Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Esther Williams

Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Όπως ο ναυπηγός την τρόπη του πλοίου προς την άνωση,
ο νους υπελόγισε τη γλυπτή γραμμή του σωμάτου μου.
Αποκάτω από τη λασπωτή αμμούδα του βυθού, που τ’ ανήλιαστα χόρτα κοιμούνται,
τα κρυφά, τα νερά με σηκώνουν στη θέλησή μου κυβερνημένα.
Αποπάνω μου το ύψος η ατμόσφαιρα σκύβει αχνή με τον Ήλιο.
Κολυμπώ αυτός είν’ ο νους μου.
Τα δυο μακριά λεπτά πόδια σμιχτά, δίχως τσάκισμα στα γόνατα,
εναλλάξ γρήγορα χτυπούν –μόνο η άκρη και τα δάχτυλα– και βυθίζονται.
Σχηματίζεται βαρύς, πηχτός αφρός.
Το κεφάλι το περισσότερο πλαγιαστό στο νερό μέσα.
Όταν ανοίγω ολόκληρο μεγάλο το στόμα μου είναι για να γιομίσω ανάσα.
Τα δυο τα χέρια, τα μπράτσα τα στρόγγυλα, ολόκληρα απ’ τον ώμο
παλεύουν σαν σπαθιά,
κάμνουν κορυφή τόξου στον αγκώνα,
όπου γλιστράν, όταν βγαίνουν ψηλά, σταλαγμίδες η θάλασσα, και ξαναπέφτουν.
Τα μάτια διακρίνουν τα έξω θολά, μέσ’ απ’ το γλαυκό γιαλό που σπιθιρίζει
αισθάνονται διπλά απομέσα.
Πώς το σκοτεινό εντός μου γίνηκε πηχτό και βλέπεται;
Ποια ευχαρίστηση όπως όταν το σώμα στο λίκνο αγκαλιάζεται,
στο ζεστό λίκνο, κι αφήνεται
αφήνεται εντελώς. Ξεχνά τη χωριστή του ύπαρξη.
Ποιους πόθους μού ξυπνά το άγγιγμα στην κοιλιά μου.
Το αντρίκειο, το δυνατό, το κολύμπημα πο ’μαθα
με φεύγει από το βύθισμα που θα χανόμουν.
Έσφιξαν όλ’ οι αρμοί στο ξεχωριστό μου το σώμα.
Φτάνω στο μακρινό ακρογιάλι.
Δεν είμ’ εκεί λεία σε κουρσάρο ή σε ναυαγό ανέλπιστη,
κρυμμένος απ’ τα μάτια θησαυρός.
Στέκουμαι ψηλή, όπως στη γης πιάνεται ένα δέντρο.
Δεν έχω τους εύκολους πόθους.
Ακούω την ανάγκη και το σκοπό μου.
Αυτόν υπηρετεί το σώμα μου και είναι όμορφο.
Το σεμνό στήθος μου ζητάει μόνο το βύζαγμα του παιδιού.

(περιοδικό «Τρίτο Μάτι», 1935)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ισπαχάν

Διαβάζει ο ποιητής.

Ισπαχάν

Καταιγίς οξυτάτης μορφής εσκέπασε τη χώρα. Βράχοι ωρυόμενοι επέπεσαν κατά των πλατυγύρων λιμνών και το πονεμένο ψάρι σύρθηκε ως το σταθμό των αναχωρητών. Εκεί δε βρέθηκε καμιά βοήθεια γιατί το βέλασμα των μεγαλοσαύρων εσκόρπισε τα φτερουγίσματά του κι από δω κι από κει και τα μανιτάρια παρεσιώπησαν τα πραγματικά γεγονότα στην περιιπτάμενη γαμήλιο πομπή των στεναγμών ενός νέου πλανήτου. Κατόπι δεν είχε τίποτε την ίδια σημασία. Η ησυχία δεν υπήρχε ως οντότης πραγματική. Ο όλεθρος εχαλιναγωγείτο από καμήλους. Οι κρόταφοι των νεκρών ανθούσαν. Τα λίγα περιστέρια εκοπίαζαν γιατί ο πολτός της λίμνης είχε σχηματίσει διώρυγα στο στενότατο σημείο του περάσματός τους από χιλιόστομες ύβρεις καταπατημένες με γδούπο αλλοφροσύνης μανάδων και μικρών παιδιών ισχνοτέρων και από τα κόκαλα μιας νυχτερίδος.

Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Τα πούπουλα της ευδαιμονίας

Τα πούπουλα της ευδαιμονίας

Η πολίχνη της ρουμανικής πεδιάδος θα ακμάσει. Μια μέρα θα φυτρώσουν στα μέγαρά της πλατανοφόρα δέντρα που θα κρατούν στα χέρια τους ρομφαίες ή λόγχες πεπυρακτωμένες. Το άρρωστο κριάρι που στεγάζεται σήμερα στο μητροπολιτικό ναό της θα αντικατασταθεί με μια γυναίκα διαρκώς συνουσιαζόμενη και γύρω από την κεντρική οδό θα παίζουν οι πολιτικοί κατάδικοι το θείον δράμα της αναστάσεως ενός κομμένου κεφαλιού με μουσικήν υπόκρουση σελέστας.

Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ένα ωραίο πρωί

Ένα ωραίο πρωί

Σαν θάλασσα που φιλεί το χέρι μιας δεσποινίδος πετάχτηκε η φωνή του ονείρου μας. Τριακόσιοι νάνοι περιεκύκλωσαν την μυσταγωγία μας. Μερικοί παρεφρόνησαν μα οι περισσότεροι έστυψαν την καρδιά τους και την έφαγαν. Τα φύλλα της χθεσινής εσπέρας πέφτουν και όλες οι δεσποινίδες που γνώρισαν τον έρωτα χτυπούν τα χέρια τους και τα μέτωπά τους από λατρεία για την λατρεία μας και ολοένα μας μοιάζουν περισσότερο όπως εμείς ολοένα μοιάζουμε περισσότερο με τους γαλανούς μαστούς και τις πόρπες του στήθους των.

Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Τριαντάφυλλα στο παράθυρο

Διαβάζει ο ποιητής.

Τριαντάφυλλα στο παράθυρο

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπῳ εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Χειμερινά σταφύλια

Διαβάζει ο ποιητής.

Χειμερινά σταφύλια

Της πήραν τα παιχνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνει. Μα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια εσπάθισαν τη φευγαλέα συμφορά. Κανείς δε μίλησε. Κανείς δεν έτρεξε να την προστατεύσει κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μύγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. Κι έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από το δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος.

Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Γιώργος Σεφέρης: Μυθιστόρημα (Η’)

Μυθιστόρημα

Η’

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα με μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά

κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

Από τη συλλογή Μυθιστόρημα (1935) του Γιώργου Σεφέρη

Νικηφόρος Βρεττάκος, Το λυπημένο τραγούδι της νιότης μου

Το λυπημένο τραγούδι της νιότης μου

Είμαι κι εγώ
μια μικρή λεπτομέρεια
μέσα στην τραγική
ιστορία του σύμπαντος.
Τα κύτταρά μου διεχώρισα
σε άπειρα πολλοστημόρια
για να τ’ αγαπήσω όλα
όσα κινούνται στη γη,
όσα στων θαλασσών τα βάθη αναπαύονται
κι όσα στ’ αχανή μού διαφεύγουν.
Μα δε βρέθηκε τίποτε
μέσα στ’ άπειρα πλάσματα
μιαν αχτίδα τού ήλιου
να μου βάλει στο μέτωπο.
Χάνομαι τόσο νωρίς
στη γλαυκή απεραντοσύνη
γιατί δε μ’ αγάπησε τίποτε.

Από τη συλλογή Οι γκριμάτσες του ανθρώπου (1935) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Παρανάλωμα

Παρανάλωμα

Ήλιε! Συ τρως τα σπλάχνα μου. Φλόγες μου σεις με καίτε.
Τη νύχτα της καταστροφής μού γέννησε το φως.
Κι αν μέσα μου όλες μπήχτηκαν οι λόγχες της νυχτός,
Ήλιε! Συ τρως τα σπλάχνα μου, φλόγες μου σεις με καίτε.

Πήρε φωτιά από τ’ άστρα του και καίγεται ο ουρανός.

Από τη συλλογή Οι γκριμάτσες του ανθρώπου (1935) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)