Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το καλεντάρι

Γιάννης Ρίτσος & Νίκος Μαμαγκάκης, Έφυγες
(τραγούδι: Μαρία Δουράκη / δίσκος: 11 Λαϊκά Τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου (1972))

[Ενότητα Προσφορά]

Το καλεντάρι

Ιδού, επέστη το πλήρωμα
του τρίτου έτους
της ουρανίας σου
μεταστάσεως.

Των γλυκών σου ενθυμίων
την πυξίδα μ’ ευλάβειαν ανοίγω.

Αγιότητος άρωμα,
του μαρτυρίου σου μόσχος,
στο κελί της μονώσεώς μου
διαχέει την θείαν ουσία του.

Ταπεινών ενθυμίων αντίκρυσμα.
Ευλαβής δακρύων σπονδή.

Ιδού, ανασύρω το λεπτό σου θερμόμετρο,
σε υποθερμίας βαθμό
σταματημένο.
Ιδού, εγγίζω
με τρέμοντα δάκτυλα
το φτωχό σου χτενάκι,
των μαλλιών σου χαλινάρι γλυκό.

Αλλά το δακρύρρυτο βλέμμα μου,
σ’ ευλαβείας αχλύν τυλιγμένο,
σταματά στο μικρό καλεντάρι,
όπου το βλέφαρο
της τελευταίας σου εγκοσμίας ημέρας
εκοιμήθη βαρύ.
«Δεκαέξι του μηνός Απριλίου.
Αγάπης, Ειρήνης, Χιονίας, μαρτύρων».
Του μαρτυρίου σου το τελείωμα,
το ξανάνθισμα του δικού μου.

Των γλυκών σου ενθυμίων
την πυξίδα μ’ ευλάβεια σφραγίζω.
Των πτωχών σου ενθυμίων ο πλούτος,
με των πλουσίων μου δακρύων
την πτωχεία συγκερνάται.

«Αγάπης, Ειρήνης, Χιονίας, μαρτύρων».

Εν Αγάπη μένε.
Εν Ειρήνη αναπαύου.
Λευκοτέρα χιόνος.

Από τη συλλογή Η Προσφορά και τα Αναστάσιμα (1948) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το έπαθλο

[Ενότητα Προσφορά]

Το έπαθλο

Είμαι ένας οδοιπόρος
δίχως ανάπαυση και δίχως ύπνο.
Πορεύομαι μέρα και νύχτα,
νύχτα και μέρα
στον ανηφορικό δρόμο, που περιζώνει
το σκοτεινό τούτο βουνό.

Δε βιάζομαι να φτάσω.
Ξέρω πως θα φτάσω.
Ο δρόμος είναι σίγουρος,
αφού τον διάβηκες πρωτύτερα εσύ.

Αναγνωρίζω τ’ αχνάρια των βημάτων σου,
αναγνωρίζω τ’ αχνάρια της αγάπης σου.

Στην κορυφή στέκεις
και μου γνέφεις εσύ.
Πάνω από το κεφάλι σου
τα πόδια ενός Αγγέλου.
Πάνω από το κεφάλι του Αγγέλου
τα πόδια του Θεού.

Το έπαθλο της οδοιπορίας μου θα ’ναι,
φτάνοντας στην κορυφή του κώνου,
φορτωμένος τα λουλούδια
που φύτρωσαν στο πέρασμά σου,
ν’ ακουμπήσω το ματωμένο μου κεφάλι
στη λευκή πέτρα των ποδιών σου,
στο πρώτο σκαλοπάτι του Θεού.

Από τη συλλογή Η Προσφορά και τα Αναστάσιμα (1948) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το ανέβασμα

[Ενότητα Προσφορά]

Το ανέβασμα

Από το ύψος που σ’ έχει ανεβάσει
της λευτεριάς η λαχτάρα,
μου έχεις ριγμένη
την ανεμόσκαλα τούτη.
Κι έτσι καθώς αναβαίνω
σκαλί το σκαλί,
στου γλαυκού σου υπακούοντας
του βλέμματός σου το κάλεσμα,
δίχως ίλιγγο, δίχως πόνο, δίχως λύπη,
σ’ ατενίζω με γαλήνη κατάματα,
τραγουδώντας το δικό σου τραγούδι:
το αιώνιο τραγούδι της αγάπης,
το αιώνιο τραγούδι του θανάτου.

Από τη συλλογή Η Προσφορά και τα Αναστάσιμα (1948) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Νίκος Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948

Ποίηση 1948

τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου

γι’ αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε –άλλωστε– δεν ήσαν;)
κι είναι
–προ πάντων–
και
τόσο
λίγα

Από τη συλλογή Έλευσις (1948) του Νίκου Εγγονόπουλου

Μίλτος Σαχτούρης, Τα δώρα

Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

Από τη συλλογή Παραλογαίς (1948) του Μίλτου Σαχτούρη

Μίλτος Σαχτούρης, Ο βοριάς

Ο βοριάς

Τα νύχια αυτού του πιανιστή
φτάνουν έως το πάτωμα
μόνο ο βοριάς γνωρίζει τ’ όνομά του
αυτός δεν παίζει πιάνο πια
δεν τρώει
δεν αγαπάει
δεν κοιμάται

Είναι βασιλιάς

Κάτω καρφώνει ξύλα ο μαραγκός
και να που πάλι ακούγεται το πιάνο
κόρη του μαραγκού είναι η πεντάμορφη
στη σκιά ενός μεγάλου παγωμένου ήλιου
πλένει τις πλάκες του βοριά
που αυτός μονάχα ξέρει
αυτός μονάχα ξέρει ν’ αγαπάει
τους ποιητές τους
αληθινούς

Από τη συλλογή Παραλογαίς (1948) του Μίλτου Σαχτούρη

Ζωή Καρέλλη, Παράτονο

Παράτονο

Ένα όνομα χρειάζεται στη λύση
του θανάτου συμφωνία.
Η ανησυχία να λησμονηθεί
από τη φαντασία των ανθρώπων.

Ύστερ’ απ’ όλα, μπορείς
να μη σκεφτείς και τίποτα
σαν έρθ’ η ώρα η μοναδική.
Μόνο σαν αγαπάς, γεννιέται
ο άπειρος κόσμος της φαντασίας,
δεν μένεις μοναχός,
μη θέλοντας κανέναν μοναχόν ν’ αφήσεις.

Μήπως χρειάζεται και ν’ αγαπάς
όμως, όταν πεθαίνεις;
Αυτού είναι η στάση της δοκιμασίας.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Φιλοσοφία

Φιλοσοφία

Τότε σταμάτησε σχεδόν η ζωή μας,
που με βία τη σπρώχναμε,
όλο για να προφτάσουμε, λέγαμε,
τότε σιωπήσαμε σχεδόν
συναντήσαμε γαλήνια τους πολλούς νεκρούς,
τους αναγνωρίσαμε δίχως φόβο κανένα,
μας συνέδεσε λαμπρός χαιρετισμός,
μας έφερε κοντά τους.
Τότε πιστέψαμε στη γνώση μας,
δεχτήκαμε τη ζωή,
δεχτήκαμε και το θάνατο.
Τότε είχαμε τους αιώνιους νεκρούς
όρθιους μέσα μας.
Κλείσαμε το υλικό φως, πολύτιμο,
μέσα στα μυστικά σπλάχνα μας.
Ύστερα, πέρασε η φανταστική στιγμή.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Μάιος του 1941

Μάιος του 1941

Στην μεγάλη ανάγκη τον δεχόμαστε,
ο θάνατος, ευκαιρία απόδρασης, καταφύγιο.
Να ζήσουμε θέλουμε, όμως επιθυμούμε
να γνωρίσουμε πώς να ζήσουμε τη ζωή,
πιο έμορφη, την πιο δυνατή.

Γιατί δεν χωρούμε στη μεγάλη της δύναμη,
στην πλατιάν ομορφιά, δεν κοιτάζουμε
τη δύναμη, την αψιάν εμορφιά,
γνωρίζουμε το πρόσωπό μας, άσχημο,
τη μονάχη καρδιά μας φτωχιά;
Πλέγμα μας συνδέει σφιχτά,
τι θα καταστρέψουμε; Ζητώντας τη λευτεριά
χτυπούμε τα έμορφα μέλη απ’ το σώμα μας,
τα δικά μας και των άλλων,
που είναι ίδιοι με μάς.

Ως πότε θα χτυπούμε
ως πότε θα μας χτυπούν;
Δε θα μας πουν οι δυνάμεις μας,
πως πρέπει να σωθούν,
να τελειώσουν οι άγριες κραυγές,
ν’ ακούσουμε πώς μιλούν,
να μιλήσουν οι άνθρωποι, να συγχωρέσουν.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Θεσσαλονίκη 904 μ.Χ.

Θεσσαλονίκη 904 μ.Χ.

Μαζευτείτε άνθρωποι,
κάτοικοι της πολιτείας τούτης,
συναθροιστείτε όλοι μαζύ,
πνοή θανάτου περνά από πάνω της.
Άγγελοι συντριβής φαίνονται,
αιτίες καταστροφής έρχονται,
πλήγματα ακούονται φοβερά,
όνειρα φτάνουν φριχτά.

Βάρβαροι, πειρατές, εχθροί,
οι πιο κακοί πλησιάζον
στην αγαπητή πόλη.
Μαζευτείτε χριστιανοί,
όλοι μαζύ, σε βοήν ικεσίας,
σε παράκληση απελπισίας,
χωρέστε όλοι μαζύ στης εκκλησίας
την πλούσια περιοχή, τη σπουδαία,
στου αγίου την προσευχή, την προσφυγή,
τρέξετε να προφτάσετε, πριν έρθουν οι χείριστοι.

Παρακαλέστε της πόλης μας τον προστάτη,
φωνάξτε το φόβο σας και την ελπίδα
που σ’ αυτόν έχετε και πάντα κρατάτε.
Μαζευτείτε κάτοικοι της πόλης Θεσσαλονίκης,
ζητείστε και πάλι το θαύμα, καταφύγιο,
έλεος να φανεί ο αρχηγός να σας δείξει
τον δρόμο στρατηγός ο ανίκητος,
άγγελος του καλού, άγιος.
Για βοήθεια βοείστε υπέροχη
πέρ’ από κάθε ανθρώπου
προσπάθεια και γνώμη κι’ αντίληψη.
Ν’ αφανιστούν οι εχθροί, να σκορπιστούν!

Πιστεύουμε, πιστεύουμε!

Ω πόσος ο πόνος κι’ η απελπισία
για τον κίνδυνο. Αντοχή
κάνε τα «σέμνωμα της πόλης σου
καύχημα, ο υπέρλαμπρος στέφανος».
Δείξε δόξα στη δυστυχία μας.
Απόδειξη είσαι της δύναμης
που σ’ ανέδειξε πιο δυνατόν,
απ’ όλους τους κατακτητές, πάντοτε.

«Καταλάμβανον τον πανευπρεπέστατον οίκον
του πανενδόξου μάρτυρος Δημητρίου
και θρηνώδεις χορούς συνιστάμενοι επεβόων
τω μάρτυρι, προστάτην αυτοίς γενέσθαι.»

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Ενατένιση

Ενατένιση

Όνειρο θείο μας περιμένει ο θάνατος
μας δίνει τη δύναμη της αιωνιότητας.
Όταν ζούμε ακόμα την εφήμερη ζωή
της γοητείας δεν μπορούμε να τη γνωρίσουμε,
αν γευτούμε στα χείλη
το ασύλληπτο φίλημα του θανάτου
το νόημα και της ζωής.

Γυναίκα ωραιότατη, γόνιμη η ζωή,
την κρατά στην αγκάλη του
ο θάνατος, το πνεύμα της βεβαιότητας.

Ζούμε κι αν ζήσουμε,
για να πεθάνουμε είν’ η ζωή,
να την γνωρίσουμε πρέπει για να πεθάνουμε.

Το άπειρο μυστήριο στολίζει
την ηλιόχαρη ζωή και την βαστά,
όπως το στερέωμα σκοτεινό δείχνει
το θαύμα του έναστρου κόσμου.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Του έρωτα μπροστά στο θάνατο

Του έρωτα μπροστά στο θάνατο

Για δε σηκώθηκε ακόμα, δε θα σηκωθεί!
Ξύπνα καλή.
Το σπίτι είναι γεμάτο
από δικές σου κινήσεις.
Δεν ακούονται… Θρους της ανθρώπινης παρουσίας,
είσαι ακόμα εδώ, όμως δε θέλω μόνο
τη σκιά σου να βλέπω που μεγαλώνει
παράλογα, ζητώ την κίνησή σου εγκόσμια,
την αισθάνομαι ακόμα επάνω μου κι εσύ
μένεις ακίνητη,
ω, του θανάτου απάνθρωπη
φαντασία, η απελπισία με διώχνει έξω
από κάθε συνήθεια κοινή.
Τη δεχόμουν μ’ αδιαφορία ως τώρα
και τώρα, πάω να μάθω μοναχός
την πάλη με το θάνατο, με τη ζωή.

Ησυχία. Του θανάτου η στάση.
Δαιμονίζομαι, σηκώσου, θέλω τη ζωή σου,
αγάπη μου της ζωής περίλαμπρη, εσύ.
Γιατί οι νεκροί κοιμούνται τελείως;
Πόσο είν’ όμορφη, όμως η αγάπη μου
δεν την ξυπνά, όπως την Πεντάμορφη
ξύπνησε ο έρωτας, μια φορά κι έναν καιρό.

Αύριο θα ξυπνήσω μονάχος εγώ, θα υπάρχω.
Πώς να σ’ ανταμώσω θα ’ρθω;
Δεν μπορώ να δεχτώ της υποταγής το σημάδι
που διδάσκει ο θάνατος, να φανταστώ
τη δύναμη που τους νεκρούς εγείρει.
Πλήθος ψυχές αναμνήσεις, εικόνες
οι άγγελοι σβήσαν αστέρια που απολείπει
ο καιρός τους στο στιλπνό στερέωμα,
έναστροι κόσμοι, αστερισμοί, η αγάπη μου εκεί
δεν πηγαίνει σε άπειρο κόσμο.
Ήσουν εσύ ο κόσμος μόνος δικός μου,
δεν γνωρίζω να ιδώ πιο πολύ απ’ τον ήλιο
του προσώπου σου, δε θέλω να ιδώ.

Αδιάλλαχτος χωρισμός, κάθε μου κίνηση,
όλο το σώμα, το αίμα που σφύζει σε μένα,
γνωρίζει την παρουσία σου αισθάνομαι
τόσο πολύ κι είσαι, συ, το αίσθημά μου της ζωής,
εσύ, που τόσο πεθαμένη, μένεις ακίνητη.
Μην κοιμάσαι αγαπημένη του θανάτου
τον αράγιστο ύπνο.
Να σε κρύψω μέσα μου,
τόσο, που κανείς να μη μάθει πως πέθανες!
Να μην έρθει κανείς να σε πάρει.
Μυρωδιά των σωμάτων που σάπισαν.
Μουσική απ’ το σώμα σου η δική σου ευωδιά,
περπατούσες κι άκουγα ήχους, έβλεπα
απίθανα χρώματα, αρμονίας κρυμμένες αχτίδες,
ακριβή, ερωτική μου ζωή.

Με παιδεύει η μαρμάρινη όψη σου.
Ηδονή πιο πολύτιμη όταν είναι
διαλεχτή η συνάντηση έκθαμβη.
Φοβούμαι μονάχος, το ίδιο μου σώμα
φοβούμαι, το θάνατο αισθάνομαι
πάνω στο σώμα μου, αυτό, που είσαι συ.
Τόσο πίστεψα μαζί σου στη ζωή
που παλεύω το θάνατο ν’ αρνηθώ.
Μάθημα σκληρό με δένει η δική σου
ακινησία, την αισθάνομαι ολόκληρος,
παγώνω καθώς σ’ ακουμπώ, δίχως
απάντηση μένω. Διδαχή η μοναξιά του θανάτου.
Κοντά σου λησμόνησα την ανθρώπινη μοναξιά,
ονειρευόμουν κοντά σου, τώρα,
ο ύπνος σου με ξυπνά.

Η συντριβή μου δε με τελειώνει,
σκουλήκια μίσους η ψυχή μου γεννά,
χαλά απ’ το σώμα σου πιο νωρίς,
τον δικό σου ζω θάνατο με τη δύναμη
της δικής μου ζωής.

Ποιος λόγος θα συγχωρέσει το μυστικό
της ζωής, του θανάτου; Πού θα χωρέσει
ο χωρισμός της ζωής του θανάτου;
Δεν υπάρχει παρηγοριά του θανάτου
δίχως το Λόγο της ζωής.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Φόβος

Φόβος

Ψες, εφοβήθηκα πολύ το θάνατο, –
μες στο σκοτάδι και στο ψύχος –
όλες εκείνες οι πόρτες ανοιχτές
τον άφηναν ελεύθερον να ’ρθει κοντά μου.
Τον προμηνούσε το ψυχρό σκοτάδι.
Μονάχο ήταν το σώμα μου και φοβισμένο,
που φοβούνταν, δεν μπορούσε
με τη ζωή του να επιβληθεί,
δεν πίστευε σ’ αυτή,
Ήταν πολλά τ’ ανοίγματα
και δεν μπορούσε να προφυλαχτεί,
πολύς εσχηματίζονταν ο θάνατος,
πολύμορφος, πλατύς, μεγάλος,
αόριστος, με το μεγάλο πρόσωπο,
σκληρός, ταχύς και αλαφρός.

Όλες εκείνες οι πόρτες ανοιχτές,
που άφηναν το σκοτάδι και το ψύχος
δυνατό να προχωρεί απάνω μου,
συμμαζευόμουν μες στο φόβο μου,
μονάχος μου μ’ αυτόν βρισκόμουν
κι ο θάνατος μπορούσε ελεύθερα
να προχωρήσει απάνω μου∙
όπως εφανταζόμουν, πως τον έβλεπα,
χωρίς καμία θαλπωρή τριγύρω μου,
σκοτάδι ανεμπόδιστο κι αδέσμευτο.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Φαντάσματα

Φαντάσματα

Σκληρότατο φύσημα ανεξήγητου ανέμου,
διαταγή φωνής ακατάληπτης όταν
μες στο σκοτάδι ή το ψυχρό
του φεγγαριού φως, ξυπνούν οι νεκροί.
Εγερθείτε, αφήστε της νεκρής γαλήνης
τους τρόπους, μπορείτε στης ζωής
να γευτείτε τους τόπους έρωτα πύρινο
και πυκνήν ηδονή.

Μες στη φριχτή,
παγωμένη ησυχία αρχίζουν τότε
οι νεκροί να τρέμουν ολόκληροι.
Τους σηκώνει ανήκουστη απαντοχή,
επίπονη, αποτρόπαια σχεδόν επιθυμία,
αρχίζουν να θυμούνται πάρα πολύ,
με δική τους θανατερή φαντασία.

– Πώς θα καταλάβει κανείς τέτοιο κάλεσμα
στης ζωής την ορμή μέσα
στο ύστερα μαζί και το πριν;

Ανίδεοι, δισταχτικοί ορθώνονται
αόριστοι, απαίσιοι, απεγνωσμένοι
και περιμένουνε την αλλαγή
οι πεθαμένοι ανάσταση θέλουν σωματική.
Κοιτάζουν εναγώνια με τα στεγνά τους μάτια
μένουνε γελασμένοι.
Ανησυχία πάλι,
η πάλη της ζωής, ο πόνος, η οδύνη
με διπλή σημασία μέσα στη σιγή.

Τότε αποσύρονται σιγά,
αισθάνονται βαθιά μέσα στα κόκαλά τους
την άδικη λαχτάρα, που τους σήκωσε,
καημό απίστευτο, απάνθρωπο και πεθαμένο,
για να ζήσουν, καθώς πάνε
να σβήσουν την παρουσία τους,
να δεχτούν την επαναφορά στο θάνατο.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Χωρισμός

Χωρισμός

Ολόλυζαν οι γυναίκες
πάνω στον τάφο που έκλεισε,
ύστερα φύγαν με συνοδειά
τη λύπη και το θρήνο τους.

Έτσι αφήνουν μόνο το νεκρό
και φεύγουν όλοι,
μονάχο στην απύθμενη
αγκάλη του θανάτου, ασυνήθιστον.

Κλείνεται στην πυκνή γη,
αποκλείνεται ο νεκρός,
δεν τολμά να μας ακολουθεί
ούτε το ίνδαλμά του.

Πρέπει να μείνει εκεί,
ανάμεσα στους άλλους πέτρινους σταυρούς,
ανάμεσα στους ξένους νεκρούς,
τους ζωντανούς ν’ αφήσει

που βιάζονται να ζήσουν.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Σοροί

Pieter Bruegel the Elder, The Triumph of Death (Detail. c. 1562)
Oil on panel. Museo del Prado, Madrid, Spain

Σοροί

I

Μέσα σε κείνο το μακρόστενο κουτί,
με λουλούδια στις άκριες,
δεν ήταν πια ο άνθρωπος, σαν πράγμα
θα την κατέβαζαν μέσα στη γη,
εκεί θα τη σφαλούσαμε, να τοποθετηθεί.

Έλειπεν η θαυμάσια του σώματος παράσταση,
καθώς την κοίταζα, είχε συσπειρωθεί
σε έννοιαν άγνωστη, η παρουσία χάνονταν.
Μέσα στο σώμα το δικό μου
ζητούσα την εξήγησή της.

Η ακινησία, ίσως όχι μονάχ’ αυτό,
κάτι άλλο, εκείνο που είναι
μόνο το πεθαμένο, υλικό, σταματημένο
σώμα όπου φαίνεται η απουσία,
αδιάφορο κι οδυνηρό μαζί.
Το έβοσκε ψυχρή καταστροφή
η αποσύνθεση.

II

Περίμενα κάποιαν εξέγερση,
να εξακολουθήσει η πορεία.
Πώς, τούτο το πράγμα είναι
ο άνθρωπος ο υψηλός και όρθιος;
Σκιώδες πρόσωπο, δεν μπορώ
να καταλάβω ολόκληρη του πεθαμένου
την αδιαφορία, γυρεύω αλλού
κι αισθάνομαι ωσάν δική μου τούτη
την εξαφάνιση, άκαμπτη σταθερότητα.

Η σιωπή από το σώμα τούτο
μαζεύει και κρατεί όλα τα λόγια.

III

Αναπαύεται στην πυκνή γη
έχει ακουμπήσει το βαρύ της κεφάλι.
Τα μέλη απ’ το σώμα έχουν πάρει
την ήσυχη, νόμιμη στάση.
Θα ξαποστάσει στη σκοτεινή ανάπαυση
που τρομάζει τη φοβισμένη ψυχή
και ζητάει σ’ ουρανούς να βρεθεί ελαφρότατη.
Δε θα προβάλλει καμμιά κίνηση πια
τούτο το σώμα, σα μυστικό φυλαγμένο,
βαθμηδόν θα χαλάσει στο χώμα.
Θ’ απομείνει απ’ τα κόκκαλα
τ’ οξύτατο σχήμα, το πλούσιο χρώμα
της ζωής θα το πάρει η γης
ν’ ανθίσει πιο πλούσια.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Ζωή Καρέλλη, Επίγραμμα

Επίγραμμα

Απίστευτη, η φοβερή ακινησία του θανάτου.
Η δυνατή ορμή με κατοικεί.
Θα διαλύσω τη φρικτή ακινησία
του θανάτου, δεν πιστεύω σ’ αυτή.
Πρέπει να σηκωθούνε οι νεκροί,
δε γίνεται. Να νικηθεί
η νίκη του θανάτου στη ζωή.

Από τη συλλογή Η εποχή του θανάτου (1948) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη