Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Η νόνα μας

Η νόνα μας

Αχ και να γύριζαν ξανά τα χρόνια τα φευγάτα,
να ξαναζούσε η νόνα μας και να μας παραγγείλει
πολύ πως μας πεθύμησε και να μας δει πως θέλει.

Νωρίς-νωρίς ξυπνήσαμε και φύγαμε μπονώρα*
και περπατώντας ήρθαμε προτού το μεσημέρι
κάτω στα Διαλετάτικα, στης νόνας μας το σπίτι.
Κι ο γερο-Μάκης, ο παππούς, καθόταν στο παγκούλι*
και πρόσμενε να φτάσουμε και μέτραγε την ώρα
από τον ίσκιο του σπιτιού στης αφοδιάς* τις πλάκες.
Μα η νόνα μας δεν είναι εδώ… η νόνα μας πού πήγε;
Στο Μοθωνιό* κατέβηκε φρέσκο νερό να φέρνει
και να τη που ξανάφανε* κι ανοίγει το πορτόνι
και ξεβοηθάει* τη λάτα* της απάνω απ’ το κεφάλι,
ποθώνει* και τον ποδολό* απάνω στην πεζούλα
και σαν μας βλέπει χαίρεται και μας καλωσορίζει.

Ολημερίς η νόνα μας να βρίσκεται στο πόδι,
πότε να ζμώσει το ψωμί κι ύστερα να φουρνίσει,
πότε να πήξει το τυρί και του λαδιού και φρέσκο,
πότε να τρέξει στο μαντρί, ν’ αρμέξει, να ταΐσει
τα γίδια και τα πρόβατα που γύρισαν το βράδυ∙
κι άλλοτε νά ’βγει ανήσυχη, να κράξει την Μπελίτσα
και να φωνάξει τη Λευκή, την άσπρη προβατίνα,
γιατί κι οι δυο νυχτώθηκαν στις σκάλες* και στους τράφους
και δεν την ξαναπήρανε του γυρισμού τη στράτα.
Και μόλις έφεξε ο Θεός την άλλη την ημέρα,
μας ξύπνησεν η νόνα μας, να πάμε στο κηπάρι
να μάσουμε παυλόσυκα, προτού να βγει ο ήλιος.

Κι ο γερο-Μάκης, ο παππούς, που μέτραγε την ώρα,
δεν την εμέτρησε ξανά στης αφοδιάς τις πλάκες
κι ούτε ξανά προλάβαμε τον ήλιο στο κηπάρι
κι ούτε ξανά μας μήνυσε η νόνα μας να πάμε.
Αχ και να γύριζαν ξανά τα χρόνια τα φευγάτα…

_____________________________
* Γλωσσάρι
μπονώρα = νωρίς
παγκούλι = σκαμνάκι
Μοθωνιός = τοποθεσία με πηγάδι δημόσιας χρήσης
ξεβοηθάει = κατεβάζει
αφοδιά = αυλή
ξανάφανε = ήρθε
λάτα = τενεκές
ποδολός = πετσέτα τυλιγμένη γύρω-γύρω, που οι γυναίκες την έβαζαν στο κεφάλι και ακουμπούσαν το βάρος για να το μεταφέρουν
σκάλες = οι κλιμακωτές επιφάνειες του εδάφους στις οποίες φυτρώνουν τα ελαιόδεντρα
ποθώνει = ακουμπάει

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ο Παπαγεράσιμος

Ο Παπαγεράσιμος

Σε κοίταζαν στοχαστικά τα παιδικά τα μάτια
μέσα σε μιαν ασπρόμαυρη, παλιά φωτογραφία,
με το πλατύ σου μέτωπο και τη λευκή γενειάδα
και με το βλέμμα σου ιλαρό, καρτερικό, καθάριο
κι ανάερο χαμόγελο στα χείλη σου γραμμένο.

«Σχολάρχης και πρωθιερεύς»… για καύχημά τους σ’ είχαν
και τ’ όνομά σου κράτησαν στολίδι στη γενιά μας
κι όλο για σε μιλούσανε κι όλο άκουγα για σένα
κι όσο τα χρόνια φεύγανε, δεν σώπαιναν να λένε.
Τώρα οι φωνές λιγόστεψαν και θα σβηστούν σε λίγο,
μα εγώ ακόμα έχω φωνή κι έχω βαθιά μου πόθο
να φανερώσω Γέροντα πως πάντα σε θυμάμαι
και δρόσισμα είν’ η μνήμη σου και το μνημόσυνό σου
μες στο λιοπύρι της ζωής, στη δίψα της ελπίδας.

Θησαύρισμα η διαθήκη σου, στο μνήμα χαραγμένη,
μα ο χρόνος με τη λησμονιά τα γράμματα τα σβήσαν
κι ως έβαλα το θυμιατό κι άναψα το καντήλι
θαρρώ μια απόμακρη φωνή ν’ ακούγεται να λέει:
«Πήρα την κλήση του Θεού κι είμαι δικός Του θύτης,
παπα-Αναστάσης Μάστορας πατέρας και γενιά μου.
Στης Κέρκυρας εσπούδασα το Ιερό Σχολείο
κι είμαι παπάς και δάσκαλος κι έμαθα την Αλήθεια,
για να τη σπείρω στους Παξούς χωρίς φειδώ και κόπο
και να θερίσω τους καρπούς πλούσιους κι ευλογημένους,
όταν βρεθώ στη μέλλουσα ζωή του Παραδείσου».

Γέροντα, δε βλασταίνει πια ο σπόρος ο δικός σου,
άλλες αλήθειες ψάχνουμε κι άλλους καρπούς ζητάμε
κι αυτή τη μόνη κι ακριβή κι ατίμητη Αλήθεια
άλλοι την αρνηθήκαμε κι άλλοι την πολεμάμε
κι άλλη δεν το θελήσαμε να μάθουμε για κείνη
κι όσα κληρονομήσαμε, τα ρίξαμε στη λήθη.

Κάνε μια δέηση για μας, να ξαναβρούμε πάλι
τ’ άξια και τ’ άγια της ζωής, που τα ’χουμε ξεχάσει.

_____________________________
Σημείωση
Ο ιερέας και δάσκαλος Γεράσιμος Μάστορας-Παπαγεράσιμος (1819-1894), παππούς του αείμνηστου πατέρα μου, υπήρξε ένας από τους ιερείς των Παξών, οι οποίοι, όπως αναφέρει ο κ. Ιω. Δόικας, συγγραφέας, πρώην Διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου Παξών, «με την ασκητική τους ζωή, το ηθικό τους παράστημα και τη διδασκαλία τους έγιναν παράδειγμα καλοσύνης και ανθρωπιάς των μεταγενεστέρων».

Η φωτογραφία του κοσμεί το σπίτι της αδελφής του πατέρα μου Δώρας Μάστορα, στα Μαστοράτικα.

Στον τάφο του, που βρίσκεται στον ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στα Μαστοράτικα, διαβάζουμε:
«Κλῆσιν Γεράσιμος ἔσχον καὶ θύτης Ὑψίστου Ἐκθύτου, Ἀναστασίῳ πατρί, Μάστορας δὲ τὸ γόνει, ἐν τῷ Κερκύρας ἱερῷ φοιτωρίῳ φοιτήσας καὶ τὰ ἐκεῖθεν λαβῶν, ἔσπειρα ταῦτα ἀφειδῶς, ἴνα θερίσω πολλὰ ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ»
.

Μετάφραση & ερμηνεία από τον φιλόλογο κ. Ηλία Σκόνδρα:
«Εγώ, ο Γεράσιμος, είχαν την (ουράνια) κλήση και έγινα ιερέας του Υψίστου Αρχιερέως. Μάστορας λεγόταν η γενιά μου, από τον πατέρα μου, ιερέα Αναστάσιο. Και αφού φοίτησα στο Ιερό Σχολείο της Κέρκυρας και πήρα από εκεί (τα μαθήματα και τα διδάγματα της Αληθείας), τα έσπειρα πλούσια, για να θερίσω πολλά στη μέλλουσα ζωή».

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ο περίπλους

Ο περίπλους

Βροχή φθινοπωριάτικη κι άνεμος και φουρτούνα
κρατούν δεμένα τα σκαριά… κι εγώ είχα λογαριάσει
να φέρω γύρω τους Παξούς, να χαιρετήσω πάλι
τα βράχια και τα πέλαγα, τις γράβες* και τις σπιάντζες*.
Κι ήρθε το απομεσήμερο κι ημέρεψε ο σιρόκος*
στο ίσκιωμα της συννεφιάς, στου απόβροχου τη γλύκα
επήρα τον κατήφορο για το Λογγό να πάω.
Βρήκα μια ξέρα κι έκατσα στου λιμανιού την άκρη
κι έβλεπα μελαγχολικά, όσο έφτανε η ματιά μου,
ν’ ασπρογαλιάζει* η θάλασσα, να δέρνεται το κύμα
και να παφλάζει βουερό ανάμεσα στα βράχια.
Κι ο παφλασμός παίρνει φωνή και μου μιλάει το κύμα.

Για σένα οι δρόμοι είναι κλειστοί, για μένα ολάνοιχτοι είναι,
κι αφού δεν μπόρεσες να πας, διάβηκα εγώ και πήγα
στις σπιάντζες που χαιρόσουνα, στα πρώτα σου τα χρόνια,
που έπεφτες και κολύμπαες… βουτιές και μακροβούτια…
Απ’ τη Γλυφάδα πέρασα κι από το Μονοδέντρι
κι από το Λάκκο, τον Ορκό κι από το Μαϊστράτο.
Ύστερα τρέχω απέναντι και βρίσκω το Κανόνι
και προχωρώ στου Χαραμή και φτάνω στο Κομμένο.
Τέτοια νερά σμαράγδινα, τέτοια νερά ζαφείρια
ούτε είδα ούτε απάντησα στους πόντους που γυρνάω.

Ο άνεμος εφύσηξε και τράβηξα στους Πλάνους*
κι αντάμωσα το Κάτεργο* που στ’ ανοιχτά αρμενίζει.
Μέσα στις γράβες τρύπωσα και χάιδεψα τις φώκιες
και κάνω τόπο να διαβούν πηδώντας τα δελφίνια
κι ο κάονας* ψάχνει τροφή και τον καλωσορίζω.
Σε λίγο, σε πεντέξι οργιές, μπροστά μου ο Ερημίτης*
πανύψηλος, κατάκορφος, όλος μεγαλοσύνη,
με τα λευκά τα βράχια τους και τα γλαυκά νερά του.
Τώρα για τον Ορθόλιθο* ακολουθώ τη ρότα,
το γίγαντα που ορθώνεται ολομεσίς του πόντου.
Κατά νοτιά πορεύομαι και βρίσκομαι στ’ Αχάι*
όπου ροχθούν τα κύματα μες στις σπηλιές ορμώντας.
Και να, προβάλλει ο Αχάντακας* κι ο Τρυπητός* πιο κάτω,
δυο άγια δώρα του Θεού, δυο θαύματα της φύσης.

Και τότε αστράφτει και βροντά κι οργίζεται ο σιρόκος
και μελανιάζει ο ουρανός κι η θάλασσα μανιάζει
και σπάει το κύμα αλύπητα στην ξέρα τη δικιά μου.
Το ’να το χέρι σήκωσα στ’ ογρό* το πρόσωπό μου,
με τ’ άλλο αργοχαιρέτησα… και κίνησα να φύγω
και σμίξανε στα μάτια μου το κύμα με το δάκρυ.

_____________________________
Σημείωση
Ο γύρος των Παξών με καΐκι αποτελεί μια υπέροχη και μοναδική εμπειρία.

_____________________________
* Γλωσσάρι
γράβες = παραθαλάσσια σπήλαια, φωλιές της φώκιας και του δελφινιού
σπιάντζες = παραλίες για κολύμπι
σιρόκος = νότιος (και ΝΑ) άνεμος, θερμός και υγρός
ασπρογαλιάζει = αφρίζει
Πλάνοι, Ερημίτης, Αχάι = άγριες, απόκρημνες ακτές
Κάτεργο = τεράστιος μαύρος βράχος ανοιχτά των Παξών που θυμίζει σκάφος
Ορθόλιθος, Τρυπητός = βράχοι εξαιρετικής μεγαλοπρέπειας και αγριότητας
Αχάντακας = υπέροχο θαλάσσιο σπήλαιο

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ο Γλάρος

Ο Γλάρος

Στον αδελφό μου Μιχάλη

Τον κάονα* τον ήξερα λευκό θαλασσοπούλι
μες στο γαλάζιο τ’ ουρανού και στο γλαυκό του πόντου
ν’ ακολουθεί τη ρότα μας και να φτεροκοπάει
τότε που το καΐκι μας για τους Παξούς τραβούσε.
Και μια βραδιά τον γνώρισα με τ’ άλλο τ’ όνομά του,
σαν ήταν να μπαρκάρουμε για θερινό ταξίδι
κι είδα το Γλάρο το καρί να καρτερεί στο μώλο
κι είδα το γλάρο ζωγραφιά στου καραβιού την πλώρη.

Πάνω ψηλά στη γέφυρα απίκου* ο καπετάνιος
κι οι ναύτες σκώνουν άγκυρα και λύνουνε τους κάβους.
Αγκομαχούν οι μηχανές κι αρχίζουν οι μανούβρες
κι ανάμεσα από τ’ άρμπουρα καπνίζει η τζιμινιέρα
κι ακούγεται το σφύριγμα κι ο Γλάρος να… σαλπάρει.
Μπουνάτσα έχει η θάλασσα, φυσάει το μαϊστράλι
κι ως τ’ ουρανού τα πέρατα φέγγουν σελήνη κι άστρα
κι αντιφεγγίζουν στα νερά του καραβιού τα φώτα.
Και στρώνει η μάνα καταγής μια μαλακιά κουβέρτα
σε μια άκρη στο κατάστρωμα και πέσαμε στον ύπνο,
αφού το ναύλο το φτηνό τέτοιο κρεβάτι παίρνει…

Δεν ξέρω τι με ξύπνησε… πού έπιασε φουρτούνα;
πού λάλησεν ο κόκορας και φτερακάνε οι κότες;
όπου γαβγίζει το σκυλί και δυο αρνιά βελάζουν;
Ό,τι και να με ξύπνησε, χαρά ήτανε για μένα
να βλέπω στην ανατολή να χρυσολάμπει ο ήλιος,
να βλέπω τα σκαλώματα που πιάνει το καράβι,
στον Αστακό, στο Μύτικα, στη Σάμη, στο Φισκάρδο
κι απ’ την Ιθάκη να τραβά ίσια για τη Λευκάδα
κι ύστερα από την Πρέβεζα πλώρη για το Νησί μας.

Πολύ το σκαμπανέβασμα κι η όστρια* ανεβαίνει
κι είναι τα κύματα θεριά κι αφρίζει το κανάλι,
μα ο Γλάρος καλοτάξιδος στα σίγουρα αρμενίζει
και φτάνοντας το σούρουπο, το Γάη καβαντζάρει*
και το νησί της Παναγιάς… και σταματάει αρόδο*.
Δυο βάρκες κάτω καρτερούν, χορεύοντας στο κύμα
κι από την ανεμόσκαλα για τη στεριά μας παίρνουν.

Πάει καιρός που τέλειωσαν του Γλάρου τα ταξίδια,
μα οι γλάροι που φτεροκοπούν, μου τα θυμίζουν πάντα.

_____________________________
* Γλωσσάρι
κάονας = γλάρος
απίκου = ορθός
όστρια = νότιος άνεμος
καβατζάρει = παρακάμπτει
αρόδο = ανοιχτά

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στους Πλάνους

Στους Πλάνους*

Άλλο καλό δε μου ’τυχε τη σημερνή τη μέρα,
που ήρθα ξανά το σούρουπο στης Λάκκας το Φανάρι
κι ολόγυρα περπάτησα και στην αυλή του μπήκα
κι απ’ τα σκαλιά τα πέτρινα έφτασα στο μπαλκόνι
κι αγνάντεψα το πέλαγο κι ανάσανα το μπάτη.

Κι έριξα κάτω τη ματιά κι αγκάλιασα τους Πλάνους,
να τους χτυπάει η θάλασσα κι απάνω τους ν’ αφρίζει
και σ’ είδα που περίμενες και συντροφιά δεν είχες.
Και παίρνω την κατηφοριά, πατώ μερτιές και βάτα
κι ούτε που το κατάλαβα πώς βρέθηκα κοντά σου.
Έλα να σκαρφαλώσουμε στα κοφτερά τα βράχια
κι απ’ τις κουφάλες τις βαθιές να μάσουμε τ’ αλάτι
κι αν είν’ τα πόδια μας γυμνά, ο πόνος δε μας νοιάζει.
Έλα να βρούμε χουχουλιούς*, να πιάσουμε καβούρια,
να βγάλουμε και πάτελες* με μυτερό μαχαίρι.
Στις ξέρες έχει όνερα* καλά για τη σαλάτα
κι είναι πολλά τα τσίμπαλα* στα βράχια φυτρωμένα.
Με όλα τούτα τ’ αγαθά γέμισε το κανίστρι*
και σταυροκοπηθήκαμε για του Θεού τα δώρα.

Άναψε στια* στο κουζινί, να βράσουν οι πατάτες
και στο γουδί το πέτρινο τη σκορδαλιά να φτιάσεις
κι εγώ να στρώσω στη στιγμή το καθαρό μεσάλι*
κι όλα να τα ’βρουν έτοιμα σε λίγο που θα ’ρθούνε.
Δεν απολείπει τίποτα απάνω απ’ το τραπέζι,
τα τσίμπαλα με σκορδαλιά κι οι χουχουλιοί πιλάφι
κι οι πάτελες ορεχτικό μαζί με τα καβούρια.
Στη μέση το λαδότυρο και το ζεστό καρβέλι
κι αντιπαξιώτικο κρασί μέσα στο μπουκαλέτο*.

Κι εκεί που κάναμε σταυρό και κάτσαμε να φάμε
ολομεμιάς αστράφτει φως και τ’ όνειρο το σβήνει
κι απόμεινα να στέκομαι στου Φάρου το μπαλκόνι
και με τα μάτια μου θολά ν’ αχνοθωρώ τους Πλάνους.

_____________________________
* Γλωσσάρι
Πλάνοι = βραχώδης ακτή των Παξών
χουχουλιοί = σαλιγκάρια της θάλασσας
πάτελες = πεταλίδες
όνερα = θαλασσινά χόρτα
τσίμπαλα = χόρτα που φυτρώνουν σε γκρεμούς και βράχους
κανίστρι = καλάθι
στια =φωτιά
μεσάλι = τραπεζομάντηλο
μπουκαλέτο = κανάτα πήλινη

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στον Αϊ-Δημήτρη

Στον Αϊ-Δημήτρη

Κάθε που φεύγει η χειμωνιά με τα πολλά τα κρύα,
κάθε που ανθίζει η άνοιξη και φτάνει καλοκαίρι,
μακρύ ταξίδι ξεκινώ κι ο λογισμός με φέρνει
στους χρόνους που διαβήκανε, στους τόπους που προσμένουν.

Θέλω ν’ ανέβω στο χωριό προτού βραδιάσει η μέρα,
εκεί στα Δαλιετάτικα, στης μάνας μου το σπίτι,
γιατί τους έταξα να ’ρθω και περιμένουν όλοι.
Και κόβω δρόμο απ’ τη Μερτιά και φτάνω μάνι μάνι
μα το πορτόνι είναι κλειστό και να ’μπω δε μ’ αφήνει
κι έμεινα απόξω και κοιτώ και κράζω και βρικάζω*.
Πρώτη φωνή και δεύτερη κι απόκριση δεν παίρνω
και με την τρίτη τη φωνή ανοίγει το πορτόνι.

Και περπατώ στο ξάφοδο* κι άχνα δεν αγροικιέται
και προχωρώ στην αφοδιά* και ψάχνω να τους εύρω.
Πώς έγινε κι αφήκανε άκοφτα τα χορτάρια
κι είναι σωρός τα λιόφυλλα κι είναι τ’ αγκάθια λόγγος;
Πώς έγινε κι είναι κλειστά πόρτες και παραθύρια
και δεν τις ασβεστώσανε τριγύρω τις πεζούλες;

Αλάφιασα και σάστισα και σφίχτηκε η καρδιά μου
και στέγνωσε το στόμα μου και δροσισμό γυρεύω.
Ένα σκαλί δρασκέλισα κι ήρθα κατά τη στέρνα,
μα είναι κομμάτια το σκοινί κι είναι τ’ αγγειό* σπασμένο
και το καπάκι σκούριασε πάνω στο χεροστόμι*.

Κι απλώνω χέρι στη ροδιά να κόψω ένα ρόδι
κι απλώνω και στη λεμονιά να κόψω ένα λεμόνι,
μα είν’ η ροδιά κατάξερη κι η λεμονιά πεσμένη.

Και τότε ακούγεται νταν… νταν… καμπάνα να σημαίνει
–κάποιο παιδί περαστικό το πήρε για παιχνίδι–
και κίνησα σκυφτά κι αργά κατά τον Αϊ-Δημήτρη.

_____________________________
* Γλωσσάρι
βρικάζω = φωνάζω δυνατά
ξάφοδο = χώρος πριν την αυλή
αφοδιά = αυλή
αγγειό = κουβάς
χεροστόμι = άνοιγμα της στέρνας

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Εκείνο το ταξίδι

Εκείνο το ταξίδι

Έλα αδελφέ μου να σου πω, να θυμηθούμε πάλι
εκείνο το φθινόπωρο κι εκείνο το ταξίδι,
τότε που δρόμοι στεριανοί και δρόμοι του πελάγου
μας ξαναφέραν στους Παξούς, στο πατρικό μας σπίτι.

Ξημέρωσε και φώτισε κι ο ήλιος δε μας καίει,
γιατ’ είν’ τα λιόδεντρα ψηλά και κρύβουν τις αχτίδες
κι έχουν πυκνά τα λιόκλαρα και τη δροσιά σταλάζουν.

Σήκω να δεις στην αφοδιά*, να κάτσεις στο παγκούλι*
κι είν’ ο πατέρας μας εκεί και συντροφιά προσμένει.
Και ξαναφαίνει* η μάνα μας κρατώντας το κουκούμι*
κι αχνίζει ο κριθαροκαφές και μοσχοβόλια αφήνει.
Φέρνω κι εγώ κρύο νερό με τη μεγάλη πίντα*
κι από τ’ αρμάρι* κουβαλώ στο πέτρινο τραπέζι
πιατέλα γαριτσιώτικη* με παξινά κουλούρια.
Κι όσο να βάλουμε καφέ στα πήλινα γαδίνια*,
να κι αρεβάρε* η νόνα μας και κλείνει την παρέα.
Τι χάρη μας εγίνηκε κι έσμιξε η φαμελιά μας
μετά από χρόνια και καιρό που ’μαστε χωρισμένοι.

Δεν πρόλαβα να τους το πω για τη χαρά που πήρα
κι ακούστηκε μια τουφεκιά κι ένα τρυγόνι φεύγει
και μείναμε να σου μιλώ, να σου θυμίζω πάλι
εκείνο το φθινόπωρο κι εκείνο το ταξίδι…

_____________________________
* Γλωσσάρι
αφοδιά = αυλή
παγκούλι = σκαμνάκι
ξαναφαίνει = παρουσιάζεται
κουκούμι = μπρίκι
πίντα = κύπελο από αλουμίνιο
αρμάρι = ντουλάπι
γαριτσιώτικη = πήλινη
γαδίνι = φλυτζάνι
αρεβάρω = φτάνω

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου): Παράπονο…

Παράπονο…

Στάσου διαβάτη Παξινέ κοντά μου που διαβαίνεις
κι είναι σα να μη με θωρείς κι ούτε να με γνωρίζεις,
παλιέ μου γνώριμε ακριβέ, παλιέ καλέ μου φίλε,
που σου ’ταζα και σου ’δινα ό,τι πολύτιμο είχα,
σε σένα και στον κύρη σου, στη μάνα, στα παιδιά σου,
στον πάππου και στη νόνα σου γενιές κι αιώνες πίσω.

Ποτέ μου δεν απόκαμα, ποτέ δεν είπα «φτάνει»
κι ας μ’ έδερναν κακοκαιριές, κάψες και χιοναγέρες,
πιστά τα καλοκαίρια σου να ισκιώνω το λιοπύρι,
πιστά που ερχόταν χειμωνιά, να παίρνεις τον καρπό μου,
τον ακριβό μας θησαυρό, το ευλογημένο λάδι,
ν’ αρταίνεις τη νερολαδιά* και το ψωμί το φρέσκο,
ν’ ανάβεις τη λαδοφωτιά* να φέγγει στο σκοτάδι
και με το λαδοφάναρο τις νύχτες να φωτίζεις.

Στη στια* να καίει το δαυλί*, το τσάκνο* να σπιθίζει,
να μαγειρεύει η μάνα σου το δείπνο και το γιόμα
και στο τραπέζι το ροΐ τη φτώχεια να πλουταίνει.

Στις εκκλησιές, στα μνήματα να καίνε τα καντήλια
και στου σπιτιού την κάμαρη, ψηλά στο εικονοστάσι
κι άλλο καντήλι ακοίμητο την πίστη να μετράει.

Οι πίλες* σου ξεχείλιζαν κι οι ξέστες* κι οι καπάσες*
να τρέφεις τη φαμίλια σου, να την καλοπορεύεις
και πέρσσευε το λάδι σου να κάνεις καλοσύνες.

Κι ήταν ο μόχθος σου πολύ κι ο κόπος σου περίσσιος
κι ο ίδρωτας στο μέτωπο σαν ποταμός κυλούσε,
κι είχες τον ύπνον ελαφρύ στου αναπαμού το στρώμα.

Με βλέπεις τώρα; ρήμαξα κι η ομορφιά μου εχάθη
κι έχω πικρό παράπονο που δίνω και δεν παίρνεις
και μ’ άφησες ακλάδευτη κι αλίπαντη και χέρσα
και λόγγιασαν στη ρίζα μου τα βάτα και τα βράχλα*
κι οι γρέμπες* μου σωριάστηκαν και μένουν γκρεμισμένες
κι απόμεινα άγονη, άκαρπη και περιττή και στείρα.

Μα σαν τη μάνα που σχωρνά, τη μάνα που προσμένει,
μένω κι εγώ και καρτερώ κι ό,τι έχω στο χαρίζω,
την πράσινή μου φυλλωσιά να ισκιώνει το Νησί μας,
να ζωγραφίζει τη στεριά, τις θάλασσες να βάφει
κι όλοι να λέν’ «σαν τους Παξούς άλλο νησί δεν έχει».

_____________________________
* Γλωσσάρι
νερολαδιά = ριγανάδα
λαδοφωτιά = λυχνάρι
στια = φωτιά
δαυλί, τσάκνο = ξερά ξύλα από ελιά
πίλες, ξέστες, καπάσες = πήλινα δοχεία διαφόρων μεγεθών για την αποθήκευση του λαδιού
βράχλα = φτέρες
γρέμπα = μάντρα, ξερολιθιά

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Το τάξιμο της Παπαντής

Το τάξιμο της Παπαντής

Βρέθηκα πάλι στους Παξούς, απόδιαβα* το Πάσχα,
το Μάη και την Άνοιξη που το νησί μου λάμπει
κι οι εκκλησιές ανοίγουνε, που η Παπαντή διαβαίνει
και συναντά στο διάβα της τον Άγιο Κωνσταντίνο,
την εκκλησιά που στέκεται στο πατρικό μου δίπλα
κι έχει στη μέση θησαυρό τον τάφο του Δεσπότη
κι έχει ψηλό καμπαναριό, τον ουρανό να δείχνει.

Τότε λογάριασα να ’ρθω, να τηνε προσκυνήσω.
την Παναγιά την Παπαντή, την αγιασμένη εικόνα,
να τηνε βρω αξετίμωτη* στην εκκλησιά μας μέσα,
να ψάλω την Παράκληση, στεφάνι να της πλέξω
με τ’ άνθη που στολίζουνε τα παξινά κηπάρια
γιούλια και τριαντάφυλλα, βιολέτες και μολόχες.

Κι ως τέλειωσε η Παράκληση και σήμανε η καμπάνα
κι ως φύγαν οι προσκυνητές, χαιρέτησαν κι οι ψάλτες
κι ως αναχώρησε ο παπάς και τα κεριά σβήστηκαν,
έγειρα και γονάτισα στης Παπαντής τα πόδια,
να μολογήσω και να πω τον άγιατρο καημό μου.
Με θάμπωσεν η ξενιτιά και ρίζωσα στα ξένα
κι έκανα βιος και πρόκοψα και περισσά όλα τα ’χω
μα έρχεται η ώρα κι η στιγμή, που μ’ απολείπουν όλα
γιατί οι χαρές λιγόστεψαν κι οι πίκρες περισσεύουν.

Κι ανάβει τότες αστραπή ο πόθος του νησιού μου
κι όσο η ψυχή το λαχταρά ο πόθος δε νικιέται∙
και πήρα και ταξίδεψα της γης και του πελάγου
κι ήρθα να παρηγορηθώ, ήρθα να γαληνέψω.

Κι ως πάτησα του τόπου μου τη γη τη βλογημένη
μου εφάνη πως γιατρεύτηκα κι αλλιώτικα ανασαίνω
της θάλασσας το νότισμα, των λιόδεντρων την αύρα,
τα μύρα των κυπαρισσιών, του σκιναριού το μόσχο.
Το πετρομάνι δύναμη κι απαντοχή μου δίνει,
το πέταμα του κάονα* για λευτεριά το νιώθω.

Κι εκεί που αλάφρωσε η καρδιά κι ημέρεψεν ο νους μου,
ωσάν του ανέμου ρίπισμα ο στοχασμός μου κράζει
πως πάλι θα ξαναβρεθώ στης ξενιτιάς τη ρότα.
Με λάβωσεν ο στοχασμός κι η κεφαλή μου γέρνει
κι απ’ τη βαριά λαβωματιά τα μάτια μου νοτίσαν.
Κάνε μου χάρη, Παπαντή, όσες φορές κι αν φύγω
απ’ τ’ ακριβό μου το Νησί, τόσες και να γυρίσω
και μιαν απ’ όλες τις φορές να μείνω εδώ για πάντα.

Και σκώνοντας τα μάτια μου την Παναγιά αντικρίζω
κι η Παναγιά μου κάστηκε* σα να χαμογελούσε
και τούτο το χαμόγελο για τάξιμο το πήρα.

_____________________________
Σημείωση
Το ποίημα αναφέρεται σε παμπάλαια ευλαβική συνήθεια των Παξινών. Τη Δευτέρα του Πάσχα μεταφέρουν την περικαλλή εικόνα της Υπαπαντής από τον Ναό της σε διαφόρους ναούς του νησιού των Παξών, όπου παραμένει για μία ή δύο εβδομάδες. Τότε ψάλλονται καθημερινώς Παρακλήσεις και γίνονται Λειτουργίες με μεγάλη συμμετοχή πιστών. Η εικόνα επιστρέφει με λιτανεία στον Ναό της προ της Πεντηκοστής. Ο Άγιος Κωνσταντίνος είναι ναός πού ανήκε παλαιά στην πατρική μου οικογένεια και η νότια πλευρά του ορίζει το κηπάρι του πατρικού μας σπιτιού, στο οποίο διέμενε ο κτήτωρ του Ι.Ν. μακαριστός επίσκοπος Αμυκλών Ιωακείμ Μάστορας (+1773). Στο κέντρο του Ι.Ν. υπάρχει ο τάφος του.

_____________________________
* Γλωσσάρι
απόδιαβα = μετά
κάονας = γλάρος
αξετίμωτη = ανεκτίμητη
μου κάστηκε = μου φάνηκε

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Τα κάλλη του Νησιού μου

Τα κάλλη του Νησιού μου

Χρόνια νοώ, χρόνια μετρώ και χρόνια συλλογιέμαι
που πέρασαν και διάβηκαν και στην καρδιά κοιμούνται
κι ως ήρθα πάλι στους Παξούς στη θύμηση ξυπνήσαν
και ζωντανέψαν τα παλιά στα τωρινά μπλεγμένα.

Παίρνω τη στράτα την παλιά, να φτάσω στο χωριό μου,
εκεί στα Μαστοράτικα, στο πατρικό μου σπίτι
και περπατώ και σταματώ κι ολόγυρα κοιτάζω.
Δεν είναι ξένα που θωρώ μαι και γνωστά δεν είναι
και βούρκωσαν τα μάτια μου και μάζεψε η καρδιά μου,
να βλέπω λιόδεντρων κορμούς, μα που δεν έχουν κλώνους,
να βλέπω σκάλες* γύρω μου κι οι γρέμπες* γκρεμισμένες,
να βλέπω σπίτια παξινά κι οι αφοδιές* τους άδειες
και τα πορτοπαράθυρα σφιχτομανταλωμένα
και τα κηπάρια αφρόντιστα, πνιγμένα στα χορτάρια.
Οι τράφοι δίχως πρόβατα, οι ράχες δίχως γίδια
και τα στρατόνια απάτητα μες στις μερτιές χαμένα.

Κι ως έφτασα στα πατρικά, στον Άγιο Κωνσταντίνο,
τρέχω να παραπονεθώ στον τάφο των γονιών μου.
Ας ξύπναγεν η μάνα μου να κατεβεί στον Κάμπο*,
ας σκώνονταν κι η νόνα μου στην Πλακωτή* να πάει,
να φέρουνε κι οι δυο νερό, να πιω να ξεπονέσω.

Και ξαστερώνει η καρδιά, φωτίζονται τα μάτια,
ξανακοιμούνται τα παλιά και χαίρομαι το τώρα,
την καταπράσινη στεριά, τη θάλασσα σμαράγδι,
την Παναγιά, την Παπαντή, τον Άγιο Χαραλάμπη,
τον Αϊ-Νικόλα του Γαγιού, το Μογγονήσι πέρα
και τις πανύψηλες ελιές που κρύβουνε τον ήλιο.

Φιλώ το χέρι του Χριστού κι ευχαριστώ Του λέω,
που ’χει πολλά κι αμέτρητα τα κάλλη του Νησιού μου.

_____________________________
* Γλωσσάρι
σκάλες = κλιμακωτές επιφάνειες του εδάφους
γρέμπες = μάντρες από τοπική πέτρα, ξερολιθιά
αφοδιές = αυλές
Κάμπος, Πλακωτή = τοποθεσίες με στέρνες δημόσιας χρήσης

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Πατρώα γη

Πατρώα γη

Τώρα που φτώχυνε η ζωή μες στα πολλά της πλούτη
και ορφανέψαν οι καρδιές στη μοναξιά του κόσμου,
τώρα που φίλοι και δικοί μακραίνουν και ξεχνιούνται
και που λιγόστεψε το φως στα μάτια της ψυχής μας,
γυρίζω στην πατρώα γη, στο Άλλοτε, στο Τότε,
να ξαναβρώ ό,τι χάνεται απ’ τ’ άχαρο το Τώρα,
την Πίστη μας, τη Γλώσσα μας, την άπαρτη τη Μνήμη,
τα τρία αυτά μυριάκριβα κι ατίμητά μου δώρα
που δεν τα πήραν οι καιροί κι οι χρόνοι δεν τα σβήσαν,
που μου ’τυχαν κληρονομιά κι είπα να τα μοιράσω,
να μνημονεύουμε οι παλιοί, να μάθουν οι καινούργιοι
κι όλοι μαζί προσκυνητές για τους Παξούς να πάμε,
εκεί που εικόνες ομορφιάς και μνήμες ιστορίας
μιλούν με χίλια στόματα σ’ όποιον μπορεί κι ακούει;

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)