αλαφροπάτησε τα σκαλοπάτια μας να βγούμε να σ’ υποδεχτούμε.
Γίνε περιστέρι μ’ ένα κλωνάρι της ελιάς στο ράμφος του,
να σ’ ιδούνε τα παιδιά μας να γελάσουνε,
να σ’ ιδούν τα κορίτσια μας να τραγουδήσουν!

Από τη συλλογή Η συμφωνία της χαράς (1950) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το τραγούδι της νύχτας (VΙ)

[Ενότητα Το τραγούδι της νύχτας]

Αστραπές πελώριες πλανιώνται στους αιθέρες
και σε κάθε δευτερόλεπτον ανασασμό τους
τραγουδούνε οι ουρανοί με τους χρυσούς θρόνους!

Α πώς καίνε τα πυρωμένα χαλίκια τα πόδια μας
γιατί κάθε πέτρα είναι κι απ’ ένα φλογερό πάτημα θεών,
κάθε μόριον από χώμα κι ένας θυμός που καπνίζει.

Α ποιες ανομίες κοχλάζουνε στους κόσμους,
κι οι πούλιες βρέχουνε τα κορμιά μας με το χώμα τους.
Α ποιος άνεμος της οργής τα βήματά μας κρατάει
εδώ κάτου στους πυθμένες της κόλασής μας,
όπου τα δέντρα έχουνε μια βαριάν ηλικία,
και τα πουλιά γυρεύουνε την πατρίδα τους μες στον ερειπωμένον αέρα!

Πάνω από τους βράχους που χτυπάει ο πληγωμένος πάταγος των φτερών μας,
πάνω από τα αιώνια ακρογιάλια που χαίρονται τους κεραυνούς της Εκδίκησης
πάνω από σκοτεινούς γκρεμούς υψώνουμε τα χέρια μας προς το φως της ημέρας!
Ω καθαρτήρια φωτιά, στερεόν ένδυμά μας
καθαρτήρια φωτιά, χίλιες φορές σε λατρεύω!

Από τη συλλογή Η συμφωνία της χαράς (1950) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το τραγούδι της νύχτας (Ι)

[Ενότητα Το τραγούδι της νύχτας]

Ι

Περπατούμε κάτου από τις πυκνές οροφές των καπνών
ο ήλιος είναι ντυμένος στάχτες, σάρκες κι ερείπια,
και τ’ άλογα χλιμιντρίζουν στους κάμπους!…
Ποιος θα πάρει στα χέρια του τ’ αλέτρια για να σπείρουμε τα χωράφια;
Ποιος θα χαλάσει την δυναστεία του χαλκού;

Ο θρήνος των ανθρώπων λογχίζει τον ήλιο,
Κύριε, σώστε τον πλανήτη μας!
Πήραμε τα μονοπάτια της αλεπούς,
κοιμηθήκαμε μαζί με τ’ αγρίμια στις οπές της γης!
Είμαστε άνθρωποι, Κύριε, άνθρωποι, άνθρωποι,
δεν είμαστε η λάσπη των δρόμων σου
για να μας πατάς με τις μπότες της κραταιότητάς Σου!

Φυτέψαμε τ’ αμπέλια μας και δεν τα τρυγήσαμε,
τα μεγάλα μας παιδιά πήγανε στον πόλεμο
και μείνανε μια φούχτα άσπρα κόκαλα,
οι γέροι μας καθίσανε στα χειμωνιάτικα πάρκα
μ’ ένα κόκκινο γαρύφαλλο στην καρδιά!

Κάνε μας ν’ αναστηθούμε μ’ ένα σώμα καινούργιο,
με νέα μόρια στο μυαλό, στην καρδιά και στα νεύρα
Χτύπησε τις σάλπιγγες της αγάπης…
γιατί οι νύχτες περπατούνε με χάλκινες ενδυμασίες.
Φτάνουν πια οι βροντές των καταποντισμών σου!
Αδέρφια, χτυπήστε τις σάλπιγγες της χαράς!

Από τη συλλογή Η συμφωνία της χαράς (1950) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Χρώμα και ουσία

Χάρις Αλεξίου, Προσευχή (δίσκος: Οδός Νεφέλης ’88 (1995))

Χρώμα και ουσία

Παλάμη του δημιουργού είν’ ο Ήλιος,
πλαγιάζοντας, ταυτόχρονα παραμένει ξύπνιος,
κι εξισορροπεί την αλήθεια του σχήματος,
τους βυθούς με τα υπερύψηλα.
Εκεί, ανάμεσα στις δυο ποιότητες των αποστάσεων,
τανιέται η ζωή και το δάσος,
το γυμνό σώμα της γης και οι στέγες,
οι ορισμοί της φύσης και του άνθρωπου,
η νομοτέλεια των κάστρων και οι πτυχές των αιώνων.

Ψαράς, μαθητεύοντας στη σιωπή,
αγρεύω την υπομονή
στων νερών τ’ ανακάτωμα,
και κοιτώντας τα σύννεφα
υποπτεύομαι την φωτιά της καρδιάς,
που θερμαίνει τη χύτρα γεμάτη
γάλα των κοπαδιών.

Χτες βράδυ, όπως κάθε φορά,
που εξαντλώντας τους αριθμούς,
αρθρώνω την προσευχή μου.

(4 Ιουνίου 1950)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όρθρος

Όρθρος

Μη φοβόσαστε που ξημερώνει,
έχουμε την καλή ελπίδα στην καρδιά μας.
Ας είναι οι δρόμοι έρημοι από ανθρώπους,
θ’ ακουστούν όλες οι φωνές της ημέρας.

Μην αναστενάζεις που ο μόχθος έχει πολλές ώρες,
το κάθε βάρος τ’ αλαφρώνει η συντροφιά,
ένα μάτι που προβάλλει απ’ τη συννεφιά,
η καλή ελπίδα πο’ ’χουμε στην καρδιά.

Ακούς πώς πάλλεται σαν καμπάν’ από φως,
διώχνοντας τα σκοτεινά φαντάσματα,
προσκαλώντας τον εργάτη στην οικοδομή,
η καλή ελπίδα που ’ναι στην καρδιά.

Τρέξτε πρόθυμα με το δίχτυ της ζωής,
στη θάλασσα με τις λαχτάρες που σιωπούν,
κάτι από τον ήλιο π’ αναλιώνει στα νερά,
θ’ ανέβει απάνω η ελπίδα της καρδιάς.

(περιοδικό «Μορφές», 1950)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νικηφόρος Βρεττάκος, Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα στους αιώνες των αιώνων,
έναν κήπο να περπατάς, ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μη σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς τους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω τ’ όραμά σου πάνω σ’ όλους τους λόφους
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις φούχτες σου
των παιδικών ματιών σου το νερό στους αιώνες των αιώνων!

Από τη συλλογή Τα θολά ποτάμια (1950) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί· μαζεύω
με το σπασμένο χέρι μου ό,τι έμεινε απ’ τον ήλιο
να σου το στείλω να ντυθείς. Έμαθα πως κρυώνεις.
Την πράσινή σου φορεσιά να τη φορέσεις τη Λαμπρή.
Θα τρέξουν μ’ άνθη τα παιδιά, θα βγουν τα περιστέρια
κι η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γιομάτη αγάπη.
Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δέντρο θέλεις.
Μ’ ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου.
Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως. Τ’ ακούς; Να ’ρθεις!

Από τη συλλογή Τα θολά ποτάμια (1950) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Γράμμα (στον άνθρωπο της πατρίδας μου)

Γράμμα (στον άνθρωπο της πατρίδας μου*)

Απαντώ στη σιωπή σου μ’ ένα φως ήρεμο· όσο και να ‘ναι
σαν τον Ατλαντικό οι στιγμές μου ταραγμένες
όσο κι αν η καρδιά στα βάθη μου χορεύει όπως μια φλόγα
φωτιάς, το αίμα μου καίγεται σαν ένα μακρύ δάσος
σε μιαν απέραντη πλαγιά – όσο κι αν ένας όμορφος
ήλιος βασίλεψε, σου γράφω. Αν όχι τίποτε άλλο,
σ’ ένα μικρό φύλλο χαρτιού σού γράφω και σου στέλνω
το παιδικό μου αλάβωτο χαμόγελο σαν ένα
φεγγάρι μέσα σε μια στέρνα.

Έχεις το έλεος. Πάνω σου το βλέμμα του Θεού.
Έχεις την εύνοια των πρωινών του. Μη με μαρτυρήσεις
Και προπαντός να μην του ειπείς πως μ’ εγκατέλειψεν η ελπίδα.
Καθώς κοιτάς τον Ταΰγετο σημείωσε τα φαράγγια
που πέρασα, και τις κορφές που πάτησα, και τα άστρα
που είδα. Πες τους από μένα, πες τους απ’ τα δάκρυά μου
ότι επιμένω ακόμα πως ο κόσμος
είναι όμορφος!

Κι αν σκίστηκε
το χώμα μου στα δύο, κι αν χάσκει η ύπαρξή μου
σαν ένας τοίχος ανοιγμένος κάτω απ’ την κοιλιά
μιας φορτωμένης καταιγίδας,
πες τους πως σου στέλνω
το παιδικό μου αλάβωτο χαμόγελο σαν ένα
φεγγάρι μέσα σε μια στέρνα.

Κατά μήκος του ποταμιού
που κατεβαίνει στην κοιλάδα,
δίπλα στις λεύκες που σου νανουρίζουν
τη λύπη, γράψε στο νερό
τ’ όνομά μου: Ελπίδα.
τ’ όνομά μου: Αγάπη.
τ’ όνομά μου: Σιωπή.

Τάραξε πάλι το νερό.
Σβήσε τα ίχνη μου πάλι.
Πες τους πως είμαι ένας ελεύθερος άνεμος που γυρνά
μέσα στο μέλλον. Πως σε κάθε δέντρο έχω δεμένο
κι από ένα χρυσοσέλωτο άλογο. Πες τους πως
εγώ κι ο ήλιος είμαστε πάντοτε σε πορεία.
Πως όταν κάθε Κυριακή ντύνομαι τις ελπίδες μου
γιομίζει καθώς περπατώ ο κόσμος.
Εσύ, έτσι πες τους.
Πως δε σου ‘γραψα τίποτα. Πως σου ‘στειλα μονάχα
το παιδικό μου αλάβωτο χαμόγελο σαν ένα
φεγγάρι μέσα σε μια στέρνα.

* Τίτλος πρώτης δημοσίευσης

Από τη συλλογή Τα θολά ποτάμια (1950) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Περιστατικό στην Αθήνα

Μάνος Χατζιδάκις, Συνέβη στην Αθήνα (τραγούδι: Νάνα Μούσχουρη, 1961)

Περιστατικό στην Αθήνα

Το σπίτι ήταν μονόπατο, με κήπο,
και το δωμάτιο ζεστό· το ραδιόφωνο
έπαιζε μια γλυκιά, απαλή μουσική.
Ήπιαμε τσέρυ, μου ’δειξε φωτογραφίες.
Ύστερα, βλέποντας τα λασπωμένα μου άρβυλα
και την τσαλακωμένη μου στολή,
«Σεις είσθε χάλια», μου είπε, «επιτρέψτε μου
να σας περιποιηθώ».
Πήρε τη χλαίνη και μου την ξελέκιασε
μ’ ένα πανί και με λίγη βενζίνα·
πήρε τα ρούχα και μου τα σιδέρωσε
με το μικρό ηλεκτρικό του σίδερο·
πήρε τα άρβυλα και τα ’βαψε με προσοχή.
Κι εγώ τον κοίταζα με τι λεπτότητα
τακτοποιούσε το χιτώνιό μου,
με τι φροντίδα μού καθάριζε τα ντοκ.
Δεν του ’πα ευχαριστώ, μόνο τον ρώτησα
σαν έφτασε η στιγμή, κοφτά: «Τι δίνεις;»
Δαγκάθηκε· με κέρασε ακόμη μια φορά
κι ύστερα μου άνοιξε διακριτικά την πόρτα.

Η άρνηση είναι το χειρότερο, σκέφτηκα τότε.

Από τη συλλογή Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Πηγή: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα (εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη, 2004)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Σοδομίτες


John Martin, The Destruction of Sodom and Gomorrah
Πηγή για τον πίνακα: wikipedia

Σοδομίτες

Αν μια χορδή μονάχα στην καρδιά σας
δεν είχε σπάσει, όμοια με τις άλλες,
κι απέμενε για να ξυπνάει κάποτε
την τρυφεράδα μες στις πρόστυχές σας νύχτες,
τότε κι οι άγγελοι θα φρόντιζαν για σας,
σαν τις καλές μητέρες, ν’ απαλύνουν
τον πόνο σας, και θα ’τρεμε το χέρι τους
όταν θα ράντιζαν τα σπίτια σας με θειάφι,
και το δαυλί θα πέρναγε από χέρι
σε χέρι, τι κανενός δεν θα το πήγαινε η καρδιά. Όμως
τώρα που δεν αφήσατε κανένα
έφηβο αγνό στη γειτονιά σας, κι όλους
τους μελαψούς, με τη σκληρή ομορφιά, τους κάνατε
θεούς και τρέχετε μαζί τους, για μια νύχτα,
στα Γόμορα με τα φτηνά τα πανδοχεία,
σαν ποια καρδιά να σπλαχνιστεί την πώρωσή σας;

Οι τρεις ωραίοι νέοι, που ζητάτε,
σα λυσσασμένοι κάτω απ’ το μπαλκόνι μου,
να τους ριχτείτε μόλις σας ανοίξω,
αν ξέρατε γιατί ήρθαν, θε να τρέχατε
έντρομοι στις γυναίκες σας, που τις στερήσατε
χρόνια την ευτυχία να γίνουνε μητέρες.
Οι τρεις ωραίοι νέοι που τιμήσαν
το σπίτι μου, στα γαλανά τους μάτια
φέρνοντας κάτι απ’ την ουράνια ομορφιά,
ήρθαν για μένα, τον αγνό, που είκοσι χρόνια
έζησα μες στη στέρηση κι ολοκληρώθηκα
μέσα στην προσμονή.
Οι τρεις ωραίοι νέοι, που απειλείτε
να με κορώσετε αν δεν σας τους δώσω,
αυτοί θα σας κορώσουν· γιατί, αλήθεια, πού ακούστηκε,
το κάλλος τους τ’ αγγελικό να σπιλωθεί
από τα χέρια σας τα διεστραμμένα;

Βλέπω
το Θεό στο κάθε άστρο να μοιράζει
κι από μια φλόγα, κι η αυγή δε θέλει
πολύ για νά ’ρθει ακόμα.
Ποιος σας φταίει;
Σεις δεν κρατήσατε ούτε τα προσχήματα
που, όσο να πεις, κάτι δίνουν κι αυτά.

Από τη συλλογή Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Πηγή: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα (εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη, 2004)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος