Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πουλιά του νερού

Πουλιά του νερού

Ολόκληρης της γαμήλιας μαρμαρωμένης πομπής,
τους άγονους λίθους η βροχή χλώρανε με ελπίδες.
Αναστημένη στο ποτάμι πάει η πεντάμορφ’ η νύμφη.
Τα μάτια της πέρ’ από τα δάκρυα τα ταξίδευ’ η ροή.

Σαν ψυχή που γεννιέται κατεβαίνει από ψηλά το νερό.
Γεμίζει γούρνες με καλάμια τριγυρισμένες και χόρτα.
Κατηφοριάζει σκάβοντας ματωμένες πληγές στη γη.
Γάργαρο κυλά της νύμφης πλένοντας τα χέρια.

Το ένα χέρι με τ’ άλλο αποκαθιστούν τη σχέση,
στους μαχαλάδες που το γκρεμισμένο γεφύρι διέζευξε.
Ζωντανή λαχτάρα μέσα στο νερό το χέρι,
σαν φύλλο δέντρου ταξιδεύει νάβρει τ’ όμοιό του,

ανάμεσα σε πολιτείες και ερημιές έως το στόμα,
που φιλά την ανοιχτή έως τ’ αντίπερα θάλασσα,
τη λευκή κραυγή τ’ ουρανού στην ώρα της δοκιμασίας,
που μεταβάλλει σε κοπάδι πουλιά όλο το ψίκι.

(1939)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Εγγονόπουλος, Η ζωή και ο θάνατος των ποιητών

Η ζωή και ο θάνατος των ποιητών

Σινώπη
είναι το όνομα
–το επίσημο–
της «Πόλεως-Σύννεφο»
της και «Πόλεως των Πυρκαϊών» λεγομένης
που
βρίσκεται κάπου κατά
την
Νότιον Αμερική

η υδάτινη
και μάλλον ελληνιστικού πολιτισμού
αυτή πόλις
αιωρείται στους ουρανούς
σαν σκυτάλη
και τοποθετείται ασφαλώς
από τους ειδικούς
άλλοτε μεν στη μέση ακριβώς
μιας ευθείας γραμμής
χαραγμένης ανάμεσα στο Μαρακαΐμπο
και στο Βαλπαραίζο
της Χιλής
άλλοτε δε
ανάμεσα πάλε στο Μαρακαΐμπο και
στο
Ελμπασάν

εκεί
καθώς τα σπίτια είναι όλα καμωμένα από πυρκαϊές
οι κάτοικοι ζουν μέσα στις φλόγες
καίγονται συνεχώς
και ξαναγεννιούνται συνεχώς
από την τέφρα τους
απαράλλαχτα όπως
το πουλί
φοίνιξ

εκεί ακριβώς
εγεννήθη –ως γνωστόν–
και ο μέγας έλλην ποιητής της
αρχαιότητος
Αλέκτωρ

κατά την διάρκειαν ανασκαφών
ανευρέθη κάποτες αναμεσίς των ερειπίων
κι ένα παράξενο ποίημα
–εκείνης της εποχής–
γραμμένο επί χάρτου κοινού
με σιδηρούς
και χαλκούς αρμούς εναλλάξ
και μελάνην δακρύων

το ποίημα δε ήταν το εξής:

«ελάτε στου Λατίου τα ελάτια
να δείτε του δύτου την δίνην
»

λόγω της παρουσίας της λέξεως
«δύτης»
το ποίημα απεδόθη
–αρχικώς–
στον μέγαν
Ισίδωρον Ducasse*
όπου έτυχε να κατάγεται από
κείνα
τα μέρη

κατόπιν –όμως– ωρίμου σκέψεως
απεδόθη οριστικά
–και αμετακλήτως
πλέον–
σε κάποια κυρία λεγομένη
Ωραία Κυρία
γνωστοτέραν μάλλον υπό
το ξενικόν αυτής
όνομα
Bella Donna

* comte de Lautréamont

Από τη συλλογή Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939) του Νίκου Εγγονόπουλου

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Το ναυάγιο

Το ναυάγιο

(Λόγια ενός μονόλογου)

Πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή,
να μην περιμένουμε να προσφερθεί η ευγενικιά πολιτισμένη
βοήθεια. Ψέμα είναι. Δε μπορούμε να βασιστούμε παρά
στη δικιά μας μόνο την αρετή. Ποια όμως δύναμη απομένει
όταν το πλοίο από την κούραση έχει βυθιστεί.

Σταχτής, μαβής ουρανός πέφτει
στην πράσινη, κίτρινη θάλασσα πάνω
και η στεργιά που αποκόβει
τη φορά των κυμάτων με τον άσπρο αφρό
ούτε απόμακρα δεν φαίνεται σα σύνορο γαλάζιο.

Όταν χωρίσει η ξασπριμένη μαβιά λωρίδα
της δεύτερης αυγής που παραδέρνουμε στο σκοτεινό στερέωμα
ελπίδα δεν απομένει καμιά.
Όμως για τη ζωή δεν πρέπει να μιλάμε
δεν μας είναι άλλο για να διαλέξουμε
αν η ελπίδα δεν υπάρχει, η θέληση είναι η ζωή
πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή.

Είναι ένας ναυαγός που συλλογίζεται: Πολύ τον βασανίζει το
ρύπος, από τα βρόμικα νερά, που πέφτει απάνω του.

(1939)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νικηφόρος Βρεττάκος, Μαργαρίτα

Μαργαρίτα

Άκουσε το αχνοσάλεμα της νύχτας
και κρύφτη φοβισμένη πίσω από τα χέρια μου.
Ανοίγω την πόρτα να ιδώ:

Ο κόσμος λάμπει σαν άστρο.

Ποτέ δεν άνθισε μια τέτοια νύχτα
πέρα ως πέρα στον ουρανό
ποτέ δεν ακουστήκαν τόσο καθαρά
τα τρυφερά βελάσματα των άσπρων
αρνιών απ’ τον παράδεισο σε όλη τη Γη!

Τη στέγη μας ταράζουν κάθε τόσο
οι ξαφνικές εκλάμψεις της αστροφεγγιάς.

Ανοίγω το παράθυρο και παίρνω
τ’ αστροβρεγμένα στάχυα στην αγκαλιά μου.
Χιλιάδες έρωτες είναι ο Θεός!
Χιλιάδες έρωτες είναι ο κόσμος!
Έλα ιδές τ’ άπειρο, Μαργαρίτα!

Ακούμε βαθιά στον ορίζοντα
-σα μουσική που βροντά σ’ υπερπόντιες αχτές-
τους κρυστάλλινους γύρους της καινούριας ημέρας
κι ανεβαίνουμε τρέχοντας στους λόφους
να μπούμε στην ατμόσφαιρα των παγονιών!

Το στήθος μας παλεύει να στηριχτεί
στην άπειρη φωτεινή θάλασσα
μα η ψυχή μας φυσάει από παντού
και φεύγουμε χορεύοντας με χίλια δάχτυλα!

-Ο κόσμος είναι απλός!
-Ο κόσμος είναι απλός!

Γυρίζουμε γύρω σε μια υδάτινη στήλη
καθώς τα πουλιά στις τούφες των δέντρων!
Το κενό μυρίζει καλοκαίρι,
τα βουνά αχνίζουν στοργή.
Περνάμε από λόφο σε λόφο
στύβουμε το χαμόγελό μας στη θάλασσα
πιασμένοι από τα μεθυσμένα φουστάνια του κόσμου
συγκλονίζουμε τη συνείδηση του Θεού
κι αναστατώνουμε τις κοίτες των ποταμιών
τρελά παιδιά της Εύας και του Αδάμ
που απ’ τις παραμυθένιες χώρες τ’ ουρανού
διαλέξαμε της γης τον έρωτα!

-Έλα να φύγουμε, Μαργαρίτα!

Οι πέτρες κι οι ωκεανοί δεν είναι τίποτα!
Περνάμε τη μυθική χώρα!
Κράτησε όσο μπορείς απ’ τη λάμψη του Κόσμου!

Υπάρχουν χώρες που δεν έχει βρέξει ποτέ·
υπάρχουν χώρες που ποτέ δεν τις φώτισε ο ήλιος.
Στη χώρα, λόγου χάρη, των Ιλιλαμά
δε φύτρωσαν ποτέ λουλούδια!
Και κατεβήκαμε από τα βουνά
καβάλα στ’ άσπρα μας άλογα
με κρεμασμένα στους ώμους μας
τη βροχή και τον ήλιο.

Οι σπόροι της ψυχής μας γιόμισαν
με κόκκινους ιριδισμούς το σύμπαν!

Συνωστισμός από φως
στην πηγή που της έδινα
το νερό στην παλάμη μου.

Πιασμένοι απ’ το χέρι
διπλώναμε τη θάλασσα
διπλώναμε τους αγέρες και τα μεγάλα βουνά,
τα ολόγυμνα στήθη μας ανάπνεαν τόσο βαθιά,
που βλέπαμε πέταλα κρίνων
να κατεβαίνουν απ’ τ’ άγνωστο!
Έλιωναν και δρόσιζε τα μαλλιά μας
του παραδείσου το χιόνι!

Τα συντρίμμια του φεγγαριού
πέφτοντας από πέτρα σε πέτρα
χρωματίζουν τη θάλασσα…
Ποτέ δεν άνθισε μια τέτοια νύχτα
πέρα ως πέρα στον ουρανό
ποτέ δεν ακουστήκαν τόσο καθαρά
τα τρυφερά βελάσματα των άσπρων
αρνιών απ’ τον παράδεισο σ’ όλη τη γη!

Η Μαργαρίτα πλέει μέσα στη διάφανη
γάζα των ουρανών. Πια δεν υπάρχει
σε πεδιάδα ή λόφο η Μαργαρίτα!

– Θείο βασίλειο των σκιών, άγνωστε κόσμε.
Πού μπορεί ν’ αναπαύεται η τελειότητα
παρά εδώ που τελειώνουν τα ποτάμια σας
κι οι μεγάλες πηγές τους δε βουίζουν
παρά εδώ που τα έργα του Θεού
παίρνουνε την καθάρια τους τελείωση,
εδώ κάτω μονάχα, εδώ στην έσχατη
φωτισμένη κοιλάδα της σιγής!

Η Μαργαρίτα ξεκουράζεται και λάμπει
η Μαργαρίτα ενώθηκε με τ’ άπειρο.
Την έθαψα στο κοιμητήρι των ερώτων
λευκοντυμένη, κάτω απ’ τις αλέες
κι αντίκρυ απ’ την καλύβα της σελήνης.
Ο αγέρας της χτυπάει το μέτωπό μου
κι εγώ ένα στίχο δεν μπορώ να γράψω
αιώνιο, απλό και θείο, σαν την ψυχή της!

Από τη συλλογή Μαργαρίτα-Εικόνες απ’ το ηλιοβασίλεμα (1939) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Πυρετός

Πυρετός

Καημένη μητέρα, καημένη μητέρα!
Δώσε μου το κλειδί ν’ ανοίξω το σπίτι μας
να πάρω το επανωφόρι μου
και τα ρουχαλάκια του παιδιού,
γιατί αποκλείσαν τον ήλιο
στο βορρά, μητερούλα!

Σαν θα πάω στην πόλη
θ’ αγοράσω ένα άλογο
κι έν’ άσπρο σπαθί
που θα φτάνει ως τον ήλιο.
Θα καλπάζω στη θάλασσα,
θ’ ανεβαίνω στο δάσος…
Σαν γυρίζω, απ’ τη χάρη μου
θα γιομίζει ο ουρανός.

Και μι’ αυγή, χαμηλώνοντας
το κορμί μου στη σέλα,
θα κατέβω στους κάμπους
να σώσω τον κόσμο!

Αδελφούλες μου απρόσεχτες,
αδελφούλες μου απρόσεχτες!
Τι χορός ασυλλόγιστος
είν’ αυτός π’ αρχινίσατε
κάτω απ’ τ’ άσπρο φεγγάρι;
Κατεβείτε απ’ τους κρίνους,
θα σας πάρει ο αγέρας,
αδελφούλες μου απρόσεχτες!

Από τη συλλογή Μαργαρίτα-Εικόνες απ’ το ηλιοβασίλεμα (1939) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)