Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Περιμένω

Περιμένω

Περιμένω
ανθοτρυγώ δεν σαπίζω
από πίσω
μέριμνα των ελπίδων
αφίες εμέ κοντά
ν’ αναχωρήσω να καθίσω.
Ευτυχισμένη
ράμφος αετού εμορφιά
φτερά
μέτωπο και τα μάτια,
ώρα της μνήμης
με πλοίο επιστρέφω
στο πέλαγος
στη ζωή.

(14 Οκτωβρίου 1937)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Advertisements

Άνθος Φιλητάς, Θετικότης

Θετικότης

Ψώριασαν τα φτερά των παγονιών.
Η εντύπωση συστέλλεται.
Η όραση διαιστάνθηκε την κρίση∙ ιδού
το μέρος που ρεμβάζουν οι αναμνήσεις.
Ο δρόμος ανηφορικός.
Η σήμανση των ωρών.
Χέρια νεκρών διευθύνουν τη γραμμή.
Ο Μάιος υποκρίθηκε.
Δυο σκιές μαδούν τις υποσχέσεις.
Αρνητικό φιλί.
Ζωή μ’ αντίστροφο σημείο.
Σταυροί τα (-)
Η υπομονή αντιστράφηκε. Ω άνθρωπε,
η σφαίρα οι κρόταφοι και το ημικύκλιο,
οι πρωταγωνιστές του (+)
της θετικότητας.

Από τη συλλογή Σύννεφα (1937) του Άνθου Φιλητά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Άνθος Φιλητάς

Νικηφόρος Βρεττάκος, Η επιστολή του κύκνου

Η επιστολή του κύκνου

Φίλη μου,
μόνος κατάμονος
χωρίς καταφύγιο
κοιτάζω με σπασμένα μάτια
τον απέραντο ουρανό.

Ζητώ άσυλο
στις λίμνες των ματιών σου
ζητώ στέγη στους κάμπους της ψυχής σου
μα το πρόσωπό σου, που μπαίνοντας μέσα μου
αραιώνει τη νύχτα της υπάρξεώς μου,
μόλις μου στέλνει μιαν αναλαμπή
από το σπίτι των αγγέλων.

Βουνά που ταξιδεύουν στους ορίζοντες
οι αιώνιες συννεφιές,
φαντάσματα που χορεύουν πατώντας
στα λεπίδια των κεραυνών,
τόξα τεντωμένα που παραφυλούν
μη βγω και δω τον ήλιο.

Σαν τον ωκεανό
που ταραγμένος περιστρέφεται
μελανιασμένος απ’ τη δίνη της καρδιάς του
γυρεύω ν’ αναρριχηθώ
πατώντας στα γαλάζια δάχτυλα,
να σπάσω των νεφών το τείχος
και ν’ αλαλάξω εμπρός στον ήλιο.

Μα πέφτω με σπασμένο στήθος.
Φεύγει ο καπνός
από τα συγκρουσμένα σπλάχνα μου
κι η σελήνη της μορφής σου
ρίχνει λάδι στις πληγές μου.

Ακόμη
απ’ το διάστημα
μου απλώνουν το χέρι τους
η θωπεία των θαλασσών
κι η ευλογία των άστρων.
Μα η σκοτεινή οροσειρά του Ταϋγέτου
άκαμπτη και ζωντανή
σαν παραταγμένος θάνατος
φρουρεί μες στα σύννεφα
το σιωπηλό μου ερημητήριο
αναφέροντας στους ουρανούς
όταν δύει ο ήλιος
την κατάσταση του εκπτώτου.

Όρη μεγαλοπρεπή
που οι λευκές κορυφές σας
κοιτάζουν μέσ’ απ’ τα γαλάζια πρίσματα
το μεγαλείο της δημιουργίας,
Ωκεανέ,
που αρχίζεις απ’ τον ουρανό
και συνεχίζεσαι στ’ άπειρο της ψυχής μου
στολίζοντας τη δυστυχία μου
με τα μαργαριτάρια των αφρών σου,
ρόδα των δύσεων
που σβήνατε
στα ποτήρια των αγγέλων
και στην ψυχή μου,
όλα όσα χορέψαμε μαζί
στο λευκό γάμο
της ενώσεώς μου με το σύμπαν
γιατί δεν γυρίζετε
στην πρωτινή κατοικία σας
γιατί εγκαταλείψατε
την παιδική μου ψυχή;

Είμαι η τύψη του αγγέλου
που αδίκησε ο Θεός…

Από τη συλλογή Η επιστολή του κύκνου (1937) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)