Μανόλης Αναγνωστάκης, Το ναυάγιο

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Το ναυάγιο
(τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Το ναυάγιο

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε –ψηλά-ψηλά–
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα

Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Advertisements

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Πέσατε θύματα
(διασκευή, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Νότης Μαυρουδής,
τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Τραγούδια από την Ελληνική Αντίσταση (1974))

Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Διαβαίνοντας το γεφύρι τον πιάσανε.
Ξιφούλκησε, μα του ’ριξαν τρεις πιστολιές.

Ένας τον βαράει στο κεφάλι με το ρόπαλο.
Πήγαν σπίτι του κι άρπαξαν διαμαντικά κι έπιπλα.
Πήραν τη γυναίκα του στη φυλακή.
Έδιωξαν το πουλί απ’ το κλουβί που κελαηδούσε.
Στην κοντινή εκκλησία τον παράχωσαν.
Σαν ξημέρωσε ήρθαν και πάλι τον ξέθαψαν.
Δεμένο με σκοινί φέρναν γυμνό το πεθαμένο κορμί.
Κόσμος στους δρόμους φώναζε γιούχα.
Για τη φωτιά που θα το ’καιγε μάζευαν φρύγανα.
Δαυλό αναμμένο έφερε ένα νέο παιδί.
Τον κρέμασαν ανάποδα και γδαρμένο τον κομμάτιασαν.
Την ξεριζωμένη καρδιά την περάσαν στο ξίφος.
Ο μερακλής τη δάγκωνε ψημένη.
Μικρά παιδιά νομίζουμε τη ζωή παράδεισο,
γνωρίζοντας τον κόσμο βρισκόμαστε στην κόλαση.
Έντυσαν και παραγέμισαν το λείψανο,
για να δει την πρότερη όψη ο κόσμος ξανακόλλησαν
την πεσμένη μύτη με το ’να ρωθούνι φαγωμένο.
Αρλεκίνοι της ζωής π’ ασωτεύετε κάθε αξία,
μην ειρωνεύεστε ό,τι δε γενήκατ’ ακόμα.
Σκάβοντας, τα πονημένα της αδελφής λιανοδάκτυλα
ξέθαψαν έναν θώρακα ντυμένον με γκρίζο πουλόβερ
«αν είναι του σκοτωμένου μου» λέει «να το φυλάξω».
Πάνω από εκατό σφαίρες παρτάλιασαν το κάθε κορμί.
Τους συγκέντρωσαν έξω από τα σπίτια,
σε χώμα φτηνό όπου κάνουν κεραμίδια,
προσχώσεις που κομματιάζονται από τενάγη
γεμάτες αγκάθια σκουριασμένους τενεκέδες
ψοφίμια, σκελετούς, ριχμένα σκουπίδια
κοντά στα εργοστάσια και τα σφαγεία.
Ένας που δοκίμασε να φύγει τελειώθηκε στα καλάμια.
Ίσαμε την πρώτη βροχή, όλος ο τόπος,
μπροστά στη θάλασσα, άντικρυ στα βουνά,
ήταν σπαρμένος πόδια, χέρια, ματωμένα κομμάτια.
Ένας κηπουρός φύλαξε στο εικονοστάσι ένα κρανίο,
κόκαλο κιτρινισμένο και λίγα μαλλιά.
Η μαυροφόρα ρίχνει λουλούδια στους τάφους.
«Ποιο έτυχε τάχα απάνω στον Κώστα·
δεν ξέρω τη σειρά του στον κοινό τάφο.»
Κρατώντας την ανθοδέσμη θάρρεψε πως τον αγκάλιαζε.
Σκότωσαν κι ένα νέο φοιτητή με τον αδελφό του.
Σκότωσαν και τον Κοσμά τον κάλφα στο κουρείο.
Σκότωσαν πενήντα στις δυο Ιουλίου.
Σαρανταέξι την πρώτη Μαρτίου στη Μίκρα.
Δίχως διαδικασία παίρνουν και εκτελούν,
απ’ το συγκεντρωμένο πλήθος στις φυλακές
διαλέγουν τους πιστούς στην καλύτερη αύριο,
απ’ τη μοναξιά των κελιών μαζεμένοι κοινώνησαν.
Μαζί μας ήταν κι ένας παπάς που σκοτώθηκε.
Πεθαίνοντας ο Κώστας σ’ όλων το νου δικαιώθηκε.
Εκείνη που τον αγαπούσε σαν να παρηγοριέται.
Μέσα στη δικαιοσύνη τον βρίσκει σαν έννοια
«Όμως δε βρίσκω» λέει «το ζεστό του χέρι».
Δεν ξέρω τι να αποκριθώ στον καημό της στέρησης
Της καθαρίζω το μέτωπο απ’ το αίμα και τα χώματα,
«άσε τα παράπονα και κοίταξε να δουλέψεις» της λέω.
Έχω στο νου μου ότι δουλεύοντας ο άνθρωπος,
μπορεί να κάνει από ξύλο ένα χέρι τεχνητό,
να το εκθέσει στον κόσμο και να πάρει ζωή.
Μέσα στην απορία της η φτωχιά γυναίκα,
διατηρεί ένα κομμάτι που βρήκε δάκτυλο με το νύχι.
Κι ο σκοτωμένος τρομαχτικός για κάθε αίσθημα
το πρόσωπο δεμένο μ’ επιδέσμους σα με φασκιές,
το κορμί όλο τρύπες, κουρέλια τα ρούχα,
έρχεται, κάθεται στον καναπέ όπως συνήθιζε.
Επιστρέφει στη γυναίκα του τα γράμματά της
βαμμένα απ’ το αίμα πο’ ’χυσε η καρδιά του
λέει πως με τα χέρια δεμένα βάρεσε
κατακέφαλα το δυνάστη χαρούμενος,
χαρούμενη να ’ναι, μαύρα να μη ντυθεί.
Μα η Φτωχιά μην αντέχοντας σηκώνεται,
πέφτει απάνω στο νεκρό, που χάνεται,
με το θρήνο απ’ όλες τις γενιές
όταν κηδεύουν της ομορφιάς του το κορύφωμα.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά» (τεύχος 42, 1η Ιουνίου 1946).

Πηγή: Ανθολογία Η ελληνική ποίηση, τόμος Δ’ [Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου] (εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, 2000 / επιμέλεια Αλέξανδρου Αργυρίου)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα, V

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης: Χαρά, χαρά
(τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Πέντε μικρά θέματα

V

Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σαν τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητο κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Νυχτώνει (Μίκης Θεοδωράκης & Αγγελική Ελευθερίου)

Μίκης Θεοδωράκης & Αγγελική Ελευθερίου, Νυχτώνει
[Ακούγεται ως επωδός το τραγούδι «Αγάπη μου» με στίχους Γιάννη Θεοδωράκη από την ταινία Φαίδρα (1962) του Ζιλ Ντασέν (πηγή: δισκογραφική εταιρεία Σείριος).]

Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Αλίκη Καγιαλόγλου & Πέτρος Πανδής
Δίσκος: Φαίδρα [τραγούδια αγάπης] (1985)

Τώρα μονάχα θα θυμάμαι τις στιγμές
εκείνες που εσύ έχεις ξεχάσει
ήτανε όλες τους λιγάκι βροχερές
σα δάκρυ που δεν έλεγε να στάξει

Σιγά σιγά νυχτώνει τώρα πια για μας
σαν τη βροχή άσε τα δάκρυα κι ας τρέξουνε
κι εσύ που είσαι άνεμος μην τα φυσάς
δάκρυα είναι θα στεγνώσουνε

Τώρα μονάχα θα θυμάμαι τις φορές
όταν σκοτείνιαζε μέσα στο σπίτι
κι οι ώρες τότε σταματούσανε κι αυτές
κι ανέβαινα και γύριζα τον δείκτη

Σιγά σιγά νυχτώνει τώρα πια για μας
σαν τη βροχή άσε τα δάκρυα κι ας τρέξουνε
και συ που είσαι άνεμος μην τα φυσάς
δάκρυα είναι θα στεγνώσουνε

Περνάμε στον δεύτερο δίσκο που ηχογράφησε ο Μίκης Θεοδωράκης στον Σείριο, τη δισκογραφική εταιρεία του Μάνου Χατζιδάκι, και δεύτερο της εταιρείας, αμέσως μετά τον πρώτο, το έργο «Διόνυσος» που ακούσαμε στο τέλος του 2010.

Τα δύο έργα είναι εκ διαμέτρου αντίθετα, αφού στη Φαίδρα ακούμε έναν λυρικό Θεοδωράκη να συμπλέει αρμονικά με τη μελαγχολική και τρυφερή ποίηση της Αγγελικής Ελευθερίου, αδελφής του Μάνου Ελευθερίου.

Μίκης Θεοδωράκης & Γιάννης Θεοδωράκης, Όμορφη πόλη

Με τον Πέτρο Πανδή. Στο μπουζούκι ο Λάκης Καρνέζης.

Όμορφη πόλη (Θα γίνεις δικιά μου)

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Γιάννης Θεοδωράκης

Όμορφη πόλη φωνές μουσικές
απέραντοι δρόμοι κλεμμένες ματιές
ο ήλιος χρυσίζει χέρια σπαρμένα
βουνά και γιαπιά, πελάγη απλωμένα

Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα
τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα
θα γίνεις δικιά μου

Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα
τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα
θα γίνεις δικιά μου

Η νύχτα έφτασε τα παράθυρα κλείσαν
η νύχτα έπεσε οι δρόμοι χαθήκαν

Το τραγούδι ανήκει στον κύκλο «Λιποτάκτες» που συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης την περίοδο 1952-1954. Η πρώτη ηχογράφηση έγινε το 1960 και η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού ήταν από τον ίδιο το συνθέτη.

Το 1962 έγινε soundtrack της ταινίας «Les Amants de Teruel» του Raymond Rouleau με γαλλικούς στίχους και μια συγκλονιστική ερμηνεία από την Εντίθ Πιαφ.