Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος…]

2

Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος
βρίσκω την τροφή μου δίχως να ξεχωρίζω της νύχτας και της μέρας τα σύνορα
πρέπει όλα τα πρόσωπα του διαβατάρη χρόνου να σταθούν
Ψηλότερα απ’ όπου βρισκόμαστε εκτείνεται η θάλασσα
γκρέμισε η πεζούλα κι ο πόντος σμίγει με τη στεριά
τρεις σταλιές ονόματα στο τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων,
απόγευμα με όμορφο ήλιο εκείνος εσύ κι εγώ
αφήνομαι ξαπλωμένος σ’ αποθήκες ακριβές
τα σανίδια γρήγορα σκευρώνουνε μέσα στη λάσπη
πώς είναι δυνατό να νιώθω τη ζωή όταν μου είσαι ξένη
σύμφωνα με τη γνώμη της εποχής φοράμε ρούχα
ατίθασα ψαρά μαλλιά στο βορειοελλαδικό κρανίο
η πέτρα με τα χρόνια που περνάν ενισχύει τη μνήμη
για τη χαρά του φίλου ανταμώσαμε μαζί
μέσα απ’ όλες τις καταστάσεις όλων των σημείων του κόσμου
βραδιάζοντας ανταμώνουν τα τρία πρόσωπα της μνήμης.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Το ποίημα γράφτηκε στις 4 Αυγούστου του 1943.

Πηγή: Ανθολογία «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης (1930-1980)» [Νίκος Καρατζάς (1981)]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Κρίνω την κίνηση του γυμνοσάλιαγκα μ’ ενδιαφέρον…]

Κρίνω την κίνηση του γυμνοσάλιαγκα μ’ ενδιαφέρον
για άλλο υπολογίζονται οι τρεις διαστάσεις
δίχως κανένας οικείος να νιώσει το μυστικό,
παρομοιάζω με άνθρωπο την ευρύτερη άποψη
οι πρόγονοι πίθηκος και μια δαμάλα ολόχρυση
η ορθότομη ευαισθησία καταλύει το πρόσωπο
βαθύχρωμα σύνορα και ανοιχτότεροι τόνοι ο γεωγραφικός χάρτης
η προσευχή δεν εξαντλείται με περιγραφές
τα λόγια αποκόπτουν απ’ τη φυσική ύπαρξη το χέρι
η κάθε συγκεκριμένη λεπτομέρεια ζωντανεύει το σώμα
συναντάται στον τράχηλο η ανοιξιάτικη κόμη
πειστική περίπτωση αμφικτυονικού ομφαλού
κάτω στο γιαλό φουντωτή ανθεί νεραντζούλα
πορεία απ’ το ηλιοβασίλεμα στο ξημέρωμα
επέκεινα απ’ τις παραμορφώσεις και διαστρεβλώσεις της επιφάνειας
οι νεκροί γράφουν στους τοίχους την πίστη τους
βρίσκομαι σ’ ανάγκη και ζητώ απ’ όλους βοήθεια.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Το ποίημα γράφτηκε στις 29 Ιουλίου του 1943.

Πηγή: Ανθολογία «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης (1930-1980)» [Νίκος Καρατζάς (1981)]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Οδυσσέας Ελύτης, Η Πορτοκαλένια

Διαβάζει η Τόνια Καράλη (ανέκδοτη ηχογράφηση, 1962).

IV. Η Πορτοκαλένια

Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει
Σιγά-σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Κι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!

Μεθάει το κλίμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές
Τη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια!
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους!

Από τη συλλογή Ήλιος ο πρώτος, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα (1943) του Οδυσσέα Ελύτη

Τίτος Πατρίκιος, Η κατάκτηση του Έβερεστ

Η κατάκτηση του Έβερεστ

Η αποστολή που θα ’φευγε για το Θιβέτ
ξεκίνησε ένα πρωί ωραία-ωραία
πλήθη κόσμου τους ξεπροβόδισαν
στο σταθμό κι έπειτα στο λιμάνι
ακούστηκαν διπλοί λόγοι πατριωτικοί
κι άφθονα «ζήτω»
για τα «παιδιά μας τα γενναία».
Πηγαίνανε στα Ιμαλάια
να κατακτήσουνε το Έβερεστ
και για τη δόξα της πατρίδας
η κυβέρνηση τους βοήθησε πολύ
τους έδωσε και μια θεόρατη σημαία
για να τη στήσουνε στου Έβερεστ
την απάτητη κορφή.

Είχαν θαυμάσιο ταξίδι ως τις Ινδίες
κι εκεί όλα πηγαίνανε καλά
έξω από κάτι που τους λύπησε,
σ’ ένα βαθύ, ατέλειωτο φαράγγι
ξεψύχησαν δυο-τρεις κούληδες
που κουβαλούσαν εφόδια κι αποσκευές
μα ο Βρετανός αξιωματικός της συνοδείας
είπε πως δεν ήταν τίποτα σπουδαίο
πως τέτοια συμβαίνουνε συχνά.
Σαν επιτέλους βγήκαν σ’ ένα ξάγναντο
αντίκρισαν σχεδόν μπροστά τους
να ορθώνονται τα Ιμαλάια.
Ξεχνώντας κόπους και στενοχώριες
για λίγο έμειναν θαμπωμένοι
κι ύστερα ορκίστηκαν:
«Θα τα νικήσουμε».
Σκαρφάλωναν στα χιονισμένα καταράχια
άφηναν πίσω τους βουνοπλαγιές κι ολόρθα βράχια
για να ’ρθει μια στιγμή που την καρδιά τους
τάραξε ένα συναίσθημα ιλίγγου αψύ.
Ήταν η θέα του Έβερεστ
του πιο ψηλού βουνού του κόσμου.

Ανέβαιναν, ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά
ώσπου κατασκηνώσαν σε μιαν απανεμιά
των πάγων, όσο ψηλά δεν είχε φτάσει άνθρωπος,
μα έπρεπε κι άλλο ν’ ανεβούν.
Για την ύστατη προσπάθεια
διάλεξαν δύο, τους πιο γερούς
τους πιο δοκιμασμένους
δυο παλικάρια όλο ζωή
που μόλις καλμάρισε ο καιρός
κινήσανε με φλόγα μες στα χιόνια
να φτάσουν το ιδανικό τους.
Οι άλλοι παρακολουθούσαν με τα κιάλια
κι όταν τους είδαν να πατάνε την κορφή
βράχνιασαν ξεφωνίζοντας από χαρά
αλλά σαν φάνηκε να ξεδιπλώνεται η σημαία
δάκρυσαν σιωπώντας.

Τα δυο παιδιά αρχίσανε να κατεβαίνουν
μα ξάφνου ξέσπασε άγρια θύελλα
τους τύλιξε η ομίχλη, τους σκέπασε το χιόνι
δεν άντεξε άλλο η μοναχική φωτιά τους.
Τίποτε δεν απόμεινε
από σημαίες και ζητωκραυγές
που να θυμίζει πως κάποτε υπήρξαν.

Δεκέμβρης 1943

Από τα Πρώτα ποιήματα (1943) του Τίτου Πατρίκιου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II (εκδόσεις Κέδρος, 1998)

Τίτος Πατρίκιος, Δον Κιχώτες

Δον Κιχώτες

Απ’ του σχολειού μας τ’ άχαρα θρανία
όνειρα πλέκαμε για τη ζωή
κι ως χτες ακόμα με μανία
να βγούνε λέγαμε μπορεί.

Νέοι κινήσαμε του κόσμου Δον Κιχώτες
για την κατάχτησή του τη σκληρή
μ’ άγγιχτη η πανοπλία πρόσμενε το πότες
ώσπου βαρέθηκε τη δόξα μας να καρτερεί.

Σα σκούριασε στη γωνιά της αφημένη
μάχη δεν ήξερε ακόμα τι θα πει
όμως καλύτερα να ’βγαινε νικημένη
παρά που τη σκέπασε απόλεμη ντροπή.

Τώρα που όλα έχουνε πια χαλάσει
και μάδησαν τα λίγα μας φτερά
σε τούτη που μας δόθηκε την πλάση
τα δόντια σφίγγοντας για πρώτη μας φορά

θα ψάξουμε όλοι να βρούμε μια θεσούλα
ίσως και παραγιοί σε κάποιο καπηλειό
είτε να κουβαλάμε βαλίτσες και μπαούλα
άσχετο αν χρόνια πηγαίναμε σχολειό.

Από τα Πρώτα ποιήματα (1943) του Τίτου Πατρίκιου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II (εκδόσεις Κέδρος, 1998)

Νίκος Γκάτσος, Αμοργός [Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά…]

Νίκος Γκάτσος & Μάνος Χατζιδάκις, Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά
(ενορχήστρωση & αναπροσαρμογή: Νίκος Κυπουργός, μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός, διεύθυνση χορωδίας: Αντώνης Κοντογεωργίου, τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Αμοργός (2005)) [Πηγή πληροφοριών: Σείριος]

Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα
Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια
Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιών που σαλεύουν
Μόνο ν’ ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη
Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια
Με της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα
Και τότε θα ’ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι
Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες
Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων.

Γι’ αυτό κι εσείς παλικάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια
Να τραγουδήστε τη Μπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους
Όπως περνάει η όχεντρα μες απ’ τα περιβόλια των κριθαριών
Με τα περήφανα μάτια της οργισμένα
Κι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.

[…]

Από τη συλλογή Αμοργός (1943) του Νίκου Γκάτσου